«Ὅποιος οδεύει στον δρόμον της αρετής», μας λέγει ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος (Λόγος ΚΑ/), «πρέπει να ευχαριστή τον Θεόν σε όλες τις θλίψεις, που τον βρίσκουν και να μέμφεται και να κατηγορή τον εαυτόν του και να γνωρίζη ότι για την αμέλειά του, παρεχωρήθησαν οι θλίψεις αυτὲς από τον προνοητήν του Θεόν, για να ξυπνήση τον νουν του ή και διότι υπερηφανεύθη. Και ας μή ταραχθή γι᾽ αυτό, που του συμβαίνει, μήτε να εγκαταλείψη τον δρόμον της αρετής, αλλά ας μέμφεται τον θάνατόν του, για να μη γίνη σ᾽ αυτόν διπλόν το κακόν. Διότι ο Θεός, που είναι πλήρης πάσης δικαιοσύνης, δεν είναι άδικος, μη γένοιτο. Εις Αυτόν πρέπει η δόξα στους αιώνες. Αμήν».
Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας :
Οἴμοι! οἴμοι! τῆς συνειδήσεως ἐλεγχούσης με, καὶ τῆς γραφῆς βοώσης, καὶ διδασκούσης με·
Οἴμοι, ὅτι τὸν ναὸν τοῦ σώματος ἔφθειρα, καὶ τὸ ἅγιόν σου Πνεῦμα ἐλύπησα! ὦ Θεὲ, ἀληθινά σου τὰ ἔργα, καὶ δικαία ἡ κρίσις σου, καὶ εὐθεῖαι αἱ ὁδοί σου, καὶ ἀνεξιχνίαστα τὰ κρίματά σου.
∆ιὰ πρόσκαιρον ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν, ἀθάνατα βασανίζομαι·
δι' ἡδονὴν σαρκὸς, τῷ πυρὶ παραδίδομαι.
∆ικαία ἡ κρίσις τοῦ Θεοῦ·
ἐκαλούμην, καὶ οὐχ ὑπήκουον·
ἐδιδασκόμην, καὶ οὐ προσεῖχον·
διεμαρτύραντό μοι, ἐγὼ δὲ κατεγέλων·
ἀναγινώσκων καὶ ἐπιγινώσκων, οὐκ ἀπιστεύων, ἀλλ' ἐν ἀμελείᾳ, καὶ ῥᾳθυμίᾳ, καὶ ἀκηδίᾳ, καὶ ἐν περισπασμοῖς, καὶ ταραχαῖς, καὶ ζάλαις τρυφῶν καὶ σπαταλῶν, καὶ σκιρτῶν ἀγαλλόμενος, καὶ εὐφραινόμενος ἐδαπάνησά μου τὰ ἔτη, καὶ τοὺς μῆνας, καὶ τὰς ἡμέρας εἰς τὰ πρόσκαιρα, καὶ φθαρτὰ, καὶ γήϊνα κοπιῶν, καὶ μοχθῶν, καὶ ἀγωνιζόμενος·
μὴ εἰς νοῦν λαμβάνων, ἢ λογιζόμενος, οἷον φόβον καὶ τρόμον, καὶ ἀγῶνα, καὶ ἀνάγκην ἔχει ἰδεῖν ἡ ψυχὴ, ὅτε τοῦ σώματος χωρίζεται.
OI ΠΕΡΙ ΥΠΑΚΟΗΣ ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ τοῦ Ἱερομονάχου π. Εὐθύμιου Τρικαμηνᾶ
Ἡ περίοδος πού διερχόμεθα ὡς προετοιμασία γιά τήν μεγάλη ἑορτή τῶν Χριστουγέννων ἔχει, ἐκτός τῶν ἄλλων γιά ἐμᾶς τούς κληρικούς, καί περισσότερη πνευματική ἐργασία (ἐννοῶ κυρίως τήν ἐξομολόγησι καί καθοδήγησι, ἐπίσκεψι ἀρρώστων κλπ.) εἰς τρόπον ὥστε νά μήν μένη χρόνος γιά ἐνημέρωσι καί ἀπάντησι σέ διάφορα κείμενα πού δημοσιεύονται στό διαδίκτυο καί ἀλλοῦ.
Ἐπειδή ὅμως, μοῦ ἀπεστάλη ἕνα ἀντίγραφο κειμένου, τό ὁποῖο θέτει ὡς ἀπαραίτητο προϋπόθεσι γιά νά ἀποτειχισθῆ κάποιος τό νά ἔχει προηγουμένως πάρει τήν εὐλογία τοῦ γέροντός του καί πνευματικοῦ του πατρός, ἐθεώρησα ἀναγκαῖο νά γράψω κάποιες σκέψεις χάριν τῆς ἀληθείας, ὥστε νά ἀντιληφθῆ ὁ κάθε καλοπροαίρετος ἀναγνώστης τό εὐόλισθο καί ἀντιπατερικό αὐτῆς τῆς θεωρίας καί τό ὅτι ἀποτελεῖ μία ἁπλή δικαιολογία προκειμένου νά μήν πράξωμε ἐν καιρῷ αἱρέσεως ὅσα ἐθέσπισαν ἡ ἁγ. Γραφή καί οἱ ἅγ. Πατέρες. Τό κείμενο πού μοῦ ἀπεστάλη εἶναι ἀπό τό ἱστολόγιο«Κατάνυξις» καί σ’ αὐτό ἀναφέρεται ἡ ὑπακοή πού ἔκανε ὁ ἡγούμενος τῆς Ἱ. Μονῆς Κωνσταμονίτου π. Ἀγάθων, στόν γέροντά του π. Ἐφραίμ τῆς Ἀριζόνας, παρ’ ὅτι, ὅταν εἶδε κάποιες αἱρετικές πράξεις τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου πρός τόν Πάπα, ὁ ἴδιος ἠθέλησε ὡς ἐκ τούτου νά διακόψη πάραυτα τό μνημόσυνο τοῦ αἱρετικοῦ Πατριάρχου. Τότε ὁ π. Ἐφραίμ τόν συγκράτησε καί τοῦ εἶπε ὅτι ἀκόμη δέν ἦλθε ἡ ὥρα γιά τήν ἀποτείχισι κι ἔτσι ὁ π. Ἀγάθων ἔκανε ὑπακοή στόν γέροντά του. Ὁ ὑπεύθυνος τοῦ ἱστολογίου αὐτοῦ π. Νικόλαος Μανώλης ἐδικαιολόγησε αὐτήν τήν στάσι τοῦ π. Ἀγάθωνος καί μάλιστα ἔγινε προσπάθεια καί ἀπό τούς δύο νά τήν κατοχυρώσουν ὡς ὀρθόδοξο γραμμή ἐν καιρῷ αἱρέσεως, τό νά ἀπαιτῆται, δηλαδή, ἡ εὐλογία καί συγκατάθεσις τοῦ γέροντος, προκειμένου νά ἀποτειχισθῆ κάποιος καί νά ἀπομακρυνθῆ ἐκκλησιαστικῶς ἀπό τήν αἵρεσι καί τούς φορεῖς της. Κατ’ ἀρχάς πρέπει νά ἀναφέρω ὅτι ἀπό τήν ἀρχή τῆς μοναχικῆς μας ἀφιερώσεως, μᾶς ἐδίδαξαν ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ πατέρες τοῦ ἁγ. Ὄρους (καί αὐτοί ἀκόμη οἱ γέροντες π. Ἐφραίμ Φιλοθεΐτης καί π. Ἐφραίμ Κατουνακιώτης) ὅτι ἀπό τήν ὑπακοή ἐξαιροῦνται δύο περιπτώσεις, τά θέματα τῆς πίστεως καί τῆς ἠθικῆς. Δηλαδή ἄν μοῦ ζητηθῆ νά κάνω ὑπακοή σέ θέματα πίστεως ἤ ἠθικῆς, νά μήν ὑπακούσω, ἐφ’ ὅσον διά τῆς ὑπακοῆς αὐτῆς βλάπτομαι ὡς πρός τήν πίστι καί τήν ἠθική. Τώρα δυστυχῶς μέ αὐτά πού γράφουν καί λέγουν ὁ π. Ἀγάθων καί ὁ π. Νικόλαος Μανώλης ἐξομοιώνουν τήν πίστι καί τήν ὑποβιβάζουν στό ἐπίπεδο ὅλων τῶν ἄλλων θεμάτων, γιά τά ὁποῖα ὄντως χρειάζεται ἡ εὐλογία τοῦ γέροντος, προκειμένου νά διασφαλισθῆ ὁ μοναχός ἤ ὁ λαϊκός καί νά μήν καλλιεργῆ τόν ἐγωϊσμό διά τοῦ ἰδίου θελήματος. Ὁ ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης μᾶς μεταφέρει τήν διδασκαλία τοῦ ἁγ. Νικηφόρου τοῦ ὁμολογητοῦ, ὁ ὁποῖος διδάσκει ὅτι ὁ πρῶτος λόγος, γιά τόν ὁποῖο δύναται νά ἀποχωρήση ὁ μοναχός ἀπό τή μονή τῆς μετανοίας του, εἶναι ὅταν ὁ ἡγούμενος εἶναι αἱρετικός (Ὑποσ. εἰς ΚΑ΄ τῆς Ζ΄ Οἰκουμ.). Ἀπό αὐτή τήν πατερική διδασκαλία πάλι συνάγεται ὅτι, ὅταν ὁ λόγος εἶναι περί πίστεως, παραμερίζονται τά πάντα, ἀκόμη καί ἡ ὑπακοή. Διότι τό νά φύγη ὁ μοναχός ἀπό τό μοναστήρι, σέ ἄλλες περιπτώσεις θεωρεῖται βαρύτατο ἁμάρτημα πού ἐπισύρει τόν ἀφορισμό καί τήν ἀκοινωνησία στόν μοναχό, τήν καθαίρεσι δέ σέ ὅσους τόν δεχθοῦν, Ἐπισκόπους ἤ ἡγουμένους.
Δέξαι τὴν παναθλίαν μου ψυχὴν
Κυρία μου, καὶ πρὸς τὸν Θεόν μου ἀκοίμητος προστασία καὶ ἀκαταίσχυντος. Ἴδε τὴν πίστιν μου, καὶ τὸν πόθον τὸν ἔνθεόν μου, καὶ ὡς ἔχουσα τὸ συμπαθὲς καὶ τὸ δύνασθαι, οἷα δὴ Θεοῦ Μήτηρ, τοῦ μόνου ἀγαθοῦ καὶ ἐλεήμονος, δέξαι τὴν παναθλίαν μου ψυχὴν καὶ ἀξίωσον αὐτήν, διὰ τῆς σῆς μεσιτείας καὶ ἀντιλήψεως, τῆς δεξιᾶς μερίδος τοῦ μονογενοῦς σου Υἱοῦ καὶ τῆς καταπαύσεως τῶν ἐκλεκτῶν καὶ ἁγίων αὐτοῦ, ὅτι οὐκ ἔχω πλήν σου βοηθόν, οὐδὲ ἀντίληψιν. Εἰς σὲ ἐλπίζων, μὴ ἀστοχήσω. Εἰς σὲ καυχῶμαι· μὴ διὰ τὰς πολλάς μου ἁμαρτίας καὶ ἀνομίας ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ’ ἐμοῦ τοῦ ἀναξίου δούλου σου· ἔχεις γὰρ τὸ θέλειν καὶ δύνασθαι, ὡς τὸν ἕνα τῆς Τριάδος ἀρρήτως γεννήσασα.
Ἀγίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου
Φώτης Κόντογλου - Παράδοση
Ὅσοι ἀπομείναμε πιστοὶ στὴν παράδοση, ὅσοι δὲν ἀρνηθήκαμε τὸ γάλα ποὺ βυζάξαμε, ἀγωνιζόμαστε, ἄλλος ἐδῶ, ἄλλος ἐκεῖ, καταπάνω στὴν ψευτιά. Καταπάνω σ᾿ αὐτοὺς ποὺ θέλουνε την Ἑλλάδα ἕνα κουφάρι χωρὶς ψυχή, ἕνα λουλούδι χωρὶς μυρουδιά. Κουράγιο, ὁ καιρὸς θὰ δείξει ποιὸς ἔχει δίκιο, ἂν καὶ δὲ χρειάζεται ὁλότελα αὐτὴ ἡ ἀπόδειξη.
Γιάννης ὁ Εὐλογημένος! Φώτης Κόντογλου
O Ἅγιος Βασίλης, σὰν περάσανε τὰ Χριστούγεννα, πῆρε τὸ ραβδί του καὶ γύρισε σ᾿ ὅλα τὰ χωριά, νὰ δεῖ ποιὸς θὰ τόνε γιορτάσει μὲ καθαρὴ καρδιά. Πέρασε ἀπὸ λογιῶν-λογιῶν πολιτεῖες κι ἀπὸ κεφαλοχώρια, μὰ σ᾿ ὅποια πόρτα κι ἂν χτύπησε δὲν τ᾿ ἀνοίξανε, ἐπειδὴ τὸν πήρανε γιὰ διακονιάρη. Κ᾿ ἔφευγε πικραμένος, γιατὶ ὁ ἴδιος δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, μὰ ἔνοιωθε τὸ πόσο θὰ πονοῦσε ἡ καρδιὰ κανενὸς φτωχοῦ ἀπὸ τὴν ἀπονιὰ ποὺ τοῦ δείξανε κεῖνοι οἱ ἄνθρωποι.
π. Θεόδωρος Ζήσης:
Ο π. Θεόδωρος Ζήσης γράφει:
Ιστορικές Πηγές διά τήν Αποτείχισιν
ΠΡΟΛΟΓΟΣ Το ζήτημα της αποτειχίσεως (δηλαδή της διακοπής του μνημοσύνου των αιρετικών επισκόπων) σε περίοδο αιρέσεως ήταν και είναι σημαντικό, ζωτικής σημασίας θα λέγαμε, διότι υπήρξε ανέκαθεν η ασφαλιστική δικλίδα που διαχώριζε τους καθαρούς στην πίστη (Ορθοδόξους) από τους καινοτόμους αιρετικούς, ακόμα και αν οι τελευταίοι είχαν την πολιτική εξουσία με το μέρος τους και κατείχαν την πλειάδα των επισκοπικών εδρών.
Ο Δημήτριος Χατζηνικολάου σχολίασε την ανάρτηση "Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ του Αγίου Ιουστίνου (Πόποβιτς)"
Ἡ Β' Σύνοδος τοῦ Βατικανοῦ (1962-1965) εἶχεν ὡς κύριον σκοπόν τήν «ἕνωσιν τῶν ἐκκλησιῶν», διό καί καθιέρωσε τό «Διάταγμα περί Οἰκουμενισμοῦ» (βλ. Ἀρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος Μπιλάλη, «Ὀρθοδοξία καί Παπισμός», τόμος Α', σελ. 317). Ἠκολούθησεν ἡ «ἄρσις τῆς ἀκοινωνησίας», ἤτοι «ἄρσις» τοῦ Σχίσματος τοῦ 1054 (καί ὄχι μόνον ἡ «ἄρσις τῶν ἀναθεμάτων», ὅπως ΨΕΥΔΩΣ μᾶς λέγουν οἱ Οἰκουμενισταί), ἡ ὁποία ἔγινε τήν 7-12-1965. Ὅσοι κοινωνοῦν ΕΝ ΓΝΩΣΕΙ μέ τούς Οἰκουμενιστάς εἶναι πλέον Οὐνῖται καί βεβαίως ὑπόκεινται εἰς τά ἀναθέματα τῆς Ε' καί τῆς Γ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου, οἱ ὁποῖες ἀναθεματίζουν ὅσους ἀρνοῦνται ν' ἀναθεματίσουν τούς αἱρετικούς, κατά τό γνωστόν «ὁ μή λέγων ἀνάθεμα τοῖς αἱρετικοῖς ἀνάθεμα ἔστω». (Βλ. ια' ἀναθεματισμόν τῆς Ε' Οἰκ. Συνόδου, Πρακτικά Οἰκ. Συνόδων, τόμος Β', σελ. 343/377, καθώς καί σελ. 481 / 575 τοῦ Α' τόμου, ὅπου διαβάζουμε τά ἑξῆς: «Πάντες οἱ ἐπίσκοποι ἅμα ἀνεβόησαν· Ὁ μή ἀναθεματίζων Νεστόριον, ἀνάθεμα ἔστω».)
Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ του Αγίου Ιουστίνου (Πόποβιτς)
Η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού αποτελεί αναγέννησιν όλων των ευρωπαϊκών ουμανισμών, αναγέννησιν πτωμάτων. Διότι αφ΄ ότου ο Θεάνθρωπος Χριστός είναι παρών εις τον γήϊνον κόσμον, ο κάθε ουμανισμός είναι πτώμα. Τα δε πράγματα έχουν ούτω, διότι η Σύνοδος ενέμεινεν επιμόνως εις το δόγμα περί του αλαθήτου του πάπα=του ανθρώπου. Θεωρούμενοι από την σκοπιάν του αεί ζώντος Θεανθρώπου, του ιστορικού Κυρίου Ιησού, όλοι οι ουμανισμοί κατά το μάλλον ή ήττον ομοιάζουν με εγκληματικάς ουτοπίας, διότι εν ονόματι του ανθρώπου φονεύουν κατά διαφόρους τρόπους και εξοντώνουν τον άνθρωπον ως ψυχοφυσικήν οντότητα. Όλοι οι ουμανισμοί επιτελούν ένα αλογίστως τραγικόν έργον: διϋλίζουν τον κώνωπα και καταπίνουν την κάμηλον. Δια δε του δόγματος περί του αλαθήτου του πάπα το έργον αυτό έχει αναχθή εις δόγμα. Όλα αυτά όμως είναι φρικτά, φρικτότατα. Διατί; Διότι το ίδιον δόγμα περί του αλαθήτου του ανθρώπου δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η ανατριχιαστική κηδεία του κάθε ουμανισμού, από του βατικανού, του αναχθέντος εις δόγμα, μέχρι του σατανικού ουμανισμού του Σαρτρ. Εις το ουμανιστικόν πάνθεον της Ευρώπης όλοι οι θεοί είναι νεκροί, με επί κεφαλής τον Ευρωπαϊκόν Δία. Νεκροί, έως ότου εις την μαραμένην καρδίαν των ανατείλη η μέχρι τελείας αυταπαρνήσεως μετάνοια, με τας αστραπάς και τας οδύνας της του Γολγοθά, με τους αναστασίμους σεισμούς και τας μεταμορφώσεις της, με τας καρποφόρους της θυέλλας και αναλήψεις. Και τότε; Τότε θα είναι ατελείωτοι αι δοξολογίαι των προς τον αεί ζωοποιόν και θαυματουργόν Θεάνθρωπον, τον όντως μόνον Φιλάνθρωπον εις όλους τους κόσμους.
Η ΜΕΤΑΝΑΣΤΙΣ , Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης σελ.159 :
Έπλεεν εν τω πελάγει του μέλλοντος. Επέτα επί πτερύγων και επί νεφών. Καθώς εκ της δυσμόρφου κάμπης γεννάται η περικαλλής ψυχή, ούτως εκ του θνητού σκήνους αφίπταται το πνεύμα, ούτω και εκ του προσκαίρου και φθαρτού έρωτος παράγεται ο θείος και ουράνιος έρως.
ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΚΑΙ Η ΣΥΣΚΟΤΙΣΙΣ ΤΟΥ
Τοῦ Πρωτοπρ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού.
Το παπικό Πρωτείο
Το παπικό Πρωτείο δεν έχει θεολογική βάση ούτε αγιοπνευματική και εκκλησιολογική νομιμοποίηση. Στηρίζεται σαφώς σε κοσμικού χαρακτήρα νοοτροπία εξουσίας-διακονίας. Ανατρέπει την αγιοπνευματική δομή του μυστηριακού σώματος της Εκκλησίας, σχετικοποιεί και πρακτικώς καταργεί τη Συνοδικότητα ως αγιοπνευματική λειτουργία του σώματος της Εκκλησίας και εισάγει το κοσμικό φρόνημα σ’ αυτήν, ακυρώνει την ισοτιμία των επισκόπων και ιδιοποιείται την απόλυτη διοικητική εξουσία εφ’ όλης της Εκκλησίας, παραμερίζοντας ουσιαστικά τον Θεάνθρωπο και τοποθετώντας ως ορατή κεφαλή έναν άνθρωπο, και με τον τρόπο αυτό επαναλαμβάνει θεσμικά πλέον το προπατορικό αμάρτημα. Και, όπως με το Filioque καταλύθηκε στη Δύση θεσμικά η ισοτιμία των προσώπων της Αγίας Τριάδος και ειδικότερα του Αγίου Πνεύματος, το οποίο κατά τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά υποβιβάστηκε στην οντολογική κατηγορία των κτισμάτων, έτσι και με το παπικό Πρωτείο, θεσμικά, επιβεβαιώνεται η απουσία της χαρισματικής παρουσίας του Αγίου Πνεύματος στο εκκλησιαστικό σώμα, το οποίο ουσιαστικά μεταλλάσσεται από θεανθρωποκεντρικό σε ανθρωποκεντρικό. Τέλος, η θεραπεία της παραπάνω εκκλησιολογικής εκτροπής των Παπικών μπορεί να αναζητηθεί μόνον στην εν ταπεινώσει επιστροφή τους στην παραδοσιακή Εκκλησιολογία της Ορθόδοξης Ανατολής.
Για να γίνουν αντιληπτές με σωστή ερμηνεία οι παραβολές,
Για να γίνουν αντιληπτές με σωστή ερμηνεία οι παραβολές, οι διηγήσεις και το κήρυγμα της Αγίας Γραφής, πρέπει πρώτα να γίνει κατανοητό το κατ’ επίνοια περιεχόμενο της. Μόνο κατ’ επίνοια ερμηνεύεται η αδιαίρετη διάκριση της τριάδας ή της δυάδας στον Θεό και ο συμβολισμός της ύπαρξης τους.
Του Ασλανίδη Σταύρου .
Ο Θεός είναι Ασχημάτιστος, Άποσος και Αχώρητος. Μπορεί οι άγγελοι να ονομάζονται αόρατοι και ασώματοι, ωστόσο αυτά τα χαρακτηριστικά είναι εντελώς σχετικά σε σχέση με τον Θεό. Δηλαδή, οι άγγελοι, συγκρινόμενοι με τον Θεό, έχουν και υλική οντότητα και συγκεκριμένη υλική μορφή κατά το “είναι” τους.
Που βρίσκονται τα Δώρα των Μάγων;
Στον αγιασμένο τόπο του Αγίου Όρους, στο Περιβόλι της Παναγίας μας, βρίσκονται πραγματικοί θησαυροί: Τίμια Λείψανα, ιερές εικόνες, πολύτιμα κειμήλια, μοναδικοί κώδικες κ.ά.
Ο χρυσός, ο λίβανος, η σμύρνα. Ο χρυσός βρίσκεται στη μορφή 28 επιπέδων πλακιδίων με καλλιτεχνική μικροεπεξεργασία. Ο λίβανος και η σμύρνα βρίσκονται ως μίγμα σε 62 περίπου σφαιρικές χάντρες μικρού μεγέθους.
Αλλά πώς βρέθηκαν εκεί αυτά τα πολύτιμα δώρα;
Η παράδοση και η ιστορία μας λένε ότι η Παναγία μας, πριν την Κοίμησή της, τα παρέδωσε μαζί με την Τιμία Εσθήτα, την Αγία Ζώνη της και τα σπάργανα του Χριστού μας στην Εκκλησία των Ιεροσολύμων. Εκεί έμειναν ως το 400 μ.Χ.
Μετά ο αυτοκράτορας Αρκάδιος τα μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη και έμειναν εκεί μέχρι την άλωσή της, το 1024 μ.Χ., από τους Φράγκους.
Στη συνέχεια φυλάχτηκαν στη Νίκαια της Βιθυνίας ως το 1453 μ.Χ., που την κατέλαβαν οι Τούρκοι.
Μετά την Άλωση, η ευλαβής Μάρω, σύζυγος του σουλτάνου Μουράτ Β’ και μητριά του Μωάμεθ Β’ του Πορθητή, που ήταν κόρη του Δεσπότη της Σερβίας Γεωργίου Βράγκοβιτς, του κτίτορα της Μονής του Αγίου Παύλου, τα μετέφερε αυτοπροσώπως στο Άγιο Όρος.
Κατά την αγιορείτικη παράδοση, η Μάρω, για να μην παραβιαστεί το άβατο του Αγίου Όρους, εμποδίστηκε από την ίδια τη Θεοτόκο να πλησιάσει στη Μονή. Αυτή ταπεινά υπάκουσε και παρέδωσε τα Τίμια Δώρα στους μοναχούς σ’ένα σημείο που μέχρι σήμερα λέγεται «Σταυρός της Βασιλίσσης». Στο αρχείο της Ι. Μονής φυλάσσεται και το σχετικό σουλτανικό έγγραφο παράδοσης των Δώρων.
Τα Δώρα των Μάγων ευωδιάζουν κατά διαστήματα και θαυματουργούν με τη χάρη του Θεού.
Ένας αδελφός ρώτησε κάποιον Γέροντα:
“Ποιο καλό πράγμα υπάρχει, για να το κάνω και να βρω ζωή μέσα σ΄αυτό;”
“Ο Θεός γνωρίζει το καλό. Όμως άκουσα ότι κάποιος από τους πατέρες ρώτησε τον αββά Νισθερώο τον μεγάλο, τον φίλο του αββά Αντωνίου:”
“Ποιο θεωρείται έργο καλό για να το κάνω;”
Κι εκείνος του είπε:
“Όλες οι αρετές δεν είναι ισοδύναμες; Η αγία Γραφή λέει ότι ο Αβραάμ υπήρξε φιλόξενος και είχε τον Θεό μαζί του. Ο Ηλίας αγαπούσε την ησυχία και ο Θεός ήταν μαζί του. Ο Δαβίδ ήταν ταπεινός και ο Θεός ήταν μαζί του. Ό,τι λοιπόν καταλαβαίνεις να θέλει η ψυχή σου που είναι σύμφωνο με το θέλημα του Θεού, αυτό κάνε και κράτα άγρυπνη την καρδιά σου”.
ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ, ΔΟΞΑΣΑΤΕ!
Εις ποίαν οδυνηράν δοκιμασίαν μας υποβάλλει το μήνυμα! Πως θα αναμετρηθώμεν με την απαίτησιν; Πως θα κατορθώσωμεν αξίως να δοξάσωμεν τον Γεννώμενον Χριστόν; Διανοούμεθα εν πίστει την Ενσάρκωσιν του Θείου Λόγου και περιπίπτωμεν εις θάμβος. Βυθιζόμεθα εις το μυστήριον, το «ξένον και παράδοξον» και μένομεν άναυδοι. Που θα εύρωμεν αγγελικόν νουν, δια να κατανοήσωμεν την κένωσιν του Υιού και Θεού; Με ποίαν καρδίαν θα αγαπήσωμεν; Ομολογουμένως, η πιστή ψυχή, μελετώσα την άπειρον αγάπην του Θεού προς τους ανθρώπους, περιέρχεται εις αμηχανίαν. Ω, πόσον μικροί είμεθα ημείς και πόσον μέγας ο Θεός! Και ποίον μεγαλείον κρύπτεται εις την εκούσιον ταπείνωσίν Του! Μία μόνον διέξοδος υπάρχει δια την έκθαμβον και ευεργετουμένην ψυχήν: Η ευγνωμοσύνη, ο πνευματικός κλαυθμός, η ευχαριστία προς την αγάπην, τον Θεόν. Και νομίζω ότι το μόνον ανταπόδομα εις τας ανεκφράστους ευεργεσίας του Θεού είναι η θερμή ευχαριστία και ευγνωμοσύνη. Ω, και να εγνωρίζαμεν τι είμεθα, από πού ερχόμεθα, που πηγαίνομεν! Πόσον είμεθα θείοι, πόσον αγγελικοί, πόσον φωτεινοί, θεόπλαστοι, αιώνιοι, θεοί! Ω, κατηραμένη άγνοια, που εμποδίζεις την γνώσιν των μεγαλείων μας! Ω, ζοφερά λήθη, που αποκρύπτεις από τους οφθαλμούς μας το εκθαμβωτικόν φως μας! Ημείς ωραίοι, ημείς άφθαρτοι, ημείς υπέρτεροι των γηίνων, ημείς τέκνα Θεού. Και «τι εσόμεθα ουκ οίδαμεν»! Δεν γνωρίζομεν ποίαν ακόμη επί το θειότερον μετουσίωσιν θα προσλάβωμεν. Πάντως, «όμοιοι αυτώ – τω Θεώ – εσόμεθα»! Είναι να μη διέλθη κανείς τον βίον του κλαίων εξ αγάπης; Πως ημπορεί να ανθέξη η ανθρωπίνη καρδία εις τόσην προσφοράν θεϊκής αγάπης; Ποίον άλλο είναι τόσον μέγα, όσον η σάρκωσις του Θείου Λόγου, χάριν της σωτηρίας μας, χάριν της θεώσεώς μας εν αιωνιότητι; Ιδού, διατί μένομεν άναυδοι ημείς οι Χριστιανοί. Ιδού, διατί κλαίομεν ευγνωμόνως. Ιδού, διατί περιδινούμεθα ερωτικώς περί τον αγαθόν, τον περί πάντας αγαθόν, Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Αυτήν την σεσαρκωμένην Σοφίαν, την ενανθρωπήσασαν Αγαθότητα, την μορφοποιηθείσαν Αγάπην, την ταπεινωθείσαν Δύναμιν, την αποκρυβείσαν Ωραιότητα! Λέγουν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, αυτοί που μετέσχον εν θείω έρωτι των θείων ιδιοτήτων, ότι οι αγγελικοί νόες, έκθαμβοι και εκστατικοί από τον θείον έρωτα προς τον Θεόν, κινούνται φλεγόμενοι περί τον θρόνον της θείας μεγαλωσύνης. Και καθ’ όσον προσλαμβάνουν φως και γνώσιν, κατά τοσούτον και αγαπούν. Και όσον αγαπούν, τόσον γνωρίζουν. Ως εκ τούτου καθίσταται φανερόν ότι τα αγγελικά πνεύματα δεν διάγουν εν απραγμοσύνη και στατικότητι, αλλά διατελούν εις αδιάλειπτον κίνησιν προσλήψεως γνώσεως και αγάπης. Ούτω και ημείς. Κατά το μέτρον της γνώσεως των θείων πραγμάτων είναι και η αγάπη μας. Και κατά το ποσόν της αγάπης μας είναι και η γνώσις. Καθ’ όσον λοιπόν αντιλαμβανόμεθα την σημασίαν του μεγαλυτέρου γεγονότος, που εγνώρισεν η ανθρωπίνη ιστορία – «Θεός το τεχθέν, η δε Μήτηρ Παρθένος. Τι μείζον άλλο καινόν είδεν η κτίσις;» --, κατά αναλογίαν και χαίρομεν και αγαπώμεν και ευγνωμονούμεν και κλαίομεν και αγαθυνόμεθα την καρδίαν. Ό,τι λοιπόν αποτελεί την οφειλήν μας είναι, όχι να συστέλλωμεν τα θεία πράγματα μέσα εις την πτωχήν διανοητικότητά μας, αλλά, αγωνιζόμενοι, να παρασκευάζωμεν εαυτούς να τα δεχθώμεν με ταπείνωσιν και αγάπην, δια να τα γνωρίσωμεν. Ούτω θα τα αγαπήσωμεν. Εντεύθεν θα τα γνωρίσωμεν περισσότερον και περισσότερον θα τα αγαπήσωμεν. Αυτή η κίνησις του νου και της καρδίας είναι αέναος. Είναι κίνησις Χριστοκεντρική, η οποία εξασφαλίζει την καθαρότητα, την φωτεινότητα, την θείαν αγάπην, την εμπολίτευσιν εις τους ουρανούς. Και προκαλεί το μίσος προς παν αμαρτωλόν, προς παν πτωχόν, προς πάσαν γεώδη σχέσιν. Και μας καθιστά αγίους και ελευθέρους. Αλλά, δυστυχώς! Ταλαίπωροι ημείς, «εμπλεγμένοι ταις του βίου πραγματείαις», με βεβαρημένας καρδίας « εν μερίμναις βιωτικαίς», θυσιάζομεν την θείαν ψυχήν μας εις παροδικά και μάταια. Δεν μελετώμεν την θείαν ευγένειάν μας, την θείαν καταγωγήν μας, τον προς θέωσιν προορισμόν μας. Εντεύθεν λησμονώμεν τον Θεόν μας. Και, φυσικά, δεν μελετώμεν την αβάστακτον από την καρδίαν εν σαρκί παρουσίαν Του, που εξέπληξεν αγγέλους. Που κατεπλάγη η κτίσις. Και ενώ ήλθε δι’ ημάς, δια την άπειρον αγάπην Του προς εμέ και σε, αδελφέ, ημείς και αδιαφορούμεν και πράττομεν τα εναντία εκείνων, που οδηγούν προς την θέωσίν μας. Από εδώ αρχίζει το ανθρώπινον δράμα, ο χωρίς σχεδόν Θεόν χριστιανός. Και το φρικτόν αυτό δράμα, από προσωπικόν, εξαπλούται εις την οικογένειαν, το χωρίον, την πόλιν, εις το Έθνος ολόκληρον. Και ημείς τα τέκνα του Θεού, ουδόλως διαφέρομεν από τους απίστους. Και ουδένα δυνάμεθα να πείσωμεν δια την αλήθειαν του σαρκωθέντος Θεού. Ότι «ο Θεός εφανερώθη εν σαρκί» και ότι «ώφθη επί της γης και τοις ανθρώποις συνανεστράφη». Και παρέχομεν σκάνδαλον εις τον κόσμον και «ο Θεός βλασφημείται δι’ ημάς εν τοις έθνεσι». Διατί; Δια την αμέλειαν ημών και διότι οι ποιμένες της Εκκλησίας περί άλλα τυρβάζουν. Διότι δεν εβίωσαν το μέγα μυστήριον της κενώσεως του Υιού του Θεού. Δεν τον εμελέτησαν, δεν τον ηγάπησαν, δεν εξεμεταλλεύθησαν τα τίμια δώρα, που μας εκόμισε. Δεν μετεμορφώθησαν εις άγια τέκνα Θεού, δια τούτο και δεν δύνανται να ομιλήσουν εις τας ψυχάς. Να τας υψώσουν εκ των γηίνων, να τας μετεωρίσουν εις τους ουρανούς. Να καταστήσουν τους χριστιανούς «συμπολίτας των αγίων και οικείους του Θεού». Δια τούτο και η Πατρίς μας, το Έθνος το άγιον, ο Ορθόδοξος λαός, κατήντησε το σκύβαλον του κόσμου. Και εγένετο «μυκτηρισμός και χλευασμός τοις κύκλω ημών». Χωρίς να γνωρίζωμεν ποία ακόμη τραγωδία μας αναμένει. Το φρικτότερον δε είναι ότι ούτε καν υποπτευόμεθα την συμφοράν μας, την πνευματικήν και την ερχομένην καταιγίδα. Η πολυχρόνιος έξις εις τα έργα της πτώσεώς μας, η αγνοηθείσα πνευματική μας ευγένεια, η διαβολική λήθη του συνταρακτικού γεγονότος της ενανθρωπήσεως του Θεού χάριν ημών, μας έχουν εις τοιούτον βαθμόν ναρκώσει, ώστε να μη θέλωμεν να απαλλαγώμεν από την κόλασιν των παθών, εις την οποίαν τυραννούμεθα. Ω αδελφοί μου, συναμαρτωλοί! Απωλέσαμεν τον θησαυρόν. Ωσάν να μη εγεννήθη δι΄ ημάς ο Σωτήρ. Που είναι οι καρποί της πίστεώς μας; Που είναι τα δώρα που θα προσκομίσωμεν εις τον τεχθέντα Βασιλέα; Με ποίαν ψυχικήν στολήν θα υποδεχθώμεν τον καθαρόν; Τι εκάμαμεν τα θεία χαρίσματά Του, με τα οποία έπρεπε να είχομεν εκλαμθή από τας θείας ακτίνας της χάριτός Του; Πως δεν θα εντραπώμεν από την πτωχείαν των σπαργάνων Του; Πως θα αντικρύσωμεν το Θείον Βρέφος, με ένοχον συνείδησιν, με ηχρειωμένην την θείαν εικόνα, με καρδίαν εσκοτισμένην υπό των παθών; Εν τούτοις θα εορτάσωμεν την Γέννησίν Του! Θα εκκλησιασθώμεν. Θα ανάψωμεν τας λαμπάδας μας. Θα γεμίσωμεν τους ναούς. Θα ακούσωμεν τους αγγελικούς ύμνους των Χριστουγέννων. Και την ημέραν αυτήν, όπως θα είμεθα με εορταστικά ιμάτια, εις εκθαμβωτικά φώτα, με επιμελημένα γεύματα και άλλα σύμβολα χαράς, θα νομίσωμεν, θα πιστεύσωμεν ότι είμεθα λάτρεις του Γεννηθέντος Σωτήρος! Ω πόσον θα έχωμεν πλανηθή! Αδελφοί μου! Με το άρθρον αυτό γίνεται μία καινοτομία. Αντί να γραφή ένα «χαρούμενον» Χριστουγεννιάτικον άρθρον, ένα θεολογικόν, πνευματικόν, που να θεμελιώνη την θεότητα του Θείου Βρέφους, που να αναλύη το περιεχόμενον της συγκλονιστικής ενανθρωπήσεως του Θεού, αντί να δώσωμεν ένα τόνον πνευματικής χαράς εις την «μητρόπολιν αυτήν των εορτών», προετιμήθη ένα άρθρον… μετανοίας. Οι αγαπητοί αναγνώσται, δια να μη χάσουν την ευδαιμονιστικήν διάθεσίν των, ας διαβάσουν άλλα έντυπα, που θα εκδοθούν επί ταις εορταίς των Χριστουγέννων. Ο υποφαινόμενος εφέτος, που είναι μία από πάσης απόψεως δραματική εποχή, θα ήτο ευτυχής, αν κατώρθωνε να κατανύξη μερικάς ψυχάς. Να τας οδηγήση εις μετάνοιαν και κλαυθμόν. Και να τας κάμη όπως, μαζί με τους θείους ύμνους, αναβλύσουν ολίγα δάκρυα. Έχομεν τόσην ανάγκην δακρύων, ως Εκκλησία, ως λαός και ως Έθνος, ώστε θα ήσαν τα τιμιώτερα δώρα προς τον νηπιάσαντα Λόγον υπέρ της ταλαιπώρου Πατρίδος μας. Αδελφοί, «Χριστός γεννάται, δοξάσατε…». Αλλά μετά κλαυθμού!...
Ο Δημήτριος Χατζηνικολάου σχολίασε την ανάρτηση "Τό πρωτότυπο γαλλικό κείμενο τῆς συμφωνίας τοῦ 1965 ἀναφέρει ὅτι:"
Ἀκριβῶς τά ἴδια λέγει καί τό Ἀγγλικόν κείμενον, ὅτι δηλαδή τήν 7-12-1965 «ἤρθη» ἡ ἀκοινωνησία, ἤτοι τό σχίσμα τοῦ 1054. Γι' αὐτό μνημονεύεται ὁ «πάπας» εἰς τά δίπτυχα του Φαναρίου ἀπό τότε, γεγονός πού κατήγγειλεν τό 1969 ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος τῆς Ρωσσικῆς Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς εἰς τήν ἀνοικτήν του ἐπιστολήν πρός τόν «ἀρχιεπίσκοπον Ἀμερικῆς» Ἰάκωβον καί οὐδέποτε διεψεύσθη (βλ. http://orthodoxinfo.com/ecumenism/philaret_iakovos.aspx ). Τό Ἑλληνικόν κείμενον, ὅμως, λέγει ΨΕΥΔΩΣ ὄτι δῆθεν «ἤρθησαν» μόνον τά ἀναθέματα τοῦ 1054, ὑπονοώντας ὅτι παραμένει δῆθεν ἡ ἀκοινωνησία. Ἔγραψαν αὐτό τό ψέμμα, διότι ἡ «ἄρσις» τοῦ σχίσματος μέ τόν «πάπαν» καθιστᾶ ΟΥΝΙΤΑΣ τούς ἐν γνώσει κοινωνοῦντας μέ τούς Οἰκουμενιστάς. Ἡ «ἄρσις» τῶν ἀναθεμάτων μόνον εἶναι, βεβαίως, καί αὐτή κατακριτέα, διότι, κατά τήν Ε' Οἰκουμενικήν Σύνοδον, ὅποιος ἀρνεῖται ν’ ἀναθεματίσῃ τούς αἱρετικούς, ἄς εἶναι ὁ ἴδιος ἀνάθεμα. Στά Πρακτικά τῶν Συνόδων, Ἔκδοσις Καλύβης Τιμίου Προδρόμου, Σκήτης Ἁγίας Ἄννης, Τόμος Β', σελ. 343 / 377, εἶναι ὁ ἀναθεματισμός ια', ὄχι μέ τήν γνωστήν φράσιν «ὁ μή λέγων ἀνάθεμα τοῖς αἱρετικοῖς, ἀνάθεμα ἔστω», ἡ ὁποία εἶναι ἁπλῶς μία συντομογραφἰα αὐτοῦ τοῦ ἀναθεματισμοῦ, ἀλλά παραθέτει μίαν μεγάλην λίσταν αἱρετικῶν (Ἄρειον, Εὐνόμιον Μακεδόνιον κ.ἄ.) καί λέγει ὅτι ὅποιος δέν τούς ἀναθεματίζει ὁ τοιοῦτος ἀνάθεμα ἔστω. Ἐπίσης, ἡ Γ' Οἰκουμενική Σύνοδος ἀναθεματίζει ὅσους ἀρνοῦνται ν' ἀναθεματίσουν τούς αἱρετικούς. Στήν σελ. 481 / 575 τοῦ Α' Τόμου τῶν Πρακτικῶν διαβάζουμε: «Πάντες οἱ ἐπίσκοποι ἅμα ἀνεβόησαν· Ὁ μή ἀναθεματίζων Νεστόριον, ἀνάθεμα ἔστω». Αὐτά τά γνωρίζουν οἱ ΑΠΑΤΕΩΝΕΣ καί ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΟΙ Οἰκουμενισταί (= ΘΕΟΣΟΦΙΣΤΑΙ, ΣΑΤΑΝΙΣΤΑΙ), διό καί ἐξηπάτησαν τούς Ὀρθοδόξους μέ τό ὡς ἄνω ΜΕΓΑ ΨΕΥΔΟΣ.
Τό πρωτότυπο γαλλικό κείμενο τῆς συμφωνίας τοῦ 1965 ἀναφέρει ὅτι:
Ὁ Πάπας Παῦλος ὁ ΣΤ´ καί ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας αἴρουν τήν «ἀκοινωνησία» μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν. Συγκεκριμένα ἡ σωστή μετάφραση τῆς παραγράφου 4, ἐδάφιο β´, τῆς συμφωνίας λέγει τά ἑξῆς: «ἀποδοκιμάζουσιν ὡσαύτως καί αἴρουσιν ἀπό τῆς μνήμης καί ἐκ μέσου τῆς Ἐκκλησίας τάς ἀποφάσεις ἀκοινωνησίας (=lessentences d’ excommunication), ὧν ἡ ἀνάμνησις ἐπενεργεῖ μέχρι σήμερον ὡς κώλυμα εἰς τήν ἐν ἀγάπῃ προσέγγισιν, παραδίδουσι δέ αὐτάς τῇ λήθῃ»! Ὁ ἀείμνηστος καθηγητής π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἐπισημαίνει ὅτι «οἱ New York Times μετέδωσαν τήν ἀπό κοινοῦ ἀγγελίαν τοῦ Βατικανοῦ καί τοῦ Φαναρίου τῆς 7ης Δεκεμβρίου 1965 διά τήν ἄρσιν τοῦ excommunicatio (τῆς ἀκοινωνησίας τοῦ Λατινικοῦ κειμένου) εἰς τήν πρώτην σελίδα, ὡς τό τέλος τοῦ σχίσματος τοῦ 1054 καί ὡς τήν ἐπανέναρξιν τῆς μυστηριακῆς κοινωνίας, πού εἶχε τότε δῆθεν διακοπεῖ. Φαίνεται πλέον σαφῶς, ὅτι τό ἑλληνικόν κείμενον, πού ἀναγγέλλει τήν «ἄρσιν τῶν ἀναθεμάτων», ἦτο τεχνηέντως παραπλανητικόν. Φαίνεται εἶχε σκοπόν νά ἀμβλύνη ἐνδεχομένας ἀρνητικάς ἀντιδράσεις τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν». Ἀπό τά παραπάνω συμπεραίνουμε ὅτι, τοὐλάχιστον γιά τό Φανάρι, (ἀπό Ὀρθοδόξου πλευρᾶς), ὅπως καί γιά τό Βατικανό, «ἀκοινωνησία», «σχίσμα», πλέον δέν ὑφίσταται καί ἡ ἕνωση τῶν «Ἐκκλησιῶν» ἤδη ἔγινε.
Τα... "ΛΟΚ της Ορθοδοξίας" και οι λαλίστατοι Μητροπολίτες κοινωνούν και τον μνημονεύουν!....
Θλίβεται κανείς και σπαράσσει μέχρι βαθέων, αναλογιζόμενος και μόνο την πατριαρχική ρήση, που θεωρεί τους Αγίους Πατέρες, οι οποίοι αγωνίσθηκαν εναντίον του Πάπα ως θύματα του Διαβόλου και αξίους της συγχωρήσεως και του ελέους του Θεού . Αν όμως, ο Μέγας Φώτιος, ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, ο Άγιος Μάρκος Ευγενικός, ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης και πλείστοι άλλοι πολέμιοι των αιρέσεων του Παπισμού, είναι όργανα και θύματα του Διαβόλου, πρέπει να τους διαγράψουμε από τις δέλτους των Αγίων, να καταργήσουμε τις εορτές και τις ακολουθίες, και αντί να επικαλούμεθα τις πρεσβείες και την βοήθειά τους, να τους κάνουμε μνημόσυνα και τρισάγια, για να τους συγχωρήσει ο Θεός!
Δεν ξεχνώ:
Όπως μιά αρρώστια δεν βλάπτει μόνο το άρρωστο όργανο, αλλά ολόκληρο τον οργανισμό, με τον ίδιο τρόπο και η αίρεση, εφόσον δηλητηριάζει κάποια μέλη της Εκκλησίας, προκαλεί πόνο σε ολόκληρο το σώμα της και το βλάπτει. Γι’ αυτόν τον λόγο, κάθε φορά που εμφανιζόταν μία αίρεση, η οποία απειλούσε το Σώμα της Εκκλησίας, συνέρχονταν Οικουμενικές και Τοπικές Σύνοδοι, που αναθεμάτιζαν και την αίρεση και τους αιρετικούς, οι οποίοι την υπεράσπιζαν. Με τον τρόπο αυτόν, απέκοπταν από το Σώμα της Εκκλησίας και την αιρετική διδασκαλία και αυτούς, που την προωθούσαν.
