«Η πατρίς της γεννήσεώς μου είναι από το Λιδορίκι· χωριό του Λιδορικιού ονομαζόμενον Αβορίτη. [...] Οι γοναίγοι μου πολύ φτωχοί, και η φτώχεια αυτήνη ήρθε από την αρπαγή των ντόπιων Τούρκων και των Αρβανίτων του Αλήπασα. Πολυφαμελίτες οι γοναίγοι μου και φτωχοί, και όταν ήμουνε ακόμα στην κοιλιά της μητρός μου, μιαν ημέρα πήγε για ξύλα στο λόγγο. Φορτώνοντας τα ξύλα στον ώμο της, φορτωμένη στο δρόμο, στην ερημιά, την έπιασαν οι πόνοι και γέννησε εμένα. Μόνη της η καημένη κι αποσταμένη, εκιντύνεψε κι αυτήνη τότε κι εγώ. Ξελεχώνεψε μόνη της και συγυρίστη, φορτώθη λίγα ξύλα και έβαλε και χόρτα απάνου στα ξύλα και από πάνου εμένα και πήγε στο χωριό» (Β' 11-12).
Ἡ δοξολογία τοῦ Θεοῦ -- Τοῦ κ. Μιχαὴλ Ε. Μιχαηλίδη, Θεολόγου
«ΕΝ ΕΝΙ ΣΤΟΜΑΤΙ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΑΡΔΙΑ»
Μετά τή μνημόνευση τοῦ οἰκείου ἐπισκόπου στή θεία Λειτουργία, ὁ ἱερέας ἀπαγγέλλει τήν ἐκφώνηση – πρόσκληση, γιά τή δοξολογία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ: «Καί δός ἡμῖν ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ δοξάζειν καί ἀνυμνεῖν τό πάντιμον καί μεγαλοπρεπές ὄνομά σου, τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ και τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν και ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων».
Ἡ θεία Λειτουργία εἶναι ἀπ’ τήν ἀρχή ὡς τό τέλος, μιά ἀσίγαστη καί «ἐκ
βαθέων» γλυκύτατη δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Ἄγγελοι καί ἄνθρωποι στην εὐγενέστερη
καί μεγαλειωδέστερη λειτουργία τῆς ὕπαρξής τους. Τρισάγιοι καί ἐπινίκιοι ὕμνοι,
ἀδιάλειπτα πληροῦν τά σύμπαντα. «Τά οὐράνια συναγάλλεται τῇ γῇ καί τά ἐπίγεια
συγχορεύει οὐρανοῖς».
«Ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ». Μ’ ἕνα στόμα καί μια καρδιά. Οἱ πάντες καί
τά πάντα σμίγουν σ’ ἕνα ὑμνολογικό τραγούδι χωρίς φινάλε. Και καθώς λέγει ἡ ἐξαίρετη
εὐχή τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ τῶν Θεοφανείων: «Σήμερον τά ἄνω τοῖς κάτω
συνεορτάζει, και τά κάτω τοῖς ἄνω συνομιλεῖ». Ὅλα σέ μιά παναρμόνια
συγχορδία, χωρίς φάλτσα και παραφωνίες. Στόματα και καρδιές,
σ’ ἕνα ἀτέλειωτο τρισάγιο δοξολόγημα, σάν ἐκεῖνο τοῦ προφήτη Ἡσαΐα: «Ἅγιος,
Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πᾶσα ἡ γῆ τῆς δόξης αὐτοῦ» (ΣΤ΄ 3). Ἤ
σάν τον θαυμαστό ὕμνο τῶν εἰκοσιτεσσάρων πρεσβυτέρων τῆς θριαμβεύουσας Ἐκκλησίας,
οἱ ὁποῖοι ψάλλουν κι αὐτοί γύρω ἀπ’ τό θρόνο τοῦ Θεοῦ: «Ἄξιος εἶ, ὁ Κύριος
καί Θεός ἡμῶν, λαβεῖν τήν δόξαν καί την τιμήν καί τήν δύναμιν, ὅτι σύ ἔκτισας
τά πάντα καί διά τό θέλημά σου ἦσαν καί ἐκτίσθησαν» (Δ΄ 13).
Σύμφωνα μέ τήν Ἁγία Γραφή, πρῶτος καί κύριος σκοπός τῆς δημιουργίας τοῦ
κόσμου, εἶναι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ. «Ὅτι ἐξ αὐτοῦ καί δι’ αὐτοῦ καί εἰς
αὐτόν τά πάντα» (Ρωμ. ΙΑ΄36). Δόξα καί ἔπαινος και εὐλογία τῶν λογικῶν ὄντων,
γιά τή θεία μεγαλειότητα. Δόξα, πού δέν τήν ἐπιζητεῖ ὁ Θεός, ἀλλά τήν κάνουν ὕμνο
και δοξολογία τά λογικά δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ. Ἑπομένως, ὅσες στρατιές
ἀγγέλων κι ὅσα ἀναρίθμητα πλήθη ἀνθρώπων κι ἄν Τον δοξολογήσουν, κι ὅσους ὕμνους
κι ἄν Τοῦ ἀναπέμψουν, δέν ἔχει νά κερδήσει τίποτε. Αὐτοί μονάχα πλουτίζουν καί
τελειοποιοῦνται κι αὐξάνουν τή μακαριότητά τους.
«Ἡ δόξα, λέγει ὁ Μόσχας Φιλάρετος, εἶναι ἡ ἀποκάλυψη, ἡ
φανέρωση, τό ἀπαύγασμα τῆς ἐσωτερικῆς τελειότητας. Τούτη ἡ δόξα φανερώνεται
στίς οὐράνιες δυνάμεις καί ἀντανακλᾶ στόν ἄνθρωπο. Ὁ Θεός την προσφέρει, κι ὅσοι
τή δέχονται, γίνονται μέτοχοι τῆς δόξας και στή συνέχεια ἐπιστρέφει και πάλι
στό Θεό. Στήν ἀδιάκοπη τούτη ἀνακύκλωση τῆς θείας δόξας, βρίσκεται ἡ μακάρια ζωή
τῶν δημιουργημάτων».
«Ἡ δόξα, λέγει ὁ Λόσκυ, εἶναι τό ἀπρόσιτο φῶς μέσα στό ὁποῖο κατοικεῖ ὁ
Θεός. Μ’ αὐτή τή δόξα φανερώθηκε στούς Κριτές, στούς προ φῆ τες. Εἶν’ αὐτό τό αἰώνιο
φῶς, πού εἰσχώρησε στήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ καί ἔκανε ὁρατή στούς ἀποστόλους
τή θεότητά Του κατά τή Μεταμόρφωση. Ὅταν λέμε «δόξα τοῦ Θε οῦ», ἐννοοῦμε
τόν ἴδιο τον Κύριο «στό μέτρο, πού αὐτός ἀποκαλύπτεται μέσα στό
μεγαλεῖο Του, στή δύναμή Του, στη λαμπρότητα τῆς ἁγιοσύνης Του,
στό δυναμισμό τοῦ Εἶναι Του» (D.Mollat).
Κάθε μετοχή τῶν λογικῶν δημιουργημάτων στό ἄκτιστο φῶς τῆς θείας
μεγαλειότητας, κάθε μετοχή στή μακαριότητα καί τή δόξα τοῦ Θεοῦ, εἶναι μιά
θεολογία, πού ἐκφράζεται κυρίως ὡς δοξολογία – θεοδοξολογία. Εἶναι μιά, στους αἰῶνες
τῶν αἰώνων, δοξολογητική θεολογία, πού λειτουργεῖ ὡς λατρεία πρός τόν Θεό. Εἶναι
μιά μυστική μέθεξη Θεοῦ, καρπός τῆς ἀένναης θεωρίας τοῦ Θεοῦ. Καί τί εἶναι
θεωρία Θεοῦ; Κατά τόν ἀββά Ἰσαάκ τόν Σύρο, «θεωρία ἐστίν αἴσθησις τῶν θείων
μυστηρίων τῶν κεκρυμμένων ἐν τοῖς πράγμασι καί ταῖς αἰτίαις». Εἶναι
συνειδητή ὑπαρξιακή συμμετοχή στό μυστικό κάλλος, τό θεῖο φῶς και τή
μακαριότητα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἅγια τούτη κατάσταση τῆς ψυχῆς μοιάζει μέ θεία, οὐράνια
μέθη. Ἄγγελοι καί ἄνθρωποι γίνονται «θείας κοινωνοί φύσεως».
Αὐθόρμητη ἔκφραση τῆς ἔκστασης καί τοῦ θαυμασμοῦ μπροστά στή θεία δόξα, εἶναι
ὁ ἀσίγαστος ὕμνος καί ἡ δοξολογητική λατρεία. Αὐτό συμβαίνει προπάντων μέ τους ἀγγέλους.
Ὅσο ἀτενίζουν τη φωτοπλήμμυρα τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ, τόσο καί πιό πολύ εὐλογοῦν, ὑμνοῦν
καί δοξάζουν
τήν ἄρρητη δόξα καί τό μεγαλεῖο Του, «ἀκαταπαύστοις στόμασιν, ἀσιγήτοις
δοξολογίαις».
«Ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ». Ἡ ἀνθρώπινη καρδιά σάν τό ἡλιοτρόπιο,
εἶναι πάντα στραμμένη εὐχαριστιακά στόν ἥλιο τῆς ἀγάπης, τον «Πατέρα
τῶν Φώτων». Σάν το ἀκοίμητο ἀηδόνι, πού ἀκοίμητα τραγουδάει τίς ἀκοίμητες
τρίλιες μιᾶς ἀκοίμητης δοξολογίας πρός τόν Δημιουργό τοῦ κόσμου. Στήν Ἀσιατική ἀκτή
τοῦ Βοσπόρου, βόρεια τῆς Κωνσταντινούπολης, ὑπῆρξε γιά πολλούς αἰῶνες ἡ
περίφημη «Μονή τῶν Ἀκοιμήτων». Οἱ πατέρες καί μοναχοί, χωρισμένοι σέ τρεῖς
φυλές καί γλῶσσες (Ἕλληνες, Ρωμαῖοι καί Σύροι), καί σέ ἕξη χορούς, μέρα και νύχτα
ὑμνοῦσαν τό Θεό. Ἡ δοξολογική τους λατρεία ἦταν ἕνα γλυκύτατο καί ἀσίγαστο «Ἀλληλούϊα»
στή δόξα τοῦ Ὑπερδεδοξασμένου Κυρίου. «Gloria Dei vivens homo», σημειώνει ὁ Εἰρηναῖος. (Ἡ δόξα τοῦ
Θεοῦ εἶναι ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου). Ὅλες οἱ χορδές τῆς ψυχῆς ἄς ἠχοῦν τή
δόξα τοῦ Θεοῦ.
Ο ὀρθόδοξος ἔναντι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ Ανδρέου Θεοδώρου
Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ, ὑπ᾿ ἀμφοτέρας αὐτοῦ τὰς ὄψεις, ἀποτελεῖ θλιβερὰν ἐκκοσμίκευσιν τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ζῶν καὶ ἀναστρεφόμενος εἰς ἕνα κόσμον, ὁ ὁποῖος οὐσιαστικῶς κατέλυσε πᾶσαν ἔννοιαν αὐθεντίας καὶ ἀρχῆς καὶ ἀπώλεσε πᾶσαν μεταφυσικὴν αἴσθησιν τῆς μυστηριακῆς ἱερότητος τοῦ βίου, περιστέλλων ἀσφυκτικῶς τὴν ἀνθρωπίνην ὕπαρξιν ἐντὸς τῶν φυσικῶν ὁρίων τῆς παρούσης ζωῆς, ἤρχισεν ἀπό τινος χρόνου ἐπικινδύνως νὰ συσχηματίζεται πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦτο τοῦ αἰῶνος, ἀμβλύνων πᾶσαν ἔννοιαν θείας καὶ ἀνθρωπίνης αὐθεντίας καὶ ἀποβάλλων βαθμηδὸν τὴν αἴσθησιν τῆς μυστηριακῆς δομῆς τῆς χριστιανικῆς ὑπάρξεως καὶ ζωῆς. ῾Ο σύγχρονος Οἰκουμενισμός, ὁσημέραι ἐκκοσμικευόμενος, τείνει νὰ ὑποβαθμίση τὸ ἀπόλυτον καὶ ἀποκλειστικὸν μεγαλεῖον τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὡς τῆς μόνης καὶ par excellence [κατ᾿ ἐξοχὴν] ἐξ ἀποκαλύψεως θείας θρησκείας, οὕτω δὲ [τείνει] νὰ μειώση καὶ τὴν ἀποκλειστικότητα τοῦ λυτρωτικοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ. Τί ἄλλο ἆραγε νὰ σημαίνη ἡ ἄκριτος καὶ ἐπιπολαία στροφή του πρὸς τὰ ἄλλα ἐξωχριστικανικὰ θρησκεύματα, μετὰ τῶν ὁποίων σπεύδει νὰ ἔλθη εἰς διάλογον ἀδελφικὸν καὶ φιλικόν; Τί ἄλλο, ἢ ὅτι ἀναγνωρίζει οὗτος ἓν εἶδος ἰσοτιμίας τῶν θρησκευμάτων τούτων πρὸς τὸν Χριστιανισμὸν καὶ μέχρις ἑνὸς βαθμοῦ — ἂν μὴ πλήρως καὶ τελείως — τὴν δυνατότητα παρ᾿ αὐτοῖς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου! Ταῦτα δὲ πάντα εἰς πεῖσμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν, ὅστις ἀπέστειλε τοὺς Μαθητάς Του ὄχι νὰ συνδιαλέγωνται ἀδελφικῶς, μετὰ τῶν εἰδωλολατρῶν, ἀλλὰ νὰ κηρύσσουν εἰς αὐτοὺς τὸ εὐαγγέλιον τῆς σωτηρίας καὶ νὰ βαπτίζουν τούτους εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος! ῞Οτι ἡ τοιαύτη οἰκουμενιστικὴ ἐκκοσμίκευσις τῆς οὐσίας τοῦ Χριστιανισμοῦ, καταλύουσα πλήρως τὴν παραδοσιακὴν ὑπόστασιν τῆς ᾿Ορθοδοξίας, τείνει νὰ ὑποσκάψη καὶ τὰ θεμέλεια τοῦ ῎Εθνους ἡμῶν, εἶναι περιττὸν καὶ νὰ σημειώσωμεν.
Ο Πολυμενόπουλος Διονύσιος σχολίασε την ανάρτηση "Βατικανό και Φανάρι"
Λίγη υπομονή την Κυριακή 18 Μαΐου θα ενθρονιστεί ο νέος Πάπας και όπως έχει ήδη πει ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος θα παραστεί στην ενθρόνιση και θα έχει την ευκαιρία να προτείνει κάποιες προτάσεις στον νέο Πάπα, δηλαδή να επισκεφθεί το Φανάρι στις 30 Νοεμβρίου και να πάνε κατόπιν μαζί στην Νίκαια, που σημαίνει ότι θα συνεχιστεί η διαδικασία που είχε ξεκινήσει με τον Πάπα Φραγκίσκο( κοινό Πασχάλιο και βήματα για το κοινό Ποτήριο). Τυχόν αποδοχή των προτάσεων αυτών σημαίνει, ότι αυτά που δεν θα γίνουν τον Μάϊο θα γίνουν τον Νοέμβριο με αρχές Δεκεμβρίου του παρόντος έτους. Λίγη υπομονή θα δείξει ,πάντως η ευκαιρία των 1700 ετών στο 2025 από την Ά Οικουμενική Σύνοδο ,προσωπικά δεν νομίζω να την αφήσουν να πάει χαμένη.
Βατικανό και Φανάρι
Πριν από λίγο καιρό Βατικανό και Φανάρι συμφώνησαν να θεσπίσουν κοινό εορτασμό του Πάσχα, αλλά και να συνεορτάσουν τα 1700 χρόνια από την συγκρότηση της Αγίας Α΄ Οικουμενικής Συνόδου. Διερωτόμαστε όμως, πώς μπορούμε να τιμήσουμε την μεγάλη αυτή Σύνοδο, η οποία συγκροτήθηκε για να οριοθετήσει την σώζουσα αλήθεια της Εκκλησίας, με τους αιρετικούς δυτικούς, οι οποίοι απομακρύνθηκαν παρασάγγας από την γνήσια πίστη της; Πως θα μπορέσουμε να συνεορτάσουμε με τον αιρετικό Παπισμό το μεγάλο αυτό γεγονός, όταν αλλοίωσε το Σύμβολο της Πίστεως, που θέσπισε η Μεγάλη Αυτή Σύνοδος, με την προσθήκη του φιλιόκβε; Πως θα συνεορτάσουμε με τον δυτικό Χριστιανισμό το σημαντικό αυτό γεγονός, όταν αυτός σμίκρυνε το Χριστό και εν πολλοίς Τον εξοβέλισε από τη γη στον Ουρανό, παίρνοντάςΤου τη θέση ο «Πάπας», γινόμενος «αντιπρόσωπός» Του;
Nοθεύουν την σώζουσα αλήθεια της Εκκλησίας
Ο Παπισμός και η άλλη όψη του, ο Προτεσταντισμός, με τις δεκάδες κακοδοξίες τους νοθεύουν την σώζουσα αλήθεια της Εκκλησίας, προσβάλλοντας και αυτά τα κορυφαία δόγματά της. Μεταξύ των άλλων προσβάλλουν και το Σύμβολο της Πίστεως, το οποίο συνέταξε η Αγία Α΄ Οικουμενική Σύνοδος και συμπλήρωσε η Αγία Β΄ Οικουμενική Σύνοδος, με την φρικτή αίρεση του φιλιόκβε, η οποία αλλοιώνει την περί Θεού πίστη της Εκκλησίας.
«άθετητής», «ψευδάδελφος»!
Πως επίστευον και απεκάλουν τον Παπισμόν οι αοίδιμοι πατέρες ημών, και μάλιστα προτού φθάσει εις τον σημερινόν κολοφώνα της κακίας και των αιρέσεών του και πως οι σημερινοί διάδοχοί των. Απόδειξις τρανωτάτη ο Άγιος Ιωσήφ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, υπό του οποίου ο Πάπας χαρακτηρίζεται «άθετητής», «ψευδάδελφος»!
Δεν υπήρξε ποτέ διαίρεσις της Εκκλησίας, και δεν είναι δυνατόν να υπάρξη.
«Διαίρεσις, σχίσμα της Εκκλησίας είναι πρωτίστως ένα πράγμα οντολογικώς αδύνατον. Δεν υπήρξε ποτέ διαίρεσις της Εκκλησίας, και δεν είναι δυνατόν να υπάρξη, πλην υπήρξε και θα υπάρξη έκπτωσις εκ της Εκκλησίας. Κατά καιρούς απεσπάσθησαν και εξεβλήθησαν από την μοναδικήν αδιαίρετον Εκκλησίαν οι αιρετικοί και σχισματικοί, οι οποίοι έκτοτε έπαψαν να αποτελούν μέλη της Εκκλησίας και μέρη του θεανθρωπίνου σώματός της.
[Ιουστίνου Πόποβιτς, «Δογματική της Ορθοδόξου Εκκλησίας (Γαλλική μετάφραση) Τόμος 4ος, σελ. 181, Lausanne 1995 - Ἀναδημοσιεύτηκε στόν «Ὀρθόδοξο Τύπο» στίς 29/6/2007 ]
Βάζουμε στοίχημα;
Μιά ζωή τρωγόταν ὁ μπάρμπα-Γιάννης κι’ ὁ δάσκαλος. Τοῦ σχολαρχείου ἦταν ὁ πρῶτος, ἀλλά μέ πίστη βουνό. Ὁ δεύτερος, δάσκαλος με προοδευτικές ἀντιλήψεις καί δέν τό ‘κρύβε πώς ἦταν μαρξιστής καί δέν πίστευε αὐτά, πού πίστευαν οἱ παλιοί, σάν τόν μπάρμπα-Γιάννη. Κοντοχωριανοί καί φίλοι χρόνια. Κι ἀντίθετοι ἀπ’ τήν ρίζα στίς ἰδέες.