ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ’ ΛΟΥΚΑ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΗΝΑ

«...ὅς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καί ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο»

Οἱ ἁμαρτίες ἔχουν τόν δικό τους θεό, τόν διάβολο. Αὐτός εἶναι ὁ κύριος δημιουργός τους, καί οἱ ἄνθρωποι, διαπράττοντας τίς ἁμαρτίες, γίνονται ὑποχείριον καί δοῦλοι τοῦ διαβόλου. Οἱ ἁμαρτίες ἐπίσης ἔχουν τό βασίλειό τους, τόν κόσμο τους· ὁ διάβολος εἰσῆλθε καί στόν κόσμό μας μέ τήν ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου[1]. Ἄρχισε δέ νά κατακτᾶ αὐτόν τόν κόσμον, νά βασανίζει τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὥσπου κατάφερε νά τήν κατακτήσει ὁλοκληρωτικά ὅπως ἀκριβῶς ἀκούσαμε σήμερα, στήν Εὐαγγελική Περικοπή. Γι’ αὐτό καί ὁ Χριστός ἀποκαλεῖ τόν διάβολο ἄρχοντα αὐτοῦ τοῦ κόσμου[2] καί ἐνηνθρώπησε γιά νά καταγγείλει καί νά ξεσκεπάσει τήν κακία του ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων· τόν ἀποκάλεσε «ψεύστην καί ἀνθρωποκτόνον».