Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς. ερμηνεία του 15ου Κανόνος από το νέο βιβλίο του, που μόλις κυκλοφόρησε.

Χαρακτηριστικά καί στό σημεῖο αὐτό ἀναφέρει: «εἰ μέν γάρ δόγμα ἔχει διεστραμμένον, κἄν ἄγγελος ᾖ, μή πείθου». Τό «μή πείθου» δέν ἔχει φυσικά τήν ἔννοια νά μήν πεισθῆς στό διεστραμμένο δόγμα τοῦ προεστῶτος, ἀλλά νά μήν ὑποταχθῆς εἰς αὐτόν.
Στήν ἑρμηνεία τοῦ ΡΜΓ΄(143) ψαλμοῦ ὁ ἅγιος μᾶς δίδει παραστατικά τό μέτρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας στά θέματα τῆς πίστεως. Λέγει δέ τά ἑξῆς: «Ὅταν οὖν εὐποιεῖν δέῃ, πᾶς ἄνθρωπός σοι ἐγγύς ἔστω · ὅταν δέ ὁ τῆς ἀληθείας γυμνάζηται λόγος, ἐπιγίνωσκε τόν οἰκεῖον καί τόν ἀλλότριον. Κἂν ἀδελφόν ἔχῃς ὁμοπάτριον καί ὁμομήτριον, καί μή κοινωνήσῃ σοι κατά τόν τῆς ἀληθείας νόμον, ἔστω σοι τοῦ Σκύθου βαρβαρικώτερος · κἂν Σκύθης, κἂν Σαυρομάτης ᾖ, τῶν δογμάτων δέ εἰδῇ τήν ἀκρίβειαν, καί πιστεύῃ τοῦτο ὃ καί αὐτός σύ, αὐτοῦ τοῦ τάς αὐτάς ὠδῖνας σοί λύσαντος
οἰκειότερος ἔστω καί ἐγγύτερος · καί τόν βάρβαρον καί τόν οὐ τοιοῦτον ἐντεῦθεν διακρίνωμεν, μή ἀπό τῆς γλώττης, μηδέ ἀπό τοῦ γένους, ἀλλ’ ἀπό τῆς γνώμης καί τῆς ψυχῆς. Τοῦτο γάρ μάλιστα ἄνθρωπος, ὅταν δογμάτων ἀκρίβειαν ἔχῃ καί πολιτείαν φιλόσοφον...» (ΕΠΕ 7, 400 καί P.G. 55, 461). Kαί εἰς αὐτό τό σημεῖο μέ πολύ σαφήνεια ὁ ἅγιος ξεχωρίζει τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τήν οἱανδήποτε ἄλλη βοήθεια καί συμπαράστασι. Τά παραδείγματα πού ἀναφέρει, τῶν βαρβάρων καί πολεμικῶν λαῶν, δεικνύουν καθαρά ὅτι ἡ ἀληθινή πίστις μᾶς ἑνώνει μέ τόν πλέον βάρβαρο καί ἀπολίτιστο, ἐνῶ ἡ πλάνη καί ἡ αἵρεσις καί τόν πλέον οἰκεῖο τόν καθιστᾶ ἐκκλησιαστικά τόν μεγαλύτερο ξένο καί ἐχθρό. Καί ὅλα αὐτά βεβαίως, χωρίς νά περιμένωμε συνοδικές ἀποφάσεις, ἰσχύουν δι’ ὅλους. Παρ’ ὅτι λοιπόν, ὅπως βλέπομε, ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ  Χρυσόστομος διδάσκει σαφῶς τήν ἀπομάκρυνσι ἀπό τούς αἱρετικά φρονοῦντας προεστῶτας, ἄν ἐξετάσωμε τήν στάσι του καί τήν διδασκαλία του κατά τήν περίοδο τῆς ἐξορίας του, θά διαπιστώσωμε ἀβίαστα ὅτι ὑπερέβη ὅλους τούς ἄλλους ἁγίους εἰς τό θέμα τῆ ἐκκλησιαστικῆς ἐπικοινωνίας μέ τόν Ἐπίσκοπο, διότι κατά τήν περίοδο τῆς ἐξορίας του ἐδίδασκε σαφῶς καί ἀπροκάλυπτα τήν ἐκκλησιαστική ἀποτείχισι ἀπό τούς Ἐπισκόπους ὄχι μόνο διά θέματα πίστεως, ἀλλά καί διά θέματα δικαιοσύνης. Αὐτός δηλαδή, ὁ ὁποῖος ἔλεγε ὅτι τό σχίσμα δέν τό συγχωρεῖ οὔτε τό αἷμα τοῦ μαρτυρίου, προέτρεπε, ἐνεθάρρυνε καί ἐγκωμίαζε ὅσους διέκοψαν τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς διαδόχους του Ἀρσάκιο καί Ἀττικό καί ὅσους ἐπικοινωνοῦσαν μετ’ αὐτῶν καί μάλιστα ὑφιστάμενοι διωγμούς, κινδύνους καί μαρτύρια. Ὅλοι αὐτοί δέ «οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης» (ὄχι πίστεως), κληρικοί καί λαϊκοί παρέτειναν τό σχίσμα, διά τῆς ἀποτειχίσεως ἀπό τόν Πατριάρχη καί τούς κοινωνοῦντας μέ αὐτόν, μέχρι τῆς ἐπαναφορᾶς τῶν λειψάνων του ἀπό τά Κόμανα στήν Κωνσταντινουπολι ἐπί Πατριάρχου Πρόκλου, δηλαδή διάστημα περισσότερο ἀπό τριάντα χρόνια.


Συνεχίζεται.

Λένε ότι είναι Χριστιανοί. Αλλά δεν είναι!

Του Ορθόδοξου Αρχιεπισκόπου Πράγας μακαριστού Δωροθέου ( Εκοιμήθη την 30ην – 12 – 1999) :

Μετά την κοίμηση του αγίου Μεθοδίου, το 885, οι Λατίνοι εξεδίωξαν τους Ορθοδόξους ιερείς από την Μεγάλη Μοραβία και κατέστρεψαν όλο το έργο τους. Η Ορθοδοξία διατηρήθηκε μόνο στα Καρπάθια, στα ανατολικά της πατρίδος μας. ο Πάπας της Ρώμης όμως, δυσαρεστημένος από το γεγονός ότι η Εκκλησία εξακολουθούσε να υπάρχει, επενόησε την Ουνία της Ουζγκορόντσκυ, το 1649, στην οποία από τους 1200 ιερείς μας προσεχώρησαν μόνον οι 63. Για 300 χρόνια δούλεψαν εντατικά οι ιησουίτες για να εξαφανίσουν την Ορθοδοξία. Από την ιστορία έχουμε πικρή πείρα των δεινών που μας επεσώρευσε η Ρώμη με την Ουνία της. Αδέλφια, ζητούμε τη βοήθειά σας! Σταματήστε κάθε διάλογο με τους ρωμαιοκαθολικούς, όσο δεν λύνεται το πρόβλημα της Ουνίας. Ελάτε κοντά μας για να μας δώσετε θάρρος! Εσείς και εμείς είμαστε ένα σώμα, Σώμα Χριστού! Πληροφορήστε όλο τον κόσμο για τα δεινά που υποφέρουμε από τους Ουνίτες! Λένε ότι είναι Χριστιανοί. Αλλά δεν είναι!

(Ορθόδοξος Τύπος 890 σελ. 2. ).

Κήρυγμα π. Θεοδώρου Ζήση. Κυριακή Σταυροπροσκυνήσεως

Uploaded by on Mar 20, 2012

Η "απάτη" του πατριάρχη:

Ο άγιος πατριάρχης Αλεξανδρείας Απολλινάριος ήταν πολύ ελεήμων. Κάποιος νέος της Αλεξανδρείας κληρονόμησε από τους γονείς του μια μεγάλη περιουσία σε πλοία και χρυσό. Απέτυχε όμως στη διαχείριση της τα έχασε όλα και έπεσε σε μεγάλη φτώχεια.

Ο άγιος πατριάρχης, βλέποντάς τον σε τόση δυστυχία, θέλησε να τον βοηθήσει, αλλά δίσταζε μήπως τον προσβάλει δίνοντάς του ελεημοσύνη. Κάθε φορά όμως που τον συναντούσε και αντίκριζε το σκυθρωπό πρόσωπό του και τα ευτελή ρούχα του, πληγωνόταν κατάκαρδα. Τί σοφίστηκε λοιπόν για να τον βοηθήσει!

Κάλεσε κοντά του έναν έμπιστο επίτροπο του πατριαρχείου και του είπε:

- Μπορείς να φυλάξεις ένα μυστικό;

- Ελπίζω δέσποτα, απάντησε εκείνος, ότι με τη βοήθεια του Θεού δεν θα μάθει κανείς από μένα ό,τι μου εμπιστευθείς.

- Πήγαινε τότε και ετοίμασε ένα γραμμάτιο, που να γράφει ότι το Πατριαρχείο χρωστά στον Μακάριο (τον πατέρα του νέου), πενήντα λίτρες χρυσό. Βάλε μάρτυρες και όρους και φέρ’ το μου.

Ο επίτροπος εκτέλεσε την παραγγελία του αγίου και έφερε το πλαστό γραμμάτιο. Επειδή όμως ο πατέρα του νέου είχε πεθάνει πριν από δέκα χρόνια και το χαρτί ήταν καινούργιο, είπε ο πατριάρχης στον επίτροπο:

- Πήγαινε και παράχωσε το γραμμάτιο σε σιτάρι ή κριθάρι, ώστε να κιτρινίσει λίγο και να πάρει όψη παλαιού.

Ο επίσκοπος σε λίγες μέρες στο άγιο Απολλινάριο το γραμμάτιο παλαιωμένο.

- Τώρα πήγαινε στον νέο και πες του: « Τι μου δίνεις, για να σου δώσω ένα πολύτιμο γραμμάτιό σου;» Μην του πάρεις πολλά. Αρκούν τρία χρυσά νομίσματα. Να του πάρεις όμως οπωσδήποτε κάτι, για να μη σε υποπτευθεί.

Πηγαίνει λοιπόν ο επίτροπος στον νέο και του λέει:

- Πριν πέντε ή έξι μέρες, γυρεύοντας κάτι χαρτιά στο σπίτι μου, βρήκα αυτό το γραμμάτιο και θυμήθηκα ότι ο Μακάριος, ο πατέρας σου, έχοντάς μου εμπιστοσύνη, μου το άφησε για λίγο καιρό. Πέθανε όμως κι εγώ το ξέχασα. Τώρα, έπειτα από δέκα χρόνια, το βρήκα και σκέφτηκα να στο δώσω. Τι αμοιβή θα μου δώσεις;

- Εσύ τι θέλεις;

- Μου αρκούν τρία χρυσά νομίσματα. Το γραμμάτιο αντιπροσωπεύει πάνω από τρεις χιλιάδες χρυσά νομίσματα!

- Θα σου τα δώσω. Είμαι όμως φερέγγυο το πρόσωπο που οφείλει το χρέος;

- Είναι ο ίδιος ο πατριάρχης!

Ο νέος πήρε το γραμμάτιο, πήγε στο πατριαρχείο, ζήτησε ακρόαση, έβαλε μετάνοια στον άγιο Απολλινάριο και το παρέδωσε το γραμμάτιο. Εκείνος το διάβασε και άρχισε να παριστάνει τον ταραγμένο.

- Και που ήσουν μέχρι τώρα; τον ρώτησε. Ο πατέρας σου είναι πάνω από δέκα χρόνια στον τάφο! Δεν στο πληρώνω. Φύγε.

- Δέσποτα, απολογήθηκε ο νέος, δεν το είχα εγώ το γραμμάτιο. Ένας επίτροπος το είχε και δεν το γνώριζα. Αλλά ο Θεός να τον ελεήσει. Μόλις το βρήκε τυχαία στα χαρτιά του, ήρθε και μου το έδωσε.

Ο πατριάρχης φαινόταν ανένδοτος. Κράτησε το γραμμάτιο, εκείνον όμως τον έδιωξε.

- Θα το σκεφτώ.

Έπειτα από μία εβδομάδα ο νέος ξαναπαρουσιάστηκε στον άγιο. Εκείνος τον μάλωσε πάλι για τη δεκαετή καθυστέρηση. Στο τέλος όμως φάνηκε να υποχωρεί στις παρακλήσεις του νέου, που περιγράφοντας τη δυστυχία του έπαυε να ζητά ολόκληρο το χρέος.

- Δέσποτα, ορκίζομαι ότι δεν έχω να θρέψω τους δικούς μου. Όσο μπορείτε, βοηθήστε με.

- Θα στο δώσω όλο το ποσό! Μόνο σε παρακαλώ, αδελφέ, να μην απαιτήσεις από την Εκκλησία και του τόκους του.

Ο νέος ενθουσιασμένος, έβαλε μετάνοια και είπε:

- Θα κάνω ό, τι θέλετε. Αν μάλιστα επιθυμείτε, αφαιρέστε και από το κεφάλαιο.

- Όχι, όχι, λέει ο άγιος, αρκεί να μας χαρίσεις του τόκους.

Έβγαλε τότε από το θησαυροφυλάκιο του πατριαρχείου και του μέτρησε πενήντα λίτρες χρυσού. Τον άφησε μετά να φύγει, λέγοντάς ότι θα προσεύχεται γι’ αυτόν που του χάρισε του τόκους!

(Από το Λειμωνάριον)


Πηγή : http://agiooros.org/