Έτσι, για να μη ξεχνούμε...

Ιανουάριος 1970---Δεκέμβριος 2011

15 .210 .000, ναι σωστά διαβάσατε,
δεκαπέντε  εκατομμύρια διακόσιες δέκα χιλιάδες ελληνόπουλα κατακρεουργήθηκαν από τις αμβλώσεις!!!


Με το εθνικό έγκλημα της νομιμοποιήσεως των αμβλώσεων και μάλιστα με δαπάνες του κράτους, δια του Ν. 1609 του 1986.

Με την έντεχνη από το  1980  αλλοίωση της ομοιογένειας των Ελλήνων με περίπου
3.000. 000 λαθρομεταναστών, οι περισσότεροι εξ αυτών είναι
Μουσουλμάνοι.

Και τώρα με την έντεχνη σταδιακή απονομή της ελληνικής ιθαγένειας σε μετανάστες και λαθρομετανάστες, είναι όντως τραγικόν, ευρισκόμεθα προ της απειλής αλλοιώσεως και μειώσεως του ελληνικού πληθυσμού, και οι υπεύθυνοι του έθνους συνεχίζουν να νομιμοποιούν και να πληρώνουν δια 350 χιλιάδες περίπου, εκτρώσεις, ετησίως.

Αυτοκτονούμεν!!!

"και έκραξαν φωνή μεγάλη λέγοντες· έως πότε, ο δεσπότης ο άγιος και ο αληθινός, ου κρίνεις και εκδικείς το αίμα ημών εκ των κατοικούντων επί της Ελληνίδος γης;"


Όταν υψώνετε ικετευτικάς τας χείρας σας προς Εμέ και ζητήτε την βοήθειάν μου, εγώ θα γυρίζω αλλού τα μάτια μου από σας με αποστροφήν. Και εάν πολλαπλασιάσετε και παρατείνετε τας δεήσεις σας, δεν θα σας ακούσω, διότι τα χέρια σας είναι γεμάτα από αίματα αθώων. Ησαϊας Α:15.

Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς. ερμηνεία του 15ου Κανόνος.

B’
Ἡ σύγκρισις τοῦ 15ου Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου μέ ἄλλους καί ἡ ἐκ ταύτης ὑποχρεωτική ἐφαρμογή του.
πρέπει κατ’ ἀρχάς νά διαιρέσωμε τους ἱερούς Κανόνες σέ δύο κατηγορίες. Τούς δογματικούς κατά πρῶτον και τούς ἐκκλησιαστικούς, πνευματικούς καί διοικητικούς κατά δεύτερον. Οἱ μέν δογματικοί ἱεροί Κανόνες ἐθεσπίσθηκαν ἐξ αἰτίας τῶν κατά καιρούς ἀναφυεισῶν αἱρέσεων, ἀσχολοῦνται με τά θέματα τῆς πίστεως, μέ τήν στάσιν τῶν Ὀρθοδόξων ἔναντι τῶν αἱρετικῶν καί μέ τίς ποινές πού ὑφίστανται αὐτοί πού ἐνδίδουν στά θέματα τῆς πίστεως. Οἱ δεύτεροι ἀσχολοῦνται μέ διάφορα ἐκκλησιαστικά θέματα, διοικητικά, ὅπως δικαιοδοσίες τῶν Ἐπισκόπων ἐν σχέσει μέ τούς ἄλλους Ἐπισκόπους, διαχειρίσεως κλπ. και διάφορα πνευματικά θέματα, ὅπως κωλύματα ἱερωσύνης, ποινές γιά διάφορες ἁμαρτίες, καθήκοντα νηστείας, προσευχῆς, ἐκκλησιασμοῦ κλπ. Εἶναι φανερό ὡς ἐκ τούτου ὅτι δέν ἔχουν ὅλοι οἱ ἱεροί Κανόνες τήν ἴδια βαρύτητα, οὔτε ἀπαιτεῖται ἡ αὐστηρή τήρησίς των ἐξ ἴσου σέ ὅλους, ἀλλά διά μέν τούς δογματικούς ἀπαιτεῖται ἡ αὐστηρά τήρησίς των, ἐπειδή αὐτοί περιφρουροῦν τήν πίστιν, ὡς πρός τούς ὑπολοίπους ὅμως συμβαίνει, πολλοί ἀπό αὐτούς σήμερα νά μήν τηροῦνται, εἴτε λόγῳ ἀλλαγῆς τοῦ διοικητικοῦ συστήματος τῆς Ἐκκλησίας (π.χ. οἱ Ἐπισκοπές πού ὑπήγοντο στόν Μητροπολίτη καί ἡ περί αὐτόν Σύνοδος, οἱ Χωρεπίσκοποι), εἴτε λόγῳ χλιαρότητος τῶν ἠθῶν καί τῆς πνευματικότητος τῶν Χριστιανῶν, ὅπως οἱ Κανόνες πού προσδιώριζον τούς τόπους τῶν μετανοούντων καί ἔπρεπε ἀναλόγως τῆς ἁμαρτίας νά στέκεται ἐκεῖ ὁ μετανοῶν, ἤ οἱ Κανόνες πού ὁμιλοῦν διά τήν συνεχῆ προσέλευσι στήν Θεία Κοινωνία καί τήν δημοσία ἀναφορά τοῦ λόγου ἀποχῆς ἀπό κάποιον καί ἄλλοι πολλοί. Ἐπειδή λοιπόν στήν δεύτερη κατηγορία εὑρίσκονται πολλοί ἱεροί Κανόνες, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῶν πραγμάτων και τῆς σημερινῆς καταστάσεως τῆς Ἐκκλησίας δέν τηροῦνται, αὐτό δέν σημαίνει ὅτι δύναται ὁ κάθε Ἐπίσκοπος ἤ κληρικός νά καταργῆ αὐθαιρέτως κάποιους ἱερούς Κανόνες, ὅπως π.χ. αὐτούς πού ἀναφέρονται στά κωλύματα τῆς ἱερωσύνης, στό μεταθετό τῶν Ἐπισκόπων κλπ. ἤ τό χειρότερο να θεσπίζη ἄλλους Κανόνες καί μάλιστα ἀντιθέτους στήν ἁγ. Γραφή καί τήν ὅλη διαχρονική Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἡ ἀθρόα ἔκδοσις τῶν διαζυγίων, ἡ διαδικασία ἐκλογῆς τῶν Ἐπισκόπων, ἡ ἐκκλησιαστική δικαστική ἀσυδοσία, οἱ ὑπερεξουσίες τῶν Ἐπισκόπων κλπ. Πρέπει νά ἀναφερθῆ ὅτι σήμερα πολλοί ἱεροί Κανόνες πού δέν τηροῦνται μᾶς εἶναι ἐξ ἴσου ἀπαραίτητοι στό Πηδάλιο, διότι μᾶς ὑποδεικνύουν τό μέγεθος καί τόν βαθμό τῆς ἀπομακρύνσεώς μας ἀπό τήν ὀρθόδοξο Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ὁδό τῆς ἐπαναφορᾶς μας εἰς αὐτήν, καθώς ἐπίσης καί τό ὅτι δέν πρέπει νά ἀναζητοῦμε ἄλλες αἰτίες διά τό σημερινό ἐκκλησιαστικό μας κατάντημα, ἀλλά νά ἑστιάζωμε τό γεγονός εἰς τήν ἀπομάκρυνσι ἀπό ὅσα ἐθέσπισαν συνοδικῶς οἱ Πατέρες.

Συνεχίζεται.

Τότε και Τώρα.....

Κατ΄ εκείνον τον καιρόν, απολιπών τον βίον ο Αρχιερεύς των Ιεροσολύμων, συνηθροίσθη όλον το πλήθος εις την Εκκλησίαν και κλείσαντες τας πύλας του Ναού και σφραγίσαντες επιμελώς, ανέμενον έξωθεν, ίνα ίδωσι ποίον Αρχιερέα και Ποιμένα θέλει  τους εξαποστείλει ο Θεός, διότι τοιαύτην καλήν συνήθεια είχον οι άνθρωποι εκείνοι, οπόταν δηλαδή ήθελον να εκλέξουν νέον Αρχιερέα, έκλειον καλώς τας θύρας του Ναού και όστις ήθελε δυνηθή να ανοίξη αυτάς δια προσευχής, εκείνον ευθύς ως άξιον εχειροτονούσαν. (Eδώ ο Κύριος εξέλεξε τον άγιο Μόδεστο)

Κάλεσαν και τον 'Αγιο Μωυσή τον Αιθίοπα

Περί κατακρίσεως...

"Κάποτε ένας μοναχός έπεσε σε ένα βαρύ παράπτωμα. Έγινε σύναξη στο μοναστήρι για να τον διώξουν. Κάλεσαν και τον 'Αγιο Μωυσή τον Αιθίοπα που έμενε έξω από το μοναστήρι σε ένα καλύβι. Ο 'Αγιος δεν ήθελε να πάει. Οι μοναχοί τον πίεσαν, εξηγώντας του γιατί τον ήθελαν. Η σύναξη ξεκίνησε. Οι μοναχοί είδαν τότε τον ’Αγιο να έρχεται κουβαλώντας στον ώμο του ένα ζεμπίλι με άμμο. Το ζεμπίλι ήταν τρύπιο και η άμμος έπεφτε κάτω σιγά - σιγά.
Οι μοναχοί απόρησαν και ρώτησαν τον 'Αγιο γιατί έκανε αυτό το πράγμα. Τότε ο 'Αγιος τους είπε:
- Γιατί στους ώμους μου έχω τις αμαρτίες μου φορτωμένες. Δεν τις βλέπω όμως, γιατί πέφτουν κάτω. Βλέπω όμως τις αμαρτίες των άλλων, που είναι μπροστά μου.
Οι μοναχοί κατάλαβαν τι ήθελε να πει ο Άγιος και συγχώρεσαν τον αδελφό τους που έσφαλε κι αποφάσισαν να αγωνιστούν εναντίον της κατάκρισης

ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ: Αγ. Ιουστίνου (Πόποβιτς)

 Ο χριστοφόρος Επίσκοπος ευαγγελίζεται με θλίψιν και ελπίδα:

Οι βαπτισμένοι αδελφοί μας, οι οποίοι παρεσύρθησαν από τας παπικάς και τας λουθηρανικάς αιρέσεις, εθεώρησαν τους εαυτούς των σοφωτέρους του Χριστού. Και περιεφρόνησαν ημάς τους ορθοδόξους ως ασόφους και απολιτίστους. Αλλ΄ αληθώς, και επ΄ αυτών επηληθεύθη ο λόγος του Παύλου: «Φάσκοντες είναι σοφοί εμωράνθησαν» (Ρωμ.  1,22). Διότι απέρριψαν την πνευματικήν σοφίαν κατά Χριστόν, Όστις περιπατεί με ένδυμα ταπεινώσεως και αγάπης, και ενεδύθησαν, κατά το παράδειγμα των ειδωλολατρών φιλοσόφων, την σαρκικήν και κοσμικήν σοφίαν, η οποία γέμει από υψηλοφροσύνην και κακίαν. «Και ήλλαξαν την δόξαν του αφθάρτου Θεού εν ομοιώματι εικόνος φθαρτού ανθρώπου… και εσεβάσθησαν και ελάτρευσαν τη κτίσει παρά τον κτίσαντα» (Ρωμ. 1,23. 25). Δηλαδή απέβαλον όλην την δόξαν από τον Χριστόν Κύριον και επέθεσαν αυτήν επί των ώμων θνητών ανθρώπων, τους οποίους ανύψωσαν εις νέους Μεσσίας. Τοιαύτην αντίληψιν περί της δόξης απεκόμισαν από την άθεον σοφίαν των. Η δε έννοια της κουλτούρας και του πολιτισμού σημαίνει παρ΄ αυτοίς τον σεβασμόν του κτίσματος, τουτέστι της ορατής φύσεως και την λατρείαν αυτής μάλλον παρά του Δημιουργού της. Οι θνητοί θεοί και η θεοποιημένη φύσις! Τούτο είναι προς το παρόν ο τελευταίος σταθμός της δυτικής ανθρωπότητος εις τον ασυγκράτητον και αιώνιον κατήφορόν της από τα ύψη του Χριστού προς τα τάρταρα του Σατανά. Τούτο είναι το αποκορύφωμα της εξισώσεως των ανθρώπων εις την Δύσιν με την παλαιάν ειδωλολατρίαν της Ρώμης και την τωρινήν της Ασίας. Χιλιάδες βιβλία δημοσιεύουν ετησίως ούτοι εις δόξαν των μεγάλων ανδρών και προς έπαινον του πολιτισμού των, και χιλιάδες εφημερίδων εξυπηρετούν καθημερινώς αυτήν την εφήμερον και ψευδή δόξαν και ευρίσκονται εις την υπηρεσίαν του επαίνου των ανθρωπίνων έργων, με το υπερδιωγκωμένον όνομα του πολιτισμού. Δια τούτο τους παρέδωσεν ο Θεός εις αισχράς ηδονάς και πάθη, ώστε να ευρίσκουν την ικανοποίησιν μόνον εις ό,τι είναι επίγειον και όχι ουράνιον, και μόνον εις εκείνο το οποίον προκαλεί εις τον Διάβολον χαράν και γέλωτα, εις δε τους Αγγέλους του Χριστού θρήνον. Αι απολαύσεις των κείνται εις την τέρψιν της σαρκός, εις την αρπαγήν του αλλοτρίου, εις την καταπάτησιν των μικρών και αδυνάτων, εις την αύξησιν των επιγείων αγαθών και την επέκτασιν του κράτους των και της εξουσίας των, εις την πονηράν κατάκτησιν της ξένης πατρίδος, εις τας διασκεδάσεις και τους χορούς, εις την απόρριψιν κάθε θρησκείας ως δεισιδαιμονίας, εις την άρνησιν του Θεού, εις την πλήρη βιολογικήν ζωήν, εις την αναίσχυντον αναγνώρισιν του πιθήκου ως προπάτορος του ανθρώπου, εις τον καταποντισμόν της ανθρωπολογίας εις την ζωολογίαν. Αλλ΄ ερωτάτε: Θα ημπορέση ποτέ η γενεά αύτη, η πλέον πεπλανημένη εις την ιστορίαν, να επιστρέψη προς την αλήθειαν και την τιμιότητα; Θα ημπορέση. Είθε να δώση ο περιφρονημένος Χριστός να γίνη τούτο το δυνατόν γρηγορώτερον. Πότε όμως θα γίνη τούτο; Τούτο μόνον θα γίνη τότε, όταν οι δυτικοί αδελφοί μας θα αρχίσουν να γράφουν χιλιάδας βιβλίων ετησίως εις δόξαν Χριστού του Θεού μας. Και όταν αι χιλιάδες των εφημερίδων των κατ΄ έτος θα γράφουν επαίνους εις τας χριστιανικάς αρετάς και τα χριστιανικά αγαθά έργα, αντί να γράφουν περί εγκλημάτων και βλασφημιών της θείας Μεγαλειότητος και περί του εμπορίου των σαρκικών ενστίκτων. Όταν συντελεσθή η μεταμόρφωσις αύτη, τότε η δυτική αιρετική ανθρωπότης θα φανή ενώπιον των ορατών ουρανών ως λουσμένη, κεκαθαρμένη και ευωδιάζουσα ουράνιον θυμίαμα. Τότε εμείς οι Ορθόδοξοι θα χαιρώμεθα, διότι θα ανακτήσωμε τους επιστραφέντας αδελφούς μας. Τότε οι ειδωλολατρικοί λαοί θα αγαπήσουν τον Χριστόν και θα ζητήσουν να γραφούν εις τα τέκνα Του. Διότι δεν θα τους εμποδίζουν πλέον οι χριστιανικοί λαοί να γίνουν τέκνα του Χριστού. Τότε δεν θα υπάρχη κακία μεταξύ των ανθρώπων, ούτε πόλεμοι μεταξύ των λαών. Αλλά θα υπάρξη η ειρήνη του Χριστού, η υπερβαίνουσα τον νουν, και η δόξα του Χριστού, της οποίας δεν υπάρχει ομοία ούτε εις τον νυν αιώνα ούτε εις την αιωνιότητα.  
 Ο εμπνευσμένος από τον Θεόν Επίσκοπος ομολογεί την θεανθρωπίνην αλήθειαν όταν λέγει: Η υψίστη ευτυχία δια τους ανθρώπους είναι η φανέρωσις του Θεού εν σαρκί, αλλά και η υψίστη δυστυχία η αποστασία των απ΄ Αυτού του Θεού και η επιστροφή εις την υπηρεσίαν του Σατανά. Η δυστυχία αυτή έχει την αρχήν της εις τους δυτικούς μη ορθόδοξους λαούς και μάλιστα δια δύο λόγους. Η πρώτη αιτία είναι το μίσος εναντίον του αιρετικού ιερατείου, η δε Δευτέρα, το μίσος εναντίον των Εβραίων. Αμφότερα τα μίση εφύτρωσαν εις την καρδίαν της δυτικής ανθρωπότητος από το αυτό σπέρμα. Το δε σπέρμα τούτο είναι η προσπάθεια τόσον του χριστιανικού κλήρου, όσον και των Εβραίων να κυριαρχήσουν πλήρως εις την ζωήν του λαού και του κράτους εις όλας τας κατευθύνσεις. Το μίσος κατά τοιούτου κλήρου μετεβλήθη εις μίσος κατά της Εκκλησίας, το δε μίσος κατά των Εβραίων συμπεριέλαβε και τον Κύριον Ιησούν ως δήθεν Εβραίον. Εις την πραγματικότητα ο Χριστός ήτο Εβραίος κατά την μητέρα και τον λαόν εις τον οποίον το πρώτον εφάνη. Εν τούτοις ο ίδιος αυτός λαός πρώτος Τον απέρριψε και με φρικτόν θάνατον Τον εθανάτωσε. Τι, λοιπόν; Εάν τις είναι κατά των Εβραίων, πως δύναται να είναι κατά του Χριστού, εναντίον του Οποίου οι Εβραίοι πολεμούν ήδη δύο χιλιάδες χρόνια; Αλλ΄ όπου καρφωθούν οι όνυχες του Σατανά, εκεί δεν υπάρχει λογική. Καθοδηγούμενοι από το μίσος κατά του κλήρου και τν Εβραίων, οι δυτικοί λαοί απέρριπτον βαθμιαίως τον Χριστόν, έως ότου τελευταίως Τον απέκλεισαν από όλους τους τομείς και τα ιδρύματα του λαού και του κράτους και περιώρισαν την παραμονήν Του μόνον εις τους ναούς. Από Εκείνον ο οποίος μετά την ένδοξον ανάστασίν Του από τον τάφον είπεν: «εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης» (Ματθ. 28,18), από Αυτόν οι τυφλωμένοι άνθρωποι αφήρεσαν πάσαν εξουσίαν. Και όχι μόνον τούτο, αλλά και κάθε επιρροήν επί της γης, εις το σχολείον, εις την κοινωνίαν, εις την πολιτικήν, εις την τέχνην, εις τας σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και τας διεθνείς σχέσεις, εις την επιστήμην, εις την λογοτεχνίαν και εις όλα τα άλλα. Ο Θεός όμως δεν μυκτηρίζεται. Οσάκις που οι άνθρωποι ως φιλοξενούμενοι θα γίνουν υπερβαλλόντως αναιδείς εις την τράπεζαν του Θεού, πρέπει να έλθη η προειδοποίησις εκ μέρους του οικοδεσπότου. Δύο φοβεραί προειδοποιήσεις του Θεού εις την σημερινήν γενεάν είναι οι δύο τελευταίοι παγκόσμιοι πόλεμοι, εις διάστημα είκοσιν ετών. Ας γονατίσουν οι χριστιανικοί λαοί ενώπιον του προσβεβλημένου Χριστού και ας επιστρέψουν εις Αυτόν εκείνην την εξουσίαν, την τιμήν και την δόξαν και το σέβας, τα οποία μόνον εις Αυτόν ανήκουν. Ούτω να πράττετε και σεις, οι Ορθόδοξοι αδελφοί μου, εάν θέλετε να φυλαχθήτε από τον τρίτον παγκόσμιον πόλεμον, τον φοβερώτερον και από τους δύο προηγουμένους.

Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς. ερμηνεία του 15ου Κανόνος.

Βλέπομε λοιπόν ἐδῶ τόν ἴδιο ἅγιο νά εἶναι αὐστηρώτατος, ὅσον ἀφορᾶ τήν ἐκκλησιαστική ἀπομάκρυνσι ἀπό τούς αἱρετικούς ποιμένες. Ὡς ἐκ τούτου γίνεται κατανοητό ὅτι, ἐκεῖ ὅπου δέν ὑφίσταται θέμα πίστεως, ἀπαγορεύεται τό σχίσμα καί εἶναι θανάσιμο ἁμάρτημα, ἐνῶ, ὅταν εἶναι αἱρετικός ὁ ποιμένας, ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπό αὐτόν εἶναι θέμα σωτηρίας καί, φυσικά τότε, δέν ὑφίσταται σχίσμα, ἐπειδή αὐτός ἔχει ἀπομακρυνθῆ ἀπό τήν ἀλήθεια, ἔχει ἀλλάξει πορεία καί ὅσοι τόν ἀκολουθοῦν, ἀνήκουν και αὐτοί στήν ἴδια κατηγορία. Ἐδῶ ταυτίζεται ὁ ἅγιος μέ το δεύτερο τμῆμα τοῦ ΙΕ΄ ἱεροῦ Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου καί δι’ αὐτό ἀπαιτεῖ τήν ἄμεσο ἀπομάκρυνσι πρό συνοδικῆς κρίσεως ἀπό τόν αἱρετικό ποιμένα. Δι’ αὐτό ἀναφέραμε ὅτι οἱ ἱεροί Κανόνες κατέγραψαν τήν ἤδη ὑπάρχουσα καί βιουμένη κατάστασι και ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Δηλαδή καί ἄν δέν ὑπῆρχε ὁ ἐν λόγῳ Κανών, πάλι ἴδια θά ἔπρεπε νά ἦταν ἡ στάσις τοῦ κάθε συνειδητοῦ ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ, ἔναντι τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου, διότι αὐτό ἀπαιτοῦσε ἀνέκαθεν ἡ ὀρθόδοξος Παράδοσις. Ἄλλο θέμα εἶναι ἄν ἐμεῖς σήμερα ὑποβιβάσαμε τά θέματα τῆς πίστεως στή θέσι τῶν ἄλλων ἐκκλησιαστικῶν θεμάτων ἤ καί ἀκόμη χαμηλότερα, καί ἔτσι θεωροῦμε σχίσμα κάθε ἀπομάκρυνσι ἀπό τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο. Ἡ τελευταία πρότασις τοῦ ἐν λόγῳ Κανόνος «ἀλλά σχισμάτων καί μερισμῶν τήν Ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ρύσασθαι» μᾶς δίδει τήν πνευματικήν διάστασι τοῦ σχίσματος, ὅταν δηλαδή ὑπάρχει αἵρεσις κηρυττομένη δημοσίως ἐπ’ Ἐκκλησίας. Ἐδῶ ὁ ἱερός Κανών ἀναφέρει σαφέστατα ὅτι σχίσμα δημιουργοῦν οἱ ἀφιστάμενοι τῆς ἀληθείας, ἐνῶ οἱ ἀπομακρυνόμενοι ἀπό αὐτούς ἀπαλλάσσουν τήν Ἐκκλησία ἀπό τό σχίσμα. Πῶς ὅμως τήν ἀπαλλάσσουν; Διά νά γίνη κατανοητό αὐτό, πρέπει νά ἰδοῦμε τήν Ἐκκλησία καί το σχίσμα ὄχι χρονικά, ἀλλά διαχρονικά. Ἐφ’ ὅσον, ὅπως προαναφέραμε, ἡ Ἐκκλησία εἶναι
Χριστοκεντρική καί ὁριοθετεῖται μέ βάσι τήν ὀρθόδοξο πίστι, ὅσοι κατά καιρούς ἐξέπεσαν τῆς ὀρθοδόξου πίστεως και ἐξετράπησαν σέ αἱρέσεις, ἀπεσχίσθησαν καί ἀπό τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἐξαιτίας καί μόνον τῆς ἐκπτώσεώς των ἀπό τήν πίστι, χωρίς συνοδικές κρίσεις καί ἀποφάσεις. Ὅσοι ἐκ τοῦ ἀντιθέτου ἐκράτησαν καί διεφύλαξαν τήν ὀρθόδοξο πίστι καί ἀπεμακρύνθησαν διά τῆς ἀποτειχίσεως ἀπό τούς
αἱρετικούς, αὐτοί διαχρονικά ἀνήκουν εἰς τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί αὐτοί ἔγιναν αἰτία νά συνεχίση νά ὑπάρχη ἡ Ἐκκλησία «ρυομένη» ἀπό τά σχίσματα, τά ὁποῖα εἶναι ἡ ἀπόσχισις διά τῆς αἱρέσεως ἀπό τήν ὀρθόδοξο πίστι. Αὐτό μᾶς τό ἑρμηνεύει θαυμάσια ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης σέ ἐπιστολή του στόν μοναχό Βασίλειο. Λέγει ὁ ὅσιος τά ἑξῆς: «...Tό γάρ μή ἔχειν σπῖλον ἤ ρυτίδα (ἡ Ἐκκλησία), ἵνα καί πάλιν εἴπωμεν, οὕτω νοείτω · τό μή προσιεμένην τά τε ἀσεβῆ δόγματα καί τά ἀκανόνιστα ἐγχειρήματα. Οὐ μήν ἀλλά καί τά ἐν τοῖς αὐτουργοῦσι τά ἀπηγορευμένα συμφρονήματα, ὥς πού φησιν ὁ θεῖος Βασίλειος · πρός ἅ Παῦλος ὁ μέγας, οὐδέ συνεστιᾶσθαι τοῖς τοιούτοις παραχωρεῖ. Ἐπεί ἀπό τῶν ἀποστόλων καί κατόπιν, πολλαχῶς πολλαί αἱρέσεις προσερράγησαν αὐτῇ · καί ρυπάσματα ἄθεσμα καί ἀκανόνιστα ἐπεπόλασαν, ὥσπερ καί τό νῦν · (ἐννοεῖται ἡ μοιχειανική αἵρεσις) ἀλλά μήν αὐτή τῷ προειρημένῳ τρόπῳ ἄσχιστος καί ἀμώμητος διαμεμένηκε, καί διαμενεῖ
ἕως τοῦ αἰῶνος, ὑπεξαιρουμένων καί ἀποπεμπομένων ἀπ’ αὐτῆς τῶν κακῶς φρονησάντων ἤ πραξάντων · ὥσπερ ἐξ ἀσείστου καί παραλίου πέτρας τά προσρήσσοντα κύματα» (Φατοῦρος 28, 123,79 καί P.G. 99, 1001D). Δέν θά ὑπῆρχε ἴσως ὡραιότερη εἰκόνα διά νά ἀποτυπώση ὁ ὅσιος αὐτή τήν μεγάλη ἀλήθεια, ἡ παράλιος δηλαδή πέτρα (Ἐκκλησία) καί τά ἀφρίζοντα κύματα (οἱ αἱρέσεις). Ἡ Ἐκκλησία λοιπόν, ἀναφέρει, παραμένει ἄσχιστος καί ἀμώμητος καί θά διαμένη αἰωνίως ἔτσι, ἐπειδή ἀποπέμπονται
πάραυτα ἀπό αὐτήν οἱ κακῶς φρονοῦντες καί πράττοντες κατά τήν πίστιν, ὅπως ἀκριβῶς ἀπομακρύνονται ἀπό την παράλιο πέτρα τά ἀφρίζοντα κύματα. Αὐτή ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἀποτείχισις ἀπό τόν δημοσίως κηρύττοντα αἵρεσιν, αὐτή εἶναι ἡ ἀποφυγή τοῦ σχίσματος, αὐτή εἶναι ἡ ἑνότης τῆς πίστεως καί ἡ διατήρησις τοῦ ἀσπίλου καί ἀμώμου τῆς Ἐκκλησίας. Κατανοεῖ λοιπόν κάποιος ὅτι διά τά θέματα τῆς πίστεως ἐνεργοῦμε ἐμπειρικά, προκειμένου νά διατηρήσωμε τό ἄσπιλο καί ἀμώμητο τῆς Ἐκκλησίας καί νά
διατηρηθοῦμε καί ἐμεῖς ἐνσωματωμένοι εἰς αὐτήν. Ὅλα αὐτά ὅμως πρέπει νά τά καταδείξωμε ἐν συνεχείᾳ μέσα στήν ἱστορική πορεία τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ κάνωμε ἕνα συσχετισμό καί μία σύγκρισι τοῦ παρόντος Κανόνος μέ ἄλλους διά νά δείξωμε τήν ὑποχρεωτική ἐφαρμογή του στήν Ἐκκλησία καί ὄχι τήν προαιρετική (δυνητική).

Συνεχίζεται.

Η ταπείνωσις του Οσίου Μωυσέως του Αιθίοπος

ΑΚΟΥΟΝΤΑΣ ο ευσεβής Έπαρχος της Αλεξανδρείας την καλή φήμη του Αββά Μωϋσέως του Αιθίοπος, ανέβηκε κάποτε στη σκήτη να τον γνωρίση απο κοντά. Σαν το έμαθε όμως εκείνος, έφυγε κρυφά από την καλύβα του και πήγε κατά το έλος. Στο δρόμο συνάντησε τον άρχοντα και την ακολουθία του, που έτυχε να περνάνε από κει. Οι ξένοι, που δεν τον γνώριζαν, τον σταμάτησαν και τον ερώτησαν να τους δείξη την καλύβα του Αββά Μωϋσέως.
- Τί γυρεύετε απ’ αυτόν; έκανε μ’ αποστροφή ο Γέροντας. Αυτός είναι άνθρωπος μωρός.
Ο άρχοντας λυπήθηκε που είχε κάνει άδικα τόσο κόπο. Όταν έφτασε στην εκκλησία της σκήτης, είπε στους κληρικούς:
- Κάτω στην πόλι λένε τόσα καλά για τον Αββά Μωϋσή, γι’ αυτό ξεκίνησα να τον συναντήσω. Μα πριν από λίγο συναντήθηκα μ’ ένα Καλόγερο κι έμαθα από λόγου του πως πρόκειται για ανόητο άνθρωπο.
- Τί άνθρωπος ήταν αυτός; Ρώτησαν αγανακτισμένοι οι κληρικοί, που τόλμησε να μιλήση έτσι για τον Άγιο.
- Ένας μελαμψός Καλόγερος, πολύ ψηλός, με τριμμένα ρούχα.
Οι κληρικοί γέλασαν με την καρδιά τους.
- Αμ αυτός είναι ο Αββάς Μωϋσής.
Ο άρχοντας θαύμασε την ταπεινοσύνη του Γέροντος και γύρισε στην πόλι ωφελημένος.

ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ που του περνούσε το φελόνι, την ημέρα που τον χειροτονούσε Πρεσβύτερο, είπε φιλικά στον Αββά Μωϋσή, τον Αιθίοπα, ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας:
- Αϊ Μωϋσή, τώρα έγινες κατάλευκος σαν περιστέρι.
- Από το εξωτερικό κρίνει ο δεσπότης μου ή από το εσωτερικό; Είπε εκείνος ταπεινά.
Θέλοντας ύστερα να τον δοκιμάση ο Πατριάρχης, αν έχη πραγματική ταπεινοσύνη, είπε κρυφά στους κληρικούς να τον διώχνουν από το σκευοφυλάκιο. Έτσι μόλις παρουσιάστηκε μέσα, μετά τη Λειτουργία, του φώναξαν όλοι μαζί αποδοκιμαστικά:
- Τί θέλεις εδώ, Αράπη, πήγαινε έξω.
Ένας απ’ αυτούς, που κρυφά τον ακολούθησε για να ιδή αν του κακοφάνηκε, τον άκουσε να μονολογή:
- Καλά σου κάνανε, σποδόδερμε μελανέ. Αφού δεν είσαι άνθρωπος, τί γυρεύεις με τους ανθρώπους;

Ο Οικουμενισμός είναι κοινό όνομα δια τους ψευδοχριστιανούς

Ο Άγ. Ιουστίνος (Πόποβιτς) γράφει για το φαινόμενο του Οικουμενισμού, ότι :

«Ο Οικουμενισμός είναι κοινό όνομα δια τους ψευδοχριστιανούς, διά τας Ψευδεκκλησίας της Δυτικής Ευρώπης. Μέσα του ευρίσκεται η καρδία όλων των Ευρωπαϊκών Ουμανισμών με επικεφαλής τον Παπισμόν.

Όλοι δε αυτοί οι ψευδοχριστιανοί, όλαι αι ψευδεκκλησίαι δεν είναι τίποτα άλλο, παρά μία αίρεσις παραπλεύρως, εις την άλλην αίρεσιν. Το κοινόν Ευαγγελικόν όνομά τους είναι η παναίρεσις».

Ύστερα απ’ όλα αυτά διερωτάται κανένας, πως είναι δυνατόν Πατριάρχες, Αρχιεπίσκοποι και άλλοι μεγαλόσχημοι» ιερωμένοι της Ορθοδοξίας, αλλά και λαϊκοί ακόμα, να είναι Οικουμενιστές;

 Στο παραπάνω εύλογο ερώτημα απαντά με το δικό του τρόπο ο αγιορείτης λόγιος μοναχός ο μακαριστός Θεόκλητος Διονυσιάτης, ο οποίος λέγει για τους ανθρώπους αυτούς:

«Οι “οικουμενισταί” είναι γελοία υποκείμενα, δυστυχείς, οιηματίαι, φαντασιόπληκτοι, αβαθείς, προκαλούντες πότε τον οίκτον και πότε τον πικρόν γέλωτα εις τους Ορθοδόξους χριστιανούς.
Επιδεικνύον πολυμάθειαν, ενώ είναι επιπόλαιοι και αντιφατικοί....» .

Μεγ. Βασίλειος : μηδέ αδελφούς ονομάζειν!

«Οίτινες την υγιή ορθόδοξον πίστιν προσποιούντες ομολογείν, κοινωνούσι δε τοις ετερόφροσιν, τους τοιούτους, ει μετά παραγγελίαν μη αποστώσιν, μη μόνον ακοινωνήτους έχειν, αλλά μηδέ αδελφούς ονομάζειν»
(Μεγ. Βασιλείου, P.G. 160, 101Α)
 

(P.G. 160, σ. 101).
Aγ. Μάρκου: «‘Άπαντες οι της ’Εκκλησίας διδάσκαλοι, πάσαι αι Σύνοδοι καί πάσαι αι θείαι Γραφαί φεύγειν τούς ετερόφρονας παραινουσι καί της αυτών κοινωνίας διΐστασθαι»


«Φεύγετε και υμείς, αδελφοί, την προς τους ακοινωνήτους κοινωνίαν και το μνημόσυνον των αμνημονεύτων. Ίδε εγώ ο Μάρκος ο αμαρτωλός λέγω υμίν, ότι ο μνημονεύων του πάπα ως ορθοδόξου αρχιρέως, ένοχος εστί και ο λατινοφρονών μετά των Λατίνων κριθήσεται και ως παραβάτης της πίστεως λογισθήσεται»
(Αγ. Μάρκου, Επιστολή προς Θεοφάνην)