[Ὑπομνηματικά σχόλια πρός ἐπίῤῥωσιν τῆς ἀληθείας τῶν λόγων του!] Τά παρόντα, ἀφορμήν ἔχουν τήν ἀμφισβήτησιν τῆς γνησιότητος τῆς Ἱερᾶς Ἀποκαλύψεως τοῦ Ἀποστόλου καί Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου ἤ τήν παρερμηνείαν τῶν γραφομένων αὐτῆς ὑπό τινων νεοφανῶν καινοτόμων, καθώς καί τήν ἀθέτησιν τῶν γραφομένων παρά τοῦ Ὁσίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου διά τά «σημεῖα τῶν καιρῶν», ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἐκδόσεως ἠλεκτρονικῶν ταυτοτήτων μέ μηχανογραφικόν κωδικόν τόν ἀριθμόν τοῦ ὀνόματος τοῦ «θηρίου» τῆς Ἀποκαλύψεως καί ἀπόῤῥητα προσωπικά δεδομένα, ἤτοι: «μέ ψῆφον ἐντριβῆ καί ἐγνωσμένην ἀνθρώποις» [= ἤτοι, πλακίδιον < κάρταν καθημερινῆς χρήσεως, κατά τόν ἐκ Πατρῶν ἐμβριθῆ καί θεόπνευστον Ἀρχιεπίσκοπον Καισαρείας Καππαδοκίας Ἀρέθαν].
Ο Όσιος Ποιμήν τότε… και ο «γέροντας» Σωφρόνιος της μικτής Μονής του Έσσεξ Αγγλίας τώρα…
Ποιμήν ο Όσιος πατήρ ημών κατήγετο εκ της Αιγύπτου, αναχωρήσας δε εκ της πατρίδος του μεθ’ όλων των αδελφών του εγένετο Μοναχός. Η δε μήτηρ αυτών, εκ της μητρικής φιλοστοργίας κινηθείσα, επήγεν εις την Σκήτην ίνα τους ίδη, και επειδή οι υιοί της έκλεισαν την θύραν του κελλίου των, έκλαιεν έξω με πόνον καρδίας και εφώναζεν. Ο δε αββάς Ανούβ, εις εκ των αδελφών, λέγει προς τον Ποιμένα· «Τι να κάμωμεν εις την γραίαν ταύτην»; Τότε ο Ποιμήν ήλθε πλησίον της θύρας και λέγει εις αυτήν έσωθεν· «Διατί κλαίεις γραία;» Η δε, ακούσασα την φωνήν του Ποιμένος, είπε· «Θέλω να σας ίδω, τέκνα μου, διότι κατά τι θα βλάψω εγώ, εάν μόνον σας ίδω; Δεν είμαι εγώ η μήτηρ σας; Δεν ευρίσκομαι τώρα εγώ εις βαθύ γήρας;» Ο δε Ποιμήν απεκρίθη εις αυτήν· «Που θέλεις να μας ίδης εις τούτον ή τον άλλον κόσμον»; Η δε μήτηρ αυτών, εννοήσασα το νόημα των λόγων του Ποιμένος, μετά χαράς ανεχώρησε χωρίς να τους ίδη.