ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ.

Επιστολή 1η

Εν Αθήναις τη 19 Οκτωβρίου 1904

Τέκνα εν Κυρίω αγαπητά χαίρετε εν Κυρίω!
Εις Αίγιναν Ξάντος.

Ευχαρίστως αναγγέλω υμίν ότι ο Θεός απεκάλυψεν ημίν το θείον Αυτού θέλημα περί της ιδρύσεως της ιεράς μονής και ηυδόκησεν, ίνα η ιερά αύτη μονή ανεγερθή και αναλάμψη. Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κύριος Θεόκλητος ου μόνον ηυλόγησε το έργον μου, αλλά και υπό την προστασίαν αυτού ανέλαβε και εδέχθη πάσας τας σκέψεις μου και τας επιθυμίας, ας αυτώ υπέβαλον, και μοι είπεν, ότι θέλει φροντίσει περί αυτής, όπως και υπό της Ιεράς Συνόδου αναγνωρισθή κατά τον τύπον της ιεράς μονής των Καλαμών και ότι προτίθεται μετά την τελείαν ανασύστασιν της μονής, ν΄ αποστείλη τινας οσιωτάτας κόρας εκ Σπάρτης και εδέχθη μάλιστα κατά πρότασίν μου να επισκεφθώμεν ομού την Μονήν. Τω ανήγγειλα την επιθυμίαν της Αλεξάνδρας να εγείρη μίαν Εκκλησίαν και τω είπον, ότι εγώ κατά το άγιον Πάσχα, θα μεταβώ και θέσω τα θεμέλια αυτής και μετ΄ ευχαριστήσεως εδέχθη τον λόγον. Εξ όλων τούτων φαίνεται, ότι ο Θεός ηυδόκησε και ευχαί σας εισηκούσθησαν. Δέξασθε τας πατρικάς μου ευχάς και ευλογίας και χαίρετε εν Κυρίω.

Ο Πνευματικός Πατήρ

+Ο Πενταπόλεως Νεκτάριος.

Συνεχίζεται.

Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς. ερμηνεία του 15ου Κανόνος.

 Θά ἀναφερθοῦμε κατ’ ἀρχάς στόν σύστοιχο μέ αὐτόν,
δηλαδή τόν ΛΑ΄ (31ο) ἱερό Κανόνα τῶν ἁγ. Ἀποστόλων. Αὐτός ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Εἴ τις καταφρονήσας τοῦ ἰδίου Ἐπισκόπου, χωρίς συναγάγει, καί θυσιαστήριον ἕτερον πήξει, μηδέν κατεγνωκώς τοῦ Ἐπισκόπου ἐν εὐσεβείᾳ καί δικαιοσύνῃ, καθαιρείσθῳ, ὡς φίλαρχος. Τύραννος γάρ ἐστιν · ὡσαύτως δέ καί οἱ λοιποί κληρικοί, καί ὅσοι ἄν αὐτῷ προσθῶνται, οἱ δέ λαϊκοί ἀφοριζέσθωσαν. Ταῦτα δέ μετά μίαν καί δευτέραν, καί τρίτην παράκλησιν τοῦ Ἐπισκόπου, γινέσθω». Ὁ Κανών αὐτός καθαιρεῖ τούς κληρικούς καί ἀφορίζει τούς λαϊκούς, οἱ ὁποῖοι θά κάνουν παρασυναγωγή, δηλαδή χωρίς τήν ἄδεια τοῦ Ἐπισκόπου θά κτίσουν Ἐκκλησία καί θά συγκεντρώνονται ἐκεῖ διά νά ἐπιτελοῦν τίς λατρευτικές των συνάξεις. Ἡ προϋπόθεσις πού ἀναφέρει ὁ Κανών διά νά εἶναι ἡ σύναξις ὄντως παρασυναγωγή καί συνεπῶς ἐφάμαρτος, εἶναι «μηδέν κατεγνωκώς τοῦ Ἐπισκόπου ἐν εὐσεβείᾳ καί δικαιοσύνῃ», δηλαδή, ὅπως ἑρμηνεύει ὁ ἅγ. Νικόδημος ὁ
ἁγιορείτης, «χωρίς νά γνωρίζῃ αὐτόν πώς σφάλλει φανερά ἤ εἰς τήν εὐσέβεια ἤ εἰς τήν δικαιοσύνη, ταυτόν εἰπεῖν, χωρίς νά γνωρίσῃ αὐτόν πώς εἶναι φανερά ἤ αἱρετικός ἤ ἄδικος». Ἡ διάταξις τοῦ λόγου δεικνύει ὅτι οἱ ἅγ. Ἀπόστολοι θέλουν νά μιλήσουν διά τήν παρασυναγωγή καί τήν φατρία καί δι’ αὐτό ξεχωρίζουν εὐθύς ἐξ ἀρχῆς τά θέματα
τῆς πίστεως καί τῆς δικαιοσύνης, τά μόνα δηλαδή θέματα διά τά ὁποῖα χρειάζεται ἄλλη ἀντιμετώπισις. Ἄρα λοιπόν, ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπό τόν Ἐπίσκοπο κληρικῶν καί λαϊκῶν
διά θέματα πίστεως καί δικαιοσύνης, σημαίνει ὅτι αὐτοί δέν συγκροτοῦν παρασυναγωγή ἤ φατρία, ἀλλά ὁ Ἐπίσκοπος εὑρίσκεται σέ κατάστασι παρασυναγωγῆς, δηλαδή
ἀποκομμένος ἀπό τήν πίστι, ἡ ὁποία μᾶς ἐνσωματώνει εἰς τήν Ἐκκλησία. Διότι δέν εἶναι δυνατόν καί ὁ Ἐπίσκοπος καί οἱ ἀποκομμένοι κληρικοί καί λαϊκοί νά εὑρίσκωνται εἰς τήν Ἐκκλησία, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει στήν μία πλευρά αἵρεσις. Τό ὅτι ὁ παρών ἱερός Κανών στά θέματα τῆς πίστεως ἐντάσσει καί τά θέματα τῆς δικαιοσύνης, δεικνύει ἀφ’ ἑνός μέν ὅτι ὁ ἄδικος Ἐπίσκοπος εἶναι στήν ἴδια κατηγορία μέ τόν αἱρετικό, ἀφ’ ἑτέρου δέ ὅτι ὁ Κανών αὐτός τῶν ἁγ. Ἀποστόλων εἶναι αὐστηρότερος ἀπό τόν ὑπό ἐξέτασι ΙΕ΄ τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Εἶναι ἄλλο θέμα ἄν ἐμεῖς σήμερα, ὡς ἄνθρωποι τῶν ἐσχάτων καιρῶν, ἀμελεῖς, ράθυμοι καί βολεμένοι, ἀδιαφοροῦμε ὄχι μόνο διά τήν δικαιοσύνη, ἀλλά καί δι’ αὐτήν τήν πίστι, ἡ ὁποία εἶναι ἡ καρδιά τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος εἰς αὐτό τό θέμα μᾶς διδάσκει λέγοντας, ὅτι ἄν ἐπιμελούμεθα νά διορθώσωμε τά μικρά δέν θά πέφταμε στά μεγάλα: «Αὐτό μέν οὖν τοῦτό ἐστι τό πάντων αἴτιον τῶν κακῶν, τό μή καί ὑπέρ τῶν μικρῶν τούτων ἀγανακτεῖν. Διά τοῦτο τά μείζονα τῶν ἁμαρτημάτων ἐπεισῆλθεν, ὅτι τά ἐλάττονα τῆς προσηκούσης οὐ τυγχάνει διορθώσεως» (Ὑπόμνημα εἰς τήν πρός Γαλάτας Ἐπιστολήν, Κεφ. Α΄ P.G. 61, 623). Εἶναι φυσικό δέ νά ἐξετάζεται, ἀπό ὅλα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, πρωτίστως ὁ Ἐπίσκοπος ὡς πρός τήν πίστιν του καί τήν δικαιοσύνη, διότι αὐτός τίθεται εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ καί αὐτός διδάσκει καί ὁδηγεῖ ὅλα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας.

Συνεχίζεται.

π. Θεόδωρος Ζήσης. Κήρυγμα, Α' Χαιρετισμοί 2012 (mp3)


Uploaded by on Mar 3, 2012

Ει δε καλέσει καιρός;;;

Ουκ αρνησόμεθά σε φίλη Ορθοδοξία, ου ψευσόμεθά σου πατροπαράδοτον σέβας, εν σοι εγεννήθημεν, και σοι ζώμεν και εν σοι κοιμηθησόμεθα, ει δε καλέσει καιρός, και μυριάκις υπέρ σου τεθνηξόμεθα.

Ει δε καλέσει καιρός;;;

Ιδού νυν καιρός ευπρόδεκτος, ιδού νυν ημέρα σωτηρίας:

Αναθεμάτησε την παναίρεση του
 Οικουμενισμού που κατέφαγε σχεδόν ολόκληρη την Εκκλησία!



Και βγήκαν τώρα κάτι δικοί μας κυβερνήτες, Έλληνες, σπορά της εβραιουργιάς, που είπαν να μας σβήσουν την Αγία Πίστη, την Ορθοδοξία, διότι η Φραγκιά
δεν μας θέλει μὲ τέτοιο ντύμα Ορθόδοξον. Και εκάθησα και έκλαιγα δια τα νέα παθήματα. Και επήγα πάλιν εις τους φίλους μου στους Αγίους. Άναψα τα καντήλια και ελιβάνισα λιβάνιν καλόν αγιορείτικον. Και σκουπίζοντας τα δάκρυά μου τους είπα: «Δεν βλέπετε, που θέλουν να κάνουν την Ελλάδα παλιόψαθα; Βοηθείστε, διότι μας παίρνουν, αυτοί οι μισοέλληνες και άθρησκοι, ό,τι πολύτιμον τζιβαϊρικόν έχομεν. Φραγκεμένους μας θέλουν τα τσογλάνια του τρισκατάρατου του Πάπα. Μην αφήσετε, Άγιοί μου αυτὰ τα γκιντὶ πουλημένα κριγιάτα της τυραγνίας να μασκαρέψουν και να αφανίσουν τους Έλληνες.
(Στρατ. Μακρυγιάννης)

 
«Οίτινες την υγιή ορθόδοξον πίστιν προσποιούντες ομολογείν, κοινωνούσι δε τοις ετερόφροσιν, τους τοιούτους, ει μετά παραγγελίαν μη αποστώσιν, μη μόνον ακοινωνήτους έχειν, αλλά μηδέ αδελφούς ονομάζειν»
(Μεγ. Βασιλείου, P.G. 160, 101Α)

αλλά και εάν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίζηται υμίν παρ΄ ο ευηγγελισάμεθα υμίν, ανάθεμα έστω.
(Γαλ. 1,8).

Είπε ο αββάς Μωυσής:

«Εάν ο άνθρωπος δεν κρατά μέσα στην καρδιά του ότι είναι αμαρτωλός, ο Θεός δεν τον εισακούει».
«Και τι σημαίνει -ρωτάει ο αδελφός- να κρατάς στην καρδιά σου ότι είσαι αμαρτωλός;»
Και απαντά ο Γέροντας:
«Εκείνος που σηκώνει συνειδητά τις αμαρτίες του, δεν βλέπει τις αμαρτίες του πλησίον».

ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ. Αγίου Ιουστίνου (Πόποβιτς).

Ο χριστοταπεινός Επίσκοπος περί των υπερηφάνων λαών της Ευρώπης:  

 Οι φίλαρχοι και υπερήφανοι λαοί της Ευρώπης δεν αναγνωρίζουν ποτέ το σφάλμα των. Έχουν χάσει την έννοιαν της αμαρτίας, της αμαρτίας και της μετανοίας. Δια κάθε κακόν εις τον κόσμον την ευθύνην έχει άλλος, αυτοί ποτέ. Πως θα ηδύνατο αυτοί να διαπράξουν αμαρτίαν, αφού εκάθησαν επί του θρόνου του Θεού και ανεκήρυξαν τους εαυτούς των αλάθητους θεούς! Πρώτον ανεκήρυξε τον εαυτόν του αλάθητον ο
θρησκευτικός των ηγέτης, ο πάπας. Το παράδειγμά
του, και εις πείσμα του, το ηκολούθησαν οι άρχοντες
της Δύσεως και οι βασιλείς. Όλοι ανεκηρύχθησαν αλάθητοι και οι τον Σταυρόν φορούντες και οι την μάχαιραν φέροντες. 
                                                                                                                                                                       

Ο φιλόχριστος Επίσκοπος λέγει περί της δίκης μεταξύ του Χριστού και της Ευρώπης:

 Εάν θα ηδύνατο η ιστορία των τριών τελευταίων αιώνων—δεκάτου ογδόου, δεκάτου εννάτου, και εικοστού—να ονομασθή με εν ορθόν κατάλληλον όνομα, τότε δεν υπάρχει ορθότερον από την ονομασίαν: πρακτικά της δίκης μεταξύ της Ευρώπης και του Χριστού. Διότι εις τα τελευταία τριακόσια χρόνια δεν έχει συμβή τίποτε εις την Ευρώπην, το οποίον δεν είχε σχέσιν με τον Χριστόν τον Θεόν. Εις την δίκην αυτήν μεταξύ του Χριστού και της Ευρώπης εις την πραγματικότητα συμβαίνουν τα εξής: Ο Χριστός λέγει εις την Ευρώπην ότι εβαπτίσθη εις το ιδικόν Του όνομα και δέον να παραμείνη πιστή εις Αυτόν και το Ευαγγέλιόν Του. Εις τούτο απαντά η υπόδικος Ευρώπη: Όλαι αι θρησκείαι είναι ίσαι. Μας το είπαν οι γάλλοι εγκυκλοπαιδισταί. Και ουδείς δύναται να σε εξαναγκάση να πιστεύης τούτο ή εκείνο. Η Ευρώπη ανέχεται όλας τας θρησκείας ως δεισιδαιμονίας, ένεκα των ιμπεριαλιστικών της συμφερόντων, η ιδία δε δεν κρατεί ουδεμίαν θρησκείαν. Όταν πραγματοποιήση τους πολιτικούς σκοπούς της, τότε αυτή θα εκαθαρίση συντόμως τους λογαριασμούς με όλας τας προλήξεις του λαού. Ο Χριστός ερωτά με λύπην: Πως δύνασθε σεις οι άνθρωποι να ζήτε μόνον με τα ιμπεριαλιστικά, υλικά συμφέροντα, δηλαδή με την ζωώδη μόνον επιθυμίαν δια την σωματικήν τροφήν; Εγώ ήθελον να σας κάμω θεούς και υιούς Θεού και σεις φεύγετε και επιδιώκετε να εξισωθήτε με τα υποζύγια. Εις τούτο απαντά η Ευρώπη: Συ είσαι καθυστερημένος. Εις την θέσιν του Ευαγγελίου σου ευρήκαμεν την βιολογίαν και την ζωολογίαν. Τώρα γνωρίζομεν ότι δεν είμεθα ιδικοί σου απόγονοι και του πατρός σου του ουρανίου, αλλά των ουρακοτάγκων και των γοριλλών, δηλαδή του πιθήκου. Ημείς τώρα τελειοποιούμεθα, δια να γίνωμεν θεοί. Διότι δεν παραδεχόμεθα άλλους θεούς εκτός από ημάς. Εις τούτο ο Χριστός λέγει: Σεις είσθε περισσότερον σκληροτράχηλοι από τους αρχαίους Εβραίους. Εγώ σας εσήκωσα από το σκότος της βαρβαρότητος εις το ουράνιον φως, και σεις πηγαίνετε πάλιν οπίσω εις το σκότος, όπως ο βούβαλος εις την λάσπην. Εγώ έχυσα το αίμα μου προς χάριν σας. Εγώ σας έδειξα την αγάπην μου, όταν όλοι οι Άγγελοι απέστρεφαν τας κεφαλάς των μη δυνάμενοι να υποφέρουν την του άδου δυσωδίαν σας. Όταν λοιπόν σεις ήσθε σκότος και δυσωδία, ήμουν ο μόνος ο οποίος εστάθην να σας καθαρίσω και να σας φωτίσω. Να μη ήσθε λοιπόν τώρα άπιστοι, διότι θα επιστρέψετε πάλιν εις εκείνον τον ανυπόφορον ζόφον και την δυσωδίαν. Εις τούτο η Ευρώπη περιπαίζουσα φωνάζει: Φύγε από ημάς. Δεν σε αναγνωρίζομεν. Ημείς ακολουθούμεν την ελληνικήν φιλοσοφίαν και τον ευρωπαϊκόν πολιτισμόν και την κουλτούραν. Θέλομεν ελευθερίαν. Ημείς έχομεν τα Πανεπιστήμια. Η επιστήμη είναι ο αστήρ μας ο οδηγητικός. Το σύνθημά μας είναι: ελευθερία, αδελφοσύνη, ισότης. Ο νους μας είναι ο θεός των θεών. Συ είσαι Ασιάτης. Ημείς σε αρνούμεθα. Συ είσαι μόνον εις παλαιός μύθος των γιαγιάδων και των παπούδων μας. Τότε ο Χριστός με δάκρυα εις τους οφθαλμούς Του λέγει: Ιδού εγώ απέρχομαι, αλλ΄ εσείς θα ιδήτε. Αφήσατε την οδόν του Θεού και ηκολουθήσατε την σατανικήν οδόν. Η ευλογία και η ευτυχία αφηρέθησαν από σας. Εις την χείρα μου ευρίσκεται η ζωή σας, διότι εγώ εσταυρώθην δια σας. Παρά ταύτα δεν θα σας τιμωρήσω εγώ, αλλ΄ αι αμαρτίαι σας και η αποστασία σας από εμέ τον Σωτήρα σας. Εγώ εφανέρωσα την αγάπην του Πατρός μου προς όλους τους ανθρώπους και ήθελον με αγάπην όλους να σας σώσω. Τότε λέγει η Ευρώπη: Ποίαν αγάπην; Ρωμαλέον και ανδρικόν μίσος εναντίον όλων των μη συμφωνούντων με ημάς, τούτο είναι το πρόγραμμά μας. Η αγάπη σου είναι μόνον εν παραμύθι. Εις την θέσιν του παραμυθιού αυτού ημείς εσηκώσαμεν σημαίαν: εθνικισμού και διεθνισμού, ετατισμού* (* Η λέξις εκ της γαλλικής etat= το κράτος, το καθεστώς), και προοδευτισμού, εξελιξιαρχίας, ωκεανισμού και κουλτουρισμού. Εις τούτο ευρίσκεται η σωτηρία μας, συ δε φύγε από ημάς. Αδελφοί μου, η συζήτησις ετελείωσεν εις τας ημέρας μας. Ο Χριστός απεμακρύνθη από την Ευρώπην, όπως κάποτε από την χώραν των Γαδαρηνών, όταν οι Γαδαρηνοί το εζήτησαν. Μόλις όμως Αυτός έφυγεν, ήλθε πόλεμος, οργή, τρόμος και φρίκη, κατάρρευσις, καταστροφή. Επέστρεψεν εις την Ευρώπην ο προχριστιανικός βαρβαρισμός, εκείνος των Αβάρων, των Ούνων, των Λογγοβάρδων, των Αφρικανών, μόνον ότι ήτο εκατόν φορές φρικωδέστερος. Ο Χριστός επήρε τον Σταυρόν Του και την ευλογίαν Του και απεμακρύνθη. Έμεινε ζόφος και δυσωδία. Και σεις τώρα αποφασίστε με ποίον θα υπάγετε, ποίον θα ακολουθήσετε: την σκοτεινήν και δυσώδη Ευρώπην ή τον Χριστόν.                                                         

Συνεχίζεται.