Διήγησις Συνεσίου Επισκόπου Κυρήνης περί Ευαγρίου τινός φιλοσόφου και χρυσίου λιτρών τριακοσίων.

Κατά τας ημέρας του Πατριάρχου Αλεξανδρείας Θεοφίλου, εν έτει υια΄ (411), έγινεν Επίσκοπος Κυρήνης Συνέσιος ο φιλόσοφος, όστις ελθών εις την επαρχίαν του εύρεν εκεί φιλόσοφον τινά, Ευάγριον ονόματι, ο οποίος ήτο φίλος του προσφιλέστατος αφ’ ότου εσπούδαζεν εις τα σχολεία, έχοντα όμως μεγάλην δεισιδαιμονίαν και αφοσίωσιν εις την ειδωλολατρείαν. Όθεν ο Συνέσιος, ποθών να μεταστρέψη τον φίλον του από της πλάνης των ειδώλων και να τον κάμη Χριστιανόν, είχε μέγαν αγώνα και πρόνοιαν, εζήτει δε παντοιοτρόπως πως να τον οδηγήση εις την ευσέβειαν· καίτι δε εκείνος δεν έστεργε παντελώς ουδέ εδέχετο τους λόγους του, όμως ο Συνέσιος, ελκόμενος υπό της πολλής αμοιβαίας αυτών φιλίας, δεν έπαυε νουθετών αυτόν καθ’ εκάστην και παρακινών να έλθη εις επίγνωσιν της αληθείας και της ευσεβούς πίστεως.

--------------------------

Ο/Η Δημήτριος Χατζηνικολάου είπε...

Ζῇ Κύριος ὁ Θεός!

-----------------------

Ο/Η Ανώνυμος είπε...

Πολύ διδακτικό και παράλληλα ψυχωφέλιμο!

Τη ΚΗ΄ (28η) Ιουνίου, η εύρεσις των τιμίων λειψάνων των Αγίων Μαρτύρων Αναργύρων ΚΥΡΟΥ και ΙΩΑΝΝΟΥ.

Κύρος και Ιωάννης, οι Άγιοι του Χριστού Μάρτυρες και θαυματουργοί Ανάργυροι και ιατροί, ήσαν κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού, εν έτει 292, και ο μεν Άγιος Κύρος κατήγετο εκ της Αλεξανδρείας, ο δε Ιωάννης εκ της πόλεως Εδέσσης. Ούτοι λοιπόν ενωθέντες δια της ομοιότητος της γνώμης των περιήρχοντο και ιάτρευον πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν. Επειδή δε παρεκίνουν πολλούς να μαρτυρήσωσι, προσήχθησαν εις τον κατά τόπον άρχοντα, εις τον οποίον παραστάντες και ομολογήσαντες τον Χριστόν, υπεβλήθησαν εις διαφόρους τιμωρίας, έπειτα δε απεκεφαλίσθησαν και έλαβον τους στεφάνους του Μαρτυρίου.

Ἅγ. Νικόδημος Ἁγιορείτης: ΟΛΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΓΙΝΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΑΙ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ

Μὲ κάθε δίκαιον ἔχαιρε καὶ ὑπερέχαιρε πρὸ τοῦ αἰῶνος ἡ Ἁγία Τριάς, προγινώσκουσα κατὰ τὴν θεαρχικήν της ἰδέαν, τὴν ἀειπάρθενον Μαριάμ. Διότι, εἶναι γνώμη τινῶν Θεολόγων, ὅτι ἂν καθ’ ὑπόθεσιν ὅλα τὰ ἐννέα τάγματα τῶν Ἀγγέλων ἤθελαν κρημνισθοῦν ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ νὰ γίνουν δαίμονες· ἂν ὅλοι οἱ ἀπὸ τοῦ αἰῶνος ἄνθρωποι ἤθελαν γένουν κακοὶ καὶ ὅλοι νὰ ὑπάγουν εἰς τὴν κόλασιν χωρὶς νὰ γλυτώσῃ τινάς· ἂν ὅλα τὰ κτίσματα, οὐρανός, φωστῆρες, ἄστρα, στοιχεῖα, φυτά, ζῶα, ἤθελαν ἀποστατήσουν κατὰ τοῦ Θεοῦ, νὰ εὔγουν ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν καὶ νὰ ὑπάγουν εἰς τὸ μὴ ὄν· μ’ ὅλον τοῦτο, ὅλες αὐτὲς οἱ κακίες τῶν κτισμάτων, συγκρινόμεναι μὲ τὸ πλήρωμα τῆς ἁγιότητος τῆς Θεοτόκου, δὲν ἠδύναντο νὰ λυπήσουν τὸν Θεόν, διατί, μόνη ἡ Κυρία Θεοτόκος ἦτον ἱκανὴ νὰ Τὸν εὐχαριστήσῃ κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα καὶ νὰ μὴ Τὸν ἀφήσῃ τόσον νὰ λυπηθῃ διὰ τὸν χαϊμὸν καὶ τὴν ἀπώλειαν τῶν τόσων καὶ τόσων κτισμάτων Του, ὅσον ἤθελε Τὸν κάμῃ νὰ χαίρῃ ὑπερβαλλόντως διὰ λόγου Της μόνον. Ἤγουν, διότι Αὐτὴ μόνη ἀσυγκρίτως Τὸν ἠγάπησεν ὑπὲρ πάντα· διότι Αὐτὴ μόνη ὑπὲρ πάντα ὑπήκουσεν εἰς τὸ θέλημά Του καὶ διότι Αὐτὴ μόνη ἐστάθη χωρητικὴ καὶ δεκτικὴ ὅλων ἐκείνων τῶν φυσικῶν, τῶν προαιρετικῶν καὶ τῶν ὑπερφυσικῶν χαρισμάτων, ὁποὺ ὁ Θεὸς διεμοίρασεν εἰς ὅλην τὴν κτίσιν. Ἐν συντομίᾳ, διότι Αὐτὴ ἔγινεν ἕνας ἄλλος δεύτερος κόσμος, ἀσυγκρίτως καλύτερος ἀπὸ ὅλον τὸν νοητὸν καὶ αἰσθητὸν κόσμον καὶ ἀρκετὸς μόνος νὰ δοξάζῃ αἰωνίως τὸν Ποιητὴν ἐκ τῆς καλλονῆς καὶ ποικιλίας τῶν χαρισμάτων του περισσότερον ἀπὸ ὅλην τοῦ παντὸς τὴν δημιουργίαν.

 

Συνάγεται λοιπὸν ἐκ τῶν εἰρημένων, ὅτι, ἐπειδὴ καὶ ὁ Θεὸς προώρισε τὴν Θεοτόκον κατὰ τὴν προαιώνιον Αὐτοῦ εὐδοκίαν, ἤτις εἶναι, οὐχὶ τὸ ἑπόμενον καὶ κατ’ ἐπακολούθησιν θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὸ προηγούμενον καὶ κύριον Αὐτοῦ θέλημα, ὡς τὸ ἑρμηνεύει ὁ μέγας τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος [λόγῳ α´ εἰς τὰ Φῶτα καὶ λόγῳ εἰς τὴν Χριστοῦ Γέννησιν]· συνάγεται, λέγω, ἐκ τούτων, ὅτι, καθὼς τὸ περιβόλι γίνεται διὰ νὰ φυτευθῇ τὸ δένδρον καὶ πάλιν τὸ δένδρον φυτεύεται διὰ τὸν καρπόν, τοιουτοτρόπως ὅλος ὁ νοητὸς καὶ αἰσθητὸς κόσμος ἔγινε διὰ τὸ τέλος τοῦτο, ἤτοι διὰ τὴν Κυρίαν Θεοτόκον· καὶ πάλιν ἡ Κυρία Θεοτόκος, ἔγινε διὰ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν· καὶ οὕτως ἐτελειώθη ἡ ἀρχαία βουλὴ καὶ ὁ σκοπὸς ὁ πρῶτος τοῦ Θεοῦ· μὲ τὸ νὰ ἀνακεφαλαιώθησαν τὰ πάντα ἐν τῷ Χριστῷ, καὶ ἡνώθη ἡ κτίσις μὲ τὸν Κτίστην, οὐχὶ φυσικῶς, οὐχὶ προαιρετικῶς καὶ κατὰ χάριν, ἀλλὰ κατ’ αὐτὴν τὴν ὑπόστασιν· ὅστις εἶναι ὁ ἀνώτατος βαθμὸς τῆς ἑνώσεως, ὕστερα ἀπὸ τὸν ὁποῖον, ἄλλος ἀνώτερος, οὔτε εὑρέθη, οὔτε εὑρεθήσεται.