Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς: Το νέο του βιβλίο για τον 15ον Κανόνα.

Εἰς μίαν μόνο περίπτωσι δικάζονται καί καταδικάζονται ἀστραπιαῖα καί χωρίς τίς ἀπαιτούμενες ἀπό τούς ἱερούς Κανόνες διαδικασίες οἱ Ἐπίσκοποι · ὅταν δηλαδή θελήσουν νά ἀποστατήσουν ἀπό τό αἱρετικό σῶμα καί τήν αἱρετική νοοτροπία τῶν ὑπολοίπων Ἐπισκόπων καί νά μετατεθοῦν εἰς τήν Ὀρθοδοξία (π.χ. ὁ προσφάτως καθαιρεθείς χωρίς καμμία νόμιμη διαδικασία Ἐπίσκοπος Ράσκας καί Πριζρένης τοῦ Κοσσυφοπεδίου τῆς Σερβίας, σεβ. Ἀρτέμιος). Αὐτό ὅμως τό γνωρίζουν σήμερα οἱ Ἐπίσκοποι καί δι’ αὐτό οἱ κινήσεις των, οἱ ὁμολογίες των καί ἡ ἐν γένει διαγωγή
των εἶναι ἐναρμονισμένες μέ τήν ὅλη αἱρετική πορεία τῶν συναδέλφων των καί δέν ἀποσκοπεῖ εἰς τήν διάρρηξιν τῶν δεσμῶν μέ τήν αἵρεσι καί τούς αἱρετικούς, ἀλλά εἰς την δημιουργία ἐντυπώσεων καί μάλιστα ὀρθοδοξοφανείας καί ὑπερασπίσεως δῆθεν τῶν πατρώων θεσμῶν.
Ὅλες οἱ περιπτώσεις σήμερα ἀποτειχίσεως καί διακοπῆς μνημονεύσεως διά θέματα πίστεως θεωροῦνται ὡς σχίσματα, ὄχι μόνον ἀπό τούς Ἐπισκόπους (αὐτό θά ἦτο φυσικό) ἀλλά καί ἀπό ἀντιοικουμενιστές κληρικούς καί θεολόγους, ἐνῶ ὅπως εἴδαμε καί στούς τρεῖς αὐτούς ἱερούς Κανόνες τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, τό σχίσμα δέν δημιουργεῖται μέ τήν ἀποχώρησι ἀπό τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο διά θέματα πίστεως, ἀλλά διά ἄλλα προσωπικά ἁμαρτήματα, τά ὁποῖα ἄριστα παρουσίασε ὁ ἅγ. Νικόδημος ἑρμηνεύοντας το ἐνδιάμεσο τμῆμα τοῦ ΙΕ΄ ἱεροῦ Κανόνος.
Τό δεύτερο τμῆμα λοιπόν τοῦ Κανόνος αὐτοῦ ἀρχίζει ἀπό τό «Οἱ γάρ δι’ αἵρεσίν τινα παρά τῶν ἁγίων Συνόδων ἤ Πατέρων κατεγνωσμένη...» καί φθάνει ὡς τό τέλος τοῦ Κανόνος. Αὐτό τό τμῆμα εἶναι μία διασάφησις καί ἐπεξήγησις ὄχι μόνο εἰς τό πρῶτο τμῆμα τοῦ Κανόνος αὐτοῦ, ἀλλά και εἰς τούς δύο προηγουμένους, οἱ ὁποῖοι παρομοίως κατεδίκαζον ὅσους διέκοπτον τήν μνημόνευσι πρό συνοδικῆς κρίσεως διά προσωπικά ἁμαρτήματα τοῦ Ἐπισκόπου καί δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἐδημιουργοῦσαν σχίσμα εἰς τήν Ἐκκλησία. Τό ὅτι τό τμῆμα αὐτό τοῦ Κανόνος εἶναι διασάφησις καί διά τούς δύο προηγουμένους ἱερούς Κανόνες φαίνεται ἐναργέστατα ἀπό τό ἐνδιάμεσο τμῆμα τό ὁποῖον λέγει:
«Ταῦτα μέν ἐσφράγισταί τε και ὥρισται περί τῶν προφάσει τινῶν ἐγκλημάτων τῶν οἰκείων ἀφισταμένων προέδρων και σχίσμα ποιούντων καί τήν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας διασπώντων». Δηλαδή ὅ,τι ἀνέφερε ὁ ΙΓ΄ Κανών διά τήν ἀπόσχισι ἀπό τούς Ἐπισκόπους, ὁ ΙΔ΄ διά τήν ἀπόσχισι ἀπό τους Μητροπολίτας καί ὁ ΙΕ΄ διά τήν ἀπόσχισι ἀπό τούς Πατριάρχας, τά συνοψίζει ὅλα λέγοντας εἰς τό ἐνδιάμεσο τμῆμα τήν ἔκφρασι «ἐκ τῶν οἰκείων ἀφισταμένων προέδρων». Ὡς ἐκ τούτου ἡ ἐπεξήγησις τοῦ δευτέρου καί σημαντικωτέρου τμήματος ἀφορᾶ καί εἰς τούς τρεῖς ἱερούς Κανόνες. Ἐπίσης μέ τό δεύτερο αὐτό τμῆμα τοῦ ΙΕ΄ Κανόνος οἱ Πατέρες τῆς Συνόδου αὐτῆς θεωροῦν ὅτι ἔδωσαν κάθε δυνατή ἐπεξήγησι διά τό πότε δημιουργεῖται σχίσμα εἰς την Ἐκκλησία καί πότε ἐπιβάλλεται ἡ ἀπόσχισις πρό συνοδικῆς κρίσεως ἀπό τόν Ἐπίσκοπο καί, ὡς ἐκ τούτου, ὁ ἑπόμενος ΙΣΤ΄ ἱερός Κανόνας ἀσχολεῖται μέ τελείως διαφορετικό θέμα, δηλαδή μέ τήν χειροτονία Ἐπισκόπου σέ ἐπαρχία ἐκκλησιαστική, στήν ὁποία ζεῖ ὁ Ἐπίσκοπος καί δέν ἔχει
καταδικασθῆ τελεσίδικα ἤ παραιτηθῆ ὁ ἴδιος. Ἄρα λοιπόν τό δεύτερο αὐτό τμῆμα τοῦ ΙΕ΄ Κανόνος εἶναι ἡ κατακλεῖδα καί ἐπισφράγισις τοῦ ὅλου θέματος καί ὡς ἐκ τούτου ἔχει μεγίστη σημασία ἡ ὀρθή κατανόησίς του καί βεβαίως ἡ περαιτέρω τοποθέτησις ἑκάστου. Εἶναι ἀπαραίτητο νά ἀναφερθῆ ἐδῶ ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Συνόδου, μέ τό δεύτερο τμῆμα τοῦ ΙΕ΄ ἱεροῦ Κανόνος, ἀναφέρουν κάτι τελείως διαφορετικό ἀπό αὐτά πού ἀνέφεραν στούς δύο προηγουμένους καί στό πρῶτο τμῆμα τοῦ παρόντος ΙΕ΄. Αὐτό, τό τελείως διαφορετικό, εἶναι τά θέματα τῆς πίστεως, τῆς πλάνης καί τῆς αἱρέσεως. Θα ἠδύνατο λοιπόν ἄριστα, τό δεύτερο τμῆμα, νά ἀποτελέση ἀπό μόνο του ξεχωριστό ἱερό Κανόνα, τήν στιγμή μάλιστα πού ἀναφέρεται σέ κάτι πολύ σημαντικώτερο ἀπό τά προηγούμενα. Ἡ ἐνσωμάτωσίς του καί μάλιστα ὡς κατάληξις τῶν τριῶν Κανόνων σημαίνει κατά τήν γνώμη μας ὅτι οἱ Πατέρες ὁμιλοῦν διά κάτι γνωστό, ἀποδεκτό ἀπό τή συνείδησι τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο ὄχι μόνο ἀποτελεῖ
παγία Παράδοσί της, ἀλλά καί τό ὅτι ἔχει διασφαλισθῆ και διευκρινισθῆ ἀπό πλῆθος ἄλλων ἱερῶν Κανόνων. Οἱ ἱεροί αὐτοί Κανόνες εἶναι αὐτοί πού ὁμιλοῦν διά τούς αἱρετικούς καί τήν σχέσι τῶν Ὀρθοδόξων μέ αὐτούς. Δέν πρέπει εἰς τό σημεῖο αὐτό νά λησμονοῦμε ὅτι ἡ Πρωτοδευτέρα αὐτή Σύνοδος ἐπί ἁγ. Φωτίου θεωρεῖται ἀπό τίς τελευταῖες χρονολογικά, διότι συνῆλθε μετά τίς Οἰκουμενικές καί τίς ἐγκεκριμένες ἀπό αὐτές τοπικές Συνόδους, μετά δέ καί ἀπό τούς ἁγίους, οἱ ὁποῖοι καί αὐτοί
ἐθέσπισαν ἱερούς Κανόνες ἐγκεκριμένους ἀπό Οἰκουμενικές καί, ἀκόμη, μετά ἀπό πλῆθος αἱρέσεων οἱ ὁποῖες εἶχαν ταράξει ἐσωτερικά τήν Ἐκκλησία, μέ πρόσφατη μάλιστα τήν Εἰκονομαχία. Ὡς ἐκ τούτου οἱ Πατέρες τῆς Συνόδου ὁμιλοῦσαν διά κάτι γνωστό, τό ὁποῖο ἀποτελοῦσε παγία γραμμή καί Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος πού συνοπτικά ἀναφέρεται στό τέλος τῶν τριῶν αὐτῶν Κανόνων διά τό ποιά πρέπει νά εἶναι ἡ στάσις τῶν Ὀρθοδόξων πρός τούς Ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι δημοσίως κηρύττουν κάποια αἵρεσι. Τό ἐνδιάμεσο λοιπόν τμῆμα τοῦ παρόντος ΙΕ΄ ἱεροῦ Κανόνος, τό ὁποῖον ἄριστα ἑρμηνεύει ὁ ἅγ. Νικόδημος, διευκρινίζει σέ τί ἀναφέρονται οἱ δύο προηγούμενοι Κανόνες καί τό πρῶτο τμῆμα τοῦ παρόντος. Εἶναι δέ εἰσαγωγή διά τό δεύτερο τμῆμα καί ἔχει τήν ἑξῆς, μετά ἀπό ὅσα ἀναφέραμε, ἔννοια: «Ἐπειδή ἀναφέραμε στούς τρεῖς αὐτούς Κανόνες διά τήν ἀπαγόρευσι τῆς διακοπῆς τῆς μνημονεύσεως καί τήν δημιουργία σχισμάτων ἐξ αἰτίας τῶν προσωπικῶν ἁμαρτιῶν τοῦ Ἐπισκόπου, Μητροπολίτου καί Πατριάρχου, καί προκειμένου νά μή νομίση κάποιος ὅτι αὐτά πού ἐνομοθετήσαμε ἰσχύουν καί διά τά θέματα τῆς πίστεως, σᾶς διευκρινίζομε κατωτέρω περιληπτικῶς τά ἑξῆς». Αὐτή εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἐνδιαμέσου τμήματος τό ὁποῖο συνδέει τό δεύτερο τμῆμα τοῦ ΙΕ΄ Κανόνος μέ τό πρῶτο του τμῆμα καί τούς δύο προηγουμένους. Ὡς ἐκ τούτου, ἐφ’ ὅσον οἱ Πατέρες τῆς Συνόδου πρωτίστως ἀπευθύνονται στούς συγχρόνους των Ὀρθοδόξους, οἱ ὁποῖοι ἐγνώριζον τήν παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας, ὁμιλοῦν δι’ ἕνα θέμα ὄχι μόνο γνωστό, ἀλλά καί αὐτονόητο, τό ὁποῖο ἦτο κατοχυρωμένο ἀπό τήν ἁγ. Γραφή, τήν Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας καί πλῆθος ἱερῶν Κανόνων πού ἀναφέρονται στήν σχέσι τῶν Ὀρθοδόξων μέ τούς αἱρετικούς. Τοιουτοτρόπως ὁμιλοῦν λακωνικά καί συνοπτικά καταγράφοντας μέσα σέ λίγες γραμμές ὅλη, θά λέγαμε, τήν Ὀρθόδοξο
Παράδοσι εἰς τό θέμα αὐτό. Εἶναι ἄλλο λοιπόν θέμα τό ὅτι, ἐκεῖνο πού ἦταν γνωστό καί αὐτονόητο στήν ἐποχή τῶν Πατέρων τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, ἔγινε εἰς τήν ἐποχή μας ἄγνωστο καί ἀκατανόητο, λόγῳ προφανῶς τῆς ἀποκοπῆς μας ἀπό τήν διαχρονική αὐτή Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας καί τήν συμπόρευσί μας μέ τή Νέα Ἐποχή. Τότε ὅμως οἱ ἱεροί Κανόνες πού κατεγράφοντο, ἐξέφραζον πλήρως τήν ἤδη
ὑπάρχουσα Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ σήμερα, ἐπειδή προφανῶς ἐχάσαμε αὐτήν τήν Παράδοσι, προσπαθοῦμε νά εὐθυγραμμισθοῦμε εἰς αὐτήν μέσῳ τῶν ἱερῶν Κανόνων.

Συνεχίζεται.

Είναι απαραίτητο να νηστεύουμε; Άγιος Κασσιανός ο Ρωμαίος

Πρώτα θα κάνω λόγο για την εγκράτεια στα φαγητά, η οποία είναι αντίθετη της γαστριμαργίας, και για τον τρόπο των νηστειών και την ποσότητα των φαγητών. Και αυτά, όχι από τον εαυτό μου, αλλά καθώς παραλάβαμε από τους αγίους Πατέρες. Εκείνοι λοιπόν, δεν έχουν παραδώσει έναν κανόνα νηστείας, ούτε έναν τρόπο της διατροφής, ούτε το ίδιο μέτρο, γιατί δεν έχουν όλοι την ίδια δύναμη, είτε λόγω ηλικίας, είτε ασθενείας, είτε καλύτερης συνήθειας του σώματος. Έχουν όμως παραδώσει σε όλους έναν σκοπό, να αποφεύγουμε την αφθονία και να αποστρεφόμαστε το χορτασμό της κοιλιάς. Έχουν δει στην πράξη ότι είναι ωφελιμότερο και βοηθά στην καθαρότητα το να τρώει κανείς μια φορά την ημέρα από το να τρώει κάθε τρείς ή τέσσερις ή εφτά ώρες. Γιατί λένε, εκείνος που επεκτείνεται υπέρμετρα στην νηστεία, υπέρμετρα κατόπιν τρώει. Και από αυτό, άλλοτε εξαιτίας της υπερβολής της αποχής από την τροφή ατονεί το σώμα και γίνεται πιο απρόθυμο για τις πνευματικές εργασίες, και άλλοτε όταν γεμίσει από το βάρος των τροφών προκαλεί αμέλεια και εξασθένηση της ψυχής.

Και πάλι οι άγιοι Πατέρες δοκίμασαν και είδαν ότι δεν είναι για όλους κατάλληλη η διατροφή με χόρτα, ούτε με όσπρια, ούτε όλοι μπορούν να τρέφονται μόνο με ξερό ψωμί. Και άλλος, καθώς είπαν, ενώ τρώει δύο λίτρες ψωμί, πεινά ακόμη, ενώ άλλος τρώει μία λίτρα ή έξ ουγγιές και χορταίνει. Σε όλους λοιπόν, όπως είπα, ένα κανόνα εγκράτειας έχουν παραδώσει, το να μην ξεγελιούνται με το χορτασμό της κοιλίας, ούτε να παρασύρονται από την ηδονή του λάρυγγα. Γιατί δεν είναι μόνο η διαφορά της ποιότητας των τροφών, αλλά και η ποσότητα που ανάβει τα πυρωμένα βέλη της πορνείας. Γιατί με οποιαδήποτε τροφή όταν γεμίσει η κοιλιά, γεννά το σπόρο της διαφθοράς. Και πάλι δεν είναι μόνο η κραιπάλη του κρασιού που φέρνει μέθη στη διάνοια, αλλά και η αφθονία του νερού και κάθε τροφής η υπερβολική χρήση, τη ζαλίζει και φέρνει νύστα σ’αυτήν. Αιτία της καταστροφής των Σοδομιτών δεν ήταν η κραιπάλη του κρασιού και των διαφόρων φαγητών, αλλά η αφθονία του άρτου, κατά τον προφήτη.

Τις τροφές τις χρησιμοποιούμε τόσο ώστε να ζήσουμε, όχι για να σκλαβωθούμε στις ορμές της επιθυμίας. Η μετρημένη και μέσα σε λογικά όρια τροφή βοηθά στην υγεία του σώματος, δεν αφαιρεί την αγιότητα. Ακριβής κανόνας εγκράτειας όπως παρέδωσαν οι Πατέρες είναι να σταματούμε να τρώμε πρίν χορτάσουμε. Και ο Απόστολος που είπε: «Μη φροντίζετε για τη σάρκα, πώς να ικανοποιήσετε τις επιθυμίες της», δεν εμπόδισε την αναγκαία κυβέρνηση της ζωής, αλλά απαγόρευσε την φιλήδονη φροντίδα.

Άλλωστε, για την τέλεια καθαρότητα της ψυχής, δεν αρκεί μόνη η εγκράτεια στα φαγητά αν δεν συντρέχουν και οι υπόλοιπες αρετές. Τη μερική καθαρότητα της ψυχής, μέσω της σωφροσύνης, ιδιαίτερα κατορθώνουν η νηστεία και η εγκράτεια. Γιατί είναι αδύνατον εκείνος που έχει γεμάτη την κοιλιά του, να κάνει νοερό πόλεμο εναντίον του πνεύματος της πορνείας.

Ώστε λοιπόν πρώτος αγώνας μας ας είναι να συγκρατούμε την κοιλιά μας και να υποδουλώνουμε το σώμα. Όχι μόνο με νηστεία, αλλά και με αγρυπνία και κόπο και πνευματικά αναγνώσματα και με το να μαζεύουμε την καρδιά μας πάνω στο φόβο της κολάσεως και στον πόθο της βασιλείας των Ουρανών.


Απόσπασμα από τη «Φιλοκαλία»

http://agiooros.org/

Άγ. Ιουστίνος (Πόποβιτς) : ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Ολόκληρος η Εκκλησία του Θεού είναι ένα μυστήριον, το «μυστήριον του Χριστού». Δια τούτο τα πάντα εις την Εκκλησίαν είναι μυστήρια Θεού, ιερά και άγια. Τα πάντα πηγάζουν από το μυστήριον του σαρκωθέντος Θεού Λόγου, δια του Οποίου τα πάντα εκτίσθησαν (Ιω. 1, 3. Κολ. 1, 16.  Εβρ. 2,10), και δια τούτο τα πάντα είναι άγια και «έλλογα», εκτός βεβαίως της αμαρτίας, η οποία αποτελεί μίαν παρά φύσιν κατάστασιν, ως προϊόν της καταχρήσεως της φυσικής ελευθερίας των λογικών όντων. Η κατάχρησις της ελευθερίας γίνεται όταν αυτή χρησιμοποιείται εναντίον του Θεού και της υπ΄ Αυτού δοθείσης τάξεως εις την φύσιν, όπως το έκαναν ο διάβολος και ο άνθρωπος. Ο διάβολος έχει δύο δυνάμεις, την αμαρτίαν και τον θάνατον (εφ΄ όσον η αποτελεσθείσα αμαρτία γεννά θάνατον), και δι΄ αυτών κατακτά και κυριαρχεί των ανθρώπων. Το βασίλειον της αμαρτίας και του θανάτου είναι κόλασις δι΄ ένα θεοειδές ον όπως είναι ο άνθρωπος. Δια τούτο ο Θεός Λόγος γίνεται άνθρωπος, δια να απελευθερώση τους ανθρώπους από την δια της αμαρτίας και του θανάτου κυριαρχίαν του διαβόλου, και ως εκ τούτου από τον Άδην, το βασίλειον τούτο του διαβόλου. Ο Θεός Λόγος το πραγματοποιεί ως Θεάνθρωπος δι΄ όλης της θεανθρωπίνης ενσάρκου Οικονομίας Του, δια της οποίας ίδρυσε εν Εαυτώ και δι΄ Εαυτού την Εκκλησίαν. Εις την Εκκλησίαν Του ο Χριστός τελεί την απολύτρωσιν και σωτηρίαν των ανθρώπων δια των μυστηρίων της Εκκλησίας και των αγίων αρετών με την δύναμιν και Χάριν του Αγίου Πνεύματος. Ουσιαστικώς, ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Χριστός μετά του σώματός Του, της Εκκλησίας, είναι το παν-μυστήριον εις το οποίον και από το οποίον είναι όλα τα μυστήρια της Εκκλησίας αρχίζοντας από το μυστήριον του Βαπτίσματος μέχρις όλα τα άλλα. Τα πάντα εις την Εκκλησίαν είναι μυστήριον, από το μικρότερον μέχρι το μεγαλύτερον, διότι τα πάντα είναι πεπληρωμένα της αγιότητος και χάριτος του Χριστού. Εάν ο Χριστός είναι το πλήρωμα της Εκκλησίας και η Εκκλησία το πλήρωμα του Χριστού, τότε εις τον Χριστόν και την Εκκλησίαν Του περιέχονται τα πάντα: και η σωτηρία και η ζωή και ο αγιασμός και η θέωσις και η θεανθρωποποίησις και κάθε μυστηριακή πραγματικότης του Θεού που την χρειάζεται η ανθρωπίνη ύπαρξις δια την ζωήν της εις όλους τους κόσμους. Ο Χριστός είναι το «μέγα της ευσεβείας μυστήριον» (Α΄ Τιμ. 3, 16), το μέγα δηλαδή μυστήριον της θεανθρωπίνης πίστεώς μας, και εν Αυτώ ευρίσκεται και όλον το μυστήριον της Εκκλησίας. Το υποστατικόν μυστήριον του δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος περιχωρεί όλα τα μυστήρια της Εκκλησίας, δια τούτο κάθε μυστήριον της Εκκλησίας είναι Χριστολογικόν μυστήριον, πράγμα που σημαίνει ότι ταυτοχρόνως είναι και Εκκλησιολογικόν. Τούτο δε διότι η Εκκλησία είναι αναπόσπαστον σώμα του σαρκωθέντως Υιού του Θεού και κάθε Εκκλησιαστικόν μυστήριον αφορά και το Πρόσωπον του Χριστού και το θεανθρώπινον σώμα Του. Δια τούτο όλα τα μυστήρια ευρίσκονται μόνον εν τη Εκκλησία, αλλά και η Εκκλησία ευρίσκεται ολόκληρος εις έκαστον μυστήριόν Της. Κάθε ιερά πράξις και τελετουργία εν τη Εκκλησία είναι ένα μυστήριόν Της και κάθε μυστήριόν Της είναι μεγάλο όπως το ίδιον το μυστήριον της Εκκλησίας, διότι κάθε μυστηριακή πράξις εν τω θεανθρωπίνω οργανισμώ της Εκκλησίας ευρίσκεται εις οργανικήν και ζωτικήν σχέσιν με το κεντρικόν μυστήριον της Εκκλησίας, τον Θεάνθρωπον Χριστόν. Ιδού ένα παράδειγμα: ο μικρός αγιασμός. Παρ΄ όλον ότι πρόκειται περί μικράς πράξεως της Εκκλησίας, το ιερόν θαύμα το οποίον τελείται δι΄ αυτής είναι τεράστιον και τόσον μεγάλον όσον η ιδία η Εκκλησία. Το ηγαπημένον θαύμα αυτό, επισκέπτεται τώρα και δύο χιλιάδες χρόνια εκατομμύρια ψυχών των ορθοδόξων χριστιανών, καθαρίζει αυτάς και αγιάζει, χαρίζον εις αυτάς την υγείαν και την αθανασίαν, και ούτε σταματά ούτε πρόκειται να σταματήση έως ότου υπάρχει ο ουρανός και η γη. Ο αγιασμός δε είναι μόνον ένα από τα πολυάριθμα άγια μυστήρια τα ακαταπαύστως θαυματουργούντα εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία! Αλλά και κάθε αγία αρετή εις την ψυχήν του ορθοδόξου χριστιανού είναι ένα μυστήριον του Χριστού, διότι κάθε αρετή ευρίσκεται εις οργανικήν σχέσιν με το μυστήριον του Βαπτίσματος και δι΄ αυτού με όλον το θεανθρώπινον μυστήριον της Εκκλησίας. Ούτω π. χ. η πίστις είναι αγία αρετή αλλ΄ εν ταυτώ και άγιον μυστήριον, δια του οποίου ο ορθόδοξος χριστιανός διαρκώς ζη και σώζεται. Η δε αγία πίστις με την σωτήριον δύναμίν της γεννά εις την ψυχήν του και τας άλλας αρετάς: την προσευχήν, την αγάπην, την ελπίδα, την νηστείαν, την ελεημοσύνην, την ταπείνωσιν…, εκ των οποίων κάθε μία είναι πάλιν μυστήριον. Δια τούτο τα μυστήρια της Εκκλησίας του Χριστού δεν έχουν αριθμόν,διότι ο Θεός εν τη Εκκλησία Του δεν δίδει την Χάριν Του «εκ μέτρου» (Ιω. 3,34). Εις το παμπεριεκτικόν μυστήριον της Εκκλησίας του Θεανθρώπου Χριστού και ένα «Κύριε ελέησον» είναι άγιον μυστήριον όπως και εν δάκρυον της μετανοίας και εις στεναγμός της προσευχής.

Άγιος Αντώνιος ο Μέγας:

10. Ο πλούσιος και ευγενής που δεν έχει ψυχική καλλιέργεια και ενάρετη ζωή, θεωρείται δυστυχής από εκείνους που κρίνουν ορθά τα πράγματα. Αντίθετα ο φτωχός και δούλος κατά την τάξη, αν έχει ψυχική καλλιέργεια και είναι στολισμένος με αρετή, είναι ευτυχής. Και όπως οι ξένοι σε έναν τόπο χάνουν τον δρόμο τους, έτσι και εκείνοι που δεν φροντίζουν για την ενάρετη ζωή, πλανιούνται εδώ κι εκεί παρασυρόμενοι από τις κακές επιθυμίες τους και χάνονται.