Εκκλησία και κόσμος -- του αειμνήστου Στεργίου Σάκκου Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ.

Η αγάπη του Θεού αγιάζει τον κόσμον

Είναι κάποιες αλήθειες παλιές, αλλά όχι ξεπερασμένες. Άφθορες από το πέρασμα του χρόνου, αδιάσειστες από τους σεισμούς και αδιάφθορες από τους συρμούς των καιρών μένουν φωτεινά μετέωρα. Φέγγουν στα σκοτάδια αυτού του κόσμου και κοντρολάρουν την πορεία μας μέσα σ΄ αυτόν. Διευκρινίζω ότι χρησιμοποιώ τη λέξη «κόσμος» με την ειδική έννοια, που της δίνει ο λόγος του Θεού· «ο κόσμος όλος εν τω πονηρώ κείται» (Α΄ Ιω. 5: 19). Ο κόσμος παραδομένος στον πονηρό, που τον ανακηρύσσει άρχοντα και κοσμοκράτορα του αιώνος τούτου, αντιτίθεται συνειδητά στο θέλημα του Θεού. Είναι εντούτοις, θαυμαστό ότι αυτός ο πονηρός κόσμος συνιστά το άμεσο αντικείμενο της αγάπης του Θεού. Αφοπλιστικός ο λόγος της αγίας Γραφής αποκαλύπτει ότι «ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον Υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν» (Ιω. 3: 16). Συγκλονιστικός ο μετασχηματισμός του θείου λόγου σε πράξη· επάνω από το σταυρό ο Κύριος Ιησούς Χριστός εμπιστεύεται το κλειδί του Παραδείσου του στον χειρότερο εκπρόσωπο του διεφθαρμένου κόσμου, σ΄ έναν κακούργο ληστή. Είναι η εγγύηση ότι τα ματωμένα χέρια του έχουν την πρόθεση και τη δύναμη ν΄ αγκαλιάσουν τον βρόμικο κόσμο, να τον καθαρίσουν με το αίμά τους, να τον επαναφέρουν στο αρχέγονο κάλλος και να τον ανεβάσουν στην ουράνια δόξα. Με την απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση ότι ο κόσμος θ΄ αναγνωρίσει την πλάνη, την αμαρτία του, θα εξομολογηθεί με συντριβή και μετάνοια και θα ομολογήσει πίστη στον μόνο Λυτρωτή Ιησού Χριστό.

Νομικοί Διαξιφισμοί περί της υποχρεωτικότητας του εμβολίου -- Χαράλαμπος Β. Κατσιβαρδάς Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω

H αντιδημοκρατική αυτή πολιτική, επιβολής προς τον υποχρεωτικό εμβολιασμό, αντιβαίνει προδήλως εις το άρθρο 2 του Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο «ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας», καθώς επίσης και το άρθρο 120 παράγραφος 2 το οποίο αναφέρει τα εξής: «ο σεβασμός (υπακοή, πίστη) στο Σύνταγμα και στους Νόμους που συμφωνούν με αυτό καθώς και η αφοσίωση στην Πατρίδα και την Δημοκρατία αποτελούν θεμελιώδη υποχρέωση όλων των Ελλήνων»

ΜΙΚΡΑ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ~ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΛΕΙΣΤΩΝ


 

Τη ΚΑ΄ (21η) Σεπτεμβρίου, μνήμη του Αγίου Προφήτου ΙΩΝΑ.

Ιωνάς ο Προφήτης ήτο υιός του Αμαθί, καταγόμενος από Γιέτ Καριαθμαούς και κατοικών πλησίον εις την Άζωτον, ήτις ήτο πόλις των Ελλήνων παραθαλάσσιος· προεφήτευσε δε περί τα έτη ωλη΄- ωι΄ (838 – 810) προ Χριστού. Μήτηρ αυτού ήτο η χήρα εκείνη, προς την οποίαν επέμφθη ο Ηλίας, όταν δια προσευχής του εγένετο πείνα εις την Σαμάρειαν, και εις όλην την επικράτειαν των δέκα φυλών. Όθεν και δια την φιλοξενίαν εκείνην ηυλόγησε τον καμψάκην, ήτοι το αγγείον του εκαίου και την υδρίαν του αλεύρου, ώστε ούτε εκενώθη, ούτε ωλιγόστευσεν εν όσω επεκράτει η πείνα. Ούτος δε ο Ιωνάς είναι ο υιός της προρρηθείσης χήρας, τον οποίον παραδόξως ανέστησεν ο Προφήτης Ηλίας εκ των νεκρών. Αφού δε επέρασεν ο καιρός της πείνης, ηγέρθη και επήγεν εις γην Ιούδα και εκεί προεφήτευσε με την Χάριν του Αγίου Πνεύματος. Προσταχθείς δε από τον Θεόν, δια να υπάγη να κηρύξη εις την Νινευϊ την καταστροφήν, την οποίαν έμελλε να πάθη μετ’ ολίγον, δεν υπήκουσεν.

Ἀπό τήν ἐπιστολήν τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων πρός τόν Βασιλέα Μιχαήλ Παλαιολόγον -- Τοῦ Δημητρίου Χατζηνικολάου, Ἀν. Καθηγητοῦ Οἰκονομικῶν τοῦ Παν/μίου Ἰωαννίνων

Πολλοί «ὀρθόδοξοι» σήμερον νομίζουν ἐσφαλμένως ὅτι ἡ ἐν γνώσει ἐκκλησιαστική κοινωνία, ἄμεσος ἤ ἔμμεσος, μέ σχισματο-αιρετικούς ψευδεπισκόπους τοῦ τύπου Βαρθολομαίου, Ἱερωνύμου κ.ἄ. δέν κολάζει, ἀλλ’ ἀρκεῖ ν’ αὐτοπροσδιορίζηταί τις ὡς «ἀντι-οικουμενιστής», νά γράφῃ ἀντι-οικουμενιστικά ἄρθρα κ.λπ. καί ταυτοχρόνως δύναται νά κοινωνῇ μέ τούς ὡς ἄνω ψευδεπισκόπους, κατά τήν αἵρεσιν τοῦ «δυνητικοῦ κανόνος» τοῦ π. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, συμφώνως πρός τήν ὁποίαν δύναταί τις νά συμπορεύηται καί μέ τόν Χριστόν καί μέ τόν Διάβολον! Ἡ αἵρεσις αὐτή ἔχει πολλάκις καταρριφθῆ μέ βιβλία καί ἄρθρα, ὡς προφανής διαστροφή τῆς Ἀληθείας, ἀλλά παραμένει ὡς ἡ ἐπικρατοῦσα στάσις, ἐπειδή «βολεύει» τά μάλα.

Στόχος τοῦ παρόντος εἶναι νά ὑπενθυμίσωμεν, διά πολλοστήν φοράν, εἰς τούς ὀπαδούς τῆς αἱρέσεως τοῦ «δυνητισμοῦ» ἤ «ἀχρικαιρισμοῦ» ὅτι ἡ στάσις των αὐτή τούς καθιστᾶ ἐνόχους διά τά ἐγκλήματα τῶν αἱρετικῶν μέ τούς ὁποίους κοινωνοῦν. Αὐτό διδάσκουν ὅλαι αἱ Γραφαί, ὅλαι αἱ Σύνοδοι καί ὅλοι οἱ Πατέρες, ὅπως μᾶς λέγει ὁ Ἅγιος Μάρκος Εὐγενικός, συνοψίζων ἄριστα τήν ’Ορθόδοξον διδασκαλίαν τῆς ἀποτειχίσεως ἀπό αἱρετικούς ψευδεπισκόπους: «Ἅπαντες οἱ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι, πᾶσαι αἱ Σύνοδοι καί πᾶσαι αἱ θεῖαι Γραφαί φεύγειν τούς ἑτερόφρονας παραινοῦσι καί τῆς αὐτῶν κοινωνίας διΐστασθαι» (P.G. 160, σ. 101, ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος). Ἀντί παραθέσεως πολλῶν ἀκόμη ἁγιογραφικῶν καί ἁγιοπατερικῶν χωρίων, καθώς καί παραδειγμάτων ἀπό τήν Ἐκκλησιαστικήν Ἱστορίαν, πού τεκμηριώνουν αὐτήν τήν διδασκαλίαν, παραθέτομεν ἁπλῶς τό παράδειγμα τῶν ἐπί «πατριάρχου» Βέκκου ἀγωνισθέντων καί θεαρέστως μαρτυρησάντων Ἁγιορειτῶν Πατέρων. Εἰς τήν γνωστήν ἐπιστολήν των, τήν ὁποίαν ἔγραψαν περί τό 1275 πρός τόν Βασιλέα Μιχαήλ Παλαιολόγον,[1] ἀντιδρῶντες εἰς τάς πιέσεις πού ἐδέχοντο νά μνημονεύσουν τόν «πάπαν», μετά ἀπό τήν ἑνωτικήν ψευδο-σύνοδον τῆς Λυῶνος, ἐπεκαλέσθησαν, μεταξύ ἄλλων, καί τό ἀκόλουθον χωρίον τῆς Καινῆς Διαθήκης: «Εἴ τις ἔρχεται πρός ὑμᾶς καί ταύτην τήν διδαχήν οὐ φέρει, μή λαμβάνετε αὐτόν εἰς οἰκίαν, καί χαίρειν αὐτῷ μή λέγετε· ὁ γάρ λέγων αὐτῷ χαίρειν κοινωνεῖ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ τοῖς πονηροῖς» (Ἰω. Β΄, 10-11). Τό χωρίον τοῦτο ἀνέλυσαν ὡς ἑξῆς (εἰς ἐλευθέραν μετάφρασιν τοῦ γράφοντος):

Ἄν ἐμποδιζώμεθα ἁπλῶς νά τόν χαιρετίσωμεν [τόν «πάπαν»] καθ’ ὁδόν καί νά τόν εἰσαγάγωμεν εἰς μίαν συνήθη οἰκίαν, τότε πῶς θά τόν εἰσαγάγωμεν, ὄχι εἰς οἰκίαν, ἀλλά εἰς τόν ναόν τοῦ Θεοῦ; ... Καί ἄν ὁ ἁπλοῦς χαιρετισμός του ἰσοδυναμεῖ μέ κοινωνίαν μέ τά πονηρά του ἔργα, πόσον μᾶλλον ἡ μνημόνευσίς του ἐκφώνως ἔμπροσθεν τῶν θείων καί φρικτῶν μυστηρίων; Ἄν δέ Αὐτός πού κεῖται ἔμπροσθεν ἡμῶν εἶναι ἡ Αὐτοαλήθεια, τότε πῶς εἶναι δυνατόν νά ἀνεχθῇ τοῦτο τό μέγα ψεῦδος, τό νά κατατάσσηται δηλαδή αὐτός μεταξύ τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν; Θέατρον θά παίξωμεν ἐνώπιον τῶν φρικτῶν μυστηρίων; Πῶς εἶναι δυνατόν ν’ ἀνεχθῇ τοιοῦτόν τι ἡ ὀρθόδοξος ψυχή, χωρίς ν’ ἀπομακρυνθῇ ἀμέσως ἀπό τούς μνημονευτάς, θεωρῶντας αὐτούς ἱεροκαπήλους; Διότι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θεωρεῖ τήν ἀναφοράν τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀρχιερέως ἐνώπιον τῶν ἀδύτων μυστηρίων ὡς τελείαν συγκοινωνίαν. Εἰς τήν ἑρμηνείαν τῆς θείας λειτουργίας ἔχει γραφῇ ὅτι ὁ ἱερουργῶν ἀναφέρει τό ὄνομα τοῦ ἀρχιερέως, διά νά δείξῃ ὅτι ὑποτάσσεται εἰς αὐτόν καί ὅτι εἶναι κοινωνός τῆς πίστεώς του... Καί ὁ μέγας πατήρ ἡμῶν καί ὁμολογητής Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ταῦτα λέγει: μολυσμόν ἔχει ἡ κοινωνία ἐκ μόνου τοῦ ἀναφέρειν τόν αἱρετικόν, ἀκόμη καί ὅταν ὁ ἀναφέρων εἶναι ὀρθόδοξος ... Ἀλλά θά δεχθῶμεν τό μνημόσυνον κατ’ οἰκονομίαν; Καί πῶς εἶναι δυνατόν νά εἶναι ἀποδεκτή μία οἰκονομία πού βεβηλώνει τά θεῖα μυστήρια καί διώκει ἀπό αὐτά τό Ἅγιον Πνεῦμα, στερῶντας ἔτσι τούς πιστούς ἀπό τήν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν των καί τήν χάριν τῆς υἱοθεσίας; Ὑπάρχει τι ζημιωδέστερον τούτου; Ἡ κοινωνία μετ’ αὐτῶν εἶναι προφανής ἔκπτωσις καί ἀνατροπή τῆς Ὀρθοδοξίας. Διότι ὁ αἱρετικόν δεχόμενος τοῖς αὐτοῦ ἐγκλήμασιν ὑπόκειται καί ὁ ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν ἀκοινώνητός ἐστιν, ὡς συγχέων τόν κανόνα τῆς Ἐκκλησίας (ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος).[2]

Ὥστε, λοιπόν, κατά τούς Ἁγιορείτας Πατέρας τοῦ 1275, «ἱεροκάπηλοι» εἶναι οἱ μνημονευταί τῶν αἱρετικῶν! Ὡς γνωστόν, οἱ τότε Οἰκουμενισταί τοῦ Βέκκου ἄλλους ἀπό αὐτούς τούς Ἁγιορείτας ἀπεκεφάλισαν, ἄλλους ἐκρέμασαν, ἄλλους ἔκαψαν ζωντανούς και ἄλλους ἔπνιξαν. Εἶναι, βλέπετε, στενός, ἀκανθώδης καί μαρτυρικός ὁ δρόμος τῆς Ὀρθοδόξου ὁμολογίας, τόν ὁποῖον ἀκολουθοῦν ὀλίγοι, ἐνῶ ὁ δρόμος τῆς ἀπωλείας εἶναι πλατύς, τόν ὁποῖον δυστυχῶς ἀκολουθοῦν οἱ πολλοί.



[1] Βλ. V. Laurent καί J. Darrouzes, Dossier Grec de L´Union de Lyon (1273-1277), Institut Francais D´Etudes Byzantines, Paris 1976, σ. 377-403,

 

[2] Βλ. V. Laurent καί J. Darrouzes, ἔ. ἀ., σελ. 397-399.

Eustathius the Great Martyr, his wife and two children

The holy Martyr Eustathius before his baptism was an illustrious Roman general named Placidas in the days of the Emperor Trajan. While hunting in the country one day, he was converted to the Faith of Christ through the apparition of an uncommonly majestic stag, between whose antlers he saw the Cross of Christ, and through which the Lord spoke to him with a human voice. Upon returning home, he learned that his wife Tatiana had also had a vision in which she was instructed to become a Christian.