What Are the Goals of Ecumenism?

Βy Hieromonk Savva of the Holy Monastery of Decani, Serbia

The fundamental goal and the primary task of the ecumenical movement is to re-interpret Christianity—or, in other words, to annihilate Orthodoxy completely. The dialogue between various Christian confessions—as, also, the dialogue between Christianity and Islam and Judaism (and other religions, as well)—is one of the tasks that is a part of an over-all plan for unifying the sum-total of humanity. The only thing that is necessary to achieve this aim is the convocation of a new "Ecumenical Council"—one that would be truly universal (oikumenikos), because those councils which have been convened are not deemed to be councils by the ecumenists; otherwise, they would respect the decisions and rulings of said councils. This new "Ecumenical Council" will need to declare "new truths" to all the world. To date, we could show how, by a simple, one-sided act, the anathemas against Papism have been annulled; how Monophysites are declared to be "Oriental Orthodox"; how the "holy mysteries" of the heretics are recognized openly as being valid. Much of this would be officially adopted by the [projected] "Ecumenical Council," and would be enforced by way of a conciliar decision. It is at such a council, for the convocation of which the Patriarchate of Constantinople is striving, and for which it has been preparing itself in the course of many decades—no later than the end of this century, according to Patriarch Bartholomew—that the worldwide union of Christianity would be declared. 
Essentially, the ecumenists envision the universal union of "churches," which will serve as the leaven for the entire oikoumene in its turning of the world into the Kingdom of God on earth. Inasmuch as the consummate aim of ecumenism is to unite all religions, it is entirely logical to conclude that that is why, today, it is evermore underscored that not only do individual [Christian] churches, as such, not possess the fullness of truth, but that even Christianity itself does not possess it. In other words, the truth concerning God the Creator (according to the ecumenists) surpasses all individually existent religious forms, finding its perfect expression only in the vast multiplicity of world religions and traditions. For an explication of this, ecumenists resort to the example of an extremely high mountain, the pinnacle of which can be reached from all sides. It is possible (according to them) to reach God by way of Christianity, as well as by way of Islam, Buddhism, Hinduism, Judaism, etc.; hence, there is no need to convert the adherents of one religion to another, because the "inspiration of the Holy Spirit" is ostensibly present in all of these religions. Such thoughts, in essence, have already been spread throughout Europe and America, in the course of decades, by a multitude of Hindu gurus. It should be noted that the ecumenical movement, which [ostensibly] began for the sake of unifying all Christians, has ever more intensely expanded its dialogue and contacts with non-Christians (for example, in Canberra, in Assisi, in Milan, etc.). 
It can be seen, from this, that the goals of ecumenism are not exhausted by the unification of Christian confessions. But it is specifically in relation to this plan that the task appears to be particularly difficult, because true Christianity—which is possessed only by the Orthodox Church—poses the chief peril to this entire idea. 


Τα παιδιά, παιδιά μου, όσον ημπορείτε να τιμάτε τους πατέρας σας και την μητέρα σας, ζώντας και απεθαμένους. Το παιδί οπού δεν τιμά τον πατέρα του και την μητέρα του το θανατώνει ο Θεός παράκαιρα και το βάνει εις την Κόλασιν. Εις το καλό πάλιν σε λέγω, παιδί μου, να ακούης τους γονείς σου και όχι εις το κακόν. Έτυχε ο πατέρας σου και αρνήθη τον Χριστόν και επήγε με τον Διάβολον, σε παρακινεί και εσένα να αρνηθής τον Χριστόν; Όχι, αλλά να κάμης καθώς έκαμε και ο Αβραάμ: Τον έστειλεν ο πατέρας του ο Θάρας, ο ειδωλολάτρης, να του φέρη ένα πρόβατο δια να το κάνη κουρμπάνι εις τα είδωλα και εις την στράτα οπού επήγαινε ο Αβραάμ εστοχάσθη με τον λογισμόν του και είπε: Το πρόβατον είναι ζωντανόν και είναι καλύτερον από τα είδωλα οπού είναι άψυχα. Στοχάζεται πάλιν και λέγει: Όλος ετούτος ο κόσμος, οπού στέκει πάντοτε καινούργιος τόσους χρόνους, τάχα δεν είχε αφέντη; Και διατί ο πατέρας μου να προσκυνά είδωλα κωφά και αναίσθητα και να μη προσκυνά τον αληθινόν Θεόν οπού εποίησε τον ουρανόν και την γην, την θάλασσαν και τα πάντα; Και ευθύς ήκουσε φωνήν ουρανόθεν ο Αβραάμ, οπού του έλεγεν άγγελος Κυρίου: Αβραάμ, καλή είναι η γνώμη σου και πήγαινε εις την Γην της Επαγγελίας και κάθησε εκεί έως να σου ειπώ τι έχεις να κάμης, διατί, αν πηγαίνης οπίσω εις τον πατέρα σου να του ειπής αυτά τα λόγια οπού εστοχάσθης, εκείνος σε θανατώνει. Μόνον φεύγε. Έτσι επήγεν ο Αβραάμ και τον ηξίωσεν ο Θεός και έγινεν υπέρπλουτος ωσάν βασιλεύς και ευλόγησεν ο Θεός το σπέρμα του και έγινεν ωσάν τα άστρα του ουρανού και ωσάν την άμμον της θαλάσσης. Είχε και τριακοσίους δεκαοκτώ δούλους, τους οποίους είχεν ωσάν αδελφούς. Βλέπετε, αδελφοί μου, όποιος έχει τον νουν του εις τον Θεόν πως ο Θεός τον αξιώνει και απερνά και εδώ καλά και πηγαίνει και εις τον Παράδεισον και χαίρεται πάντοτε με τον Αβραάμ. Ομοίως πάλιν και η ευγενείας σας έχετε αρσενικά ή θηλυκά παιδιά, το εφώτισεν ο Θεός το παιδί σου και θέλει να γένη καλόγερος και να πηγαίνη με τον Χριστόν, μη το εμποδίσης, διατί κολάζεσαι. Εσύ πρέπει μάλιστα να χαίρεσαι, όταν βλέπεις το παιδί σου να ακολουθά τον καλόν δρόμον, και όταν γίνεται άρπαγος, άδικος, κλέπτης, μπεκρής, πόρνος, τότε να κλαις και να λυπάσαι.

Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς. ερμηνεία του 15ου Κανόνος από το νέο βιβλίο του, που μόλις κυκλοφόρησε.

Εἶναι ὄντως ἀπαράμιλλος ἡ θεολογική ἀκρίβεια καί συγχρόνως ἡ ὁμολογιακή διάθεσις τῶν ἁγιορειτῶν Πατέρων στό θέμα τῆς μνημονεύσεως καί ἀποτειχίσεως. Οἱ Πατέρες ἐπιέζοντο ἀπό τόν Αὐτοκράτορα καί τόν Πατριάρχη Ἰωάννη τόν Βέκκο νά δεχθοῦν τήν μνημόνευσι τοῦ Πάπα στή Θεία Λειτουργία, ὡς κάτι ἁπλό καί θά λέγαμε τυπικό.
Ἐπικαλούμενοι λοιπόν τόν μέγα ὁμολογητή Θεόδωρο τόν Στουδίτη καί μάλιστα ἀναφέροντας τό ἀκριβέστερο χωρίο του στό θέμα τῆς μνημονεύσεως, καθώς καί ἄλλα ἁγιογραφικά χωρία, ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ μνημόνευσις αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου στή Θεία Λειτουργία εἶναι βεβήλωσις τοῦ μυστηρίου, ἀπώθησις ἀπό αὐτό τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, ἄρνησις τῆς υἱοθεσίας καί τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν καί ἔκπτωσις ἐκ τῆς ἀληθοῦς καί ὀρθοδόξου πίστεως. «Ἀλλ’ ὡς οἰκονομίαν τοῦτο ποιήσωμεν · καί πῶς δεχθήσεται οἰκονομίαν τά θεῖα βεβηλοῦσαν κατά τόν τοῦ Θεοῦ εἰρημένον λόγον καί ἐκ τῶν θείων ἀπωθοῦσαν τό τοῦ Θεοῦ πνεῦμα · καί τῆς ἐντεῦθεν ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν, καί τῆς υἱοθεσίας τούς πιστούς ἀμετόχους ποιοῦσα · καί τί ἄν εἴη ταύτης τῆς οἰκονομίας ζημιωδέστερον; ἄν ἡ κοινωνία αὐτῶν ᾖ πρόδηλος, καί ἐν ἑνί τοῦ ὀρθοῦ ἔκπτωσις καί ἀνατροπή;».
 Ὅλη ἡ ὁμολογιακή ἐπιστολή τῶν ἁγιορειτῶν Πατέρων εἰς αὐτό τό πνεῦμα κινεῖται, εἶναι δέ ἄκρως ἐλεγκτική, τηρουμένων τῶν τυπικῶν ἐκφράσεων καί ἀναφερομένη σέ ὑψηλά ἱστάμενα πρόσωπα καί συγχρόνως μή ἀπομακρυνομένη τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, εἰς τό θέμα τῆς μνημονεύσεως, οὐδέ βῆμα ποδός. Ἔχοντας λοιπόν ὁ αὐτοκράτωρ Μιχαήλ ὁ Η΄ ὁ Παλαιολόγος ὑπ’ ὄψιν του τήν ἀντίδρασι τῶν ἁγιορειτῶν Πατέρων,
σύμφωνα μέ τήν διήγησι τοῦ χειρογράφου τῆς Ρωσικῆς Συνόδου, τήν ὁποία αὐτούσια παρουσιάζει ὁ Ἀνδ. Δημητρακόπουλος, κατά τήν ἐπάνοδό του ἀπό τήν Ἰταλία, ἴσως
μαζί μέ τόν Πατριάρχη ἤ ὁπωσδήποτε μέ ἀντιπροσώπους του, διέβη ἀπό τό ἅγιον Ὄρος τοῦ Ἄθωνος καί προσπάθησε μέ τόν φόβο καί τίς ἀπειλές νά πείση τούς Πατέρες νά
ἐπικοινωνήσουν ἐκκλησιαστικῶς μαζί των. Τό συλλείτουργο καί ἡ μνημόνευσις εἰς αὐτό τοῦ Πατριάρχου Ἰωάννου τοῦ Βέκκου θά ἦτο καί ἡ ἀπόδειξις τῆς ἐκκλησιαστικῆς
ἑνώσεως τῶν Πατέρων μετά τοῦ Πατριάρχου καί συγχρόνως ἡ ἀποδοχή τῶν λατινικῶν ἀποκλίσεων τοῦ Πατριάρχου. Ἀπό τήν διήγησι λοιπόν αὐτή γίνεται φανερό ὅτι κάποιοι ἀπό τούς Πατέρες ὑπέκυψαν στίς ἀπειλές καί στον φόβο καί συλλειτούργησαν μετά τῶν ἀπεσταλμένων τοῦ Πατριάρχου. Οἱ πλεῖστοι ὅμως Πατέρες ἔμειναν ἑδραῖοι εἰς τήν πίστι καί ὑπέστησαν μαρτυρικόν δι’ αὐτήν θάνατο. Ἡ ἄρνησις καί ἡ ὁμολογία των ἦτο ὅτι δέν ἤθελαν καμμία ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ τούς Λατινόφρονες, Αὐτοκράτορα Μιχαήλ καί Πατριάρχη Ἰωάννη τόν Βέκκο. Και βεβαίως αὐτό πρό συνοδικῆς κρίσεως καί καταδίκης τοῦ Πατριάρχου, ὅπως ἀκριβῶς προστάσσει ο 15ος Ἱερός Κανών τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου.

On April 26th Our Holy Orthodox Church commemorates, honors and entreats the holy intercessions of the following Saints, Forefathers, Fathers, Patriarchs, Prophets, Apostles, Preachers, Evangelists, Martyrs, Confessors, Ascetics, and Teachers of Our Holy Orthodox Christian faith:  Saint Stephen, Bishop of Perm; St. Glaphyra and Basil of Amasia; Saints Andrew and Anatole, disciples of Saints Efthymius the Great; Saint Ioannikios of Devich; Holy and Righteous Nestor; Holy and Righteous Justa.
Licinius, the brother-in-law of the Emperor Constantine, whose sister he had married, dissembled before the great Emperor, saying that he was a Christian. When he received 

Άγιος Ιουστίνος (Πόποβιτς):

Το αιώνιον σχέδιον της Τριαδικής Θεότητος περί του ανθρωπίνου γένους.

Δια την πραγμάτωσιν εκ μέρους της Εκκλησίας του αιωνίου σχεδίου της Τριαδικής Θεότητος περί του ανθρωπίνου γένους, ο Κύριος Ιησούς έδωκεν εις την Εκκλησίαν τους Αποστόλους, τους Προφήτας, τους Ευαγγελιστάς, τους Ποιμένας, τους Διδασκάλους (Εφ. 4,11). Αυτούς «έδωκε» εις την Εκκλησίαν, εις αυτούς δε έδωσεν όλας τας αναγκαίας θείας και θεανθρωπίνους δυνάμεις, με τας οποίας αυτοί έγιναν εκείνο το οποίον είναι. Είναι πολλά τα χαρίσματα, αλλ΄ εις ο Κύριος ο οποίος τα δωρίζει και ένα το Άγιον Πνεύμα το οποίον τα ενοποιεί. Ο απόστολος είναι Απόστολος διότι ζη, σκέπτεται και εργάζεται με την θεανθρωπίνην χάριν της αποστολικότητος την οποίαν έλαβεν από τον Χριστόν. Ο προφήτης είναι Προφήτης διότι ζη, σκέπτεται και εργάζεται με την θεανθρωπίνην χάριν της προφητείας την οποίαν έλαβεν από τον Κύριον Ιησούν, ούτω και ο ευαγγελιστής, και ο ποιμήν, και ο διδάσκαλος είναι ό,τι είναι, διότι ο πρώτος απ΄ αυτούς ζη, σκέπτεται και εργάζεται με την θεανθρωπίνην χάριν του ευαγγελίζειν, ο δεύτερος με την θεανθρωπίνην χάριν του ποιμαίνειν, ο δε τρίτος με την θεανθρωπίνην χάριν του διδάσκειν, την οποίαν έλαβον από τον Κύριον Ιησούν Χριστόν (πρβλ. Α΄ Κορ. 12,28. 4. 5. 6. 11. Εφ. 2,20). Διότι ο Χριστός είναι και η αποστολικότης των Αποστόλων και η προφητεία των Προφητών, η αγιότης των Αγίων και η πίστις των πιστών, Αυτός είναι η αγάπη των αγαπώντων. Τι είναι ο Απόστολος; Είναι διάκονος της Εκκλησίας. Και η αποστολικότης; Η διακονία της Εκκλησίας. Έτσι είναι «κατά την οικονομίαν του Θεού» (Κολ. 1,15). Τοιαύτη είναι η θεανθρωπίνη Οικονομία της σωτηρίας. Διότι η σωτηρία είναι διακονία της Εκκλησίας, η δε διακονία της Εκκλησίας έγκειται, εις την υπακοήν εις την Εκκλησίαν. Η κατά πάντα εξ αγάπης υπακοή εις τον Κύριον Ιησούν Χριστόν είναι ο ύψιστος νόμος της θεανθρωπίνης ζωής εν τη Εκκλησία. Διατί ο Κύριος έδωσε τους αγίους διακόνους; «Εις έργον διακονίας, εις οικοδομήν του σώματος του Χριστού» (Εφ. 4,12). Εις τι έγκειται το «έργον διακονίας»; Εις οικοδομήν του σώματος του Χριστού, δηλαδή της Εκκλησίας. Εις αυτό το άγιον έργον ο Κύριος έθεσεν ως οδηγούς και καθοδηγούς εξαιρέτως αγίους ανθρώπους. Και οι χριστιανοί τι πρέπει να κάμουν; Όλοι είναι καλεσμένοι να αγιασθούν με τας αγίας κεχαριτωμένας δυνάμεις, αι οποίαι τους δίδονται μέσω των αγίων μυστηρίων και των αγίων αρετών. Πως συντελείται η «οικοδομή του σώματος του Χριστού»; Δια της αυξήσεως των μελών της Εκκλησίας. Κάθε χριστιανός εγκεντρίζεται δια του Βαπτίσματος εις το σώμα του Χριστού, την Εκκλησίαν, και γίνεται «σύσσωμός» της (Εφ. 3,6) και έτσι αυξάνει το σώμα της Εκκλησίας, και μεγαλώνει και οικοδομείται. Ο θεόπνευστος Απόστολος λέγει ότι οι χριστιανοί είναι «λίθοι ζώντες» οι οποίοι οικοδομούνται εις οίκον πνευματικόν, την Εκκλησίαν (Α΄ Πέτρου 2,5). Υπάρχει και ένας άλλος τρόπος οικοδομής του σώματος του Χριστού. Αυτός έγκειται εις την πνευματικήν αύξησιν, τελειοποίησιν και οικοδομήν των μελών της Εκκλησίας, των συσσώμων εν τω σώματί της. Επί της οικοδομής του σώματος της Εκκλησίας εργάζεται κάθε μέλος της, όταν κοπιάζη εις οποιονδήποτε ευαγγελικόν έργον. Διότι κάθε έργον εντοιχίζεται, οικοδομείται εις την Εκκλησίαν και έτσι αυξάνει το σώμα της. Αυξάνει με την προσευχήν μας και την πίστιν, με την αγάπην μας και την ταπείνωσιν, με την πραότητά μας και την ευσπλαγχνίαν, αυξάνει με ό,τιδήποτε υπάρχει το ευαγγελικόν μέσα μας, και ενάρετον και φιλόχριστον και χριστοειδές. Εμείς αυξάνομεν πνευματικώς δια της Εκκλησίας, από το άλλο δε μέρος η ιδία η Εκκλησία αυξάνει δια της αυξήσεώς μας. Δι΄ αυτό «πάντα προς οικοδομήν γινέσθω» (Α΄ Κορ. 14,26), προς οικοδομήν της Εκκλησίας του Χριστού, καθ΄ ότι όλοι είμεθα κεκλημένοι να συνοικοδομούμεθα «εις κατοικητήριον του Θεού εν Πνεύματι» (Εφ. 2,22). Οι χριστιανοί τι είστε; «Θεού οικοδομή εστε» (Α΄ Κορ. 3,9). Ο χριστιανός «Εκκλησίαν οικοδομεί» (Α΄ Κολ. 14. 4.5. 12.26) με κάθε χάρισμά του, με κάθε αρετήν του, με κάθε έργον του. Όλοι εμείς αυξάνομεν δια της Εκκλησίας προς τον ουρανόν, και καθένας από ημάς αυξάνει δια μέσου όλων, και όλοι μέσω καθενός. Δι΄ αυτό προς όλους μας απευθύνεται το εξής χαρμόσυνον μήνυμα και εντολή: «Την αύξησιν του σώματος (της Εκκλησίας) ποιείται εις οικοδομήν εαυτού εν αγάπη» (Εφ. 4,16). Η δε οικοδομούσα και κτίζουσα δύναμις, είναι τα άγια μυστήρια και αι άγιαι αρεταί, πρωτίστως η αγάπη: «η αγάπη οικοδομεί» (Α΄ Κορ. 8,1).