Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς. ερμηνεία του 15ου Κανόνος από το νέο βιβλίο του, που μόλις κυκλοφόρησε.


Ἡ βάσις καί τό θεμέλιο εἰς τό ὁποῖο ἑνούμεθα καί ἐπικοινωνοῦμε ἐκκλησιαστικῶς δέν εἶναι ὁ Ἐπίσκοπος, ἡ Σύνοδος ἤ ὁ Πατριάρχης ἀλλά ἡ ἀληθής ὀρθόδοξος πίστις.
Στή συνέχεια αὐτῆς τῆς συζητήσεως θέτουν οἱ ἀντιπρόσωποι στόν ὅσιο τόν ἑξῆς προβληματισμό: «Τό δι’ οἰκονομίαν γενόμενον μή λάβῃς ὡς κύριον δόγμα» (Φιλοκαλία ΕΠΕ 15Γ, σελ. 22). Δηλαδή ἀναφέρουν ὅτι ὁ λεγόμενος «Τύπος» ἔγινε διά νά συναντηθοῦν καί ἑνωθοῦν τά ἀντιμαχόμενα μέρη, οἱ Ὀρθόδοξοι καί οἱ Μονοθελῆται καί ὡς ἐκ τούτου ἐχρησιμοποιήθη ἡ οἰκονομία, ἡ ὁποία δέν ἀναιρεῖ οὔτε ἐπηρεάζει τό δόγμα. Ὁ ὅσιος ὅμως ἀνυποχώρητος, δέν τό δέχεται αὐτό καί διδάσκει ὅτι εἰς τά τῆς πίστεως δέν χωρεῖ συγκατάβασις καί οἰκονομία. «Καί ποῖος πιστός δέχεται οἰκονομίαν κατασιγάζουσαν φωνάς, ἅσπερ λαλεῖσθαι δι’ Ἀποστόλων καί Προφητῶν καί Διδασκάλων ὁ τῶν ὅλων Θεός ᾠκονόμησε;» (ΕΠΕ 15Γ, 24). Ἐπεκτείνει δέ τήν διδασκαλία του ἀναφέροντας τά ἑξῆς:
«Καί ἄλλο δέ σκοπήσωμεν · ὁ Θεός ἐκλεξάμενος ἐξήγειρεν Ἀποστόλους καί Προφήτας καί Διδασκάλους πρός τόν καταρτισμόν τῶν ἁγίων, ὁ δέ διάβολος ψευδαποστόλους καί
ψευδοπροφήτας καί ψευδοδιδασκάλους κατά τῆς εὐσεβείας ἐκλεξάμενος ἐξήγειρε, ὥστε καί τόν παλαιόν πολεμηθῆναι νόμον καί τόν εὐαγγελικόν. Ψευδαποστόλους δέ καί ψευδοπροφήτας καί ψευδοδιδασκάλους μόνους νοῶ τούς αἱρετικούς, ὧν οἱ λόγοι καί οἱ λογισμοί διεστραμμένοι εἰσίν. Ὥσπερ οὖν ὁ τούς ἀληθεῖς Ἀποστόλους καί Προφήτας καί Διδασκάλους δεχόμενος Θεόν δέχεται, οὕτω καί ὁ τούς ψευδαποστόλους καί ψευδοπροφήτας καί ψευδοδιδασκάλους δεχόμενος τόν διάβολον δέχεται» (ΕΠΕ 15Γ,24).
Εἶναι φοβερό τό σημεῖο αὐτό καί πρέπει νά προβληματίση κάθε ὀρθόδοξο. Ἀναφέρει ὁ ὅσιος ὅτι, ὅπως ὁ Θεός ἐξέλεξε καί ἔθεσε εἰς τήν Ἐκκλησία Ἀποστόλους, Προφήτας καί διδασκάλους, ἔτσι καί ὁ διάβολος ἐξέλεξε καί ἔθεσε «κατά τῆς εὐσεβείας ψευδαποστόλους, ψευδοπροφήτας καί ψευδοδιδασκάλους».
Πλέον συγκεκριμένα καί μέ ἀπαράμιλλη διαύγεια ἀναφέρει, ποῖοι εἶναι αὐτοί. «Ψευδαποστόλους δέ καί ψευδοπροφήτας καί ψευδοδιδασκάλους μόνους νοῶ τούς
αἱρετικούς, ὧν οἱ λόγοι καί οἱ λογισμοί διεστραμμένοι εἰσί».
Ἐδῶ ὁ ἅγιος δηλώνει ὅτι οἱ αἱρετικοί ἔχουν, θά λέγαμε, μία διαβολική τέχνη καί ἱκανότητα νά παρουσιάζωνται ὡς Ἐπίσκοποι καί διδάσκαλοι τῆς ἀληθείας καί νά ἐνδύουν τήν πλάνη μέ ἔνδυμα εὐσεβείας. Καταλήγει δέ ὁ ὅσιος, ὅτι ὅποιος τούς δέχεται καί τούς ἀναγνωρίζει ὡς ἀληθινούς ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας, δέχεται καί ἀναγνωρίζει τόν διάβολο.

H μετάνοιά τους ενεργείτο με κλαυθμούς και αείρρυτα δάκρυα

Οι Άγιοι σαν θεμέλιο της πνευματικής τους αναγεννήσεως κατέθεσαν την περιεκτική μετάνοια. Δηλαδή είχαν την αδιάλειπτη κατάγνωση των προημαρτημένων και τον φλογίζοντα την ψυχήν τους πόθο της προοδευτικής αλλαγής, που ποτέ δεν έσβυνε, παρά τη συνειδητή πνευματική άνοδό τους στην κλίμακα της αρετής και της αγιότητος. Και η μετάνοιά τους ενεργείτο με κλαυθμούς και αείρρυτα δάκρυα, με πένθος και ταπείνωση, με νηστείες και αγρυπνίες και αδιάλειπτες προσευχές και με όλες τις ευαγγελικές εντολές με τη μορφή ασκητικών και πνευματικών πράξεων.

Επιστολαί Αγ. Νεκταρίου

Επιστολή  23η

Εν Αθήναις τη 24 Ιανουαρίου 1907

Οσιωτάτη εν Κυρίω θυγάτηρ Ξένη, εύχομαί σοι πατρικώς.

Η κατά πνεύμα ημών θυγάτηρ Αμαλία διηρώτησεν ει εστί δυνατόν ενοικείν την ειρήνην εν καρδία πάθεσι πεπληρωμένην. Προς την ερώτησιν ταύτην απαντών δια της παρούσης μου γράφω ταύτα.
Περί ειρήνης ψυχής.
Η ειρήνη εστίν, ως εμοί δοκεί, το ύδωρ της αναπαύσεως, περί ου ο ψαλμωδός γράφει: έστι δε δώρον Θεού δαψιλευόμενον τοις ειρηνεύουσι προς Αυτόν και ποιούσι τα θεία Αυτού προστάγματα. Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ομιλών προ του πάθους εις τους θείους Αυτού μαθητάς και Αποστόλους έδωκεν αυτοίς την εαυτού ειρήνην ειπών: «ειρήνην αφίημι υμίν, ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν» (Ιωάν. ιδ, 27). Η ειρήνη άρα των μαθητών του Κυρίου εστίν δώρον Θεού, Θεός δε ειρήνης καλείται ο Θεός εν ταις αγίαις Γραφαίς (Β΄ Κορινθ. Ιγ,11). Ο θείος Ιάκωβος, ο Αδελφόθεος, εν τη Καθολική αυτού επιστολή λέγει ότι «καρπός δε της δικαιοσύνης εν ειρήνη σπείρεται τοις ποιούσιν ειρήνην» (γ΄, 18). Εκ των ειρημένων διδασκόμεθα, ότι ο Θεός της ειρήνης βραβεύεται τοις μαθηταίς Αυτού την ειρήνην την εαυτού, και ότι ο καρπός της δικαιοσύνης, ήτοι το έργον του Ευαγγελίου ή ο λόγος του Θεού εν ειρήνη σπείρεται δια τους εργαζομένους την ειρήνην ήτοι δια τους υιούς της ειρήνης ή υπέρ των υιών της ειρήνης των κεκλημένων εις σωτηρίαν. Οι πόδες αυτών εισιν ωραίοι ως ευαγγελιζόμενοι την ειρήνην, ως ευαγγελιζόμενοι τα αγαθά. Ώστε η ειρήνη, ως δώρον Θεού διαμένει εν τοις μαθηταίς του Κυρίου. Η ειρήνη, ως θείον δώρον, εστι φως και κοινωνεί μετά των πεφωτισμένων. Η ειρήνη ως φως φεύγει το σκότος, διότι ουδεμία κοινωνία φωτί προς σκότος, σκότος εστίν η αμαρτία, η ειρήνη άρα φεύγει την αμαρτίαν, ως σκότος. Άρα ο αμαρτωλός ουδέποτε ειρηνεύει. Το συμπέρασμα των ειρημένων εστίν αναντίρρητον, αλλ΄υφίσταται η ερώτησις: πάντα τα πάθη τα εν ημίν εισιν αμαρτίαι αποκρούουσαι την ειρήνην του Θεού, την δοθείσαν τοις φωτισθείσι τω φωτί της θεογνωσίας; Εις την ερώτησιν ταύτην απαντώντες λέγομεν: άπαντα τα εν ημίν τοις φωτισθείσι πάθη ουκ εισίν αμαρτίαι, τα γαρ έμφυτα, τα τε ψυχικά και σωματικά ως υπό του Θεού εμβεβλημένα εισιν αδιάβλητα, ο γαρ Θεός εποίησε τα πάντα καλά λίαν, και τα πάθη εδόθησαν δι΄ εν σκόπιμον και λελογισμένον τέλος. Ταύτα λειτουργούντα κατά τον θείον νόμον και κατά τον λόγον της υπάρξεως αυτών, και προς επιδίωξιν του ζητουμένου τέλους, μεταβάλλονται εις δυνάμεις ηθικάς, μηδέν εχούσας το εμπαθές και αλητρόν, διο και μετά της ειρήνης συμβιούσι και η ειρήνη ουκ αφίσταται από των ψυχών, των εχόντων τα πάθη ταύτα, διότι κατά τον θείον νόμον πολιτεύονται. Τα πάθη ταύτα λειτουργούντα ου κατά το σκόπιμον και λελογισμένον τέλος δι΄ ο εδόθηκαν, αλλά προς άλογον ικανοποίησιν αυτών, ως λειτουργούντα παρανόμως και παραλόγως, έχουσι το εμπαθές και αλητρόν και η λειτουργία αυτών λογίζεται αμαρτία, και ο την λειτουργίαν αυτών προκαλών, καθ΄ οίον δήποτε τρόπον αμαρτάνει προς τον Θεόν. Αλλά πλην των εμφύτων ημίν παθών των φυτευθέντων εν τη ψυχή προς εργασίαν της αρετής και προς τελείωσιν ημών υφίστανται εν ημίν κατά τινα κληρονομίαν και έτερα τινα πάθη ψυχικά, άτινα ουκ έθετο εν ημίν ο Θεός. Ταύτα εστιν ο εν ημίν νόμος της αμαρτίας, όστις εμφανίζεται εν ημίν ως ροπή τις προς το κακόν. Η ροπή αύτη τείνει να κατακυριεύση της θελήσεως ημών και να διευθύνη αυτήν κατά τας απαιτήσεις αυτής. Η ροπή αύτη αξιοί να κυβερνά εν ημίν και επιζητεί την κυριαρχίαν επί τε των ψυχικών και σωματικών δυνάμεων και ζητεί να μεταβάλη τας εν ημίν δυνάμεις εις πάθη δουλικά, εις πάθη αλητρά, εις πάθη δαιμονιώδη. Όταν η ροπή αύτη κατακυριεύση ημών, τότε η ειρήνη φυγαδεύεται, ο δε δουλωθείς υπό των παθών της ροπής ταύτης, ως δούλος της αμαρτίας ουδεμίαν έχει ειρήνην. Ήδη εξεταστέον τα εν ημίν πάθη δουλεύουσι τη αμαρτία; Εάν υπέταξεν ο νόμος της αμαρτίας την εν ημίν ελευθερίαν ήτοι το θέλειν και πράττειν αεί προς τον νόμον του Θεού, και διευθύνειν τας εν ημίν ψυχικάς ήτοι πνευματικάς δυνάμεις προς το σκόπιμον και λελογισμένον τέλος, εάν υπέταξεν την ηθικήν ημών ελευθερίαν και ελευθέραν θέλησιν, τότε δουλεύουσι τα πάθη τη αμαρτία και ειρήνη δεν υπάρχει εν ημίν. Εάν ο εν ημίν νόμος του Θεού, ο νόμος του αγαθού ανθίσταται και μάχεται προς καθυπόταξιν του νόμου της αμαρτίας και καταδέσμευσιν της ορμής της ροπής προς την αμαρτίαν και ενίσχυσιν και επικράτησιν της εν ημίν ηθικής ελευθερίας, όταν συναισθανώμεθα, ότι αγωνιζόμεθα υπέρ της ηθικής ημών ελευθερίας, τότε η ειρήνη του Θεού πληροί τας καρδίας ημών, τα πάθη του νόμου της αμαρτίας κατατροπούνται ολίγον κατ΄ολίγον και εκδιώκονται και τότε και ο μέγας αγών σχεδόν καταπαύει, η δε ειρήνη βασιλεύει. Οφείλομεν όμως να γρηγορώμεν και να αγρυπνώμεν, διότι ο νόμος της αμαρτίας γρηγορεί εν ημίν, ο δε διάβολος υποδαυλίζει αυτόν ως το πυρ. Το συμπέρασμα είναι να σωφρονήτε και να αγωνίζησθε κατά του νόμου της αμαρτίας και να μη θορυβή υμάς η των παθών υμών εξανάστασις. Η ειρήνη δεν αποβάλλεται υπό των παθών, αλλ΄ υπό του χαρακτήρος αυτών, τον οποίον θα λάβωσιν εκ της ήττης ή εκ της πάλης. Εάν εν τη πάλη νικήσης, η των παθών εξέγερσις εγένετο αφορμή νέας χαράς και ειρήνης, εάν ηττηθής, ο μη γένοιτο, τότε γεννάται θλίψις και ταραχή, αλλ΄ εάν μετά αγώνα κρατερόν πάθη τι ανθρώπινον, επικρατήση δε προς ώραν ο νόμος της αμαρτίας, επανέλθη δε εν τω αγώνι και επιμείνη εν αυτώ, νικά ο αγωνιζόμενος και η ειρήνη επανέρχεται.
Ταύτα εις απάντησιν της Αμαλίας.
Σας εύχομαι και διατελώ προς Θεόν ευχέτης.

Ο κατά πνεύμα Πατήρ σας

+Ο Πενταπόλεως Νεκτάριος.

ΘΥΜΟΣ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ!!!

Ενώ ένας άνδρας γυάλιζε το νέο αυτοκίνητό του, ο ηλικίας 4 ετών γιος του, πήρε μια πέτρα και γρατσούνισε με γραμμές μέρος του αυτοκινήτου. Στο θυμό του απάνω, ο άνδρας αυτός πήρε το χέρι του παιδιού του και χρησιμοποιώντας ένα γαλλικό κλειδί, το χτύπησε πολλές φορές.
Στο νοσοκομείο, το παιδί έχασε όλα τα δάχτυλά του λόγω των πολλαπλών σπασιμάτων.
Όταν το παιδί είδε τον πατέρα του, με παραπονεμένα μάτια, γεμάτα πόνο τον ρώτησε: “Μπαμπά… πότε τα δάχτυλά μου θα μεγαλώσουν πάλι;”


Το άτομο βουβό, πήγε πίσω στο αυτοκίνητό του και το κλώτσησε πολλές φορές. Σκεπτόμενος αυτό που έκανε, βρισκόμενος μπροστά στο αυτοκίνητό του και βλέποντας ξανά τις γρατσουνιές, αντιλήφθηκε ότι το παιδί του είχε γράψει με την πέτρα “ΜΠΑΜΠΑ ΣΕ ΑΓΑΠΩ”.

Ο θυμός και η αγάπη δεν έχουν κανένα όριο. Επιλέξτε το  δεύτερο για να έχετε μια όμορφη, καλή ζωή… Τα πράγματα υπάρχουν για να χρησιμοποιούνται, ενώ οι άνθρωποι είναι για να αγαπηθούν.Προσέξτε τις σκέψεις σας, γίνονται λέξεις.

 Προσέξτε τις λέξεις σας, γίνονται ενέργειες.
Προσέξτε τις ενέργειές σας, γίνονται συνήθειες.
Προσέξτε τις συνήθειές σας που γίνονται χαρακτήρας.
Προσέξτε το χαρακτήρα σας, γίνεται το πεπρωμένο σας.




Πηγή :  http://logia-tou-aera.blogspot.ca/

THE LAST INTERVIEW WITH THE GREAT BYZANTOLOGIST SIR STEVEN RUNCIMAN FOR THE MAGAZINE “PEMPTOUSIA”

 
(Issue 4, DEC. 2000 - MAR. 2001)
An interview conducted by the magazine PEMPTOUSIA with the great Byzantologist Sir Steven Runciman at the Holy Great Monastery of Vatopedi, on 14/7/2000, where he was hosted during his three-day stay on Mount Athos for the arrival of Ecumenical Patriarch Bartholomew, who was to inaugurate the new sacristy of the monastery and the holy community of Mount Athos.
PEMPTOUSIA: When did you first come to Mount Athos?
Sir Steven Runciman: In 1936 it so happened that I was traveling on a ship towards Kavala, which approached one of the shores of Athos. The monks approached us in boats intending to help us. I could have got off on the shore, but the ship's captain insisted that we continue our course towards Kavala, and so he stopped me. I got very angry at him and talked back to him in perfect Greek. You see, when I get angry, I speak perfect Greek... In 1952 I visited Mount Athos for the first time, very briefly. A second time followed that same decade, but I was upset because everything seemed to be in a state of deterioration. Later, it was wonderful to see the live renewal when I returned here; it is now a great joy and satisfaction for me to be here, because this fact restores trust in the God-friendly human nature.