Οι πνευματικές και τόσο λαοφιλείς ακολουθίες των Χαιρετισμών, που ψάλλονται την περίοδο αυτή καθιστούν ιδιαίτερα επίκαιρο το λόγο, για την Παναγία μας. Στο όλο σχέδιο της θείας οικονομίας η υπερένδοξος Δέσποινα και Μητέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, η σεμνή κόρη της Ναζαρέτ, κατέχει κεντρική θέση. Είναι ο φωταγωγός από τον οποίο βλέπουμε τον Θεό, ο δρόμος δια του οποίου τον προσεγγίζουμε. Είναι αυτή η φιλόστοργη μάνα, που όπως έφερε κοντά μας τον Θεό, παίρνει κι εμάς από το χέρι και μας οδηγεί κοντά του. Αν η αγία Γραφή μάς αποκαλύπτει το πρόσωπο του τριαδικού Θεού, η προσωπικότητα της Παρθένου Μαρίας είναι ένα ενσαρκωμένο Ευαγγέλιο, μια ζωντανή αγία Γραφή, όπου μπορούμε να μελετήσουμε το θεϊκό σχέδιο της σωτηρίας μας. Αυτή την αλήθεια εκφράζει παραστατικά ο διπλός χαιρετισμός της Στ΄ωδής του Κανόνα του Ακαθίστου ύμνου: Χαίρε των προφητών το περιήχημα· χαίρε των αποστόλων το εγκαλώπισμα. Με το στόμα του υμνωδού η Εκκλησία χαιρετίζει την Παναγία και την αναγνωρίζει ως «περιήχημα», αντιλάλημα του προφητικού λόγου της Παλαιάς Διαθήκης και ως «εγκαλώπισμα», κόσμημα του αποστολικού κηρύγματος της Καινής Διαθήκης. Διατυπώνει έτσι η Εκκλησία την πίστη της ότι τα δύο μέρη της αγίας Γραφής, Παλαιά και Καινή Διαθήκη, συμφωνούν ως προς τη θέση τους έναντι της Θεοτόκου και συμψάλλουν το μεγαλείο της.
Ἡ δογματική διάστασις τοῦ νέου ἑορτολογίου -- Τοῦ κ. Δημητρίου Χατζηνικολάου, Ἀν. Καθηγητοῦ Οἰκονομικῶν τοῦ Παν/μίου Ἰωαννίνων
Ἔχει λεχθῆ καί γραφῆ πολλάκις, ἀλλ’ ἀνακριβῶς, ὅτι τό 1924 οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί (Ο.Χ.) δέν ἐγνώριζον δῆθεν ὅτι ὁ λόγος τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νέου ἑορτολογίου (ν.ἑ.) ἦτο ἡ προώθησις τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Συνεπῶς, συμπεραίνουν αὐτοί πού χρησιμοποιοῦν αὐτήν τήν ἐπιχειρηματολογίαν, ὅσοι ἀπετειχίσθησαν τότε ἀπό τήν καινοτομήσασαν Ἐκκλησίαν, ἐπικαλούμενοι τόν 15ον Κανόνα τῆς ΑΒ Συνόδου καί γενικώτερον τήν Πατερικήν Διδασκαλίαν καί Παράδοσιν, ἔσφαλον, διότι δῆθεν δέν ὑφίστατο δογματικός λόγος πού νά δικαιολογῇ τήν ἀποτείχισιν, ἐνῷ ὅσοι ἀπεδέχθησαν τό ν.ἑ. δέν ὑπέπεσαν εἰς δογματικόν σφάλμα.
Σκοπός τοῦ παρόντος ἄρθρου εἶναι ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ὁ ὡς ἄνω ἰσχυρισμός εἶναι ἐσφαλμένος, παραθέτοντας κείμενα πού εἶδον τό φῶς τῆς δημοσιότητος πρό τοῦ 1924 καί πού ἀποδεικνύουν ὅτι ἀπό τό 1582 καί ἐντεῦθεν εἶναι γνωστόν ὅτι οἱ παπικοί καί οἱ ἑνωτικοί «ὀρθόδοξοι» (οἱ σημερινοί Οἰκουμενισταί, δηλαδή) ἐπεδίωκον τήν ἐπιβολήν τοῦ ν.ἑ. εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ὡς τό «πρῶτον βῆμα» διά τήν εἰς τόν Παπισμόν ὑποταγήν της, πού ἐθεωρεῖτο ἀνέκαθεν ὡς τό πρῶτον στάδιον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Η ἔναντι τῶν αἱρετικῶν στάσις τοῦ ῾Ιεροῦ Μαξίμου τοῦ ῾Ομολογητοῦ -- ῾Υπὸ ᾿Ανδρέου Θεοδώρου Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου ᾿Αθηνῶν
Η ΑΙΡΕΣΙΣ ἀποτελεῖ φαινόμενον θλιβερὸν ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῆς ᾿Εκκλησίας.
᾿Αναγκαῖον ἀπό τινος, ἀπόψεως κακὸν (Αʹ Κορ. ιαʹ 19), συσσωρεύει πολλὰ δεινὰ ἐν τῷ ἑνιαίῳ καὶ ἀχράντῳ σώματι αὐτῆς. ῾Η αἵρεσις ἐν τῇ ἀρχαίᾳ ᾿Εκκλησίᾳ προήρχετο κατὰ κανόνα ἐκ τῆς προσπαθείας τοῦ ἀνθρώπου ὅπως, ἐπὶ τῇ βάσει λογικῶν κατηγοριῶν καὶ δὴ καὶ τῇ συνδρομῇ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, διερμηνεύσῃ καὶ καταστήσῃ προσιτὸν εἰς τὴν διάνοιαν αὐτοῦ τὸ μεταφυσικὸν περιεχόμενον τῆς θείας ἐξ ἀποκαλύψεως ἀληθείας. ῾Η δυσανάλογος ὅμως αὕτη προσπάθεια τοῦ λόγου, παρὰ τὰς ἐνδεχομένως ἀγαθὰς καὶ εἰλικρινεῖς διαθέσεις αὐτοῦ, κατέληγε συνήθως εἰς τὴν παρερμηνείαν καὶ διαστροφὴν τοῦ περιεχομένου τῆς πίστεως. Παραθεωροῦσα τὴν πίστιν, δι᾿ ἧς καὶ μόνης εἶναι δυνατὴ ἡ ἀναγωγὴ τῆς ὑπάρξεως εἰς τὴν σφαῖραν τοῦ θείου μυστηρίου καὶ ἡ μυστικὴ βίωσις τοῦ ἀποκεκαλυμμένου τῆς πίστεως θησαυροῦ, ἀπέκοπτε τὸν ἄνθρωπον ἐκ τῶν μυστικῶν ριζῶν τῆς ἐν Πνεύματι ἁγίῳ παραδεδομένης ἀληθείας. ῾Η αἵρεσις ἀπομονοῦσα δόγμα τι ἢ δόγματα τῆς πίστεως καὶ ἀποσπῶσα ταῦτα ἐκ τῆς μυστικῆς ἐν τῇ ἱερᾷ Παραδόσει συναφείας καὶ συνεχείας αὐτῶν, διέφθειρεν ἀδυσωπήτως τὴν – 2 – καθολικότητα τῆς ᾿Εκκλησίας. ῾Οσάκις δὲ αἱ παραχαράξεις τῆς πίστεως δὲν παρέμενον ἐπὶ τοῦ ψιλοῦ θεολογικοῦ ἐπιπέδου, ἀλλ᾿ ἐδημιούργουν κόμματα καὶ φατρίας ἐν τῇ ᾿Εκκλησίᾳ, τότε συγκατέλυον καὶ τὴν ἑνότητα τῆς ᾿Εκκλησίας, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ὁ Κύριος τοσοῦτον ἐνεργῶς προσηυχήθη πρὸς τὸν οὐράνιον αὐτοῦ Πατέρα, ὀλίγας μόνον στιγμὰς πρὸ τοῦ σωτηρίου πάθους του (᾿Ιωάν. ιζʹ 11-12).