How Can Saints Help Us?

There is no question that only Christ is able to save us from sin. So, how can saints aid us? When we honor saints and ask them to pray for us we are not putting them in the place of Christ. They are close to God, so when they pray for us they seek our salvation from Christ.


Elder Cleopa puts it this way,

When the saints pray for us, it is precisely our salvation that they seek from Christ. They interceded with Him for our salvation. From Christ they entreat our salvation. This is what we mean when we say they intercede for us. By their prayers the saints petition for our salvation -- not, however, as if they themselves have the power to save, for the only one who saves is Christ. Thus we do not venerate saints and angels as we do God. (That which we render the saints and angels is solely a veneration of honor and reverence, while God we adore and worship with perfect adoration which is thus properly called worship)


Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς. ερμηνεία του 15ου Κανόνος από το νέο βιβλίο του, που μόλις κυκλοφόρησε.


Ὡς ἐκ τούτου διά τῆς ἀποδοχῆς τῆς αἱρέσεως ἀποστατεῖ κάποιος τῆς διαχρονικῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας καί ἐντάσσεται στήν νεοΐδρυτο κατασκευασθεῖσα. Ὅ,τι δέ κάνουν οἱ Ἐπίσκοποι τῆς νεοϊδρύτου «Ἐκκλησίας» λέγουν ὅτι τό ἔκανε καί τό ἀπεφάσισε ἡ Ἐκκλησία: «εἶτα καί ἐκκλησίαν σεαυτόν –ὤ τοῦ θράσους!– χειροτονεῖς, οὐκ εἰδώς ὅτι καί Νεστόριος καί Μακεδόνιος τάχ’ ἄν τοῦτ’ ἰσχυρίσαιντο, ὅ καί αὐτός ἰσχυρίζεσαι».
Ὅλα αὐτά πού ἀναφέρει ὁ Ἰωσήφ διά τόν Καλέκα εἶναι σά νά τά λέγη διά τούς σημερινούς οἰκουμενιστές Ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι πάσχουν ἀπό τήν ἴδια νόσο. 

Η συνέχεια : "κλικ"  πιο κάτω στο  Read more

Άγιος Ιουστίνος (Πόποβιτς) : Φιλοσοφία κατά τον άνθρωπον, Φιλοσοφία κατά τον Θεάνθρωπον.


Με αυτήν την νοεράν «ύλην» δαιμονικής πανουργίας είναι εμποτισμέναι, εκουσίως ή ακουσίως, όλαι αι «κατά την παράδοσιν των ανθρώπων φιλοσοφίαι» (Κολ. 2,8). Και δι΄ αυτό δεν γνωρίζουν την θείαν αλήθειαν περί του κόσμου και του ανθρώπου, περί του καλού και του κακού, περί του Θεού και του διαβόλου, αλλά ναρκώνονται με τα λεπτά δαιμονικά ψεύδη. Ενώ η «κατά Χριστόν», τον Θεάνθρωπον, φιλοσοφία περιέχει μέσα της όλο το πλήρωμα της αληθείας του παντός (πρβλ. Κολ. 2,9), αι φιλοσοφίαι «κατ΄ άνθρωπον», «δια της χρηστολογίας και ευλογίας εξαπατώσι τας καρδίας των ακάκων» (Ρωμ. 16,18). Εν τελευταία αναλύσει, όλαι αι ανθρώπιναι και επί της γης υπάρχουσαι φιλοσοφίαι δύνανται να χωρισθούν εις αυτά τα ως άνω δύο είδη: αι φιλοσοφίαι κατ΄ άνθρωπον και η κατά τον Θεάνθρωπον φιλοσοφία. Ο κύριος γνωσιολογικός δημιουργικός παράγων εις το πρώτον είδος είναι ο διάβολος, εις δε το δεύτερον ο Θεάνρωπος Χριστός. Η θεμελιώδης αρχή της φιλοσοφίας κατά τον Θεάνθρωπον είναι η εξής: Πάντων των όντων και των πραγμάτων μέτρον ο Θεάνθρωπος. Η θεμελιώδης δε αρχή της «ανθρωπιστικής» ή μάλλον ουμανιστικής φιλοσοφίας κατ΄ άνθρωπον είναι: Πάντων των όντων και των πραγμάτων μέτρον άνθρωπος. Εις την φιλοσοφίαν κατά τον Θεάνθρωπον Χριστόν υπάρχει όλη η Αλήθεια, η θεία και αιωνία, διότι εν Χριστώ υπάρχει «παν το πλήρωμα της Θεότητος σωματικώς» παρόν εις αυτόν τον κόσμον. Δια της παρουσίας του πληρώματος τούτου είναι παρούσα εις τον κόσμον και η ιδία η Αιώνιος Αλήθεια, και δη «σωματικώς» εν τω Θεανθρώπω Χριστώ, ως τω τελείω και πραγματικώ Θεώ και τω τελείω και πραγματικώ ανθρώπω. Εις δε τας φιλοσοφίας κατ΄ άνθρωπον ζη και υπάρχει, αμέσως ή εμμέσως, το ψεύδος, το συνδεόμενον δι΄ όλων των νεύρων του με τον πατέρα του ψεύδους τον διάβολον, και το πάντοτε οδηγούν προς αυτόν. Δια τούτο είναι αναγκαίον να αγρυπνώμεν νυχθημερόν επί της συνειδήσεως ως επί του υψίστου φυλακίου του ανθρωπίνου είναι μας, προσέχοντας μη τυχόν εισέλθη κρυφίως το ψεύδος αυτό εντός μας και ρίψη την σκέψιν και τον νουν μας εις το βασίλειον του ψεύδους, εις την κόλασιν. Εις αυτήν την εγρήγορσιν μας καλεί και η εντολή του Ευαγγελίου του Θεανθρώπου Χριστού: «τη κακία νηπιάζετε, ταις δε φρεσί τέλειοι γίνεσθε» (Α΄ Κορ. 14,20). Θα γίνωμεν δε τέλειοι όταν φθάσωμεν «εις άνδρα τέλειον εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού», διότι τότε θα ενωθή, ιερώ τω τρόπω και κατά χάριν, ο νους μας με τον νουν του Χριστού, με τον καθολικόν και άγιον και θεανθρώπινον νουν της Εκκλησίας, τότε θα ημπορέσωμεν να είπωμεν μαζί με τον χριστοφόρον Απόστολον: «ημείς δε νουν Χριστού έχομεν» (Α΄ Κορ. 2,16). Τότε πλέον δεν θα ημπορέση να μας κλυδωνίση ουδείς άνεμος ανθρωπίνης διδασκαλίας, ούτε δια της απάτης των ανθρώπων ούτε δια της πανουργίας του διαβόλου, αλλά θα μένωμεν ασάλευτοι με όλον το είναι μας μέσα εις την Αιώνιον Αλήθειαν, η οποία είναι αυτός ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο Θεάνθρωπος ( Ιω. 16,6. 8. 32. 36.  1,17).

π. Θ. Ζήσης. Κυριακή Παραλύτου.


Δημοσιεύτηκε στις 7 Μάι 2012 από 
π. Θεόδωρος Ζήσης - Κυριακή του Παραλύτου (mp3)
Πηγή: http://www.impantokratoros.gr/61F91763.el.aspx 

Mακαριστού π. Αθανασίου Μυτιληναίου : Δευτέρα Παρουσία - Αντίχριστος


4ον (τελευταίο)

Δ'«Μακάριοι» οι εις το Δείπνον του Γάμου του Αρνίου κεκλημένοι» (Αποκ. ιθ΄ 9)

(Από τους Μακαρισμούς της Αποκαλύψεως)

Η αγάπη του Θεού αγκαλιάζει ολόκληρη τη δημιουργία, και ιδιαίτερα τον άνθρωπο.
Ο άνθρωπος, η ζωντανή αυτή εικόνα του Θεού, ρημαγμένη από τις διαβρωτικές επιδράσεις της αμαρτίας και της αποστασίας, καλείται μέσ' στην αγάπη του Θεού, να ξαναβρή «το αρχαίον της κάλλος» και να ζήση μέσα και σ' αυτή τη μακαριότητα της ζωής της Αγίας Τριάδος.

Η συνέχεια, "κλικ" πιο κάτω στο :  Read more

Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς. ερμηνεία του 15ου Κανόνος από το νέο βιβλίο του, που μόλις κυκλοφόρησε.

Ἄς δοῦμε καί τήν κατακλεῖδα τοῦ ἐν λόγῳ Τόμου, στήν ὁποία φαίνεται ὅτι μετά τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων ὑπογράφει τήν ἀποτείχισι καί ὁ Ἐπίσκοπος Ἱερισσοῦ Ἰάκωβος
συμφωνῶν καί ἐπισφραγίζων: «Ὁ ταπεινός Ἐπίσκοπος Ἱερισσοῦ καί Ἁγίου Ὄρους Ἰάκωβος,




H  συνέχεια : "κλικ" πιο κάτω στο  Read more

Μακρυγιάννης : Eις δόξαν Σου, Kύριε, σηκώνεται απόψε η σημαία της λευτεριάς αναντίον της τυραγνίας!

«Eις δόξαν του δίκιου και μεγάλου Θεού.

Kύριε Παντοδύναμε! Eσύ, Kύριε; θα σώσης αυτό το αθώο έθνος. Eίμαστε αμαρτωλοί, είσαι Θεός! Eλέησέ μας, φώτισέ μας και κίνησέ μας εναντίον του δόλου και της απάτης, της συστηματικής τυραγνίας της πατρίδος και της θρησκείας. Eις δόξαν Σου, Kύριε, σηκώνεται απόψε η σημαία της λευτεριάς αναντίον της τυραγνίας! Πατριώτες! Πεθαίνω διά την πατρίδα. Στέκω εις τον όρκον μου τον πρώτον. Δεν μπορώ, πατρίδα, να σε βλέπω τοιούτως και των σκοτωμένων τα παιδιά και οι γριγές να διακονεύουν και τις νιες να τις βιάζουν διά κομμάτι ψωμί εις την τιμή τους οι απατεώνες της πατρίδος. Γιομάτες οι φυλακές από αγωνιστές και στα σοκάκια σου διακονεύουν αυτείνοι οι αγωνισταί, οπού χύσανε το αίμα τους διά να ξαναειπωθή «πατρίδα Eλλάς». Eίτε ελευτερία κατά τους αγώνες μας και θυσίες μας, είτε θάνατος σ’ εμάς! Πεθαίνω εγώ πρώτος απόψε. Έχετε γεια, πατριώτες, και εις την άλλην ζωήν σμίγομεν, εκεί οπούναι και οι άλλοι συναγωνισταί μας, εις τον κόρφον του αληθινού Bασιλέως, του μεγάλου Θεού, του αληθινού. Πατρίδα, σ’ αφήνω ανήλικα παιδιά και γυναίκα, αν τ’ αφήσουνε ζωντανά, τ’ αφήνω εις την προστασίαν σου. Kοίταξε ότ’ είναι παιδιά του τίμιου αγωνιστή Mακρυγιάννη. Ποτές αυτός δεν σε ψύχρανε εις τα δεινά σου και τώρα πρόθυμος να πεθάνη διά σένα για να σε ιδούνε τα παιδιά του ελεύτερη Eλλάδα κι όχι παλιόψαθα της τυραγνίας και των κολάκων της. Διά τα παιδιά μου αφήνω κηδεμόνες τον κύριον Mιχαήλ Σκινά, Mελά, Δόσιον, Kαλλεφουρνά, γυναικάδελφόν μου Σκουζέ και τη γυναίκα μου. Kαι νακολουθήσετε κατά την παλιά μου διαθήκη ό,τι διαλαμβάνει, κι αν αμελήσετε εις την άλλην ζωήν θα μου δώσετε λόγον. Bιαστικός γράφω με τη σημαία μου στο χέρι. Έχετε γεια όλοι και την τυραγνία να μην την αφήσετε να φωλιάση εις την πατρίδα, να μην ντροπιάσετε τόσα αίματα οπού χύθηκαν.

1843 Σεπτεμβρίου 3η

Mακρυγιάνις». 

Αγ. Ι. Χρυσοστόμου : Κυριακή του Παραλύτου


Στὸ χρυσορωχεῖο οὔτε τὴν πιὸ ἀσήμαντη φλέβα δὲ θὰ δεχόταν νὰ περιφρονήση κανένας κι ἄς προξενῆ πολὺν κόπο ἡ ἔρευνά της. Ἔτσι καὶ στὶς θεῖες Γραφὲς δὲν εἶναι χωρὶς βλάβη νὰ προσπεράσης ἕνα γιῶτα ἤ μὰ κεραία. Ὅλα πρέπει νὰ ἐξετάζωνται. Τὸ ἅγιο Πνεῦμα τὰ ἔχει πεῖ ὅλα καὶ τίποτα δὲν εἶναι ἀνάξιο σ’αὐτές.  Πρόσεξε λοιπὸν τί λέει ὁ Εὐαγγελιστὴς κι ἐδῶ: Αὐτὸ πάλι ἦταν τὸ δεύτερο σημεῖο ποὺ ἔκανε ὁ Ἰησοῦς, πηγαίνοντας ἀπὸ τὴν Ἰουδαία στὴν Γαλιλαία.  Καὶ δὲν πρόσθεσε βέβαι ἔτσι ἁπλᾶ τὴ λέξη «δεύτερο». Ἀλλὰ τονίζει ἀκόμα περισσότερο τὸ θαῦμα τῶν Σαμαρειτῶν.  Δείχνει ὅτι, μόλο ποὺ ἔγινε καὶ δεύτερο σημεῖο, δὲν εἶχαν φτάσει ἀκόμα στὸ ὕψος ἐκείνων ποὺ τίποτα δὲν εἶδαν (τῶν Σαμαρειτῶν) αὐτοὶ ποὺ ἔχουν δεῖ πολλὰ καὶ θαυμάσει. Ὕστερ’ ἀπ’ αὐτὰ ἦταν ἑορτὴ τῶν Ἰουδαίων.

Η συνέχεια, "κλικ" πιο κάτω στο :  Read more

ΝΑ ΤΗΝ ΒΡΑΣΩ ΤΕΤΟΙΑ ΥΠΑΚΟΥΗ



Την πιο σκληρή δοκιμασία πού πέρασε ο πατέρας μας, ο παππούς ο Δαμασκηνός, όπως τον φωνάζαμε αργότερα στο Αγιον Όρος, ήταν
 όταν έλαβε την εντολή να διαβάση ψαλτήρι στο γέρο-Θόδωρο.
Αυτή τη δοκιμασία, είναι αλήθεια, ότι ούτε κι εγώ θα την έφερνα εις πέρας. Ακούστε την.


Ο γέρο-Θόδωρος, ήταν Πειραιώτης, ξεπεσμένος για χρονιά στα παραθαλάσσια της Σκήτης της αγίας Άννας. Περνούσε τις μέρες του εκεί κάτω στα Βουλευτήρια, όπως ονομάζεται η περιοχή, καλαφατίζοντας την βάρκα του και μπαλώνοντας τα δίκτυα. Τα οικονομούσε με τα ψάρια πού έπιανε και έτσι ποτέ δεν του έλειψε το καθημερινό του, μαζί με το απαραίτητο τσιγάρο. Αυτό ήταν και η αίτια πού δεν αποφάσιζε να γίνει καλόγερος. Όχι τόσο οι ακολουθίες, οι νηστείες και οι υπακοές, αλλά το τσιγαράκι πού του ήταν αδύνατο να το στερηθεί. 


 Ωστόσο φορούσε πάντα ένα παλιό σκούφο καλογερικό κι ένα χιλιομπαλωμένο ζωστικό.

Θυμάμαι μου μιλούσε και λίγο μάγκικα, σαν Πειραιώτης πού ήταν. «Στα χρόνια μου,» μας έλεγε, «όταν ήμουνα παιδί, την περνούσα εκεί τριγύρω στο Ρολόι. Ό δήμαρχος κι εγώ είχαμε μόνιμο στέκι σε κείνη την περιφέρεια του λιμανιού. Ξενοδοχείο λουξ για μένα ήταν οι μαούνες και τα καΐκια. Εμένα ρωτούσαν πολλές φορές να τους πω κατά πού πήγε ο δήμαρχος όταν έβγαινε έξω από το Δημαρχείο.» Τελικά, ο γερό-Θόδωρος, είτε από συνήθεια να συναναστρέφεται με καλόγερους, είτε γιατί αρρώστησε βαριά και άθελα του κόπηκε η όρεξη για το τσιγάρο, δεν αποκλείεται και το θέλημα του Θεού, ζήτησε στα τελευταία του να διαβαστεί καλόγηρος. Έτσι κι έγινε. Σε λίγο όμως πέθανε, και έπρεπε να τον θάψουν να του διάβαση κάποιος το Ψαλτήρι. Βρέθηκε κάτω στα Βουλευτήρια, φιλοξενούμενος στο Χιώτικο μοναστήρι του γ.  Ιγνατίου, ο πατέρας μου, ο τότε κυρ-Δημήτρης. Ένας λόγος είναι να διαβάζεις ψαλτήρι σε πεθαμένο, αλλά στην περίπτωση του γέρο-Θόδωρου τα πράγματα δεν ήσαν και τόσο εύκολα.
-        Γέρο-Δημήτρη, θα κόμης υπακοή;
-        Νάναι ευλογημένο, γέροντα.
-        Πάρε το ψαλτήρι και πήγαινε στην Εκκλησία του αγίου Ελευθερίου και διάβαζε έως ότου μαζευτούν οι πατέρες για να διαβαστεί και η νεκρώσιμη ακολουθία.


-        Η Εκκλησία του αγίου Ελευθερίου βρίσκεται στα Βουλευτήρια της αγίας 'Αννης και ανήκει, σαν μετόχι, στην Λαύρα του αγίου Αθανάσιου. Είναι μια χαμηλή, μακρόστενη, σκοτεινή Εκκλησία, με στενόμακρα σαν πολεμίστρες παράθυρα. Το φώς πού την φώτιζε στο εσωτερικό ήταν πολύ ολίγο. Η καρδιά σου σε έσφιγγε όταν έμπαινες μέσα και χωρίς να υπήρχε πεθαμένος κάτω από τον πολυέλαιο.


Ο κυρ-Δημήτρης, με το ψαλτήρι στα χέρια προχώρησε σιγά-σιγά και στριμώχθηκε σε μια άκρη. Τυλιγμένος, ραμμένος μέσα στο ράσο ο νεκρός, στη μέση της Εκκλησίας, περίμενε τα διαβάσματά του.
Οι άλλοι καλόγεροι τριγύρω στα χωράφια τίναζαν και μάζευαν τις ελιές.
Ο δόκιμος στην υπακοή, κρατούσε στα χέρια το ψαλτήρι και άρχισε να διαβάζει: «Μακάριος ανήρ, ος ουκ επορεύθη εν βουλή ασεβών». Η συνέχεια όμως δεν ήταν και τόσο εύκολη. Το ψαλτήρι βάραινε στα χέρια του, άρχισαν να τρέμουν. 

Σταμάτησε το διάβασμα και κοίταξε τον πεθαμένο. Του φάνηκε πως κουνήθηκε. «Μπα, η ιδέα μου είναι», μονολόγησε και συνέχισε. «Κύριος ποιμαίνει με και ουδέν με υστερήσει.» Μα να, πράγματι ο νεκρός άρχισε να κουνιέται πάλι. Η καρδιά του πατέρα μου πήγε να σπάσει. Χάριν της υπακοής θέλησε να προχωρήσει στο ψαλτήρι. «Αι χείρες σου εποίησάν με και έπλασάν με.» Δεν μπόρεσε να πει πάρα κάτω. Τα χέρια του γέρο-Θόδωρου σηκώθηκαν επάνω σαν σε προσευχή. Ο καημένος ο δόκιμος δεν βάσταξε. Πετά το ψαλτήρι κάτω και παίρνει δρόμο έξω από την  Εκκλησία.


Οι καλόγεροι πού τον είδαν του φώναξαν. «Γερό-Δημήτρηη, γερό-Δημήτρη, γιατί παράκουσες το διάβασμα; Πού είναι η υπακοή σου;»
«Να την βράσω τέτοια υπακοή,» ξέσπασε ο πατέρας μου, εσείς βαλθήκατε να με πεθάνετε πριν τον καιρό μου».
Και όμως ο γερό-Δαμασκηνός Αστυφίδης πέθανε με προορατικό χάρισμα, καλός και υπήκοος Μοναχός.



ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΜΟΥ

ΙΕΡΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΝ ΜΥΡΟΒΟΛΟ ΧΙΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ.
ΑΘΗΝΑ 1990
ΥΠΟ ΤΟΥ ΣΕΒ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΣΤΟΡΙΑΣ
κ.κ. ΠΕΤΡΟΥ.


Πηγή :  http://apantaortodoxias.blogspot.ca/

Orthodox News:

5/5/12

Archimandrite Joachim of the Greek Orthodox Church of Alexandria and all Africa was attacked at St George Church in Tripoli, its parishioners are Greeks and CIS citizens. An unknown gunmen fired at the priest when the latter was standing in the churchyard, but he wasn’t wounded. Greek and Cypriot  diplomats issued a protest to the Libyan government over the incident.

Φώτης Κόντογλου : Ὁδηγοὶ τοῦ κόσμου


Ὦ τρισανόητοι, ἐσεῖς ποὺ ἔχετε τὴν ἰδέα πὼς εἴσαστε κι ἄξιοι νὰ γίνετε ὁδηγοὶ τοῦ κόσμου! Γιὰ λίγα χρόνια μιᾶς ζωῆς, ποὺ εἶναι κι αὐτὰ γεμάτα ταραχή, ἀνησυχία, κι ἀπελπισία, γεμάτα πολέμους καὶ ἐγκλήματα, γι᾿ αὐτὲς τὶς λίγες μέρες, λοιπόν, κάνετε τόση φασαρία, γι᾿ αὐτὲς φτιάνετε τόσες θεωρίες, γι᾿ αὐτὲς πνίγετε στὸ αἷμα τὴν ἀνθρωπότητα, γι᾿ αὐτὲς τὶς λίγες στιγμὲς τὴν ἀφιονάζετε μ᾿ ἕνα πλῆθος ὄνειρα γιὰ εὐτυχία, ποὺ τὸ τέλος τους θά ᾿ναι τὸ τίποτα; Ἀληθινὰ εἴσαστε τρελοί, καὶ κακοὶ τρελοί, σατανᾶδες τῆς ἀπάτης.
Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θὰ περάσουμε τὸν θάνατο τοῦ κορμιοῦ, καὶ θὰ πάγει ὁ καθένας, ὅπου τὸν προόρισε ὁ Κύριος, κατὰ τὴν πίστη καὶ κατὰ τὰ ἔργα του. Αὐτὸν εἶναι ὁ πρῶτος θάνατος...
Ποὺ εἶναι γιὰ τοὺς καλοὺς κατὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ «μετάβασις ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν». Ἐκεῖνοι ὅμως ποὺ θελήσανε νὰ γίνουνε ἐχθροὶ τοῦ Θεοῦ, κι εἴπανε πὼς δὲν ὑπάρχει, καὶ ρίξανε τοὺς ἀδελφούς τους στὸν Καιάδα τῆς ἀπελπισίας καὶ τῆς ἀπιστίας, αὐτοί, παρεκτὸς ἀπὸ τὸν πρῶτο θάνατο, θὰ περάσουνε καὶ τὸν δεύτερο θάνατο.
Ναί! Αὐτὸν τὸ δεύτερο θάνατο ποὺ εἶναι ὁ ἀληθινὸς θάνατος, θὰ τὸν δοκιμάσουν ὅσοι δὲν θὰ βρεθοῦνε γραμμένοι στὸ βιβλίο τῆς ζωῆς. (Ἀποκαλ. Κ´, καὶ ΚΑ´, 8).
Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἀσάλευτο Θεμέλιο»

Άγιος Ιουστίνος (Πόποβιτς) : Αμαρτία διανοητική δύναμις.


Η αμαρτία, κατά πρώτον λόγον, είναι νοητική, διανοητική, νοερά, λογική δύναμις, δηλαδή δύναμις της νοήσεως, της διανοίας, του νου και της λογικής, πλημμυρίζουσα ως λεπτοτάτη «ύλη» την λογικήν και την συνείδησιν του ανθρώπου, τον νουν, την ψυχή και την διάνοιάν του. Αυτή εργάζεται δια της λογικής και της συνειδήσεως του ανθρώπου ως συστατική ενέργεια της λογικής και της συνειδήσεως, ούτως ώστε οι άνθρωποι να θεωρούν όλας τας απάτας και ψευδοαπάτας της λογικής και της συνειδήσεώς των ως τι το ολοτελώς ιδικόν των, ως κάτι το ανθρώπινον και φυσικόν. Και δεν αισθάνονται εν τη αυταπάτη των και δεν κατανοούν εν τη μωρία των, ότι εδώ πρόκειται περί της πανουργίας του διαβόλου, δια της οποίας αυτός απαλλοτριώνει και κρημνίζει τον νουν του ανθρώπου, την λογικήν και την συνείδησίν του, εις την αλογίαν του θανάτου και εις το σκότος από το οποίον δεν ημπορούν να ίδουν τον Θεόν ούτε τα του Θεού. Δια τούτο, ακριβώς, και Τον αρνούνται συχνά, Τον βλασφημούν και Τον απορρίπτουν. Εκ των καρπών των επιστημών αυτών ευκόλως συμπεραίνεται ότι αυταί είναι όντως «διδασκαλίαι δαιμονίων» (Α΄ Τιμ. 4, 1).

Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς. ερμηνεία του 15ου Κανόνος από το νέο βιβλίο του, που μόλις κυκλοφόρησε.


 Οἱ σημερινοί βεβαίως ποιμένες καί ἀρχιποιμένες πιστεύουν τά ἐντελῶς ἀντίθετα ἀπό τόν ἅγιο, ἐπειδή θεωροῦν ὅτι μέ τήν χειροτονία των κατεστάθησαν ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας καί δύνανται νά τήν ὁδηγοῦν στήν ἱστορική της
πορεία ὅπου βούλονται, ἀπαιτῶντας συγχρόνως ἀπόλυτον ὑπακοή ἀπό ὅλους. Αὐτοί ὅλοι, οἱ σημερινοί ποιμένες καί ἀρχιποιμένες, εἶναι ἀκόλουθοι ὄχι τοῦ ἁγίου Γρηγορίου, ἀλλά τοῦ Πατριάρχου Καλέκα, διότι ἄν ἦταν ἀκόλουθοι τοῦ ἁγίου δέν θά ἀκολουθοῦσαν τόν Καλέκα εἰς τήν δυσσέβεια καί τήν αἵρεσι, ὅπως ὁ ἅγιος δέν τόν ἀκολουθοῦσε καί δι’ αὐτό ὁ Καλέκας τόν εἶχε ἀποκομμένο ἀπό τήν «Ἐκκλησία». Τό ἑωσφορικό πνεῦμα καί τήν ἀποκοπή του ἀπό τόν Καλέκα ἀναφέρει στήν ἴδια πραγματεία ὁ ἅγιος ὡς ἑξῆς: «Ἀλλ’ οἶμαι τόν οὕτως ἀνερυθριάστως τοσαῦτα ψεύδη
γράφοντα καί περιαγγέλλοντα πᾶσιν ἀνέδην, ρᾳδίως καί τοῦτ’ ἄν εἰπεῖν, ὡς μόνος αὐτός ὑπῆρχεν ἡ σύνοδος, ἐπεί καί μόνον ἑαυτόν πολλάκις καί τήν ἐκκλησίαν εἶναί φησι καί ὅ,τι ἄν αὐτῷ δόξῃ καί ὅ,τι ἄν αὐτός εἴπῃ τῇ ἐκκλησίᾳ φησί δοκεῖν καί τήν ἐκκλησίαν ἀποφαίνεσθαι πᾶσαν. Κἄν τις μή ταχύ κατανεύσῃ πρός ὁ,τιοῦν καί τό λίαν ἀλυσιτελές αὐτῷ καί ἀπίθανον, οὗτος εὐθύς ὁ τῇ ἐκκλησίᾳ πάσῃ παντάπασιν ἀπειθής καί ἀνήκοος.
»Οὕτω γάρ καί ἡμᾶς ἀνυποτάκτους καί ἀλλοτρίους τῆς ἐκκλησίας ἀξιοῖ καλεῖν, ὡς ἀπαναινομένους τό δυσσεβεῖν, αὐτοῦ τοῦτο λέγοντος, καί παρεξηγεῖσθαι τόν προβάντα
τόμον ὑπέρ ἡμῶν καί ἡμῖν εἰς δικαίωμα καί γεγενημένον καί δεδομένον, ὅτι τοῦτ’ αὐτό λέγομεν, ὡς ὑπέρ ἡμῶν ἐγεγόνει, ταῦτ’ ἄρα καί ἡμῖν δεδομένος ἐστίν. Ὁ τοιοῦτος τοίνυν, πῶς οὐκ ἄν ρᾳδίως εἴποι μόνον αὐτόν εἶναι καί τήν μεγίστην ἐκείνην σύνοδον, ὡς ἀνεξέλεγκτος εἶναι, ὅ,τι ἄν ὡς ἀπ’ ἐκείνης πλάττηταί τε καί συγγράφηται καθ’ ἡμῶν;» (Ἀναίρεσις Γράμματος Καλέκα, ΕΠΕ 3, 590).
Εἶναι ἄξιον προσοχῆς καί πρέπει νά τό ἀναφέρωμε, ὅτι ἀποτειχισμένοι ἀπό τόν Πατριάρχη Καλέκα καί τούς ὁμόφρονάς του δέν ἦτο μόνο ὁ ἅγ. Γρηγόριος ἀλλά καί
οἱ ἀκολουθοῦντες τόν ἅγιο κληρικοί, μοναχοί καί λαϊκοί. Ὅταν ἐπίσης ὁ ἅγ. Γρηγόριος τό ἔτος 1340 συνέταξε καί προσυπέγραψε πρῶτος τόν λεγόμενον «Ἁγιορειτικόν τόμον ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων», ὁ ὁποῖος κατέλαβε δεσπόζουσα θέσι στήν μεταγενεστέρα Σύνοδο τοῦ 1341 καί ἐξέφραζε τήν πίστι ὅλων τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων πού ὁ ἴδιος ὑπερασπίζετο εἰς τούς ἀγῶνας του κατά τοῦ Βαρλαάμ, τόν προσυπέγραψαν καί ὅλοι οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες. Οἱ Ἁγιορεῖτες φαίνεται ὅτι πρό συνοδικῆς διαγνώσεως καί κρίσεως τοῦ αἱρετικοῦ Βαρλαάμ καί τῶν μαθητῶν του
διέκοψαν τήν ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ κάθε ἕνα πού εἶχε ἀντίθετο φρόνημα ἀπό αὐτά πού ἐδίδασκε ὁ ἅγ. Γρηγόριος καί συμφωνοῦσαν κατά πάντα μέ τίς παραδόσεις τῶν ἁγίων «ἀποδεχθέντες ὡς συμφωνοῦντα ἀκριβῶς πρός τάς παραδόσεις τῶν ἁγίων», διέκοψαν δηλαδή τό μνημόσυνο τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ἰωάννου Καλέκα, γι’ αὐτό καί ὁ ἅγ. Γρηγόριος θεωροῦσε τόν Τόμον αὐτό ὡς σπουδαιότατο ὅπλο κατά τῆς αἱρέσεως πού παρουσιάσθηκε στήν ἐποχή του.


Α΄ ΔΙΔΑΧΕΣ ΑΓ. ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ.


Τώρα τι έχομε να κάμωμε, χριστιανοί μου; Έχετε σταυρούς, κομπολόγια; Σηκωθήτε απάνου και κρατείτε τα υψηλά εις τα χέρια σας να παρακαλέσωμεν τον Χριστόν να τα ευλογήση. «Του Κυρίου δεηθώμεν. Κύριε ελέησον. Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού του ζώντος, Συ ο ποιητής των αγγέλων και πάσης νοητής και αισθητής κτίσεως, Συ ο καταδεξάμενος γενέσθαι άνθρωπος δια τας ημών αμαρτίας, Συ ο σταυρωθείς και ταφείς και αναστάς τη Τρίτη ημέρα και αναληφθείς εις τους ουρανούς, Συ ο μέλλων έρχεσθαι κρίναι ζώντας και νεκρούς, Εσύ πανάγαθε βασιλεύς, ο ευλογών τα πάντα, ευλόγησον δια την ευσπλαγχνίαν σου και τους παρόντας σταυρούς και κομπολόγια των δούλων Σου, ίνα δεχόμενοι και τιμώντες και ευλαβούμενοι αυτούς δια την Σην αγάπην φυλάττωνται από παντός κακού ψυχικού και σωματικού, ίνα δοξάζηταί Σου το πανάγιον όνομα, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».


Φυλάττετε τους σταυρούς, χριστιανοί μου, και βάλετε τα κομπολόγια εις τον λαιμόν σας, εις βοήθειαν, ψυχικά και σωματικά. Έχετε ψωμί, σιτάρι και νερό να παρακαλέσωμεν τον Χριστόν να τα ευλογήση; -- Έχομεν. – «Του Κυρίου δεηθώμεν. Κύριε, ελέησον. Κύριε Ιησού Χριστέ»(και λέγει την ευχήν των Πέντε Άρτων). Προσέχετε λοιπόν, χριστιανοί μου, να μην υπερηφανεύεσθε, να μην μοιχεύετε, να μην κλέπτετε, να μην κάμνετε όρκους, να μην λέτε ψέμματα, να μην συκοφαντάτε, να μην κατατρέχετε ένας τον άλλον, να μην προδίνετε, να μην στολίζετε ετούτο το σώμα το βρώμιο οπού αύριον θε ναν το φάνε τα σκουλήκια, αλλά να στολίζετε την ψυχήν σας οπού είναι τιμιωτέρα από όλον τον κόσμον. Προσεύχεσθε το κατά δύναμιν, νηστεύετε το κατά δύναμιν, κάμνετε ελεημοσύνες το κατά δύναμιν και να έχετε τον θάνατον πάντοτε ομπρός εις τα μάτια σας, πότε να φύγετε από ετούτον τον ψεύτικον κόσμον και να πηγαίνετε εις τον αιώνιον. 

Mακαριστός π. Αθανάσιος Μυτιληναίος : Δευτέρα Παρουσία - Αντίχριστος


3ον

Από τους Μακαρισμούς της Αποκαλύψεως 
«Ιδού έρχομαι ως κλέπτης,
Μακάριος ο γρηγορών και τηρών τα ιμάτια αυτού, ίνα μη γυμνός περιπατή και βλέπωσι την ασχημοσύνην αυτού»
(Αποκ. ις΄ 15)

Ο πρώτος Μακαρισμός της Αποκαλύψεως (α΄ 3) μας πληροφόρησε ότι «ο καιρός εγγύς».

Ο τρίτος Μακαρισμός, μας ειδοποιεί ότι ο καιρός αυτός θα είναι και αιφνίδιος.
Θα μοιάζει με τον κλέπτη που έρχεται κάποια άδηλη, για τον νοικοκύρη, ώρα.
Γι' αυτό ακριβώς, καλούνται οι πιστοί να αγρυπνούν πάνω στην πνευματική τους ζωή.
Ο Μακαρισμός αυτός, έρχεται να ευτυχίση εκείνους που μένουν άγρυπνοι πάνω στα τείχη της καρδιάς των και περιμένουν τον οικοδεσπότη του πύργου κάθε στιγμή του εικοσιτετραώρου της ζωής των.


Μακάριος ο γρηγορών και τηρών τα ιμάτια αυτού

Ας πάρωμε τον Μακαρισμό αυτόν σε μια ολότελα καθημερινή σκηνή. Εχετε ποτέ δη λουόμενον άνθρωπο στη Θάλασσα, που όταν βγήκε στην παραλία, αντελήφθη ότι κάποιος κλέπτης του αφήρεσε τα ρούχα; Πώς πρέπει να αισθάνεται αυτός ο άνθρωπος, όταν μάλιστα το σπίτι του είναι πολύ μακρυά, και δεν έχει κανέναν γνωστό του να τον βοηθήση στην προκείμενη κατάστασι;

Πολύ χειρότερη κατάστασι, αληθινή πνευματική γύμνωσι θα αισθανθή κι' εκείνος που δεν καλλιεργεί την πνευματική ζωή όσο ζη στον κόσμο αυτόν.

Και την γύμνωση αυτή θα την αντιληφθή όταν σταθή μπροστά στο φοβερό βήμα του Κριτού Χριστού. Ευτυχισμένος, λοιπόν, αυτός που φυλάει τα ρούχα του, τη στολή της ψυχής του.

Και η στολή της ψυχής είναι αυτές οι αρετές του.

«Το δε γρηγορείν και φυλάττειν τα ιμάτια, δηλοί το επαγρυπνείν ταις αγαθαίς πράξεσι . αύται γαρ εισι των αγίων τα ιμάτια», μας λέγει ο Καισαρείας Ανδρέας.
Ο Κύριος, που διεζωγράφισε την παραβολή του Ασώτου υιού, βάζει στο στόμα του πατέρα την προσταγή προς τους δούλους του: «εξενέγκατε την στολήν την πρώτην και ενδύσατε αυτόν». Ποιά είναι αυτή η στολή η πρώτη;

Είναι η στολή της αγνότητος και καθαρότητος που πήρε ο άνθρωπος στο βάπτισμά του.

Δείγμα αυτής της εσωτερικής καθαρότητος, ήταν και η παληά συνήθεια της Εκκλησίας να λευκοφορή τους νεοβαπτισμένους. Σε μια επιτύμβια πλάκα χριστιανού μάρτυρος, χαράχθηκε η επιγραφή: «Εκοιμήθη εν λευκοίς».

Τα λευκά ενδύματα ήταν μια απομίμησι των ενδυμάτων που φορούσαν οι άγγελοι όσες φορές ενεφανίζοντο στους πιστούς, όπως στην Ανάστασι του Κυρίου, στην Ανάληψί Του κλπ.

Αλλά και του Κυρίου τα ενδύματα έγιναν λευκά σαν το φως κατά την Μεταμόρφωσί Του.

Αυτός ο Θεός, περιβάλλεται το φως, όπως μας λέγη ο 103 Ψαλμός, στιχ. 2.
Η Εκκλησία μας ψάλλει: «Χιτώνα μοι παράσχου φωτεινόν ο αναβαλλόμενος φως ως ιμάτιον».

Σύμβολον, λοιπόν, ηθικής καθαρότητος, τα λευκά ιμάτια, και γενικά τα ιμάτια, σύμβολο της ενδύσεως της ψυχής με αρετές. «Και εδόθη αυτή (δηλ. τη εκκλησία) ίνα περιβάληται βύσσινον λαμπρόν καθαρόν . το γαρ βύσσινον τα δικαιώματα (δηλ. οι αρετές) των αγίων εστί» (Αποκ. ιθ΄
 ).

Στην εποχή που βρισκόμαστε, μπορούμε να «τηρούμεν» τα ιμάτια της ψυχής; Μπορούμε να διατηρούμε αρετές και μάλιστα όχι μόνο μια περίοδο της ζωής μας, αλλά σε όλη τη ζωή μας; Γιατί, δεν λέγει ο «τηρήσας» αλλά ο «τηρών», που δείχνει μια αδιάκοπη, συνεχή και σταθερή διατήρησι των αρετών.

Και πρέπει να πούμε, ότι πολλοί σαν έφηβοι ξεκίνησαν με όμορφες προοπτικές για μια πνευματική ζωή, που ξεθύμανε όμως κάπου στη στρατιωτική θητεία, ή στην αναζήτησι επαγγελματικής σταδιοδρομίας, ή ακόμη και στην σύστασι οικογενείας. Για να δώσουν κατοπινά, όταν επανακληθούν από τον Κύριο, την απάντησι, ο μεν πρώτος: «ζεύγη βοών πέντε ήγόρασα και πορεύομαι δοκιμάσαι αυτά». Δεν ευκαιρεί, γιατί πάει να δοκιμάση και να γευθή τις ηδονές που θα του χαρίσουν οι πέντε του αισθήσεις.

Και ο δεύτερος: «αγρόν ηγόρασα και έχω ανάγκη εξελθείν και ιδείν αυτόν». Οι βιωτικές μέριμνες τον απεγύμνωσαν από κάθε πνευματικότητα, για να φτάσωμε στον τρίτο, που απαντά ότι παντρεύτηκε και έχει οικογενειακές φροντίδες.

Ομολογουμένως, αυτή η κατάστασι είναι αποκαρδιωτική.
Και τίθεται πάλι το ερώτημα: Ωστε μπορούμε να μείνωμε στην αρετή ισόβια;
Μπορούμε, αρκεί να θέλωμε.

Και είναι ανάγκη να θέλωμε, γιατί χωρίς την διατήρησι της αρετής ισόβια, δεν θα πετύχωμε του μακαρισμού που λέγει ο Κύριος.

Μέσα σ' ένα γενικό κατακλυσμό πνευματικής εξαθλιώσεως, ευτυχώς μένουν και κάποιοι που διατηρούν ισόβια την αρετή. Και αυτοί οι κάποιοι είναι σε κάθε εποχή. Είναι οι εκλεκτοί.

Είναι το λείμμα που θα σωθή (Ρωμ. ια΄ 5).

Στην πέμπτη επιστολή του Χριστού προς την Εκκλησία των Σάρδεων, φαίνεται αυτό: «Αλλά έχεις ολίγα ονόματα εν Σάρδεσιν, α ουκ εμόλυναν τα ιμάτια αυτών και περιπατήσουσι μετ' εμού εν λευκοίς ότι άξιοί εισιν» (Αποκ. γ΄ 4).

Είθε να νοιώσωμε, ότι ανάμεσα στα λίγα αυτά ονόματα, πρέπει να ανήκωμε κι' εμείς, για να σταθή αντίστοιχα και ο μακαρισμός δικός μας.


Ιδού έρχομαι ως κλέπτης
Πολλές φορές ο Κύριος στα Ευαγγέλια μας μίλησε για το αιφνίδιο της Δευτέρας Του Παρουσίας. Για τον άνθρωπο, η Δευτέρα του Χριστού Παρουσία έχει δυο στάδια. Το πρώτο, είναι ο θάνατος του καθενός, η έξοδός του από τη ζωή αυτή που γι' αυτόν είναι μια μερική κρίσις, και το δεύτερο, όταν όλοι θα σταθούν μπροστά στον Δίκαιο Κριτή για να δώσουν λόγο για τις πράξεις του ο καθένας ατομικά. Και στην πρώτη περίπτωσι και στην δεύτερη, υπάρχει το στοιχείο του ξαφνικού.
Πότε θα πεθάνω;

Πότε θα γίνη η Δευτέρα του Χριστού Παρουσία; Και τα δυο, μου είναι άγνωστα, και ενδεχομένως μαζί με το δεύτερο, και το πρώτο αιφνίδιο. Εν τούτοις, για τον πιστό, δεν είναι τα πράγματα έτσι.

«Περί δε των χρόνων και των καιρών, αδελφοί, ου χρείαν έχετε υμίν γράφεσθαι . αυτοί γαρ ακριβώς οίδατε ότι η ημέρα Κυρίου ως κλέπτης εν νυκτί ούτως έρχεται. Οταν γαρ λέγωσιν, ειρήνη και ασφάλεια, τότε αιφνίδιος αυτοίς εφίσταται όλεθρος... υμείς δε αδελφοί, ουκ εστέ εν σκότει, ίνα η ημέρα υμάς ως κλέπτης καταλάβη . πάντες υμείς υιοί φωτός εστε και υιοί ημέρας, ουκ εσμέν νυκτός ουδέ σκότους...» (Α΄ Θεσσ. ε΄ 1-11).

Για έναν που δεν έχει προβλέψει μια έκλειψι ηλίου, όταν βλέπη να σκοτινιάζη, είναι γι' αυτόν ένα φαινόμενο ξαφνικό, όταν για τους αστρονόμους ήταν γνωστό από καιρό. Το ξαφνικό θα είναι για κείνους που μπορούν να λένε: «ειρήνη και ασφάλεια» και όχι για κείνους που βρίσκονται σε εγρήγορσι και αναμονή.
Αν κάθε μέρα ζω με την προσμονή της ελεύσεως του Χριστού, γιατί να είναι για μένα αιφνίδιος ο ερχομός του; Γι' αυτό, γράφει ο Απ. Παύλος ότι σεις δεν βρίσκεσθε στο σκοτάδι της αμαρτίας για να λέτε, «ασφάλεια και ειρήνη», αλλά είσθε παιδιά της ημέρας και για σας υπάρχει από τώρα το φως του Χριστού με το οποίο και έχετε ενωθή.
Σαν κλέπτης θα έλθη εκείνη η ημέρα. Μα το φως, είναι ξαφνικό σαν κλέπτης για το σκοτάδι, και όχι το φως για το φως. Ο Αγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, σημειώνει ότι ο πιστός ήδη έχει κριθεί. Να πως το λέγει στον 57ο Λόγο του:

«Η παρουσία του Κυρίου και ήλθε και έρχεται πάντοτε εις τους πιστούς και είναι παρούσα εις όλους εκείνους όπου θέλουν». Ακόμη, λέγει: «ο πιστός δεν κρίνεται εις την μέλλουσαν κρίσιν, ότι εκρίθη προτήτερα, ουδέ ελέγχεται από εκείνο το φως, ότι εφωτίσθη εδώ προτήτερα, ουδέ εμβαίνει εις τούτο το πυρ να κατακαίεται αιωνίως, ότι εμβήκεν εδώ προτήτερα, και εκρίθη, ουδέ συλλογίζεται ότι τότε μόνον εφάνη η ημέρα Κυρίου, διατί εκείνος έγινεν όλος ημέρα φωτεινή, και λαμπρά, από την συναναστροφήν και ομιλίαν του Θεού». Οσο για τον αμαρτωλό, τα πράγματα θα είναι αιφνίδια: «Και ειπέ με τον εαυτόν σου . ανίσως τώρα οπού είμαι εις τούτον τον κόσμον δεν βλέπω το φως της θείας χάριτος, αλλά ευρίσκομαι μέσα εις το σκότος, βεβαιότατα και ύστερα από τον θάνατον μέσα εις το σκότος έχω να ευρίσκομαι, και εξάπαντος έχει να έλθη εις εμέ η ημέρα Κυρίου ως κλέπτης εν νυκτί, και τότε έχει να γένη έξαφνα εις εμέ αιώνιος όλεθρος».

Ο Κύριος μας συμβουλεύει να είμαστε κάθε στιγμή, έτοιμοι. «Εστωσαν υμών αι οσφύες περιεζωσμέναι». Τα λόγια του αυτά μας θυμίζουν την εντολή που έδωσε στους Ισραηλίτας στην Αίγυπτο: «Αι οσφύες υμών περιεζωσμέναι, και τα υποδήματα εν τοις ποσίν υμών, και αι βακτηρίαι εν ταις χερσίν υμών» (Εξόδ. Ιβ΄ 11).

Ετοιμοι για τη μεγάλη μας «έξοδο». Τότε οι Ισραηλίται έφυγαν από την Αίγυπτο για την γη της επαγγελίας, εμείς πρέπει να φύγωμε από τον κόσμο της φθοράς και του σκότους για το βασίλειο της αφθαρσίας και του φωτός.

Και συνεχίζει ο Κύριος: «Και οι λύχνοι καιόμενοι». Αυτό μας θυμίζει την παραβολή των Δέκα Παρθένων που το συμπέρασμά της είναι: «Γρηγορείτε ουν, ότι ουκ οίδατε την ημέραν ουδέ την ώραν εν η ο Υιός του ανθρώπου έρχεται» (Λουκ. ιΙβ΄ 35, Ματθ. κε΄ 13).

Ας γρηγορούμε, λοιπόν, και ας φυλάμε τα ιμάτια της ψυχής, που είναι οι αρετές, γιατί ο Κύριος έρχεται σαν κλέπτης.

«Αθρόον ο Κριτής επελεύσεται και εκάστου αι πράξεις γυμνωθήσονται. Αλλά φόβω κράξωμεν εν μέσω της νυκτός» του βίου τούτου, ώστε ο Κύριος να φωτίση την σκοτεινή μας καρδιά να κατανοήση την βαρύτητα όλων αυτών των πραγμάτων και να φροντίζη να ενδύεται με πίστι και αρετή.

Σ ύ ν θ η μ α
«Γρηγορώμεν και νήφωμεν»
(Α΄ Θεσσ. ε΄ 6)
 

Συνεχίζεται.

Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς. ερμηνεία του 15ου Κανόνος από το νέο βιβλίο του, που μόλις κυκλοφόρησε.



Τό σπουδαῖο καί ἔχον μεγίστη σημασία εἰς τήν παροῦσα μελέτη εἶναι τό ὅτι ὁ ἅγ. Γρηγόριος δέν ἦτο ἁπλῶς ἀποτειχισμένος ἀπό τόν Πατριάρχη Καλέκα πρό συνοδικῆς
κρίσεως, ἀλλά ἐπί πλέον ἐθεωροῦσε (καί διεκήρυττε) ὅτι ἦτο ἀδύνατον κάποιος πού ἐπικοινωνεῖ ἐκκλησιαστικῶς μέ τόν Πατριάρχη νά εἶναι Ὀρθόδοξος, ἐνῶ αὐτός, πού
ἦτο ἀπό αὐτόν ἀποτειχισμένος, ἦτο ἑνωμένος συγχρόνως μέ τήν εὐσεβῆ πίστι. Αὐτό τό ἀναφέρει ἀκροτελεύτια εἰς τήν θεολογική πραγματεία του, ἡ ὁποία ἐπιγράφεται: «Ὅτι
παρεξήγησίς ἐστι καί ἀνασκευή τοῦ τόμου σαφής ἥν ὁ τοῖς βααρλαμίταις προσθέμενος Πατριάρχης γράψας ἐξήγησιν τοῦ τόμου πρός ἀπάτην καλεῖ». Λέγει λοιπόν ὁ ἅγιος τά
ἑξῆς: «Τούτου τοίνυν οὕτω καί τοσαυτάκις παντός τοῦ τῶν ὀρθοδόξων πληρώματος ἐκκεκομμένου, λείπεται τῶν ἀδυνάτων εἶναι τελεῖν ἐν τοῖς εὐσεβέσι τόν μή ἀφωρισμένον ἐκ τούτου, τοῦ καταλόγου δ’ εἶναι χριστιανῶν ἀληθῶς καί τῷ Θεῷ ἡνωμένον κατ’ εὐσεβῆ πίστιν, ὅστις ἄν εἴη τούτων ἕνεκεν ἀφωρισμένος ἐκ τούτου» (Ἀναίρεσις ἐξηγήσεως τόμου Καλέκα, ΕΠΕ 3, 692).
Αὐτό δεικνύει καθαρά ὅτι ὁ ἅγιος τήν ἔνταξι καί τόν χωρισμό ἀπό τήν Ἐκκλησία τά συνέδεε ἀπολύτως ὄχι μέ τήν ὑποταγή εἰς τά ἑκάστοτε ποιμένοντα πρόσωπα, ἀλλά μέ τήν πλήρη ἀποδοχή καί ταύτισι μέ τήν ὀρθόδοξο πίστι. Τόν Πατριάρχη Ἰωάννη Καλέκα τόν ἐθεωροῦσε ἀποκομμένο ἀπό τούς Ὀρθοδόξους, λόγῳ πίστεως, πρό συνοδικῆς
κρίσεως καί αὐτούς πού τόν ἀκολουθοῦσαν ὁμοίως τούς συγκατέλεγε μέ αὐτόν. Ἡ σκέψις δηλαδή τοῦ ἁγίου εἶναι ὅτι εἶναι ἀδύνατον νά συγκαταλέγεται κάποιος μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων, ἔστω καί ἄν ἰσχυρίζεται ὅτι ἔχει ὀρθόδοξο πίστι, τήν στιγμή πού ἀκολουθεῖ καί ἐντάσσεται σέ κάποιον αἱρετικό ποιμένα καί ἀρχιποιμένα.
Ὑπάρχει εἰς τό σημεῖο αὐτό καί ἕνα ἄλλο, πλέον ἀποκαλυπτικό χωρίο τοῦ ἁγ. Γρηγορίου, τό ὁποῖο εἶναι τόσο διαυγές πού δέν ἀφήνει περιθώρια παρερμηνείας, οὔτε καί εἰς αὐτούς πού προσπαθοῦν νά τά ἐφεύρουν ὥστε νά καλυφθοῦν. Εἶναι ἀπό τήν ἀναίρεσι πού κάνει εἰς τό γράμμα τοῦ Ἀντιοχείας Ἰγνατίου. Ἀναφέρει δέ τά ἑξῆς: «Ποῖος κλῆρος, ποία μερίς, τίς γνησιότης πρός τήν Χριστοῦ ἐκκλησίαν, τῷ συνηγόρῳ τοῦ ψεύδους, ἐκκλησίαν, ἥ “στύλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας” κατά Παῦλόν ἐστιν, ἥ καί μένει χάριτι Χριστοῦ διηνεκῶς ἀσφαλής καί ἀκράδαντος, ἐστηριγμένη παγίως οἷς ἐπεστήρικται ἡ ἀλήθεια; Καί γάρ οἱ τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας τῆς ἀληθείας εἰσί · καί οἱ μή τῆς ἀληθείας ὄντες οὐδέ τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας εἰσί, καί τοσοῦτο μᾶλλον, ὅσον ἄν και σφῶν αὐτῶν καταψεύδοιντο, ποιμένας καί ἀρχιποίμενας ἱερούς ἑαυτούς καλοῦντες καί ὑπ’ ἀλλήλων καλούμενοι · μηδέ γάρ προσώποις τόν χριστιανισμόν, ἀλλ’
ἀληθείᾳ καί ἀκριβείᾳ πίστεως χαρακτηρίζεσθαι μεμυήμεθα» (Ἀναίρεσις γράμματος Ἰγνατίου Ἀντιοχείας, ΕΠΕ 3,606). Μέ λίγα λόγια ἡ ἀληθινή καί ὀρθόδοξος πίστις εἶναι
τό κριτήριο εἰσόδου ἤ ἐξόδου ἀπό τήν Ἐκκλησία, εἶναι δέ τό μεγαλύτερο ψεῦδος νά λέγωνται κάποιοι ποιμένες καί ἀρχιποιμένες, ὅταν ἔχουν αἱρετικά φρονήματα καί, ἐπί
πλέον, τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τοῦ Χριστιανισμοῦ δέν εἶναι τά πρόσωπα, ἀλλά ἡ ἀληθινή καί ἀκριβής πίστις.