«...ὅς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καί ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο»
Οἱ ἁμαρτίες ἔχουν τόν δικό τους θεό, τόν διάβολο. Αὐτός εἶναι ὁ κύριος δημιουργός τους, καί οἱ ἄνθρωποι, διαπράττοντας τίς ἁμαρτίες, γίνονται ὑποχείριον καί δοῦλοι τοῦ διαβόλου. Οἱ ἁμαρτίες ἐπίσης ἔχουν τό βασίλειό τους, τόν κόσμο τους· ὁ διάβολος εἰσῆλθε καί στόν κόσμό μας μέ τήν ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου[1]. Ἄρχισε δέ νά κατακτᾶ αὐτόν τόν κόσμον, νά βασανίζει τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὥσπου κατάφερε νά τήν κατακτήσει ὁλοκληρωτικά ὅπως ἀκριβῶς ἀκούσαμε σήμερα, στήν Εὐαγγελική Περικοπή. Γι’ αὐτό καί ὁ Χριστός ἀποκαλεῖ τόν διάβολο ἄρχοντα αὐτοῦ τοῦ κόσμου[2] καί ἐνηνθρώπησε γιά νά καταγγείλει καί νά ξεσκεπάσει τήν κακία του ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων· τόν ἀποκάλεσε «ψεύστην καί ἀνθρωποκτόνον».
Πρίν τόν Χριστό,
χωρίς Αὐτόν, καί ἐκτός Αὐτοῦ, οἱ ἄνθρωποι πορεύονταν μέσα στήν ἁμαρτία καί τόν
θάνατο· διανύοντας τίς ἡμέρες καί τίς νύχτες γυμνοί, χωρίς ἐνδύματα, χωρίς οἰκία,
ἀλλά μέσα στά μνήματα. Στήν πραγματικότητα ὁ ἄνθρωπος ζῶντας στήν ἁμαρτία, ἀπονεκρώνει
κάθε σχέση του μέ τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους γιά νά καταλήξει στό τέλος,
πνευματικά νεκρός.
Ἐδῶ χρειάζεται
μεγάλη προσοχή, ἁγία γερόντισσα, ἐπειδή ὅποιος εἶναι κίβδηλος ἤ ἐπίμεμπτος γιά
τά ἔργα του ἤ ραγισμένος ἀπό κάθε πάθος, αὐτός, δέν συμπεριλαμβάνεται στούς ἀκέραιους
κρίκους, ἀλλά ἀπορρίπτεται ὡς ἄχρηστος καί ἀδόκιμος. Γιατί αὐτός μπορεῖ νά
γίνει αἰτία, σέ καιρό ἐντάσεως, νά προξενήσει διαίρεση στά ἀδιαίρετα καί λύπες
καί διχόνοιες καί νά παραδώσει τά ἅγια τοῖς κυσίν καί τούς μαργαρῖτες ἔμπροσθεν
τῶν χοίρων(βλέπε «λειτουργία» τοῦ Πάπα, γιά τούς κίναιδους).
Χρειάζεται,
χριστιανοί μου, ἡ παρουσία τοῦ Θεανθρώπου στή ζωή μας, ὅπου μᾶς δείχνει ἕνα ἐξαιρετικό
δρόμο μετανοίας καί ἐξομολογήσεως, γιά
νά ἀποκτήσουμε τά πνευματικά χαρίσματα· νά τά ἐφαρμόσουμε καί νά τά διδάξουμε
στούς ἀπειθεῖς, στούς ἐγγύς καί τούς μακράν. «ὁ φόβος Κυρίου εἶναι ἀρχή
σοφίας». Σοφία ὅμως, δέν ὀνομάζει τά σοφά λόγια, ἀλλά τόν ὀρθό τρόπο ζωῆς.
«...ὅς εἶχε
δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν...»
Αὐτό τόνισε, μέ ἔμφαση,
στόν πρώην δαιμονισμένο καί τώρα ἰαθέντα ὁ Κύριος, ὅταν πλέον ἐνδεδυμένος καί
σώφρων ἐκάθητο παρά τούς πόδας τοῦ Ἰησοῦ καί ἤκουε τόν λόγον Αὐτοῦ. Θεϊκή καί χαριτόβρυτος ἡ τακτική καί
στρατηγική τοῦ Σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ σήμερα. Ἀνέδειξε τόν ἰαθέντα καί εὐεργετηθέντα,
υἱόν Ἀναστάσεως, στέλνοντάς τον νά κηρύξει τόν ἀληθινόν Θεόν, σ’ αὐτούς τούς
σκληρόκαρδους Γαδαρηνούς, δίνοντας τήν δυνατότητα νά κατανοήσουν τήν ἄμετρη
Φιλανθρωπία τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ.
Θέλησε ὁ
Διδάσκαλος καί Καθηγητής, διά τοῦ θαύματος καί τῆς ἀποστολῆς, νά λυθοῦν τά
δεσμά καί εἰ δυνατόν, οἱ Γαδαρηνοί πού ἀρνήθηκαν νά δεχτοῦν στόν τόπο τους τόν
Κύριον, διά τῆς μετανοίας, νά παρουσιαστοῦν ἐμπρός στή Βασιλεία τῶν
Βασιλευόντων καί νά Τόν ἀκολουθήσουν μέ καλήν προαίρεσιν. Ἐπίσης, νά τούς
χαρίσει τήν ἀνδρεία καί τήν προθυμία νά τρέχουν ἐλεύθερα καί ἀνεμπόδιστα πρός τήν ἀπόλυτη ὑπακοή στίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ
καί στήν ὑπομονή τοῦ Χριστοῦ, ἐλευθερωμένοι ἀπό δαιμόνια.
Σέ ἐκεῖνον πού
κόβει τό θέλημά Του, ἀδελφοί, ὁ Θεός χαρίζει τό δικό Του θέλημα καί, διά τῆς
Χάριτος, τό κρατάει ἀνεξάλειπτο μέσα στήν καρδιά του· ἀκόμη ἀνοίγει τά μάτια τῆς
διάνοιάς του, ὥστε νά τό γνωρίζει καθαρά, καί τοῦ δίδει δύναμη νά τό ἐκπληρώνει.
Καί τότε, μέ τήν βοήθεια τοῦ Παρακλήτου, ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ὁδηγεῖται καί
μετέχει σ’ ἐκεῖνο στό ὁποῖο δέν μποροῦν οὔτε ἔχουν ἐξουσία νά προσεγγίσουν οἱ
δαίμονες· δηλαδή στή μετοχή τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ, καί στόν ἁγιασμό.
Βλέπουμε σήμερα ὅτι
ὁ Χριστός συζητάει συγκαταβαίνοντας πρός τήν ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου θέλοντας
σιγά-σιγά νά τόν ἐξυψώσει. «ὁ Θεός πλούσιος ὤν ἐν ἐλέει, διά τήν πολλήν ἀγάπην
αὐτοῦ ἥν ἠγάπησεν ἡμᾶς καί ὄντας ἡμᾶς νεκρούς τοῖς παραπτώμασιν συνεζωοποίησεν
τῷ Χριστῷ· χάριτι ἐστε σεσωσμένοι· καί συνήγειρεν καί συνεκάθισεν ἐν τοῖς ἐπουρανίοις
ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ...»[3].
Μόνον ἡ ὑπέρμετρη, πρός ἡμᾶς θεία ἀγάπη, ὅπως τήν ἀκούσαμε σήμερα στό Εὐαγγέλιο,
πού ὑποστασιοποιήθηκε καί προσωποποιήθηκε, ἐν τῷ θεανθρωπίνῳ σώματι τοῦ Χριστοῦ,
στήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησία, ἀποτελεῖ τήν αἰτία, τῆς ἐκ νεκρῶν ἐν Χριστῷ
ζωογονήσεώς μας· ἀφοῦ μᾶς ἔδωσε τήν δυνατότητα νά πατοῦμε ἐπάνω ὄφεων καί
σκορπίων καί ἐπί πᾶσαν τήν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ.
Ὅλα αὐτά τά ἀγαθά,
εἶναι δωρεά, ἔργο τῆς ἄμετρης θείας ἐν Χριστῷ ἀγάπης πρός ἐμᾶς. Ἔργο τῆς ἀπροσμέτρητης
θείας φιλανθρωπίας. Ἑπομένως, ἄς σκεφτοῦμε πῶς θά δοξάσουμε τόν Θεό πού ἀπέστειλε
τόν Υἱόν Του Σωτῆρα τοῦ κόσμου.
Ὁ Θεός, ἀδελφοί,
δοξάζεται ἀπό ἐμᾶς, ὄχι μέ ἄλλο τρόπο, ἀλλά ὅπως δοξάστηκε ἀπό τόν Υἱό. Μ’ ἐκεῖνα
δηλαδή πού δόξασε ὁ Υἱός τόν Πατέρα, δοξάστηκε μ’ αὐτά καί Ἐκεῖνος ἀπό τόν
Πατέρα. Αὐτά κι ἐμεῖς, ἄς φροντίσουμε νά πράξουμε μέ ἐπιμέλεια, γιά νά δοξαστοῦμε
ἀπό Αὐτόν-τόν Θεόν, μέ τήν δόξα πού εἶχε ὁ Υἱός ἀπό Αὐτόν, προτοῦ δημιουργηθεῖ ὁ
κόσμος[4].
Ὅταν ἀγωνιζόμαστε
τόν ἀγῶνα τόν καλόν, μέ ὑπομονή, καί καταπατοῦμε τόν διάβολο, μιμούμαστε τά
παθήματα τοῦ Χριστοῦ καί δοξάζουμε τόν Πατέρα Θεό μας, ὡς κατά Πνεῦμα Ἅγιον
παιδιά Του καί συγκληρονόμοι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.
Σ’ Αὐτόν ἡ Δόξα,
ἡ Βασιλεία, ἡ Προσκύνησις εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.Ἀμήν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου