(Κατά τας παραμονάς των Χριστουγέννων δύο νησιώται, οι οποίοι μετέβησαν δια κοπήν ξύλων, απεκλείσθησαν εις το Κάστρον λόγω αιφνιδίας πτώσεως, χιόνος. Ο ιερεύς της κωμοπόλεως αποφασίζει να μεταβή εις την εγκαταλελειμμένην εκκλησίαν του Κάστρου, δια να λειτουργήση και συγχρόνως να παράσχη βοήθειαν εις τους αποκλεισθέντας. Η δια ξηράς μετάβασις είναι αδύνατος, η δε δια θαλάσσης λίαν επικίνδυνος λόγω της θαλασσοταραχής. Παρά ταύτα όμως η απόφασις του ιερέως είναι αμετάτρεπτος. Τούτον ακολουθούν, ενθαρρυνόμενοι δια του παραδείγματός του, και μερικοί άλλοι, άνδρες και γυναίκες. Μετά ταλαιπωρίας λόγω της τρικυμίας έφθασαν εις το Κάστρο και εύρον σώους τους δύο αποκλεισθέντας).
«Το Γιάννη το Νυφιώτη, και τον Αργύρη της Μυλωνούς, τους έκλεισε το χιόνι απάν’ στο Κάστρο, τ’μ πέρα πάντα, στο Στοιβωτό τον ανήφορο· τ’ ακούσατε;» Ούτως ωμίλησεν ο παπα-Φραγκούλης ο Σακελλάριος, αφού έκαμε την ευχαριστίαν του εξ οσπρίων κ’ ελαιών οικογενειακού δείπνου, την εσπέραν της 23ης Δεκεμβρίου του έτους 186… Παρόντες ήσαν, πλην της παπαδιάς, των δυο αγάμων θυγατέρων και του δωδεκαετούς υιού, ο γείτονας ο Πανάγος ο μαραγκός, πεντηκοντούτης, οικογενειάρχης, αναβάς διά να είπη μίαν καλησπέραν και να πιή μίαν ρακιά, κατά το σύνηθες, εις το παπαδόσπιτο· κ’ η θεια το Μαλαμώ η Καναλάκαινα, μεμακρυσμένη συγγενής, ελθούσα διά να φέρη την προσφοράν της, χήρα εξηκοντούτις, ευλαβής, πρόθυμος να τρέχη εις όλας τας λειτουργίας και να υπηρετή δωρεάν εις τους ναούς και τα εξωκκλήσια.
