ΛΟΓΟΣ Α΄ Εις την Κοίμησιν της Υπερευλογημένης Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας. (Δαμασκηνού του Στουδίτου)

Τρεις καταστάσεις υπάρχουν των ανθρώπων όλων, ευλογημένοι Χριστιανοί, ως το λέγουν τα βιβλία μας· πρώτη μεν είναι των ανθρώπων εκείνων, οίτινες χωρίς άλλο τι, άμα επινοήσωσι το αγαθόν, το πράττουσιν· ως ο Αβραάμ, καθώς το μαρτυρούν αι θείαι Γραφαί ότι χωρίς να ακούση διδαχήν, έπραξε το καλόν. Που να ακούση διδαχήν ο Αβραάμ αφού ο πατήρ του, ο Θάρρας, και το γένος του όλον ήσαν ειδωλολάτραι; Τι δε λέγω το γένος του; Ο κόσμος ολόκληρος ελάτρευε τότε τα είδωλα, αλλ’ αυτός, ως έχων αγίαν ψυχήν, καθό έτοιμος να κάμη το καλόν, βλέπων τον ουρανόν πλήρη αστέρων, επίστευσεν απ’ αυτό εις τον Θεόν, και εμίσησε τα είδωλα του πατρός, σκεφθείς νοερώς, ότι εάν οι αστέρες, η σελήνη και ο ήλιος είναι τόσον λαμπρά και ωραιότατα τω όντι ποιήματα, πόσον μάλλον είναι εκείνος, όστις έπλασεν αυτά. Συλλογισθείς είτα ο Αβραάμ ως φρονιμώτατος, ότι ο πατήρ του και το γένος του όλον προσκυνεί τα είδωλα, και λέγουν, ότι αυτά είναι θεοί, διελογίσθη καθ’ εαυτόν και είπε:

Ὁμιλία στήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου

Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ: 

Ἄν ὁ θανατος τῶν ὁσίων εἶναι τίμιος καί ἡ μνήμη δικαίου συνοδεύεται ἀπό ἐγκώμια (Παρμ. 10,7), πόσο μᾶλλον τή μνήμη τῆς ἁγίας τῶν ἁγίων, διά τῆς ὁποίας ἐπέρχεται ὅλος ὁ ἁγιασμός στούς ἁγίους, δηλ. τή μνήμη τῆς ἀειπάρθενης καί Θεομήτορος, πρέπει νά τήν ἐπιτελοῦμε μέ τίς μεγαλύτερες εὐφημίες;

Αὐτό πράττουμε ἑορτάζοντας τήν ἐπέτειο τῆς ἁγίας κοιμήσεως ἤ μεταστάσεώς της (μεταβιώσεως), πού ἄν καί μέ αὐτή εἶναι λίγο κατώτερη ἀπό τούς ἀγγέλους, ὅμως ξεπέρασε σέ ἀσύγκριτο βαθμό καί τούς ἀγγέλους καί τούς ἀρχαγγέλους καί ὅλες τίς ὑπερκόσμιες δυνάμεις μέ τήν ἐγγύτητά της πρός τόν Θεό καί μέ τά ἀπό παλαιά γραμμένα καί πραγματοποιηθέντα σ’ αὐτή θαυμάσια.

Τη ΙΕ΄ (15η) του Αυγούστου, η σεβασμία Μετάστασις της Υπερενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου ΜΑΡΙΑΣ.

Όταν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ηθέλησε να παραλάβη παρ’ εαυτώ την Μητέρα Του, τότε εφανέρωσεν εις αυτήν προ τριών ημερών δι’ Αγγέλου (όστις λέγουσιν ότι ήτο ο Αρχάγγελος Γαβριήλ) την από γης εις ουρανόν μετάστασιν αυτής. Ελθών δε προς αυτήν ο Άγγελος είπε· «Τάδε λέγει ο Υιός σου – Καιρός είναι να παραλάβω πλησίον μου την Μητέρα μου – Όθεν μη ταραχθής δια τούτο, αλλ’ ευφροσύνως δέξαι το μήνυμα, επειδή μεταβαίνεις εις ζωήν αθάνατον». Τούτο μαθούσα η Θεοτόκος εχάρη χαράν μεγάλην, και φλεγομένη υπό του πόθου να μεταβή προς τον Υιόν της, ανέβη μετά σπουδής και προθυμίας εις το όρος των Ελαιών, ίνα προσευχηθή (διότι η πανύμνητος είχε τοιαύτην συνήθειαν, να αναβαίνη συχνότατα εις το όρος τούτο). Εγένετο δε θαύμα παράδοξον κατά την εκεί ανάβασιν της Θεοτόκου, διότι έκλιναν την κορυφήν αυτών τα δένδρα, τα εν τω όρει πεφυτευμένα, ως να ήσαν έμψυχα και λογικά, και ούτω προσεκύνησαν και απέδωκαν, κατά το πρέπον, σέβας και τιμήν εις την Κυρίαν και Δέσποιναν του κόσμου. Αφού δε η Πανάχραντος προσηυχήθη επ’ αρκετόν, επανήλθεν εις τα ίδια, και, ω του θαύματος!

ΥΜΝΟΛΟΓΙΚΟΣ ΚΑΙ ΠΑΤΕΡΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ -- Εἰς τὸ παράδοξον θαῦμα τῆς ὑπερφυοῦς κοιμήσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου

 Του αειμνήστου Παναγιώτου Γκιουλέ

«Ὤ τοῦ παραδόξου θαύματος. Ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς ἐν μνημείῳ τίθεται, καὶ κλῖμαξ πρὸς οὐρανὸν ὁ τάφος γίνεται. Εὐφραίνου Γεθσημανῆ τῆς Θεοτόκου τὸ ἅγιον τέμενος. Βοήσωμεν οἱ πιστοί, τὸν Γαβριὴλ κεκτημένοι ταξίαρχον· Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μετὰ σοῦ ὁ Κύριος, ὁ παρέχων τῷ κόσμῳ, διὰ σοῦ τὸ μέγα ἔλεος» (α´ αὐτόμελον τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς).

Ἔκθαμβος καὶ ἐξαποροῦσα ἡ θεόφθογγος ὑμνογραφικὴ γλῶσσα τοῦ μυσταγωγικοῦ ὑμνογράφου τῆς ἑορτῆς, πρὸ τοῦ παραδόξου καὶ ἀνερμηνεύτου θαύματος τῆς ὑπερφυοῦς κοιμήσεως τῆς Θεομήτορος, ἐνθέως ἀναφωνεῖ: «Ὤ τοῦ παραδόξου θαύματος! Ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς ἐν μνημείῳ τίθεται». Ἡ Παρθένος, ποὺ ἔγινε πηγὴ καὶ μητέρα τῆς ζωῆς, γιατὶ ἐκυοφόρησε στὴν πανάμωμο μήτρα της τὴν ὄντως ζωὴν τοῦ Σαρκωθέντος Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ Πατρός, σήμερον «ἐν μνημείῳ ἄπνους τίθεται καὶ ὁ Πανάγιος τάφος της γίνεται ἐπουράνιος κλῖμαξ» «ἡ μετάγουσα τοὺς ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν»!… Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ πνευματέμφορος ὑμνογράφος συνεχίζων τὶς οὐράνιες ὑμνολογικὲς ἀναβάσεις του πρὸς τὴν Πάναγνον Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἔκθαμβος ἀνακράζει:

Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟ


 

Μεταμοσχεύσεις καί εμβόλια (covid - 19 mRNA) κυτταρικών σειρών -- του ιατρού κ. Κυπριανού Χριστοδουλίδη

Η αφορμή τού βίντεο

<https://www.romfea.gr/katigories/10-apopseis/44996-emvoliasmoi-metamosxeyseis?fbclid=IwAR04aVDPTG1LRM8PiWflmapQBazm4ngyNyMjd5B7JOhB_v7w_o-hQ0kiuHQ>

Στό βίντεο ανέπτυξα επιστημονικά δεδομένα.
Τά θεολογικά όχι. Ο Καθηγητής Π.Ι. Μπούμπης γράφει : «Τούς ἀπάντησα, γιά νά πάρω θέση καί νά ἐκφέρω γνώμη σύμφωνα μέ τή χριστιανική ἠθική καί τούς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή γιά νά διατυπώσω νόμο-κανόνα δικαίου, πρέπει πρῶτα ἡ ἰατρική ἐπιστήμη νά καταλήξει πότε ἔχουμε πράγματι θάνατο.

Φυσικά ἀλλιῶς θά κινδύνευα νά κατηγορηθῶ ὅτι προέτρεξα τῆς ἁρμόδιας
ἐπιστήμης καί ὡς «παντογνώστης» καί καθόρισα ἀναρμοδίως πότε ἔχουμε θάνατο, πότε δηλαδή ἐπέρχεται ὁ πραγματικός θάνατος καί ἑπομένως δέν ἔχουμε εὐθύνη γιά τέλεση φόνου κατά τή λήψη σωματικοῦ ὀργάνου ἀπό τόν ἐνδεχομένως θανόντα δότη.». Καί επί τούτων τά κάτωθι
  ...

- Η καθ΄ ημάς Ορθόδοξη Θεολογία :

Η ΠΕΠΟΙΚΙΛΜΕΝΗ -- Aλεξ. Παπαδιαμάντη

Εἶχα τάξιμον νὰ ὑπάγω στὴν Κεχριάν, νὰ ψάλω τὸ «Πεποικιλμένη», εἰς τὰ Ἐννιάμερα, τὴν 23 Αὐγούστου. Ἀπὸ δέκα χρόνων δὲν εἶχα ἐπισκεφθῆ τὴν Παναγίαν τὴν Κεχριάν. Δέκα χρόνια εἶχα ν᾿ ἀσπασθῶ τὴν σεβασμίαν παλαιὰν Εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως, ὁποὺ εἶναι ζωγραφισμένοι, ἐπάνω εἰς δύο ὑπερῷα, ἔνθεν καὶ ἔνθεν, ὁ ἱερὸς Κοσμᾶς (αὐτὸς ὁ θεσπέσιος ποιητὴς τῆς Πεποικιλμένης) καὶ ὁ θεῖος Δαμασκηνός, τείνοντες δύο τόμους κάτω πρὸς τὴν σύνθεσιν τῆς Εἰκόνος, ἐφ᾿ ὧν εἶναι γεγραμμένα δύο τροπάρια, τὸ «Γυναῖκά σε θνητήν, ἀλλ᾿ ὑπερφυῶς καὶ Μητέρα Θεοῦ», καὶ τὸ «Ἀξίως ὡς ἔμψυχόν σε οὐρανὸν ὑπεδέξαντο…» Καὶ δὲν εἶχα ἀγναντέψει οὔτε μακρόθεν τὸν περικαλλῆ θόλον τοῦ σεμνοῦ ναΐσκου, ὅπου ἀστράπτει εἰς τὸν ἥλιον ὅλος πεποικιλμένος ἀπὸ τὰ ὡραῖα παλαιὰ πινάκια, τὰ ἐγκολλημένα εἰς τὸ κτίριον ὡς ὄστρακα μαργαριτοφόρα.

Καὶ παρημέλησα τὸ τάξιμόν μου, καὶ δὲν ἀπεφάσιζα νὰ ὑπάγω. Ἐνύκτωσε, κ᾿ ἐκαθόμουν ἔξωθεν τοῦ μαγαζείου τοῦ ἀγαπητοῦ νεαροῦ φίλου μου, τοῦ Κωστῆ τοῦ Τσαμασφύρου, πολλὰ ρεμβάζων, καὶ οὐδὲν σκεπτόμενος. Ὁ Κωστάκης μοῦ ἔφερε ποτήριον ρακίου, νὰ μὲ κεράσῃ, καὶ μοῦ εἶπε:

Εγκώμιον εις την πάνσεπτον Κοίμησιν της Θεομήτορος -- Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού

1. Όποιοι έρωτα νιώθουνε για κάτι, συνηθίζουνε να μιλάν αδιάκοπα γι' αυτό και να το φέρνουνε μέρα και νύχτα στη σκέψη τους. Μη με κατακρίνετε, λοιπόν, που για τρίτη φορά τώρα έκαμα τούτο δω το έφύμνιο στη Μάνα του Θεού μου, για να της το προσφέρω σαν αποχαιρετιστήριο δώρο στην έξοδό Της.

Στην πραγματικότητα όμως τούτο το δώρο μου δεν είναι προσφορά σ' Εκείνη, αλλά σε μένα τον ίδιο και σε σένα, θείε και ιερέ λαέ, που παραστέκεσαι δω γύρω.

Κι αυτό γίνεται με το να στρώσω τραπέζι με τροφές που δεν είναι μονάχα σωτήριες κι ωφέλιμες στις ψυχές, αλλά και ταιριαστές στην ιερή τούτη νύχτα· και με το να γενώ έτσι νοικοκύρης πνευματικής χαράς.

Επειδή βλέπετε πώς σπανίζουνε τα τρόφιμα, γι' αυτό ακριβώς ετοιμάζω στα πρόχειρα το δείπνο, αν κι όχι ταιριαστά κι επιδέξια κι ούτε όπως θάξιζε στα μάτια Εκείνης που μας κάλεσε, αλλά τουλάχιστο στην ανάγκη μας τούτη, να μας δώσει παρηγοριά στην πείνα μας.

The Holy Prophet Michaias (Micah)

This Prophet (whose name means "who is like God?"), was a Morasthite from the land of Judah. He prophesied more than fifty years in the days of Joatham, Ahaz, and Hezekias, Kings of Judah. These kings reigned in the eighth century before Christ. From this it is clear that this Michaias is not the one who was the son of Iembla (or Imlah-III Kings 22:8), who censured Ahab and was murdered by Ahab's son Joram, as the Synaxaristes says; for this Joram reigned the ninth century before Christ. Yet Michaias was still prophesying, as mentioned above, in the days of Hezekias, who was a contemporary of Hosea and Esaias, and of Hoshea, the last King of the ten tribes of Israel, when that kingdom was destroyed by Salmanasar (Shalmaneser), King of the Assyrians (IV Kings 17: 1 - 16; 18: 1). This Michaias is sixth in rank among the minor Prophets. His book of prophecy is divided into seven chapters; he prophesied that the Christ would be born in Bethlehem (Michaias 5: 2). In the reign of Saint Theodosius the Great, the holy relics of the Prophets Michaias and Abbacum were found through a divine revelation to Zebennus, Bishop of Eleutheropolis (Sozomen, Eccl. Hist., Book VII, 29).