Η αποσύνδεση της χριστιανικής ζωής από την Εκκλησία, που σημειώθηκε κατά τους νεώτερους χρόνους, παραμόρφωσε τον Χριστιανισμό και ευνόησε την εκκοσμίκευση. Κι επειδή η εκκοσμίκευση καθιερώθηκε και εμπεδόθηκε πρώτα στην Δύση, για να διαδοθεί ως εισαγόμενη και στην Ανατολή, η υπεροχή των δυτικών στην κατάσταση αυτή ήταν ευνόητη. Γι αὐτό οι εκκοσμικευόμενες κοινωνίες της Ανατολής είναι φυσικό να μειονεκτούν απέναντι στις εκκοσμικευμένες κοινωνίες της Δύσεως και να χρειάζονται να τις ακολουθούν διαρκώς ως ουραγοί κατευθυνόμενοι σε αδιέξοδο. Περιφρονήσαμε τις αυθεντικές μας ρίζες, απαρνηθήκαμε τον πνευματικό μας πλούτο, λησμονήσαμε τον υπερβατικό προσανατολισμό μας και θελήσαμε να εκσυγχρονιστούμε περπατώντας ξιπόλητοι στα αγκάθια της εκκοσμικεύσεως.
ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΩΝ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΑΝΤΩΝ ΤΗΝ Δ’ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΝ ΣΥΝΟΔΟΝ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ Αθανασίου Μηνά
«Ὑμεῖς ἐστε τό φῶς τοῦ κόσμου» Οἱ προφῆτες ἀνήγγειλαν τήν ἔλευσιν τοῦ Θεανθρώπου Σωτῆρος ἡμῶν· οἱ Ἀπόστολοι ἔλαβον τήν ἄκτιστον Χάριν τοῦ Παρακλήτου καί τήν μετέδωσαν στούς Ἁγίους Πατέρας, τούς συγκροτήσαντας τήν Ἁγίαν Δ’ Οἰκουμενικήν Σύνοδον, πού ἑορτάζουμε σήμερα. Τό φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος ἔλαμψε στίς καρδιές τῶν ἁγίων Πατέρων μας καί ἐδογμάτισαν καί ὁμολόγησαν τήν Ὀρθόδοξον πίστιν περί τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, κηρύττοντας τό μυστήριον τῆς ἐν Χριστῷ Οἰκονομίας. Ἑπίσης, διετράνωσαν ἐν πᾶσι τοῖς ἔθνεσι καί πίστιν τήν Ὀρθόδοξον γιά τό πανάγιον πρόσωπον τῆς Ἀειπαρθένου καί Θεοτόκου Μαρίας, γράψαντες καί κηρύττοντας τό :«οὔτω παρθένος ἔτεκες καί παρθένος ἔμεινας...δικαιοσύνης ἀνέτειλεν ἥλιος...». Οἱ ἱερότατοι θεοφόροι Πατέρες ἐδείχθησαν, ἐν ἁγίῳ Πνεύματι περικείμενοι, μυρίπνοα δοχεῖα τοῦ Παρακλήτου διδάσκοντες στόν κόσμο τά θεόπνευστα τῶν Ἀποστόλων σωτηριώδη μηνύματα. Ἀνεδείχθησαν φῶς Χριστοῦ διότι μέ τό φωτεινό παράδειγμά τους μετέδωσαν τό φῶς τῆς ἀληθείας καί φώτισαν καί φωτίζουν ὅλους ὅσους εὑρίσκονταν καί εὑρίσκονται εἰς τό σκότος τῆς ἁμαρτίας καί τῆς πλάνης. Κηρύττοντας λοιπόν ἔτσι, προσέθεταν φανερά πρῶτα-πρῶτα τήν θείαν Ἀποκάλυψιν, γιά τό προσκυνητό Ὄνομα τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τήν θεολογία-δογματική διδασκαλία, ὅτι Αὐτός εἶναι ἡ Αὐτοαλήθεια, ἡ Ὁδός, ἡ Ζωή καί τό Φῶς. ὉΚύριος Ἰησοῦς Χριστός πού ἐνῶ εἶναι ὁ προαιώνιος Υἱός καί Λόγος τοῦ Πατρός, ἔγινε γιά μᾶς καί Θεολόγος, ὁ ὁποῖος ἐνῶ εἶναι ἡ ἴδια ἡ Ἀλήθεια, ἔγινε γιά χάρη μας, κήρυκας τῆς ἀληθείας πού ἦρθε στόν κόσμο γι’ αὐτό ἀκριβῶς· γιά νά μαρτυρήσει γιά τήν ἀλήθεια, τοῦ ὁποίου τήν ἀληθινή φωνή ἀντιλαμβάνεται ὅποιος εἶναι ἀπό τήν μερίδα τῆς ἀληθείας καί τήν ζητάει πραγματικά. Αὐτό ἀκριβῶς προσπάθησαν νά ἀμφισβητήσουν, προβάλλοντας δόλια καί βλάσφημα διδάγματα ὅλοι αὐτοί οἱ αἱρεσιάρχες, σέ ἀντίθεση πρός τά εὐαγγελικά δόγματα καί διδάγματα. Ὅπως φαίνεται ἀπό τά πρακτικά τῆς Συνόδου, οἱ αἱρετικοί ἀντέλεγαν μέ θράσος καί δόλο στά σοφά λόγια τῶν θεοφόρων Πατέρων καί ἑπομένως στόν Χριστό τῆς Ἀποκαλύψεως, τόν Θεό τῶν πνευματοφόρων Πατέρων, πού ὁ Παράκλητος-ἡ Ἐκκλησία, τούς ἀποκαλεῖ «σεῖς εἴστε τό φῶς τοῦ κόσμου». Ἐκεῖνος, ἁγία γερόντισσα, πού ἔχει μέσα του τόν Χριστό, κατέχει τήν ἔλλαμψη τοῦ Παναγίου Πνεύματος καί μέ τήν εὐδοκία τοῦ Πατρός κράζει καί φωνάζει μέ ἔκπληξη καί μεγάλη κατάνυξη «ἀββᾶ ὁ Πατήρ»· γίνεται ὡς ὁ ἄνθρωπος πού ἄναψε μέσα στά σπλάχνα του φωτιά θεϊκή, καί καθώς λούζεται μέ ἀκατάπαυστα δάκρυα καί δροσίζεται ἀπό αὐτά (Ἅγιος Ἐφραίμ Κατουνακιώτης), ἀνάβει δυνατότερα τήν φωτιά τοῦ πόθου του. Χύνει τότε περισσότερα δάκρυα καί μ’ αὐτά πλένεται καί ἀστράφτει πιό λαμπρά καί ὁλότερα γίνεται φῶς. «Ὑμεῖς ἐστε τό φῶς τοῦ κόσμου». Οἱ ψυχές ἀδελφοί, πού ἔφτασαν στά ἄκρα τῆς καθαρότητος καί ἀνέβηκαν σέ μεγάλο ὕψος σοφίας καί γνώσεως (Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης), μοιάζουν κατά ἄμεσο σχεδόν τρόπο μέ τά Χερουβείμ, ἀφοῦ πλησιάζουν τήν Πηγή, τόν Τριαδικόν Θεόν καί δέχονται τήν Ἀποκάλυψη τῆς ἄμεσης ἐποπτείας· καταφωτίζονται ἄμεσα, συνήθως, ἀπό τήν ἴδια τήν Θεαρχία στίς θεῖες θεωρίες, σέ μία ὑπέρτατη ἀνάταση, δηλαδή στῶν ἀθεάτων τά κάλλη (π. ΣαράντηςΣαράντος). Καί-ὦ τοῦ θαύματος!- μέσα σ’ αὐτό τό φῶς ἐποπτεύει ὁ κάθε Ὀρθόδοξος πιστός ἐν Χάριτι Θεοῦ τά ὑπερκόσμια πράγματα. Καί μέσῳ τοῦ ἁγιασμένου νοῦ καί τῆς καθαρότητος τῆς καρδιᾶς του, προσφέρει στόν Θεό καί τόν Χριστό ὅλη τήν κτίση, τήν ὁποία ἀγαπᾶ, φυλάττει καί ἁγιάζει, γιά νά ἀποδειχθεῖ ὅτι φέρει ἀκριβή τήν θεία εἰκόνα. Ὁ νοῦς πού καταξιώθηκε ἀκριβῶς ἐκεῖνο τό φῶς, διαβιβάζει πολλά σημάδια τοῦ θείου κάλλους καί στό συνδεδεμένο μ’ αὐτό σῶμα, ὡς ἐνδιάμεσο μεταξύ τῆς θείας ἀκτίστου Χάριτος καί τῆς παχύτητας τῆς σάρκας, χορηγῶντας τή δύναμη καί γιά τά ἀδύνατα (βλέπε συζήτηση Ἁγίας Εὐφημίας μέ τόνἍγιον Παΐσιο τόν Ἁγιορείτη). «Ὑμεῖς ἐστε τό φῶςτοῦ κόσμου». Ἡ ψυχή μας, χριστιανοί μου, εἶναι μία ὀντότητα πολυδύναμη καί χρησιμοποιεῖ ὡς ὄργανο τό σῶμα πού δημιουργήθηκε καί ζεῖ μαζί της. Ποιά λοιπόν εἶναι τά μέλη πού χρησιμοποιεῖ ὡς ὄργανα γιά νά ἐνεργεῖ ἡ δύναμή της, ἐκείνη πού ὀνομάζουμε νοῦ; Πολλά λέγονται καί γράφονται καί πάμπολες θεωρίες καί διαφωνίες ὑπάρχουν ἤ ἀκούγονται. Ἐν τούτοις, ἐμεῖς ἀδελφοί, διδαχθήκαμε ἀπό τόν Ἴδιο τόν Πλάστη τοῦ ἀνθρώπου, πού λέει στά Εὐαγγέλια, ὅτι δέν εἶναι τά εἰσερχόμενα ἀπό τό στόμα ἀλλά τά ἐξερχόμενα πού μολύνουν τόν ἄνθρωπο· γιατί ἀπό τήν καρδιά βγαίνουν οἱ λογισμοί1. Λέγει καί ὁ Μέγας Μακάριος: «Ἡ καρδιά εἶναι ὁ ἡγεμόνας ὅλης τῆς ὑπάρξεως. Κι ὅταν κυριαρχήσει ἡ Χάρη σέ ὅλα τά μέρη τῆς καρδιᾶς, τότε βασιλεύει πάνω σέ ὅλους τούς λογισμούς καί σέ ὅλα τά μέλη. Γιατί, ἐκεῖ εἶναι ὁ νοῦς καί ὅλοι οἱ λογισμοί τῆς ψυχῆς». Ἔτσι, σεβαστή γερόντισσα, Αὐτός πού εἶπε: «Ὑμεῖς ἐστε τό φῶς τοῦ κόσμου», παρακαλεῖ τόν καθένα μας: «Υἱέ, δός μοι, σήν καρδίαν» καί «μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ ὅτι πρᾶος εἰμι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ καί εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν». Φρονοῦμε ἐν τούτοις, γενόμενος ἄνθρωπος ὁ Θεός Λόγος ἀναμφιβόλως «ἑαυτόν ἐκένωσεν»2 καί εἶναι μυστήριον μέγα τό πῶς ἐξακολούθησε νά παραμένει διαρκῶς καί ἀναλλοιώτως, Θεός, ζῶντας στό ἀπειροελάχιστο καί ὀστράκινο ἀνθρώπινο ὄν. Θαυμαστός ὁ Θεός ἡμῶν· ὅλη ἡ Παλαιά Διαθήκη προετοιμάζει τόν κόσμον γιά μετάνοια καί τήν ἔλευσιν τοῦ Θεανθρώπου· ὅλη ἡ Καινή Διαθήκη προσφέρει δωρεάν δι’ Ἰησοῦ Χριστοῦ αὐτήν τήν μετάνοιαν δωρεάν. Χρειάζονται ὅμως δύο παράγοντες· ἡ θεία Χάρις καί ἡ ἀνθρωπίνη προαίρεσις. Μακάρι! Ἰησοῦ Χριστέ, Θεέ μου. Ἀμήν
«Κύριε, Κύριε,
ἐπίβλεψον ἐξ οὐρανοῦ καί ἴδε» σέ ποία ἀξιοθρήνητη κατάσταση ἔχει φθάσει ἡ πρωτόθρονη ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλά καί γενικότερα. Διά τάς ἁμαρτίας μας καί διά τήν ἀμέλειά μας παρεχώρησες νά ἐπικρατήσει καί νά κυριαρχήσει ἡ φοβερή αὐτή παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἔτσι ὥστε νά εἴμαστε ἀναπολόγητοι ἐνώπιόν Σου. Κλῆρος καί λαός ἐγκαταλείψαμε τήν ὁδόν τῶν ἁγίων Πατέρων μας καί «ἐπορεύθημεν ἐν τοῖς θελήμασιν τῶν καρδιῶν ἡμῶν». Ἔπαυσαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας νά ἀποτελοῦν γιά μᾶς παραδείγματα καί πρότυπα πρός μίμηση στούς μέχρι θανάτου ἀγῶνες των γιά τήν διαφύλαξη τῆς ἀμωμήτου ἡμῶν πίστεως. Πατοῦμε ἀνερυθριάστως ἐπάνω στά αἵματα τῶν Ἁγίων καί Ἡρώων τῆς Ἀμωμήτου Ὀρθοδόξου Πίστεώς μας, οἱ ὁποῖοι ὑπέρ Αὐτῆς, διά πυρός καί σιδήρου καί ὕδατος ἐτελειώθησαν. «Ἀλλ᾽ ἱκετεύομε τήν Σήν ἀνείκαστον ἀγαθότητα. Φεῖσαι ἡμῶν, Κύριε, κατά τό πλῆθος τοῦ ἐλέους Σου καί σῶσον ἡμᾶς» ἀπό τήν φοβερή αὐτή λύμη τῆς παναιρέσεως του Οικουμενισμού, καί ἀνάδειξε στούς ἐσχάτους αὐτούς χρόνους τῆς γενικῆς ἀποστασίας, στούς ὁποίους ζοῦμε, ἁγίους καί ἀξίους ἱεράρχες, ἀληθινούς μιμητές τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας.
Απορρίπτουμε την αίρεση του Οικουμενισμού υπό όλες τις μορφές του :
α'. την παρουσία των Ορθοδόξων Εκκλησιών στο λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών»,
β' την αίρεση, κατά την οποία η Ορθοδοξία αποτελεί μόνο ένα μέρος της
Εκκλησίας,
γ΄ την αίρεση, κατά την οποία όλες οι χριστιανικές ομολογίες είναι κλάδοι της Μίας
Εκκλησίας,
δ', την αίρεση, κατά την οποία η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι μία Εκκλησία μεταξύ
πολλών άλλων «οικογενειών Εκκλησιών», οι οποίες αποτελούν μαζί την Μία
Εκκλησία,
ε΄ την αίρεση, κατά την οποία η ενότης της Εκκλησίας έχει απολεσθεί. Η
Εκκλησία, σύμφωνα με την ορθόδοξη διδασκαλία, είναι Μία και Μοναδική, επειδή η
Κεφαλή της είναι Μία, ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Η ενότης της Εκκλησίας εκφράζεται
δια της ενότητος της πίστεως, της λατρείας και της διοικήσεως και δια της υπακοής
των πιστών στην ιεραρχία της, εφ’ όσον η ιεραρχία διατηρεί την ενότητα της
πίστεως.
στ', την αίρεση, κατά την οποία η Εκκλησία είναι «διηρημένη σε χριστιανικές
ομολογίες», και ότι τώρα εμείς, ως δήθεν «νέοι πατέρες», θα πρέπει να «επανεύρουμε
την ενότητά της» διά του «δογματικού μινιμαλισμού», με το να αποδεχτούμε δηλ. ως
βάση της ενώσεως των ορθοδόξων με τις αιρέσεις μία μινιμαλιστική πίστη, δηλ.
μόνο την πίστη στην Αγία Τριάδα και στον Ιησού Χριστό ως Σεσαρκωμένο Θεό και
Σωτήρα, παραβλέποντας όλα τα υπόλοιπα δόγματα της Εκκλησίας,
συμπεριλαμβανομένης της μυστηριακής ιερωσύνης, των ιερών εικόνων, της ακτίστου
Χάριτος, της τιμητικής προσκυνήσεως των Αγίων κλπ.
ζ'. την αίρεση, κατά την οποία υπάρχει μία «αόρατη ενότητα» της Εκκλησίας, μέσω
της κοινής πίστεως στην Αγία Τριάδα και στον Ιησού Χριστό, ως Κύριο και Σωτήρα,
και ότι αυτήν (την «αόρατη ενότητα») θα ακολουθήσει μία «ορατή ενότητα», η οποία
θα εκπληρωθεί διά της ενώσεως των «ομολογιών» (ενότης εν τη ποικιλία των
δογμάτων και παραδόσεων).
η', την αίρεση, κατά την οποία αρκεί να πιστεύει κανείς στην Αγία Τριάδα και στον
Κύριο Ιησού, ως Θεό και Σωτήρα, για να ανήκει στην Εκκλησία. Δηλ. η Εκκλησία
θεωρείται ως σύναξη όλων των χριστιανικών «ομολογιών».