Ο χρυσοχόος

Κάποτε οι μοναχοί ανέθεσαν σε ένα Xιώτη χρυσοχόο να επενδύσει με χρυσό ένα μέρος της ιερής εικόνας (της Παναγίας της Νιαμονίτισσας ) , για να την προφυλάξουν από τη φθορά. Ο εκκλησιάρχης την τοποθέτησε στον κυρίως ναό , και ο τεχνίτης άρχισε την εργασία του με ευλάβεια. 

Ξαφνικά ακούει μια γλυκειά φωνή να του λέει ψιθυριστά: 
- Ελαφρά χτύπα, ελαφρά. Να ʼ χης την ευχή μου, γιατί η εικόνα είναι παλαιά!
 
Σηκώνει τα μάτια ο χρυσοχόος και βλέπει μια μεγαλόπρεπη γυναίκα με ολόχρυση φορεσιά. Δεν πρόλαβε να τη ρωτήσει ποια ήταν , γιατί μπήκε αμέσως στο ιερό βήμα από τη νότια πύλη. Τρέχει να την προφθάσει, αλλά Εκείνη είχε εξαφανιστεί. Μπαίνει στο ιερό , και τότε αναγνωρίζει στη μορφή της πλατυτέρας τη γυναίκα, που πριν λίγο του είχε φανερωθεί.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΣΩΤΟΥ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΗΝΑ

«…καί ἔπεμψεν αὐτόν….βόσκειν χοίρους·»

Ἐξευτελισμός πλήρης· ἠθική κατάπτωσις· πνευματική ὀρφάνια συνεπάγεται ἡ ἀπομάκρυνση ἀπό τήν ἀγκαλιά τοῦ Θεοῦ Πατέρα γιά κάθε ἕνα πού δέχεται τῶν ἀκτίστων δωρεῶν τοῦ Θεοῦ καί κινεῖται μέ ἀχαριστία μακράν αὐτοῦ, ἐμπιστευόμενος στούς υἱούς τῶν ἀνθρώπων τόν ἑαυτό του.

Μανθανέτω πᾶσα σάρξ βροτεία: δέν εἶναι ἀπεριόρισται αἱ ἀπολαύσεις τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ἀργά ἤ γρήγορα ὁ ἐκτός τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος, θά αἰσθανθεῖ τήν ἀσχημοσύνη καί τό κενό καθώς καί τήν πικρία πού ἀφήνει στήν καρδιά ἡ ἀμαύρωση τῶν δώρων τῆς ἀρχεγόνου δικαιοσύνης πού ὁ Θεός χαρίζει ὡς περιουσία στό πλάσμα Του-στά παιδιά Του.