Δημήτριος Χατζηνικολάου

 Ὅσον καί νά προσπαθῆτε νά συσκοτίσετε τήν Ἀλήθειαν, ὄχι μόνον δέν θά τό κατορθώσετε, ἀλλά καί αὐτο-εξευτελίζεσθε. Ὅπως γράφουν οἱ ἴδιοι οἱ Οἰκουμενισταί στά ἐπίσημα κείμενά των (βλ. π.χ. τήν Πατριαρχικήν Ἐγκύκλιον τοῦ 1920), εἰσήγαγαν τό νέον ἑορτολόγιον γιά νά συνεορτάζουν μέ τήν αἱρετικήν Δύσιν, καταργοῦντες ἔτσι ἐν τοῖς πράγμασι τόν 37ον Κανόνα τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου (ἐπικυρωθέντος ἀπό τόν 2ον Κανόνα τῆς ΣΤ Οἰκουμενικῆς), γεγονός πού ἀποτελεῖ βλασφημίαν κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γράφουν ἐπίσης εὐθαρσῶς ὅτι ἀπέβλεπον εἰς τήν «Ἕνωσιν τῶν Ἐκκλησιῶν», ἤτοι τήν κατάργησιν τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπερ ἀποτελεῖ δευτέραν βλασφημίαν κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος! Ἦτο δέ γνωστόν ὅτι ἡ εἰσαγωγή τοῦ ν.ἡ. θά προκαλοῦσε σχίσμα καί ἑορτολογικήν ἀταξίαν, ἐπειδή τό «καλεντάριον τῶν Λατίνων» εἶχε καταδικασθῆ ἀπό τρεῖς Πανορθοδόξους Συνόδους (1583, 1587 καί 1593). Τρίτη βλασφημία κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος! Οἱ τοῦ π.ἡ. δέν ἄλλαξαν τίποτε, δέν ἐπεκαλέσθησαν ἀνακρίβειες εἰς τήν μέτρησιν τοῦ χρόνου, ὅπως ἔκαναν καί κάνουν ἀκόμη οἱ Οἰκουμενισταί (ὑποκριτικῶς, βεβαίως, καθότι εἶχον ἀλλότριον σκοπόν), ἄρα ἀπό ποῦ προκύπτει ὅτι εἶναι «χρονολάτραι»; Δέν ἔχω χρόνον γιά ἀτέρμονες «συζητήσεις» μέ κακοπροαιρέτους, μέ λασπολόγους-συκοφάντας διαστρεβλωτάς τῆς Ἀληθείας κ.λπ. Τό ἔχω κάνει ἄπειρες φορές καί στό τέλος δέν βγαίνει κανένα κέρδος, ἀλλά τό κόστος (χάσιμο χρόνου) εἶναι τεράστιον.

OI ΠΕΡΙ ΥΠΑΚΟΗΣ ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ

τοῦ Ἱερομονάχου π. Εὐθύμιου Τρικαμηνᾶ

Ἡ  περίοδος πού διερχόμεθα ὡς προετοιμασία γιά τήν μεγάλη ἑορτή τῶν Χριστουγέννων ἔχει, ἐκτός τῶν ἄλλων γιά ἐμᾶς τούς κληρικούς, καί περισσότερη πνευματική ἐργασία (ἐννοῶ κυρίως τήν ἐξομολόγησι καί καθοδήγησι, ἐπίσκεψι ἀρρώστων κλπ.) εἰς τρόπον ὥστε νά μήν μένη χρόνος γιά ἐνημέρωσι καί ἀπάντησι σέ διάφορα κείμενα πού δημοσιεύονται στό διαδίκτυο καί ἀλλοῦ.
 Ἐπειδή ὅμως, μοῦ ἀπεστάλη ἕνα ἀντίγραφο κειμένου, τό ὁποῖο θέτει ὡς ἀπαραίτητο προϋπόθεσι γιά νά ἀποτειχισθῆ κάποιος τό νά ἔχει προηγουμένως πάρει τήν εὐλογία τοῦ γέροντός του καί πνευματικοῦ του πατρός, ἐθεώρησα ἀναγκαῖο νά γράψω κάποιες σκέψεις χάριν τῆς ἀληθείας, ὥστε νά ἀντιληφθῆ ὁ κάθε καλοπροαίρετος ἀναγνώστης τό εὐόλισθο καί ἀντιπατερικό αὐτῆς τῆς θεωρίας καί τό ὅτι ἀποτελεῖ μία ἁπλή δικαιολογία προκειμένου νά μήν πράξωμε ἐν καιρῷ αἱρέσεως ὅσα ἐθέσπισαν ἡ ἁγ. Γραφή καί οἱ ἅγ. Πατέρες.
Τό κείμενο πού μοῦ ἀπεστάλη εἶναι ἀπό τό ἱστολόγιο«Κατάνυξις» καί σ’ αὐτό ἀναφέρεται ἡ ὑπακοή πού ἔκανε ὁ ἡγούμενος τῆς Ἱ. Μονῆς Κωνσταμονίτου π. Ἀγάθων, στόν γέροντά του π. Ἐφραίμ τῆς Ἀριζόνας, παρ’ ὅτι, ὅταν εἶδε κάποιες αἱρετικές πράξεις τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου πρός τόν Πάπα, ὁ ἴδιος ἠθέλησε ὡς ἐκ τούτου νά διακόψη πάραυτα τό μνημόσυνο τοῦ αἱρετικοῦ Πατριάρχου. Τότε ὁ π. Ἐφραίμ τόν συγκράτησε καί τοῦ εἶπε ὅτι ἀκόμη δέν ἦλθε ἡ ὥρα γιά τήν ἀποτείχισι κι ἔτσι ὁ π. Ἀγάθων ἔκανε ὑπακοή στόν γέροντά του.
Ὁ ὑπεύθυνος τοῦ ἱστολογίου αὐτοῦ π. Νικόλαος Μανώλης ἐδικαιολόγησε αὐτήν τήν στάσι τοῦ π. Ἀγάθωνος καί μάλιστα ἔγινε προσπάθεια καί ἀπό τούς δύο νά τήν κατοχυρώσουν ὡς ὀρθόδοξο γραμμή ἐν καιρῷ αἱρέσεως, τό νά ἀπαιτῆται, δηλαδή, ἡ εὐλογία καί συγκατάθεσις τοῦ γέροντος, προκειμένου νά ἀποτειχισθῆ κάποιος καί νά ἀπομακρυνθῆ ἐκκλησιαστικῶς ἀπό τήν αἵρεσι καί τούς φορεῖς της.
Κατ’ ἀρχάς πρέπει νά ἀναφέρω ὅτι ἀπό τήν ἀρχή τῆς μοναχικῆς μας ἀφιερώσεως, μᾶς ἐδίδαξαν ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ πατέρες τοῦ ἁγ. Ὄρους (καί αὐτοί ἀκόμη οἱ γέροντες π. Ἐφραίμ Φιλοθεΐτης καί π. Ἐφραίμ Κατουνακιώτης) ὅτι ἀπό τήν ὑπακοή ἐξαιροῦνται δύο περιπτώσεις, τά θέματα τῆς πίστεως καί τῆς ἠθικῆς. Δηλαδή ἄν μοῦ ζητηθῆ νά κάνω ὑπακοή σέ θέματα πίστεως ἤ ἠθικῆς, νά μήν ὑπακούσω, ἐφ’ ὅσον διά τῆς ὑπακοῆς αὐτῆς βλάπτομαι ὡς πρός τήν πίστι καί τήν ἠθική. Τώρα δυστυχῶς μέ αὐτά πού γράφουν καί λέγουν ὁ π. Ἀγάθων καί ὁ π. Νικόλαος Μανώλης ἐξομοιώνουν τήν πίστι καί τήν ὑποβιβάζουν στό ἐπίπεδο ὅλων τῶν ἄλλων θεμάτων, γιά τά ὁποῖα ὄντως χρειάζεται ἡ εὐλογία τοῦ γέροντος, προκειμένου νά διασφαλισθῆ ὁ μοναχός ἤ ὁ λαϊκός καί νά μήν καλλιεργῆ τόν ἐγωϊσμό διά τοῦ ἰδίου θελήματος.
Ὁ ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης μᾶς μεταφέρει τήν διδασκαλία τοῦ ἁγ. Νικηφόρου τοῦ ὁμολογητοῦ, ὁ ὁποῖος διδάσκει ὅτι ὁ πρῶτος λόγος, γιά τόν ὁποῖο δύναται νά ἀποχωρήση ὁ μοναχός ἀπό τή μονή τῆς μετανοίας του, εἶναι ὅταν ὁ ἡγούμενος εἶναι αἱρετικός (Ὑποσ. εἰς ΚΑ΄ τῆς Ζ΄ Οἰκουμ.). Ἀπό αὐτή τήν πατερική διδασκαλία πάλι συνάγεται ὅτι, ὅταν ὁ λόγος εἶναι περί πίστεως, παραμερίζονται τά πάντα, ἀκόμη καί ἡ ὑπακοή. Διότι τό νά φύγη ὁ μοναχός ἀπό τό μοναστήρι, σέ ἄλλες περιπτώσεις θεωρεῖται βαρύτατο ἁμάρτημα πού ἐπισύρει τόν ἀφορισμό καί τήν ἀκοινωνησία στόν μοναχό, τήν καθαίρεσι δέ σέ ὅσους τόν δεχθοῦν, Ἐπισκόπους ἤ ἡγουμένους.