Τό στυγερώτερον ἔγκλημα εἰς βάρος τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ὅτι οἱ (ὑποτιθέμενοι) ταγοί της εἶναι οἱ ἴδιοι αἱρετικοί! Ὁ εἷς κηρύττει ἀνενδοιάστως ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι πιστεύουν εἰς τόν ἴδιον Θεόν, ὁ καθείς μέ τόν τρόπον του (Ἀρχοντώνης)! Ἕτερος ἰσχυρίζεται ὅτι «εἰς τά ἱερά τζαμιά λατρεύεται ὁ ἀληθινός Θεός» (Χορευτάκης)! Τρίτος λέγει ὅτι δέν ὑπάρχουν αἱρετικοί, παρά μόνον οἱ «καβγατζῆδες» (Λαμπρινιάδης)! Τέταρτος βροντοφωνάζει ὅτι ἄν ὁ λαός ἐναντιωθῇ πρός τό Εὐαγγέλιον, τότε αὐτός θά συνταχθῇ μέ ... τόν λαόν (Κουκουρίδης)! Ὅλοι μαζί λέγουν «συνοδικῶς» (Κολυμπάρι, 2016) ὅτι ἀναγνωρίζουν «τήν ἱστορικήν ὀνομασίαν τῶν ἑτεροδόξων «ἐκκλησιῶν», π.χ. ἀναγνωρίζουν τόν Παπισμόν ὡς «Καθολικήν Ἐκκλησίαν», παρά τό γεγονός ὅτι αὐτό εἶναι τό ἱστορικόν ὄνομα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας!!! Ἐπίσης, ὅλοι μαζί συντάσονται μέ τόν ἀντίχριστον Καίσαρα εἰς τόν ἀπηνῆ πόλεμον τοῦ τελευταίου κατά τῆς Ὀρθοδοξίας! Ὅλ' αὐτά καί χιλιάδες ἄλλα καθιστοῦν τούς σημερινούς ψευδεπισκόπους φανατικούς Ἐχθρούς τοῦ Θεοῦ, ἰσαξίους τῶν Ἀρχιερέων Ἄννα καί Καϊάφα! Συνεπῶς, οἱ σημερινοί ψευδεπίσκοποι δέν εἶναι ἁπλῶς «ἀνεκτικοί» πρός τίς αἱρέσεις, ἀλλ' εἶναι ἀντίχριστοι!
ΚΥΡΙΑΚΗ ΘΩΜA(ΑΝΤΙΠΑΣΧΑ) ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΗΝΑ
«...καί μή γίνου ἄπιστος, ἀλλά πιστός».
Ἡ
Εὐαγγελική περικοπή τῆς ἡμέρας εἶναι τελικῶς μία αἰσιόδοξη παρακαταθήκη γιά τόν
ἄνθρωπο, γιά τήν ὑπαρξιακή του προοπτική. Ἀρκεῖ νά βρίσκεται ἐκεῖνος πάντοτε ἕτοιμος
νά ἐξέλθει ἀπό τόν ἑαυτό του γιά νά συναντήσει τόν Ἀναστάντα Κύριον καί Θεόν,
πού ἦλθε νά τόν ἀναγεννήσει, διά τῆς ἀληθοῦς Ὀρθοδόξου πίστεως καί ὁμολογίας.
Εἰσῆλθε
«τῶν θυρῶν κεκλεισμένων» ὁ ἀναστάς Θεάνθρωπος ὥστε νά πλουτίσει αὐτόν πού Τόν
λαμβάνει καί Τόν ὁμολογεῖ ὡς τόν γνήσιον Υἱόν τοῦ Πατρός, πού ἐνηνθρώπησε, ἔπαθε
καί ἀνέστη, διά τήν ἡμῶν σωτηρίαν. «Τῇ γάρ χάριτί ἐστε σεσωσμένοι»[1].
Ὡστόσο, γιά νά μήν ἀκυρώσει καί τό ἀνθρώπινο μέρος στό κατόρθωμα, προσθέτει ἐκεῖνο
πού ἀπαιτεῖται ἀπό ἐμᾶς: «διά τῆς πίστεως»[2].
Ἐν
τούτοις, οὔτε ἡ πίστη εἶναι ἀπό ἐμᾶς· γιατί, ἄν ὁ Χριστός, δέν ἔδειχνε θεϊκή
συγκατάβαση καί δέν μᾶς προσκαλοῦσε νά ἀκουμπήσουμε «ἐπί τόν τύπον τῶν ἥλων», πῶς
θά πιστεύαμε; Λένε οἱ Πατέρες: «· ὁ Θεός γάρ ἐστιν ὁ ἐνεργῶν ἐν ὑμῖν καί τό
θέλειν καί τό ἐνεργεῖν ὑπέρ τῆς εὐδοκίας».[3]
Ὅμως, γιά νά μή μᾶς σώζει χωρίς τήν δική μας συμμετοχή, ὁ Θεός ἀπαιτεῖ τήν
πίστη μας τελειωμένη διά τῶν ἔργων. Ὁ Θεός θέλει καί ἡ πίστη σώζει.
Αὐτή
ἡ ἴδια ἡ πίστις εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ «ἵνα μή τις καυχήσηται»[4],
ἀλλά καί τά ἔργα τῆς πίστεως εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς καθαρᾶς ὁμολογίας, τῆς
βουλήσεως καί προαιρέσεως τοῦ ἀνθρώπου. «Ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου»· κι αὐτό ἕως
κι αὐτοῦ τοῦ μαρτυρίου, ὕστερα ἀπό
κόπους, νηστεῖες, ὁδοιπορίες πού ὑπόκεινται οἱ ἀληθινοί πιστοί.
Φρονοῦμε ἀδελφοί, ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ἀδυναμία ὑπάρχει·
ἀλλά πολλές φορές ἔχει γίνει μητέρα τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν πίστεως. Ἐξηγούμαστε· ἄν
δέν ἀμφέβαλλε ὁ Θωμᾶς, δέν θά Τόν ψηλαφοῦσε, δέν θά πίστευε· ἄν δέν πίστευε
κατ’αὐτόν τόν τρόπο, δέν θά μποροῦσε νά μᾶς διδάξει νά πιστεύουμε κατά τόν ἴδιο
τρόπο οἱ ἀπανταχοῦ Ὀρθόδοξοι χριστιανοί. Γι’ αὐτό τόν λόγο κι ἐμεῖς προσκυνοῦμε
καί ὁμολογοῦμε τόν Ἀναστάντα Μεσσία· καί Ἐκεῖνος, πρός τήν ἡμῶν βοήθεια, ἔχει
χαρίσει στήν ἁγίαν Του Ἐκκλησία τά χαριτόβρυτα σκηνώματα τῶν Ἁγίων, τίς
μυροβλύζουσες ἁγίες εἰκόνες τῆς Παναγίας μητέρας Του, τήν ἁγίαν Ζώνην καί Ἐσθῆταν
τῆς Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου ἕως τῆς συντελείας τῶν αἰώνων.
Ἔτσι,
σύν Θεῷ, οἱ βίοι καί τά «σημεῖα» τῶν Ἁγίων ἕως τῶν ἡμερῶν μας, ὅπως ἐνδεικτικά
Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου καί Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου, μεταφράζονται σέ ὅλο
τόν κόσμο καί χιλιάδες ἀνθρώπων προσέρχονται στήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν καί
βαπτίζονται τό ἅγιον Ὀρθόδοξο Βάπτισμα, τό μόνον πού δύναται νά «ζυμώσει» ὅλο
τό φύραμα καί νά σώσει κάθε ἄνθρωπο ἀπό τό σκοτάδι τῆς πλάνης τῶν εἰδώλων, τοῦ
Μετανθρωπισμοῦ καί τῆς πονηρῆς τεχνητῆς Νοημοσύνης, πού ὑβρίζεται μέσῳ αὐτῆς τό
Πνεῦμα τό Ἅγιο.
Ἡ
δογματική διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τά θαύματα τῶν Ἁγίων της, πού ἡ
ἀφετηρία τους ὑπάρχει μέσα στήν Ἁγία Γραφή καί τήν Ἱεράν Παράδοσιν, ἀναπτύσσονται
θεολογικά καί μέ τήν σοφία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καταρδεύουν καί ποτίζουν τό Ἀδαμιαῖον
γένος, ἐσαεί. Ἐπέτυχε λοιπόν ἡ ὁμολογία τοῦ Ἀποστόλου Θωμᾶ, νά καταστεῖ αἰώνιον
κτῆμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καί Θεοῦ·
καί μέ εὐχέρεια ὁ κάθε καλοπροαίρετος ἄνθρωπος, διαχρονικά, μέσα στόν οἶκο τοῦ
Θεοῦ νά ἑρμηνεύσει θεολογικά, ὀρθόδοξα τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ νά πιστεύσει
καί νά κατανοήσει τίς αἰώνιες ἀλήθειες τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου.
Καί
ἐμεῖς, ἁγία γερόντισσα, πιστεύουμε· ὅμως καί τῆς πίστεώς μας αἰτία εἶναι ὁ
γλυκύτατος ἀναστάς Θεάνθρωπος Ἰησοῦς, ὁ Χριστός. Γιατί ἄν ὁ Υἱός καί Λόγος δέν ἐνσαρκώνονταν,
τότε πῶς θά μπορούσαμε νά πιστεύσουμε; Γι’ αὐτό καί ὁ Ἀπόστολος ὀνομάζει τήν
πίστη, θεῖον ἔργο.
Ἕνας
ἄλλος λόγος πού ἀποδεικνύει ὅτι ἡ πίστη ἀποτελεῖ θεία
Δωρεά, εἶναι τό ὅτι δέν θά μποροῦσε καθ’ ἑαυτήν νά σώζει, ἄν ὁ Θεός δέν εὐδοκοῦσε
νά σώζει δι’ αὐτῆς. Θεία δωρεά δέν ἀποτελεῖ μόνον ἡ σωτηρία μας, ἀλλά καί ἡ ἴδια
ἡ ζωή μας, ἡ ἴδια ἡ ψυχή, τό σῶμα, ἡ ὕπαρξή μας.
Ὅλα ἀποτελοῦν δῶρα τοῦ Θεοῦ.
Εὐχαριστοῦμε
τόν Ἅγιο Ἀπόστολο Θωμᾶ, ὁ ὁποῖος μέ τήν καλή ἀπιστία του, μᾶς δίδαξε καί ὁμολόγησε ὅτι: ὁ Χριστός κατῆλθε
στόν κόσμό μας, γιά νά μᾶς δώσει ὅλα τά ἀπαραίτητα μέσα καί τίς δυνάμεις γιά
τήν πραγματοποίηση αὐτοῦ τοῦ θείου σκοποῦ. Δηλαδή, τά ἱερά μυστήρια καί τίς θεῖες
ἐντολές-ἀρετές.
Καί
πράγματι, ἀδελφοί, ὅλα αὐτά ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι εἶναι ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ
προσιτά στούς πάντες. Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὁ Χριστός σήμερα καί διά τοῦ ἀποστόλου
Του, μᾶς προσέφερε ξεκάθαρα τήν ἐπίγνωση καί τῆς ἀληθινῆς προελεύσεως, ἀλλά καί
τοῦ πραγματικοῦ στόχου τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου: «ἡ μέν προέλευση εἶναι ἐκ
τοῦ Θεοῦ, καθώς καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι “ποίημα τοῦ Θεοῦ”, ὁ δέ στόχος εἶναι ἡ ἐν
Χριστῷ ζωή καί τά, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, ἀγαθά ἔργα μας».
Στόν
Ἀναστάντα Κύριον καί Θεόν μας, Ἰησοῦν, ἡ Δόξα, ἡ Βασιλεία, τό Κράτος εἰς τούς αἰῶνας.
Ἀμήν.
Ἡ ἀρετὴ τῆς ἁγνότητος -- π. Διονύσιος Τάτσης
Ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ
Στὴν ἐποχή μας οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ στὴ ζωή τους δὲν τηροῦν τὶς ἐντολές. Ζοῦν χωρὶς ἠθική. Γι᾽ αὐτὸ δὲν μιλοῦν γιὰ τὴν ἀρετὴ τῆς ἁγνότητας ἢ καλύτερα τὴ χλευάζουν καὶ τὴν περιφρονοῦν. Θεωροῦν ἀφύσικο νὰ εἶναι κανεὶς ἁγνός. Καὶ ὅμως τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦς αὐτὸ εἶναι. Δίχως τὴν ἁγνότητα δὲν μποροῦμε νὰ ἐλπίζουμε στὴ σωτηρία καὶ στὴ μέλλουσα μακαριότητα. Ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος μᾶς προτρέπει: «Πλησιάστε τὸν Θεό, καὶ θὰ σᾶς πλησιάσει κι ἐκεῖνος. Καθαρίστε τὰ χέρια σας οἱ ἁμαρτωλοί, κι ἐξαγνίστε τὶς καρδιές σας οἱ δίγνωμοι. Θρηνῆστε καὶ πενθῆστε καὶ κλάψτε. Ἂς γίνει τὸ γέλιο σας πένθος καὶ ἡ χαρά σας θλίψη. Ταπεινωθεῖτε μπροστὰ στὸν Κύριο, κι ἐκεῖνος θὰ σᾶς ἀνεβάσει ψηλά» (δ´ 8-10). Ὁ δρόμος τῆς ἁγνότητας προϋποθέτει σταθερότητα στὴν ἀπόφαση. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶσαι ἁγνὸς καὶ κάποτε - κάποτε νὰ στρέφεσαι καὶ πρὸς τὸν ἁμαρτωλὸ κόσμο. Οἱ δίγνωμοι δὲν εἶναι ἁγνοί. Δὲν μποροῦν νὰ πετύχουν τὸν ἐξαγνισμό τους καὶ νὰ πλησιάσουν τὸν Θεό. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἀπευθυνόμενος στοὺς Ἐφεσίους, μιλάει γιὰ τὴν τέλεια ἁγνότητα, τὴν ὁποία πρέπει νὰ ἔχουν οἱ πιστοὶ ἄνθρωποι: «Ἀφοῦ ἀνήκετε στὸν Θεό, δὲν πρέπει οὔτε κἄν λόγος νὰ γίνεται μεταξύ σας γιὰ ἀκολασία καὶ κάθε εἴδους ἠθικὴ ἀκαθαρσία καὶ πλεονεξία.