Το σύμβολο στην αρχαία εκκλησιαστική γραμματεία σήμαινε δύο τινά· ή το εξωτερικό σημείο στο οποίον αισθητοποιείται σε σχέση αναλογική μία αλήθεια ή κάποιο άλλο γεγονός, γενικά μία εικονική παράσταση αναλογική – όπως ο σταυρός, η ναύς, η άμπελος, ο ιχθύς – ή, πάλιν, το σημείο εκείνο το οποίον εκφράζει την ταυτότητα ενός προσώπου και ιδιαίτερα τη θρησκευτική του ιδιότητα, την πίστη και το ιδεολογικό περιεχόμενο της συνειδήσεώς του. Με τη δεύτερη αυτή έννοια σύμβολα ήσαν οι πάσης φύσεως αρχαιοχριστιανικές ομολογίες πίστεως και τα εκκλησιαστικά σύμβολα – όπως το της Νικαίας Κων/πόλεως – η ομολογία των οποίων διέστελλεν αυτόματα τους πιστούς από τους μη πιστεύοντες ειδωλολάτρες.