Την Κυριακήν της Ορθοδοξίας ακούομεν από το «Συνοδικόν»
της Εβδόμης Αγίας Οικουμενικής Συνόδου : «Όλοις τοις Αιρετικοίς, ανάθεμα!» και
«Άπαντα τα παρά την Εκκλησιαστικήν Παράδοσιν και την διδασκαλίαν των αγίων και
αοιδίμων Πατέρων καινοτομηθέντα, ή μετά τούτο πραχθησόμενα, ανάθεμα!». Θα
ερωτήσωμεν τους Προκαθημένους, των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, καθώς και
τους περί Ορθοδοξίας γράφοντας και ομιλούντας θεολόγους: Τα πάρα πάνω εντάλματα
της Συνοδικής Ορθοδοξίας είναι λόγια φανατισμού, ή ὀροι ασφαλείας της Ορθοδόξου
Συνειδήσεως; Εάν συμβαίνει το δεύτερον, ότι δηλαδή είναι εντάλματα της
Συνοδικής Ορθοδοξίας και όροι ασφαλείας της Ορθοδόξου Συνειδήσεως, τότε
επιβάλλεται να εκδιωχθούν εκ της Θεοκτίστου Αγίας Πόλεως της Ορθοδοξίας οι
ψυχοβόροι Οικουμενιστές Λυκοποιμένες. Η Ορθοδοξία δεν θα επιβιώσει με τα
ωραιολογήματα των θεολόγων, ή τας εντυπωσιακάς εκδηλώσεις, αλλά μόνον με την
εφαρμογήν των θείων και Ιερών Κανόνων!
O Συναξαριστής της ημέρας.
Σάββατο, 19 Ιουλίου 2014
Μακρίνης οσίας, Δίου οσίου.
Στὴν ἱστορία τοῦ
χριστιανισμοῦ λίγες ὑπῆρξαν οἱ γυναικεῖες μορφὲς σὰν τὴν ὑπέρλαμπρη μορφὴ τῆς
Ἁγίας Μακρίνας, ποὺ ὁ Θεὸς τὴν εἶχε προικίσει μὲ τὰ μεγαλύτερα πνευματικὰ καὶ
σωματικὰ χαρίσματα.
Ἦταν ἡ μεγαλύτερη
ἀδελφὴ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καὶ τοῦ Γρηγορίου Νύσσης. Ἀνατράφηκε σύμφωνα μὲ
τὶς ἐπιταγὲς τοῦ Εὐαγγελίου, ἀπὸ τὴν εὐσεβεστάτη μητέρα της Ἐμμέλεια. Ὅταν
μεγάλωσε, ἀφοσιώθηκε στὴν ἀγαθοεργία καὶ στὴν ἀνατροφὴ τῶν ἀδελφῶν της, ποὺ
ἔπαιξε καθοριστικὸ ρόλο στὴ μετέπειτα πνευματική τους πορεία. Ἡ Μακρίνα ἦταν
μνηστευμένη, ἀλλὰ ὁ μνηστήρας της πέθανε.
Τότε, μαζὶ μὲ τὴ μητέρα της, ἀποσύρθηκε σὲ γυναικεία μονὴ στὸν Πόντο, κοντὰ στὸν ποταμὸ Ἴρη. Ἐκεῖ κοντὰ μόναζε καὶ ὁ ἀδελφός της, Μ. Βασίλειος. Στὴ
μονὴ πέρασε τὴ ζωή της μὲ τὴ μελέτη τῶν Γραφῶν, τὴν προσευχή, καὶ προπάντων μὲ
ἀγαθοεργίες. Διότι πάντα εἶχε στὸ μυαλὸ της τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ποὺ προτρέπει
τοὺς ἀνθρώπους, «ἀγαθοεργείν, πλουτεὶν ἐν ἔργοις καλοίς, εὐμεταδότους εἶναι,
κοινωνικούς, ἀποθησαυρίζοντας ἑαυτοὺς θεμέλιον καλὸν εἰς τὸ μέλλον, ἴνα
ἐπιλάβωνται τῆς αἰωνίου ζωῆς». Δηλαδή, νὰ ἀγαθοεργοῦν, νὰ γίνονται πλούσιοι
σὲ καλὰ ἔργα, νὰ δίνουν πρόθυμα καὶ σὲ ἄλλους τὰ ἀγαθά τους, νὰ εἶναι ἁπλοὶ καὶ
καταδεκτικοί, καὶ ἔτσι νὰ ἀποταμιεύουν γιὰ τὸν ἑαυτὸ τους στέρεο θεμέλιο στὸ
μέλλον, γιὰ νὰ ἀποκτήσουν τὴν αἰώνια ζωή.
Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ ἡ Ἁγία Μακρίνα ἔζησε καὶ τελείωσε τὴ ζωή της.
Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ ἡ Ἁγία Μακρίνα ἔζησε καὶ τελείωσε τὴ ζωή της.
ΚΥΡΙΑΚΗ 20 ΙΟΥΛΙΟΥ 2014 ΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ-- Ηλιού προφήτου του Θεσβίτου
Ο πόνος στη ζωή μας
«Εγερθείς άρον σου την κλίνην, και ύπαγε εις τον οίκον σου»
Η σημερινή
ευαγγελική περικοπή, ξεδιπλώνει μπροστά μας βασικές παραμέτρους που άπτονται
του θέματος του πόνου στη ζωή μας και κυρίως για το πώς πρέπει να στεκόμαστε
απέναντί του. Ο πόνος δεν είναι κατά φύση κατάσταση, σύμφωνα με την πατερική
σκέψη. Προέκυψε στη ζωή του ανθρώπου ως αποτέλεσμα της πτώσης και έκτοτε είναι
συνυφασμένος με την ίδια τη ζωή του. Αποκαλύπτεται στην καθημερινότητα με
διάφορες μορφές και παραμονεύει σε κάθε του βήμα. Η αγάπη όμως του Θεού δεν
εγκαταλείπει το πλάσμα του για να το αφήσει έρμαιο στην τραγικότητα της
ασθένειας, του πόνου και της δυστυχίας, αλλά διά μέσου τους είναι δυνατό να
ανιχνευθεί το βαθύτερο νόημα της ζωής. Απαραίτητη προϋπόθεση γι’ αυτό όμως
είναι η πίστη, η οποία αναδεικνύει την αυθεντικότητα του ανθρώπου. Είναι αυτή
που ακυρώνει την τραγικότητα όχι μόνο του πόνου και της ασθένειας, αλλά και του
θανάτου, ως του έσχατου σημείου εξαθλίωσης του προσώπου.
Αυτά είναι
βαθύτερα μηνύματα που απορρέουν από τη διήγηση της θεραπείας ενός παραλύτου. Η
δυστυχισμένη εκείνη ύπαρξη οδηγείται μπροστά στον Χριστό, στον αληθινό ιατρό
των ψυχών και των σωμάτων. Τη στιγμή που οι άλλοι συνάνθρωποί του ήταν υγιείς,
ο παράλυτος εκείνος βρισκόταν στην κλίνη της οδύνης και του πόνου. Όλα γι’
αυτόν κυλούσαν μέσα σε μια τραγικότητα. Όνειρα, ελπίδες, προσδοκίες, είχαν
συνθλιβεί και κατακρημνιστεί. Σε μια τέτοια κατάσταση ευρισκόμενος, ο παράλυτος
ήταν φυσικό να διερωτάται μέσα από μεγάλες δόσεις πικρίας που γευόταν, γιατί ο
Θεός να επιτρέπει να υποφέρει; Γιατί ο πόνος και η δυστυχία να συνοδεύουν τόσο
ασφυκτικά τη ζωή του; Αυτό το ερώτημα έχει διαχρονικό αλλά και επίκαιρο
χαρακτήρα και υψώνεται βασανιστικά και αδυσώπητα στη ζωή του κάθε ανθρώπου. Ο
καθένας ψάχνει για να βρει μια απάντηση, η οποία έχει να κάνει με το βάθος, την
ουσία και την πεμπτουσία της ζωής. Δεν μπορεί να περιορίζεται σε επιφανειακές
ηθικιστικές ή ακόμα και ψυχολογικές προσεγγίσεις, αλλά απαιτεί μια υπαρξιακή
τοποθέτηση, με ένα βαθύτερο νόημα και περιεχόμενο.
Κατά Ενωτικών – του Φώτη Κόντογλου
http://agiooros.org/viewtopic.php?f=85&t=9795
Σε καιρό λοιπόν που κάνουνε οι δικοί μας αυτές τις ύποπτες ερωτοτροπίες με τον Πάπα, έρχουνται από την επικράτειά του, από τη Δύση, πολλές ψυχές που έχουν απελπισθεί από την ψευτιά του παπισμού, και διψούνε ν απογευτούνε την αλήθεια του Χριστού.
Πολλοί απ αυτούς βαφτίζονται Ορθόδοξοι. … Ένας απ αυτούς είναι ο Olivier Clément … Άλλος ένας Γάλλος … είναι ο Ηλίας Ρουάρτ. Λεγότανε πριν Εντγκάρ, και σαν βαφτίστηκε ορθόδοξος, ονομάσθηκε Ηλίας. …
Αυτός ο άνθρωπος που γεννήθηκε κατόλικος από κατόλικους, γενεές – γενεές, ζητούσε με αγνότητα την αλήθεια του Χριστού, που δεν την είχε βρει στον παπισμό καθόλου, αλλά είχε βρει ψευτιά και σιχαμερή παραμόρφωση.
Ζητώντας λοιπόν με πόθο να βρει την καθαρή πηγή «του ζώντος ύδατος», πλησίασε και την Ορθοδοξία, και σαν είδε πως βρήκε εκείνο που ζητούσε, φυλαγμένο καλά από αιώνες μέσα σε αυτήν την ιερή Κιβωτό, έκλαψε από ευγνωμοσύνη και ευχαρίστησε τον Κύριο που τον ωδήγησε κοντά του, και δεν παύει ίσαμε τώρα να τον ευχαριστεί.
Αυτή η κατάσταση σε αυτόν δεν στάθηκε ένας περαστικός ενθουσιασμός, όπως σε άλλους, αλλά έγινε ζωή του κι αναπνοή του:
«εν τη Ορθοδοξία ζη και κινείται και έστιν».
Εάν δεν είναι αιρετική η παπική Εκκλησία, τότε τα θαύματα των αγίων Ομολογητών της Ορθοδοξίας είναι δαιμονικαί απάται.
Εις τα ζητήματα
της πίστεως δεν χωρούν ανθρώπινοι συναισθηματισμοί. Αείποτε η Εκκλησία του
Χριστού «δια τους λόγους των χειλέων Του εφύλαξεν οδούς σκληράς». Μέσος όρος
δεν υπάρχει. Ή πιστεύομεν ή δεν πιστεύομεν. Ή ο από δέκα αιώνων Καθολικισμός
περιέπεσεν εις αιρέσεις, οπότε πρέπει να τας αποβάλη και κατόπιν να έλθη προς
ένωσιν Δογματικήν και Εκκλησιαστικήν ή δεν έχει αιρέσεις οπότε η Εκκλησία μας
πλανάται επί δέκα αιώνας. Και όχι μόνον δέκα αιώνας, αλλά πλανάται μεθ' όλων
των Οικουμενικών Συνόδων και των αγίων Πατέρων, και τα πάντα γίνονται άνω κάτω.
Και κατά συνέπειαν πρέπει να διορθώσωμεν Ιερούς Κανόνας, να συμπληρώσωμεν το
Σύμβολον της Πίστεως, να διασκευάσωμεν τα λειτουργικά μας βιβλία, να χρίσωμεν
με ασβέστη τους τοιχογραφημένους αγίους Πατέρας μας και να καύσωμεν τας φορητάς
εικόνας των, αφού επλανήθησαν και πλανούν και ημάς τόσους
αιώνας.
Πρέπει να
παύσωμεν του λοιπού να λέγωμεν εις τας προσευχάς μας «δι' ευχών των αγίων
Πατέρων ημών». Πρέπει να κλαύσωμεν δια τα πλήθη των Ομολογητών, που εμαρτύρησαν
ματαίως και προ του σχίσματος και μετά το σχίσμα. Και πρέπει να σβήσωμεν πλέον
και την ιεράν κανδήλαν, που καίει ακοίμητα εις την είσοδον του Ναού του
Πρωτάτου, επάνω εις τα άγια λείψανα των Αγιορειτών Πατέρων, που εμαρτύρησαν από
τους Ενωτικούς του 13ου αιώνος, διότι δεν εδέχθησαν το μνημόσυνον
του Πάπα. Εάν δεν είναι αιρετική η παπική Εκκλησία, τότε τα θαύματα των αγίων
Ομολογητών της Ορθοδοξίας είναι δαιμονικαί απάται. Εάν δεν είναι οι Λατίνοι
αιρετικοί, πρέπει να καύσωμεν όλους τους αντιλατινικούς λόγους του Μ. Φωτίου,
του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, Καβάσιλα, Ιωσήφ Βρυεννίου, Αγίου Μάρκου του
Ευγενικού, Γενναδίου του Σχολαρίου και τόσων ιερωτάτων θεολόγων μέχρι του Αγίου
Νικοδήμου του Αγιορείτου, ως και τας Συνοδικάς αποφάσεις. Τότε τι χρειάζονται
το «Πηδάλιον», το «Ωρολόγιον», το «Τριώδιον»; Να τα ρίψωμεν εις το πυρ και να
ομολογήσωμεν ότι επλανήθημεν!
Η βλάσφημος Πατριαρχική Εγκύκλιος του 1920, υπ΄ ουδεμιάς επί μέρους Ορθοδόξου Εκκλησίας απεκηρύχθη μέχρι σήμερον!!!
Η Πατριαρχική Εγκύκλιος του 1920, θεωρείται βλάσφημος, δεδομένου ότι, βασιζομένη επί της κακοδόξου «θεωρίας των κλάδων», της αποτελούσης το σύμβολον της αιρετικής πανσπερμίας του λεγομένου Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.), αρνείται ότι η Αγία ημών Ορθόδοξος Εκκλησία είναι η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική του Χριστού Εκκλησία, κατ΄ αντίθεσιν του ενάτου άρθρου του Συμβόλου της Πίστεως περί μιας Εκκλησίας. Επιπροσθέτως, αναιρεί και αυτό τούτο το θετικόν περιεχόμενον της εν τη Εκκλησία υπερφυσικής Αποκαλύψεως. Διότι, εάν δεν υπάρχει σταθερά και ωρισμένη Εκκλησία, της Αποκαλύψεως ανεπισφαλής φορεύς, αλλά πάσαι αι χριστιανικαί Εκκλησίαι αποτελούσι μέρη ισοδύναμα και ισόκυρα της Εκκλησίας, είναι φανερόν ότι η μεν Αποκάλυψις ουδέν σταθερόν και παραμόνιμον έχει να αποκαλύψη, αλλά ποικίλον τι και κατά τας δόξας και προϋποθέσεις των προσώπων εξαλλάσσον, ουδέν δε απομένει κριτήριον, δι΄ ου να δυνηθή τις εκ της ποικίλης και αντιφατικής εκδοχής των χριστιανικών αληθειών άμα μεν να διακρίνη την αληθή διδασκαλίαν του Κυρίου, άμα δε να πορισθή πεποίθησιν ασφαλή περί της αξιοπιστίας και αληθείας ων πιστεύει. Παρά ταύτα, καίτοι η Εγκύκλιος αύτη εκοινωποιήθη «προς τας απανταχού Εκκλησίας του Χριστού», δηλαδή Ορθοδόξους τοιαύτας και ετεροδόξους, υπ΄ ουδεμιάς επί μέρους Ορθοδόξου Εκκλησίας απεκηρύχθη μέχρι σήμερον, ως έδει αύται καθηκόντως να πράξωσι. Τούτο πάντως δηλοί δι΄ αυτάς ταυτότητα πίστεως προς το κακόδοξον κείμενον αυτής. Κατόπιν τούτου, αι επί μέρους Ορθόδοξοι Εκκλησίαι εγένοντο κύριοι συνεργοί και αίτιοι των μετά ταύτα επακολουθησασών κακοδόξων πράξεων, διότι η στάσις των αύτη κατάστησεν αυτάς υπευθύνους και υπολόγους έναντι της καθ΄ όλου Εκκλησίας δια το σημερινόν κατάντημα της οικουμενιστικής αιρέσεως, όπερ θεώνται απαθώς και εν τω οποίω κείνται θεωρία τε και πράξει.
Μ. Βασίλειος : «ουκ εν τοίχοις εστίν η Εκκλησία αλλ΄ εν τη των δογμάτων αληθεία» .
Οι Χριστιανοί σήμερα αρκούμεθα στην επίφαση που δίνουν τα φαινόμενα, «οι
τοίχοι» και «ο όροφος» του ναού, «οι ποιμένες» και «αρχιποιμένες», τα άμφια και
η υμνωδία, οι εικόνες και η διοικητική συγκρότηση και οργάνωση, και κλείνουμε
τα μάτια στην απουσία της αληθείας και της συμφωνίας.
Εκκλησία, λέγει ο άγιος Χρυσόστομος, «ου τοίχος και όροφος, αλλά πίστις και
βίος» P.G. 52, 495).
Oι της του Χριστού Εκκλησίας, λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, της
αληθείας εισί, και οι μη της αληθείας όντες ουδέ της του Χριστού Εκκλησίας
εισί. (Συγγρ. Β’ 627). O Συναξαριστής της ημέρας.
Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2014
Αιμιλιανού, Παύλου, Θέης μαρτ. Παμβώ οσίου.
Γεννήθηκε στὸ Δορόστολο τῆς Θρακικῆς
Μοισίας, τότε ποὺ αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης.
Ἦταν δοῦλος σὲ ἕνα σκληρὸ καὶ φανατικὸ εἰδωλολάτρη (ἄλλες πηγὲςἀναφέρουν ὅτι ἦταν γιὸς τοπικοῦ ἀξιωματικοῦ ὀνόματι Σαββατιανοῦ),ποὺ ὅταν ἔμαθε ὅτι ὁ Αἰμιλιανὸς πίστευε στὸ Χριστό, ἐξοργίστηκε τόσοπολύ, ὥστε ἀφοῦ τὸν ἔβρισε μὲ τὰ πιὸ χυδαία λόγια, ἔπειτα τὸνμαστίγωσε ἀνελέητα. Βέβαια, τοῦ ἐπεσήμανε ὅτι, ἂν συνεχίσει νὰ εἶναι
χριστιανός, θὰ πάθαινε πολὺ χειρότερα. Ἀλλὰ οἱ τιμωρίες καὶ οἱ ἀπειλές, ἀντὶ νὰ
κάμψουν τὸ φρόνημα τοῦ Αἰμιλιανοῦ, φούντωσαν περισσότερο τὴ φλόγα τῆς πίστης
του στὸ Χριστό. Μάλιστα τὴν ἑπόμενη μέρα πῆγε σὲ εἰδωλολατρικὸ ναό, ὅπου μὲ
σφυρὶ συνέτριψε ὅλα τὰ ἀγάλματα ποὺ ἦταν μέσα στὸ χῶρο αὐτό. Ἐξοργισμένοι οἱ
εἰδωλολάτρες ἱερεῖς, τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν παρέδωσαν νὰ δικαστεῖ.
Ὅταν πληροφορήθηκε τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὁ κύριος τοῦ Αἰμιλιανοῦ,ἀμέσως ἔτρεξε στὸ κριτήριο, ὅπου, ἀφοῦ ἔβρισε τὸν Αἰμιλιανὸ γιὰ τὴνπράξη του, ἔπειτα διέταξε νὰ ἀρνηθεῖ χωρὶς ἀντίρρηση τὸ Χριστό. Ὁ Αἰμιλιανὸς χαμογελώντας
ἀπάντησε στὸν κύριό του: «Μπορεῖς νὰ διατάξεις ὅτι θέλεις, θὰ σὲ ὑπακούσω, ἀλλὰ
ἡ πίστη μου εἶναι ἐκτὸς τῶν δικαιωμάτων σου. Ὡς πρὸς αὐτὴν ἕνα καὶ μόνο Κύριο
ἀναγνωρίζω, τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Αὐτὸς εἶναι ὁ μέγας καὶ παντοτινός μου Κύριος,
ποὺ ἐξουσιάζει τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή μου, καὶ ποτὲ δὲ θὰ τὸν ἀρνηθῶ». Ὁ
εἰδωλολάτρης ἄρχοντας μὲ μίσος χαστούκισε τὸν Αἰμιλιανό.
Ἔπειτα, ἀφοῦ τὸν βασάνισαν, τὸν ἔριξαν στὴ φωτιά, τὸ δὲ λείψανοτοῦ Ἁγίου, κήδεψε μεγαλοπρεπῶς ἡ γυναίκα τοῦ ἄρχονταεἰδωλολάτρη, ποὺ ἦταν κρυπτοχριστιανή.
Ἔπειτα, ἀφοῦ τὸν βασάνισαν, τὸν ἔριξαν στὴ φωτιά, τὸ δὲ λείψανοτοῦ Ἁγίου, κήδεψε μεγαλοπρεπῶς ἡ γυναίκα τοῦ ἄρχονταεἰδωλολάτρη, ποὺ ἦταν κρυπτοχριστιανή.
Το Περιβόλι της Παναγίας αποσαθρωμένο οπωροφυλάκιο Ορθοδοξίας !!!
Του αείμνηστου Ιωάννου Κορναράκη, Ομοτίμου Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής
Αθηνών.
«Ο Θεός ήλθοσαν έθνη εις την κληρονομίαν σου, εμίαναν τον ναόν τον άγιόν σου,
έθεντο Ιερουσαλήμ ως οπωροφυλάκιον» (Ψαλμ. 78, 1)
Η επέλαση της παπικής αιρέσεως, τον Νοέμβριο του 2006, στο Οικουμενικό
Πατριαρχείο, μετέβαλε το Άγιο Όρος ή μάλλον την πνευματική του ηγεσία, τους
ηγουμένους των είκοσι Ι. Μονών του, σε εγκαταλελειμμένο και έρημο οπωροφυλάκιο
Ορθοδοξίας!
Ο λαός του Θεού, το πλήρωμα της Εκκλησίας, ανέμενε την άμεση, δυναμική
παρέμβαση του Αγίου Όρους στα διαδραματισθέντα στο Φανάρι, με την
επίσκεψη-συλλειτουργία του Πάπα, ως αυτονόητη παρουσία ορθόδοξης αντιδράσεως
και μαρτυρίας, όπως ακριβώς συνέβη στο παρελθόν επί Πατριάρχου Αθηναγόρα, με
την άρση των αναθεμάτων, όταν σύσσωμο το Άγιο Όρος, η πνευματική του ηγεσία,
διέκοψε τη μνημόνευση του ονόματός του!
Αλλά η πνευματική ηγεσία του Αγίου Όρους των ημερών μας, δεν έπραξε το ίδιο!
Δεν διετράνωσε μαχητικά την ορθόδοξη μαρτυρία με το γνωστό κύρος του
αγιορείτικου λόγου, ως διορθωτική παρέμβαση στις αυθαίρετες και κραυγαλέες
πατριαρχικές παραβιάσεις των ι. Κανόνων της Εκκλησίας.
Αντίθετα επιβράβευσε τις πατριαρχικές αυτές αντορθόδοξες ενέργειες με τη
διακήρυξη της ευλαβείας της στο πρόσωπο του κ. Βαρθολομαίου!
Έτσι οι φύλακες της Ορθoδόξου Παραδόσεως, οι
πυλωροί της προστασίας και διασφαλίσεως του κύρους των Ι. Κανόνων της
Εκκλησίας, εγκατέλειψαν τη θέση τους!
Αρνήθηκαν τον εαυτό τους.
Άφησαν ξέφραγο και απροστάτευτο τον αμπελώνα του Κυρίου και συσχηματίσθηκαν με
τον νυν αιώνα του οικουμενισμού, του κακόδοξου χριστιανικού συγκρητισμού.
Ευθυγραμμίσθηκαν με τους νεοεποχίτικους νόες κληρικών και λαϊκών θεολόγων,
αρνητών της αληθείας της Μίας, Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας του
Χριστού, της Εκκλησίας των ι. Αποστολικών και Συνοδικών Κανόνων, της Πατερικής
Παραδόσεως!
Η στάση αυτή της πνευματικής ηγεσίας του Αγίου Όρους αποστερεί σήμερα από την
Ορθόδοξη Εκκλησία το φρουρό και φύλακα των παραδεδομένων αληθειών της πίστεως
και της διδασκαλίας της.
Σήμερα έπαυσε να είναι το Άγιο Όρος εγγύηση και στήριξη Ορθοδοξίας, έπαλξη
παρατάξεως μαρτύρων και ομολογητών Ορθοδοξίας.
Σήμερα το Άγιο Όρος, μοιάζει με αποσαθρωμένο από τον οικουμενισμό και την
αίρεση οπωροφυλάκιο, μνημείο πλέον αγιορειτικής εγκαταλείψεως του περιβολιού
της Παναγίας!
Το θλιβερό αυτό γεγονός συμβαίνει σήμερα, σε ώρα και στιγμή προχωρημένης
αποδυναμώσεως της Ορθοδοξίας από ζωτικές και άγρυπνες δυνάμεις μαρτυρίας και
ομολογίας, δεδομένου ότι, σήμερα, επίσκοποι και αρχιεπίσκοποι και
Πατριάρχες αλλά και κληρικοί και λαϊκοί θεολόγοι, μεταποιούμενοι αλαζονικώς σε
τάξη εκκλησιαστικής οικουμενικής συνόδου, αποφθέγγονται άρρητα ρήματα
κακοδοξίας, «επ’ αγαθώ» της Ορθοδοξίας!
Αιρετικές χριστιανικές κοινότητες αναγνωρίζονται σήμερα ως εκκλησίες,
συλλειτουργίες με τους πάσης φύσεως αιρετικούς και συμπροσευχές βαπτίζονται ως
αγαπητικές σχέσεις και κάθε ορθόδοξη αλήθεια παραπέμπεται στον κάλαθο του
οικουμενισμού, για επανερμηνεία με τα νέα δεδομένα της μετανεωτερικότητας, η
οποία απαιτεί τον επαναπροσδιορισμό των πάντων στη θεολογία και γενικώς στη ζωή
της Εκκλησίας!
Σ’ αυτή την κρίσιμη ώρα της οικουμενιστικής λαίλαπας, δεν έστερξαν οι
αγιορείτες ηγούμενοι να αναδειχθούν· «θεία παρεμβολή και θεηγόροι οπλίται
παρατάξεως Κυρίου»!
Παραδόθηκαν στη δειλία και το φόβο της μαρτυρίας, με το…αιρετικό πρόσχημα της
ευλαβούς υπακοής στο πρόσωπο του Πατριάρχου!
Έτσι μετέτρεψαν την πνευματική τους ηγεσία σε αποσαθρωμένο οπωροφυλάκιο του
περιβολιού της Παναγίας!
Έκαναν την επιλογή τους!
Επέλεξαν την συνοδοιπορία τους με την πατριαρχική οικουμενιστική λογική!
Ο καθηγούμενος της Ι.Μ.Κωνσταμονίτου Αγ.Όρους γ.Αγάθων, για την συνάντηση Βαρθολομαίου - Φραγκίσκου
σ. σ. Θαυμάστε την Αγιορείτικη Ορθοδοξία : Ο Πάπας είναι Διάβολος. Ο Βαρθολομαίος αγκαλιάζει και αναγνωρίζει τον Διάβολο Πάπα. Ο Γέροντας Αγάθωνας αγανακτεί και αποφασίζει να διακόψει την μνημόνευση του Βαρθολομαίου, αλλά ο Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας τον παρακαλεί να μην το κάνει διότι οι άλλοι δεν θα τον ακολουθήσουν!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
ΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟΥ
«Ω Κύριε, ανήσυχος είναι η ψυχή μας, έως ου εύρη ανάπαυσιν εν Σοι».
Έμαθον δια της «Εκκλησίας», ότι εις τας Αθήνας αφίχθη τελευταίως ένας Γιόγκι και πολλοί έσπευσαν εις συνάντησίν του, «δια να μάθουν παρ’ αυτού την μέθοδον της κατακτήσεως της αληθούς χαράς και ευτυχίας», την οποίαν υπέσχετο «ο απόστολος ούτος του ανατολικού εξωχριστιανικού μυστικισμού». Οι Γιόγκι, ως γνωστόν, είναι μοναχοί βουδδισταί, οι οποίοι ακολουθούντες τας υποδείξεις του πρίγκηπος Σιντάρτα – τον οποίον ανεγνώρισαν ως Θεόν – αγωνίζονται δια την απαλλαγήν των από την εσωτερικήν δυστυχίαν των, δια μεθόδων τινών. Ο βουδδισμός στηρίζει όλην την περί λυτρώσεως θεωρίαν του και μακαριότητα – «νιρβάνα» -- εις την νέκρωσιν του αισθήματος της ζωής, της βουλήσεως. Και ως γνωρίζομεν εκ πληροφοριών, οι Γιόγκι, κάμνουν και ένα είδος «νοεράς προσευχής», περιερχόμενοι ούτω εις κατάστασίν τινα εκστάσεως. Δεν χωρεί καμμία αμφιβολία, ότι ο βουδδισμός, ως θρησκεία, είναι χάλκευμα του θρησκευτικού συναισθήματος και παραπλάνησις του σατανά. Είναι φανερόν, ότι οι δυστυχείς Γιόγκι εμπαίζονται από πονηρά πνεύματα, τα οποία και τον διδάσκαλόν των πρίγκηπα ηπάτησαν. Αλλά λαμβάνουν παρ’ αυτών αποζημίωσίν τινα, μίαν ψευδαίσθησιν μακαριότητος υπό μορφήν φωτοφανειών, αι οποίαι δεν είναι άγνωστοι εις τους καθ’ ημάς διδασκάλους του Ορθοδόξου Ασκητισμού. Δια τούτο και η βουδδιστική διδασκαλία, ως και ο, υπό του «μετασχηματιζομένου εις άγγελον Φωτός» εμπνευσθείς, Νεοπλατωνισμός, είναι πλήρεις φασματικού φωτός, «πυρώδους», όπερ δημιουργεί δι’ απάτης των οφθαλμών ο Εωσφόρος, «ο δια την έπαρσιν σκότος Βεελζεβούλ και γενόμενος και λεγόμενος», κατά τον Θεολόγον Γρηγόριον. Το σχόλιον της «Εκκλησίας», εν συνεχεία, σημειώνει ορθότατα, ότι· «αν πάσα μυστικιστική ζωή παρέχει ακτίνάς τινας πνευματικής χαράς και ικανοποιήσεως, η εν Χριστώ ζωή παρέχει τον ήλιον της πλήρους και ωλοκληρωμένης χαράς και πνευματικής ειρήνης. Τούτο – επιλέγει ο σχολιαστής – φθάνει εις το κατακόρυφον δια του εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία αναπτυχθέντος υγιούς χριστοκεντρικού μυστικισμού». Επιθυμώ να συμπληρώσω το ευστοχώτατον σχόλιον της «Εκκλησίας» δια παρατηρήσεών τινων επί του θέματος του μυστικού βίου εν τη Ορθοδοξία, όπερ θέμα τόσον έχει παρεξηγήσει η εποχή μας. Κατ΄ αρχήν, κακώς νομίζεται, ότι η βίωσις του βαθυτέρου νοήματος της εν Χριστώ ζωής αποτελεί αποκλειστικόν προνόμιον των Μοναχών μόνον. Η δίψα της μυστικής ζωής – αυτή που ωδήγησε πολλούς εις τον Γιόγκι – υπάρχει εις τας ψυχάς φυσικώς, ως ανάμνησις της θείας πατρίδος μας, και ως πόθος επιστροφής εις την πατρικήν εστίαν. Και πάντες οι Ορθόδοξοι χριστιανοί και διψούν την λύτρωσιν και δύνανται να την εύρουν εν τοις κόλποις του Ιησού. Αλλά οι πολλοί διψούν και αγνοούν το διατί. Απόδειξις η καταφυγή εις τον Γιόγκι. Λοιπόν, υπάρχει αυτή η δίψα εις τους πιστούς, αλλά εις διάφορον βαθμόν, αναλόγως της πνευματικότητος εκάστου. Όσον η ψυχή υψούται εις «γνώσιν» του Χριστού, τόσον και διψά. Και όσον πίνει εκ του ύδατος αυτού, τόσον περισσότερον «καίεται αφλέκτως». Την δίψαν την προκαλεί η αγάπη του Θεού· η αγάπη γεννά την γνώσιν· η γνώσις τον θαυμασμόν. Εντεύθεν ο «εκστατικός θείος έρως», και η μυστική «νύμφευσις». Και επειδή η ψυχή ευρίσκεται εισέτι μετά σώματος, «συνέχεται εις το αναλύσαι και συν Χριστώ είναι». Αλλ’ η «τετρωμένη αγάπης» ψυχή, αγαπά και την ομόδουλον του Θεού και ομόδοξον. Και ενώ διαφλέγεται από τον πόθον της επιστροφής, της «αναλύσεως», όμως λέγει: «μενώ και συμπαραμενώ» χάριν του πλησίον. Εν τούτοις η δίψα δεν καταπαύει. Όσον η ψυχή προάγεται, όσον καθαίρεται, τόσον «γινώσκει» τα θεία, τόσον τα επιποθεί, τόσον τα θαυμάζει και εξίσταται και κινείται εις μίαν συνεχή ανακύκλησιν, ανάλογον εκείνης, που είδεν ο Ησαϊας, καθ’ ην τα Σεραφίμ, περιδινούμενα περί το Άκτιστον φως του Θεού, προσλαμβάνουν ατελευτήτως φως και «γνώσιν» και θαυμασμόν. Η ορθή πορεία της χριστιανικής ψυχής είναι η ακόρεστος δίψα της «χαρμοσύνου θέας» του Θεού, την οποίαν απήλαυσαν προγευστικώς από την γην οι άγιοι της Εκκλησίας. Και άλλοι εξ αυτών έγραψαν τας θείας των εμπειρίας, άλλοι απεσιώπησαν. Όλοι είχον «γευθή της χρηστότητος Κυρίου», όλοι οι πατέρες είχον την μυστικήν Κοινωνίαν των με τον Θεόν εν Χριστώ Ιησού. Από τον άγιον Παύλον και τον Ιωάννην και τον Πέτρον και τους λοιπούς αγίους Αποστόλους και Μαθητάς του Σωτήρος μέχρι τον Ιγνάτιον και τους Κλήμεντας και Διονύσιον Αρεοπαγίτην και Εύοδον και τους Εβδομήκοντα Αποστόλους και τον Χρυσόστομον και τον Μ. Βασίλειον και τον Θεολόγον Γρηγόριον και τους άλλους Γρηγορίους μέχρι του πλήθους των Οσίων Πατέρων και Μαξίμου μέχρι Φωτίου και Συμεώνος του Ν. Θεολόγου και μέχρι των Ιερωτάτων Ησυχαστών, Σιναϊτών Γρηγορίου και Φιλοθέου και Αγιορειτών Ισιδώρου, Φιλοθέου, Νικηφόρου, Παλαμά, Νικοδήμου και τόσων άλλων ενωνύμων και ανωνύμων δια την πολλήν ταπείνωσίν των, πάντες έζων εν Χριστώ Ιησού. Όσοι άγιοι Πατέρες δεν μας έδωσαν τας εμπειρίας των δια γραπτής διδασκαλίας, αφήκαν ως υποτύπωσιν, δια να επακολουθήσωμεν επί τα ίχνη των, αυτήν την αιδέσιμον και υπέρ φύσιν ζωήν των. Διότι αι μυστικαί επαφαί της ψυχής μετά του νυμφίου της Χριστού, είναι υπέρ φύσιν. Τόσον, λοιπόν, εις την γραπτήν διδασκαλίαν των Πατέρων, όσον και εις την άφατον, δια βίου και χρηστής πολιτείας, βλέπομεν τας προϋποθέσεις του χριστοκεντρικού μυστικισμού. Και βασικαί προϋποθέσεις είναι η θέλησις, η θυσία, η χάρις. Ούτε μόνη η θέλησις, ούτε μόνη η θυσία, ούτε μόνη η χάρις. Προηγείται η θέλησις του ανθρώπου, ακολουθεί η θυσία και έπεται η χάρις. Σπανιωτάτη είναι η αντιστροφή της ακολουθίας ταύτης. Αλλ’ όταν λέγωμεν θυσίαν εννοούμεν την εργασίαν των εντολών. Διότι η εκτέλεσις των εντολών απαιτεί θυσίας και μεγάλας μάλιστα θυσίας. Διατί είναι αναγκαία προϋπόθεσις, της μετά του Χριστού μυστικής ενώσεως, η εργασία των εντολών; Διότι καθαίρομεν την καρδίαν από των ψεκτών παθών και ετοιμάζομεν ούτω τόπον προς τον ειπόντα: «εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσομεν». Ή και καθαιρομένης της καρδίας από των παρά φύσιν παθών, η εν αυτή χάρις, ην ελάβομεν δια του αγίου Βαπτίσματος, αναλάμπει κατά το μέτρον της καθάρσεως. Εντολαί όμως, δεν είναι η αρνητική μόνον πλευρά των. Δεν είναι αρκετόν να εκκλίνωμεν των κακών, αλλά και να ποιώμεν τα αγαθά. Το αγαθόν εν τη Καινή Διαθήκη της Χάριτος φθάνει μέχρι της τελείας αφιερώσεως όλων των ψυχικών και πνευματικών δυνάμεων εις τον Θεόν και την υπηρεσίαν του πλησίον. Εις την διπλήν αυτήν αγάπην, ως περί κέντρον, δέον να στρέφωνται και νους και καρδία και ολόκληρος η ψυχή. Αλλά δια να κατορθώσωμεν την απελευθέρωσιν των ηγγιστρωμένων εις τα πράγματα ψυχικών δυνάμεων, και να καταστήσωμεν την ψυχήν «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» επιστρέφοντες εις το «αρχαίον απλούν», απαιτούνται ηρωϊκοί αγώνες και ιδρώτες και χρόνος πολύς. Μεγίστην βοήθειαν εις τον αγώνα της καθάρσεως της ψυχής και την διόδευσιν της «στενής και τεθλιμμένης», έχομεν το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας. Επικουρούμεθα, εις τον κατά των παθών και των δαιμόνων πόλεμον, δια της έξωθεν εισχωρούσης εις την ψυχήν χάριτος, εν τη ολοσώμω μεταλήψει του Σώματος και Αίματος του Χριστού. Εις το σημείον τούτο θα ήθελα να κάμω μίαν παρατήρησιν. Εις την εποχήν μας, η οποία εκλήθη «λειτουργική», γίνεται κατάχρησις του μυστηρίου υπό μεγάλου αριθμού ευσεβών, εκ του οποίου προσδοκάται η πνευματική των πρόοδος. Κατάχρησιν λέγων, δεν εννοώ την συχνότητα της θείας μεταλήψεως, αλλά την εκ της συχνότητος μ ό ν ο ν επιζητουμένην προκοπήν. Βεβαίως, ουδείς ο αντιλέγων, ότι η μετά καθαρού συνειδότος προσέλευσις εις το μυστήριον, αγιάζει την ψυχήν. Αλλά χρειάζεται παραλλήλως και η εργασία των εντολών, όλων, «εις τας οποίας κρύπτεται ο Χριστός». «Η προς Θεόν αφομοίωσίς τε και ένωσις, ταις των σεβασμιωτάτων εντολών αγαπήσεσι και ιερουργίαις μόνως τελείται», κατά τον Αρεοπαγίτην άγιον Διονύσιον. Εντολή είναι, να κλαίωμεν και να πενθώμεν και να αγρυπνώμεν και να προσευχώμεθα «αδιαλείπτως», και να «υπωπιάζωμεν την σάρκα», και να ελεώμεν και να καθαρεύωμεν από πονηρών λογισμών και φαντασιών απρεπών και να έχωμεν την πείναν και την δίψαν της δικαιοσύνης του Θεού. Διότι, όσον κακόν είναι να απέχωμεν από του ζωοποιού μυστηρίου επί πολύ, «θηριάλωτοι γενόμενοι υπό του νοητού λύκου», άλλο τόσον κακόν είναι, όταν συνηθίσωμεν και, δια το άκοπον, ρίπτωμεν το κέντρον του βάρους της πνευματικής μας καθάρσεως εις μόνον το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας. Εξετέθησαν εν συντομία ανωτέρω αι προϋποθέσεις του Χριστοκεντρικού μυστικισμού, της διψωμένης ενώσεως μετά του ηγαπημένου Ιησού, αφού προηγουμένως η νύμφη ψυχή, εγένετο πάλλευκος δια της εργασίας των εντολών, φυγούσα τον «κατακλυσμόν των παθών», του θυμικού, επιθυμητικού και λογιστικού. Εντεύθεν δύναται να ακούση την μυστικήν φωνήν του Νυμφίου λέγουσαν: «Δεύρο καλή μου, περιστερά μου· ιδού ο χειμών παρήλθεν, ο υετός απήλθεν, επορεύθη εαυτώ. Τα άνθη ώφθη τη γη, φωνή της τρυγόνος ηκούσθη, αι άμπελοι κυπρίζουσιν, έδωκαν οσμήν…». Και η μυστική νύμφη ψυχή, η ψυχή των αγίων μας, βιώσασα τον μυστικόν διάλογον Νυμφίου και νύμφης, δια στόματος ενός Μεγάλου Βασιλείου εκφράζει τας υπερουσίους εμπειρίας της δια των εξής μεγαληγόρων και ενδόξων στροφών. «Τι ουν κάλλους θείου θαυμασιώτερον; Τις έννοια της του Θεού μεγαλοπρεπείας χαριεστέρα; Ποίος πόθος ψυχής ούτω δριμύς και αφόρητος, ως ο από Θεού εγγινόμενος τη από πάσης κακίας κεκαθαρμένη ψυχή, και από αληθινής διαθέσεως λεγούση, ότι «τετρωμένη αγάπης εγώ ειμι»; Άρρητοι παντελώς και ανεκδιήγητοι του θείου κάλλους αι αστραπαί… Τούτο το κάλλος σαρκίνοις μεν οφθαλμοίς αθεώρητον, ψυχή δε μόνη και διανοία καταληπτόν· και ει που τινα περιέλαμψε των αγίων, αφόρητον του πόθου το κέντρον αυτοίς εγκατέλιπεν». Αυτό είναι «το κατακόρυφον… του υγιούς Χριστοκεντρικού μυστικισμού», της αγιωτάτης Εκκλησίας μας. Αλλ’ η διαπίστωσις αυτή δεν αποτελεί ύλην προς εγκαύχησιν, αλλά προς ονειδισμόν μας, «δια το της καρδίας σκληρόν». Βιούμεν μυστικώς σήμερον; Που η ακτινοβολία της εν Χριστώ ζωής; Και διατί δεν ζώμεν εν Χριστώ; Ουχί διότι ερρίψαμεν εις ανυποληψίαν τα μυστικά συγγράμματα των αγίων Πατέρων μας; Ουχί διότι δεν ποιούμεν τας εντολάς του Χριστού, που οδηγούν εις την κάθαρσιν, ελλάμπουν τον νουν και τελεσιουργούν την μυστικήν μετ’ Αυτού ένωσιν; Ημπορούμεν να είπωμεν μετά του θείου Συμεώνος του Ν. Θεολόγου: «… το πρόσωπόν μου λάμπει, όπως το πρόσωπον του Ηγαπημένου μου, και όλα τα μέλη μου γίνονται φωτεινά, τότε γίνομαι περισσότερον ωραίος παρά οι ωραίοι, περισσότερον πλούσιος παρά οι πλούσιοι, περισσότερον ισχυρός παρά οι ισχυροί, περισσότερον μεγάλος παρά οι Αυτοκράτορες, και περισσότερον πολύτιμος από οιονδήποτε αντικείμενον είτε επί της γης είτε εν τω ουρανώ…». Και αν φυσικώς έχωμεν μεν ισχυράς επιθυμίας να είμεθα ωσάν τον «πτωχόν φιλάδελφον» άγιον Συμεώνα, δεν πληρούται δε η καρδία μας με τα χαρίσματα της πνευματικής ωραιότητος, ισχύος, πλούτου, αξίας, τας μορφάς αυτάς της θείας φιλοδοξίας και των αγίων επιθυμιών, κατ’ ανάγκην δεν θα αναζητήσωμεν την πλήρωσιν της καρδίας με ταπεινά και ένοχα υποκατάστατα, αφού δεν δυνάμεθα, ούτως ή άλλως, να αλλοιώσωμεν την φύσιν και τας ιδιότητας της ψυχής; Μήπως από της υψηλής αυτής σκοπιάς δεν πρέπει να ελέγχωμεν την πτωχείαν μας, την ασχημίαν, την αδυναμίαν, την απαξίαν μας; Διότι αν δεν κρινώμεθα με το «δέον», κρινόμεθα, κατά τον Απόστολον Παύλον «εις τα άμετρα», οπότε ησυχάζομεν ενόχως εν τη οικεία αθλιότητι. Αν όμως ορώμεν εαυτούς από «το κατακόρυφον του χριστοκεντρικού μυστικισμού», θα ίδωμεν την πραγματικότητά μας, προ της οποίας αδύνατον να μη κλαύσωμεν. Και ούτω θα εύρωμεν την οδόν, την «αρίστην οδόν της υψώσεως» εις την κορυφήν, την ταπείνωσιν.
Αθωνικά άνθη.
St. Marina’s miracle
After
the necessary pre-operation tests that Andrea had to undergo, he was taken to
the operating room. A short time before the operation was to begin, a woman
came to see the surgeon who would be operating on Andrea. She said that she was
Andrea’s doctor and asked to be allowed to observe the operation. The
conversation that ensued proved that the woman was indeed a doctor. However,
the surgeon replied that ‘outside’ doctors were not permitted to be present in
the operating room and that his medical teams’ policy was that no doctor other
than those on the team be involved in such delicate operations. The persistence
of the woman however, convinced the surgeon to allow her in the operating room.
But before, he asked her to leave her coordinates at the administration desk.
The unknown doctor did as told and then entered the operating room with the
surgeon. During the operation, she gave several directions regarding the
progress of the procedure. The operation went well and in the end the surgeon
thanked the woman and exited the operating room. Andrea’s parents immediately
went to inquire about the outcome of the surgery and the surgeon replied that
all had gone very well, adding that he could not understand why they had
brought Andrea to him when they had such a fine doctor. The parents were
surprised and responded that they had not brought any doctor with them.
The surgeon insisted however. He also told them that when he came out of the
operating room Andrea’s doctor had remained there for a little longer with the
rest of the operating team and therefore, she would probably still be around.
He recommended that they look for her. The search however, proved pointless as
the ‘woman doctor’ was nowhere around. The Vassiliou couple then concluded that
it must have been a doctor from Greece or Cyprus who had decided to travel to
the U.S.A and contribute to the delicate operation. They expressed the wish to
know who she was so that they may be able to thank her, and at the surgeon’s
recommendation they then went to the administration desk to ask for her
coordinates. It was with utter surprise that they read that the unknown woman
had signed with the name “Marina from Andros”. Tears of gratefulness and joy
filled their eyes as they recalled that the Elder at the monastery had said to
them that he wished Andrea to have St. Marina in the operating room to help
him.
Andrea’s parents shared with the
media their joy both for the successful operation and Andrea’s recovered health
and for the miracle they received.
The Vassiliou family made the vow
that the entire family will be present at the saint’s monastery every year on
the saint’s feast day (July 17) and Elder Cyprianos reports that the family has
been making the annual trip from Lemessos to Andros every summer to thank Saint
Marina for saving Andrea.
Miracles
performed by the saints have never ceased to take place in the Orthodox Church.
With these miracles, may our Lord Jesus Christ help us build our faith.
Πως η Αγία Μαρίνα έσωσε τον μικρό Ανδρέα Βασιλείου από τη Λεμεσό της Κύπρου Ως γιατρός συμμετείχε στην εγχείρηση μεταμόσχευσης μυελού του μικρού Ανδρέα που έγινε στις ΗΠΑ
Η άμεση επικοινωνία μεταξύ στρατευομένης και θριαμβεύουσας Εκκλησίας αποτελεί σύνηθες και φυσιολογικό φαινόμενο για το συνειδητοποιημένο πιστό, ο οποίος είθισται να επικαλείται τους Αγίους ως πρεσβευτές επίλυσης των προβλημάτων προς το Θεό. Αυτό λοιπόν έπραξε μια οικογένεια από την Κύπρο, γνωστή από τις τηλεοπτικές εκκλήσεις που έκανε πριν από δύο χρόνια για την εξεύρεση δότη προκειμένου να βρεθεί μόσχευμα για εγχείρηση στο μικρό παιδί τους, τον Ανδρέα που έπασχε από λευκαιμία. Μόσχευμα βρέθηκε και οι γονείς ετοιμάσθηκαν για να ταξιδεύσουν στις ΗΠΑ, όπου θα γινόταν η λεπτή χειρουργική επέμβαση μεταμόσχευσης μυελού.
Όλοι θυμόμαστε τότε την αγωνία της οικογένειας του Βάσου Βασιλείου από τη Λεμεσό και τις καθημερινές εκκλήσεις τους στον Χριστό μας για να σώσει το παιδί τους. Πριν λοιπόν ξεκινήσουν για την εγχείρηση οι γονείς άκουσαν για τα θαύματα της Αγίας Μαρίνας και πήραν την πρωτοβουλία να τηλεφωνήσουν στο ομώνυμο μοναστήρι στην Άνδρο και να ζητήσουν την ευλογία Της. Στο τηλέφωνο ο ηγούμενος της Μονής αρχιμανδρίτης Κυπριανός υποσχέθηκε πως θα προσευχηθεί στην Αγία και ευχήθηκε στους γονείς να έχει το παιδί την Αγία Μαρίνα στο χειρουργείο για βοήθεια. Πράγματι με την ευχή του ηγουμένου Κυπριανού στις αποσκευές τους και με ακράδαντη την πίστη για τη βοήθεια της Αγίας Μαρίνας οι δύο γονείς και ο μικρός Ανδρέας μετέβησαν στις ΗΠΑ. Μετά τις καθιερωμένες προκαταρκτικές εξετάσεις προετοιμασίας ο μικρός Ανδρέας εισήλθε για την πραγματικά πολύ σοβαρή και λεπτή εγχείρηση.
Λίγη ώρα πριν το χειρουργείο παρουσιάστηκε στον ιατρό που θα χειρουργούσε τον μικρό Ανδρέα μία γυναίκα. Είπε πως είναι γιατρός και παρακάλεσε να παρακολουθήσει την εγχείρηση, επειδή ήταν προσωπική ιατρός του μικρού Ανδρέα. Η συζήτηση της γυναίκας με τον χειρούργο έδειχνε πως κατείχε την ιατρική επιστήμη και δεν άφηνε καμιά αμφιβολία στο χειρούργο να σκεφθεί πως δεν είναι ιατρός. Εκείνος πάντως της είπε πως δεν επιτρέπεται να βρίσκεται στο χειρουργείο ξένος ιατρός και πως αποτελούσε πρακτική της ιατρικής του ομάδας να μην μετέχουν άλλοι στις λεπτές αυτές εγχειρήσεις. Η επιμονή όμως της γυναίκας έκαμψε την αρχική αδιαλλαξία του χειρούργου. Της ζήτησε να αφήσει τα στοιχεία της στη γραμματεία και να εισέλθει στη συνέχεια στο χειρουργείο μαζί του. Έτσι και έγινε.
Η άγνωστη ιατρός εισήλθε στο χειρουργείο και όχι απλώς παρακολουθούσε αλλά συμμετείχε ενεργά στην εγχείρηση του μικρού Ανδρέα. Αρκετές φορές μάλιστα έδωσε τις κατευθύνσεις για το πώς έπρεπε να προχωρήσει η επέμβαση. Όλα πήγαν καλά και ο γιατρός αφού την ευχαρίστησε εξήλθε του χειρουργείου. Το ζεύγος Βασιλείου έτρεξε να πληροφορηθεί για το πώς πήγε η εγχείρηση. «Όλα πήγαν πολύ καλά» τους είπε. Και πρόσθεσε: «Δεν μπορώ όμως να καταλάβω πως είχατε μια τέτοια γιατρό για το παιδί σας και ήλθατε σε μένα;»
Οι γονείς έκπληκτοι του απάντησαν ότι δεν είχαν φέρει κάποια γιατρό και δεν γνωρίζουν κάτι σχετικό. Ο χειρούργος όμως επέμενε και τους είπε πως όταν εξήλθε από το χειρουργείο η γιατρός του μικρού Ανδρέα, παρέμεινε για λίγο μέσα με την υπόλοιπη ιατρική ομάδα. Ως εκ τούτου κάπου εκεί γύρω έπρεπε να είναι και τους προέτρεψε να τη συναντήσουν. Μάταια όμως έψαχναν να τη βρουν. Η γιατρός είχε εξαφανισθεί. Σκέφθηκαν πως θα έφυγε και πήγαν μετά την προτροπή του χειρούργου στη γραμματεία να ζητήσουν τα στοιχεία της προκειμένου να την ευχαριστήσουν. Πίστευαν πως ίσως κάποια γιατρός από την Ελλάδα ή την Κύπρο ευαισθητοποιήθηκε και ταξίδευσε στις ΗΠΑ για να συμβάλλει στην λεπτή χειρουργική επέμβαση.
Με έκπληξη διαπίστωσαν πως η άγνωστη γυναίκα ιατρός είχε υπογράψει με το όνομα Μαρίνα από την Άνδρο (Marina from Andros). Δεν πίστευαν αυτό που έβλεπαν. Στέκονταν επί αρκετή ώρα αμήχανοι μπροστά στο θαύμα της Αγίας Μαρίνας. Τα δάκρυα ευγνωμοσύνης και χαράς πλημμύρισαν τα μάτια τους. Θυμήθηκαν αυτό που τους είχε πει ο σεβαστός γέροντας και ηγούμενος της ομώνυμης Ιεράς Μονής. «Πηγαίνετε στην Αμερική και εύχομαι η Αγία Μαρίνα να είναι μέσα στο χειρουργείο.
Την απερίγραπτη χαρά τους για την επιτυχή έκβαση της εγχείρησης και την επαναφορά της υγείας του μικρού Ανδρέα τη μετέφεραν στα ΜΜΕ μιλώντας για το αληθινό θαύμα.
Από τότε έβαλαν ως τάμα να βρίσκονται πάντοτε οικογενειακώς στην Άνδρο την ημέρα της μνήμης της Αγίας Μαρίνας. Έτσι και πράττουν ενώ όπως ανέφερε μοναχός της Μονής με τον οποίο συνομιλήσαμε δύο φορές ίσως και παραπάνω τα δύο χρόνια που μεσολάβησαν από τότε η οικογένεια Βασιλείου μεταβαίνει από τη Λεμεσό κάθε καλοκαίρι στην Άνδρο για να ευχαριστήσει την Αγία Μαρίνα, που έσωσε τον μικρό Ανδρέα. Είναι αλήθεια ότι ουδέποτε απουσίασαν τα θαύματα των Αγίων από τη ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας και είθε ο Πανάγαθος Κύριος ημών Ιησούς Χριστός να μας ενισχύει την πίστη μας με τα θαύματα των Αγίων μας.
• Ευχαριστούμε θερμώς την κ. Σπυριδούλα Κυριακοπούλου, συνταξιούχο ιατρό που είχε την ευγενή καλοσύνη να μας ενημερώσει για το ανωτέρω θαύμα. Θερμές ευχαριστίες στον ηγούμενο της Ιεράς Μονής και στην αδελφότητα για τις διευκρινίσεις και τις απαντήσεις στα ερωτήματα που τους θέσαμε. Το τηλέφωνο της Μονής Αγίας Μαρίνης Άνδρου είναι 2282024074.
http://www.orthodoxia.gr
O Συναξαριστής της ημέρας.
Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2014
Μαρίνης μεγαλομάρτυρος.
Γεννήθηκε στὴν Ἀντιόχεια τῆς Πισιδίας,
στὰ χρόνια του αὐτοκράτορα Κλαυδίου τοῦ Β’, τὸ 270 μ.Χ. Λίγες μέρες μετὰ τὴ
γέννησή της, ἡ μητέρα της πέθανε, καὶ ὁ πατέρας της Αἰδέσιος, ποὺ ἦταν Ἱερέας
τῶν εἰδώλων, τὴν ἀνέθεσε σὲ μία χριστιανὴ γυναίκα, ἀπὸ τὴν ὁποία ἡ Μαρίνα
διδάχθηκε τὸν Χριστό.
Ὅταν ἔγινε 15
χρονῶν, ἀποκαλύπτει στὸν πατέρα της ὅτι εἶναι χριστιανή. Ἔκπληκτος αὐτὸς ἀπ’
αὐτὸ ποὺ ἄκουσε, μὲ μίσος τὴν διέγραψε ἀπὸ παιδί του. Τὸ γεγονὸς αὐτό,
μαθεύτηκε ἀμέσως καὶ ἔτσι ὁ ἡγεμόνας τῆς περιοχῆς διέταξε νὰ τὴν συλλάβουν καὶ
νὰ τὴν φέρουν ἐνώπιόν του. Ἀμέσως θαμπώθηκε ἀπὸ τὴν ὀμορφιά της. Τὴν ρώτησε
ποὶα εἶναι καὶ ποὶα εἶναι ἡ πίστη της καὶ αὐτὴ τοῦ ἀπάντησε ὅτι ὀνομάζεται
Μαρίνα καὶ εἶναι χριστιανὴ καὶ ὅτι εἶναι γέννημα θρέμμα τῆς Πισιδίας. Τότε ὁ
ἡγεμόνας προσπάθησε νὰ τὴν πείσει νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη της. Ἡ Ἁγία ὅμως δὲν
δέχτηκε.
Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ
ὁ τύραννος πρόσταξε καὶ τὴν ὑπέβαλαν σὲ βασανιστήρια φρικτὰ καὶ ἀφοῦ τὶς
κατέσκισαν τὶς σάρκες, τὴν ἔριξαν στὴν φυλακή.
Μέσα στὴν φυλακὴ
μάλιστα συνέβη τὸ ἑξῆς: ὁ διάβολος μεταμορφωμένος σὲ ἄγριο δράκοντα, προσπάθησε
νὰ κάνει τὴν Ἁγία νὰ φοβηθεῖ. Αὐτὴ ὅμως προσευχήθηκε στὸν Θεὸ καὶ ἀμέσως ὁ
δράκοντας ἄλλαξε μορφὴ καὶ ἔγινε ἕνας μαῦρος σκύλος καὶ τότε ἡ Ἁγία ἅρπαξε ἕνα
σφυρὶ καὶ χτυπώντας τον στὸ κεφάλι καὶ τὴν ράχη τὸν ταπείνωσε. Στὴ συνέχεια ὁ
ἡγεμόνας διέταξε καὶ τὴν ἔφεραν πάλι μπροστά του. Παρὰ τὶς πιέσεις του, ἡ ἁγία
παρέμεινε ἀκλόνητη.
Ἔτσι ὑποβλήθηκε σὲ νέα βασανιστήρια μέχρι ποὺ ἀποκεφαλίστηκε λαμβάνοντας τὸν στέφανο τοῦ μαρτυρίου.
Ἔτσι ὑποβλήθηκε σὲ νέα βασανιστήρια μέχρι ποὺ ἀποκεφαλίστηκε λαμβάνοντας τὸν στέφανο τοῦ μαρτυρίου.
ΜΙΑ ΣΥΝΤΑΡΑΚΤΙΚΗ ΤΡΙΛΟΓΙΑ
«Τότε γαρ τω Θεώ σύνεσμεν, ότε πανάγνοις μεν ευχαίς, ανεπιθολώτω δε νω, τούτον επικαλώμεθα» Διονύσιος Αρεοπαγίτης.
Εις το «Θεοτοκάριόν» του ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, έχει περιλάβει ένα συνταρακτικόν και κατανυκτικόν ασματικόν κανόνα, του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου. Ούτος αποτελεί τριλογίαν μεταξύ ικετεύοντος την Θεοτόκον αμαρτωλού, μεσιτευούσης προς τον Υιόν της Θεομήτορος, και του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δεχομένου την πρεσβείαν Αυτής. Η όλη τριλογία, δίδει το διάγραμμα της επιγνώσεως της αμαρτωλότητος του ασματογράφου, της ισχύος των πρεσβειών της Θεομήτορος και της ευσπλαγχνίας, μετά της δικαιοσύνης, του Κυρίου. Κανέν δράμα και καμμία τραγωδία κλασσική δεν ημπορεί να φθάση το ύψος των αισθημάτων και εννοιών, που γεννά ο μεταξύ Θεού και ανθρώπου διάλογος, εις τον οποίον παρεμβάλλεται και ο τρίτος λόγος της Μητρός του Θεού. Διότι εδώ, εισάγεται ο αληθής Θεός, δια δικαιοσύνης και αληθείας προβαλλόμενος, και εκ του άλλου, εν θείον του πλάσμα, που, εν τούτοις, σπιλώνει δια της αμαρτίας το βασιλικόν του αξίωμα και γίνεται ανάξιον της αιωνίου μετά του Θεού ζωής. Πρόκειται περί αληθείας πιστευομένης και όχι περί μύθου ή ανθρωπίνων παθών, που ευρίσκουν την λύσιν, την κάθαρσιν, πάλιν δι’ ανθρωπίνων μέσων. Την διάστασιν του μεγαλείου και της τραγικότητος εις την παρούσαν τριλογίαν, αποτελούν ο άπειρος Θεός, αποδοκιμάζων το εκπεσόν του θείου προορισμού του πλάσμα του, και η μοίρα του τελευταίου να ζη τον αιώνιον θάνατον μακράν του Δημιουργού του. Αλλ’ ο δίκαιος Θεός είναι και φιλάνθρωπος, «μετανοών επί κακίαις ανθρώπων». Η φιλανθρωπία όμως, είναι συγκεκραμένη μετά της δικαιοσύνης. Και η απόφασις είναι ανάλογος προς τον αμετανοήτως ζώντα. Αλλά παρεμβάλλεται «η πολλά ισχύουσα δέησις Μητρός προς ευμένειαν Δεσπότου». Και ούτω, η δικαιοσύνη του Θεού, κατά μίαν άρρητον κρίσιν, μεταβάλλεται. Και ο δια την κόλασιν αποφασισθείς αμαρτωλός, λαμβάνει άφεσιν των αμαρτιών. Απαιτούνται όμως παρ’ αυτού καρποί μετανοίας, ίνα εισαγάγη αυτόν εις την αιώνιον αυτού βασιλείαν. Εντεύθεν εναπόκειται εις τον λαβόντα την άφεσιν να αγωνισθή κατά του Διαβόλου και των πονηρών του κλίσεων. Τι θα κάμη έπειτα, δεν γνωρίζομεν. Εκείνο όμως, το οποίον γνωρίζομεν είναι το συγκερασμένον τη δικαιοσύνη του Θεού έλεος και ότι πρέπει να φοβώμεθα πάντες οι αμαρτωλοί – δηλαδή όλοι οι χριστιανοί—το θείον έλεος πλείον της αυτού δικαιοσύνης. Διότι αν προσκρούωμεν εις την θείαν δικαιοσύνην θα καταφύγωμεν εις το θείον έλεος. Εάν όμως προσκρούσωμεν εις το θείον έλεος που θα καταφύγωμεν;
Η συνταρακτική και τόσον κατανυκτική τριλογία αρχίζει με την ικεσίαν προς την Θεοτόκον, του αμαρτωλού, όστις ήτο αυτός ο άγιος Θεόδωρος, ο Στουδίτης και Ομολογητής. Τα επίστευε αυτά που αποδίδει εις τον αμαρτωλόν ή τα έγραφε δι’ άλλους; Αδιστάκτως απαντώμεν, ότι βαθέως τα επίστευεν, ήσαν βίωμά του, και δεν θα ήτο άγιος, όπως όλοι οι άγιοι, εάν δεν επίστευον, ότι δεν έχουν μετάνοιαν, και είναι ανάξιοι της αιωνίου ζωής. Πως συμβαίνει αυτό; Ιδού το μυστικόν της ταπεινώσεως.
Ο αμαρτωλός απευθύνεται εις την Θεοτόκον, ίνα μεσιτεύση τω Υιώ της και τον λυτρώση του πυρός του αφεγγούς· τον αναδείξη δε κοινωνόν της βασιλείας του. Η συμπαθής Δέσποινα διαβιβάζει την παράκλησιν, υπενθυμίζουσα εις τον Υιόν της ότι είναι Μήτηρ του. – «Συ με γνωρίζεις ως πηγήν ελέους, απαντά ο Κύριος, και συγχωρώ πάντας τους αμαρτωλούς. Αλλ’ αυτός συνεχώς με παραπικραίνει δια των αισχρών του πράξεων». – Η Θεοτόκος λέγει εις τον αμαρτωλόν, ότι αι κακίαι του έχουν κινήσει εις οργήν την ευσπλαγχνίαν του Υιού της. Ο αμαρτωλός το ομολογεί και δια τούτο ζητεί παρ’ αυτής να τον εγείρη από τον ύπνον της αμαρτίας. Η Δέσποινα επανέρχεται εις τον Χριστόν και ζητεί να τον σώση, ως έσωσε τον άσωτον υιόν, προς χάριν της. – Ναι, απαντά ο Κύριος. Ο άσωτος προσήλθε θερμώς μετανοών. Αλλ’ αυτός, ενώ υπόσχεται μετάνοιαν, επιστρέφει εις τα ίδια πάλιν. – Η Θεοτόκος διαβιβάζει τω αμαρτωλώ τους λόγους του Κυρίου. Εκείνος όμως δεν αποθαρρύνεται, γνωρίζων την δύναμιν των πρεσβειών της και πάλιν ικετεύει να τύχη συγχωρήσεως. – Επάκουσον ως φύσει φιλάνθρωπος τας ικεσίας της Μητρός Σου και δώρησαι εις αυτόν πίστιν ίνα μετανοήση. – Με κάθε τρόπον τω έδωκα να εννοήση και ευκαιρίας πολλάς προς μετάνοιαν, αλλ’ αυτός ήδη είναι νεκρός, και κατ’ ανάγκην θα απέλθη εις το πυρ. – Η Παρθένος Μαρία, λέγει, εις τον αμαρτωλόν, ότι συ είσαι αιτία της απωλείας σου, διότι δεν διεγείρεσαι εις μετάνοιαν, αλλά παρεδόθης όλος εις την αμαρτίαν… -- Αχ, ποθώ την μετάνοιαν, απαντά ο αμαρτωλός, αλλά δεν με αφήνουν οι δαίμονες να μετανοήσω εμπράκτως. – Συ, Υιέ μου, που ενέκρωσας τον θάνατον, Σε δυσωπώ, εξάρπασον τον δούλον σου από τους δαίμονας, που δεν τον αφήνουν να μετανοήση. – Πανύμνητε, Μήτερ, απαντά ο Σωτήρ, εν προσευχή και νηστεία εξερχονται τα πλήθη των δαιμόνων. Αυτός όμως, ούτε εγκράτειαν μετέρχεται, ούτε δέησιν, ούτε αγνότητα και έγινε σπήλαιον ληστών. – Η Κυρία Θεοτόκος λέγει τω αμαρτωλώ: αφού οι Απόστολοι δεν ηδυνήθησαν χωρίς προσευχής και νηστείας να εκδιώξουν το ακάθαρτον Πνεύμα, πως συ χωρίς τούτου θα νικήσης τους δαίμονας; -- Δεν γνωρίζω τι να είπω, Θεόνυμφε… Ούτε προσευχήν έχω ούτε νηστείαν εκτελώ. Δια τούτο προς Σε κατέφυγον. – Η Θεομήτωρ επανέρχεται και ζητεί να του δώση άφεσιν, επειδή εις αυτήν εστήριξεν όλας του τας ελπίδας. – Και ο Κύριος· Παύσαι, Μήτερ, λέγει αυτή, να παρακαλής δι’ αυτόν, διότι γνωρίζων ότι είμαι εύσπλαγχνος εξακολουθεί να μολύνεται όλος, μη σκεπτόμενος την οργήν μου. – Η Μήτηρ του Θεού διαβιβάζει εν λύπη τους τελευταίους λόγους του Υιού της εις τον αμαρτωλόν. Αλλ’ αυτός δεν απελπίζεται. Και πάλιν παρακαλεί την Δέσποιναν, να ικετεύση τον Υιόν της να μη απολέση το πλάσμα των χειρών του. – Η Θεοτόκος προσέρχεται τω Κυρίω ικετεύουσα να ελεήση τον δούλον του, ως ποτε την Χαναναίαν, διότι είναι το πέλαγος της ευσπλαγχνίας. – Ιλάσκομαι και σώζω, λέγει ο Δεσπότης Χριστός, τον πόθω προσερχόμενον και δεν θέλω να απολεσθούν τα πλάσματά μου. Αλλ’ αυτός είναι ανάξιος ελέους. – Σοφία του υψίστου προϋπάρχων ο Υιός μου έγινεν άνθρωπος, δια να σώση τους φυλάσσοντας το άγιον Βάπτισμα, λέγει η Θεοτόκος. Αλλά συ το κατερρύπωσας. – Εις Σε θαρρήσας, προσέρχομαι Παρθένε, γνωρίζων, ότι ο Υιός Σου έσωσε τον ληστήν και την πόρνην παρ’ ότι κανέν καλόν δεν έκαμαν εν τω βίω. Μεταφέρει τας σκέψεις του αμαρτωλού η Θεοτόκος και ικετεύει, όπως έσωσεν εκείνους, να σώση και αυτόν. – Αλλ’ η μεν πόρνη, απαντά ο Κύριος, ανέβλυζε πηγάς δακρύων· ο δε ληστής, κρεμάμενος εν τω σταυρώ, εκραύγασεν εν πίστει το «Μνήσθητί μου». Αυτός όμως δεν τους μιμείται. – Πρόσδραμε συν δάκρυσι, λέγει τω αμαρτωλώ η Θεοτόκος, αν θέλης να σωθής. – Γνωρίζων ότι είμαι αμαρτωλότερος πάντων ανθρώπων, εντρέπομαι να προσέλθω εις τον Κύριον. Αλλά Συ, Άχραντε Κόρη, ποίησον τον Υιόν Σου ίλεων να με δεχθή εν θερμή πίστει και πόθω. – Χάριν της Μητρός Σου, Υιέ μου, δέξαι τούτον Συ ο τα αιτήματα πληρών πάντων. Σε δυσωπώ, λύτρωσαι τον δούλον σου της κολάσεως. – Αν και δεν είναι άξιος ελέους ο προσφυγών Σοι, αλλά δια τας σεπτάς Σου πρεσβείας, θα τον απαλλάξω της αιωνίου κολάσεως, εάν ποιήση καρπούς μετανοίας. – Υπό τον Άδην υπάρχων, ανεβιβάσθης εις ύψος, ταις προς τον Υιόν μου ικεσίαις, λέγει τω αμαρτωλώ η Θεοτόκος. Πρόσεχε όμως, τω παρατηρεί, μη εμπέσης εις τα πρότερα αμαρτήματα και εμβληθής εις την γέενναν πάλιν. – Προσάγαγε την ικεσίαν μου εις τον Υιόν σου, όπως με σώση τον άσωτον, χαρά του κόσμου, λέγει εις την Θεοτόκον ο αμαρτωλός. – Χαράς αιτία, Υιέ μου φίλτατε, λέγει η Θεοτόκος· δώρησαι την συγχώρησιν των πταισμάτων του, δια να μάθουν πάντες, ότι έχω μεγίστην παρρησίαν εις Σε υπέρ πάντας τους αγίους σου. – Χαράς δοχείον, ω Μήτερ μου, τη Ση δεήσει καμφθείς, δίδωμι άφεσιν εις τον αγνώμονα αυτόν, αλλά μη με έλκη εις οργήν με νέας αμαρτίας. Εγώ είμαι φύσει εύσπλαγχνος. – Και η Θεοτόκος εις τον αμαρτωλόν· Βλέπε, ότι έλαβες ταις ικεσίαις μου, την άφεσιν των εγκλημάτων σου. Αλλά πρόσεχε, όπως ο υπόλοιπός σου βίος είναι θεάρεστος, δια να απολαύσης με τους εκλεκτούς την αιώνιον εν τω Παραδείσω της τρυφής ζωήν.
Εδώ περατούται η δραματική τριλογία. Ο αμαρτωλός, κατόπιν των επιμόνων πρεσβειών της Θεομήτορος, εξάγεται της κολάσεως, εις ην είχεν αποφασισθή, και λαμβάνει και την άφεσιν όλων των μέχρι τότε αμαρτιών του. Ο αναγνώστης θα παρετήρησε δύο κυρίως σημαντικά σημεία της φοβεράς αυτής τριλογίας· την δυσκολίαν της αφέσεως των αμαρτιών εις τον ασώτως και αμετανοήτως διαβιούντα, και την δύναμιν των πρεσβειών της Θεομήτορος. Παρ’ ότι φύσει αγαθός ο Θεός, δεν θεωρεί άξιον συγχωρήσεως τον μη καταβάλλοντα προσπαθείας προς απαλλαγήν εκ των παθών του αμαρτωλόν. Και τα πάθη ταύτα, οι Δαίμονες, δεν εξέρχονται ει μη εν προσευχή και νηστεία και κλαυθμώ.
Εν πάση περιπτώσει, παραμένει δι’ ημάς τους αμαρτωλούς και νεκρούς τοις πάθεσιν, εν μέγιστον κεφάλαιον σωτηρίας – εφ’ όσον αγωνιζόμεθα – η πρεσβεία της «γλυκυτάτης θετής μητρός των Ορθοδόξων Χριστιανών», κατά τον άγιον Νικόδημον τον Αγιορείτην. Ο ποιητής του ασματικού τούτου κανόνος, άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, δια του περιεχομένου και της πλοκής του κανόνος, εξέφρασε το ορθόδοξον φρόνημα περί σωτηρίας και της ισχύος, παρά τω Υιώ Αυτής, των πρεσβειών της Θεοτόκου. Η λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, αρχίζει και τελειώνει με την επίκλησιν «Της τιμιωτέρας των Χερουβίμ…», και πάντες οι άγιοι της Εκκλησίας θεωρούν την Θεοτόκον Μαρίαν ως «μετά Θεόν, τα δευτερεία της Τριάδος έχουσαν…». Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός γράφει: «εμνήσθην της Θεοτόκου και εσώθη η ψυχή μου». Ο Γεώργιος Νικομηδείας λέγει, ότι ο Χριστός λογίζεται δόξαν ιδικήν του, την δόξαν της Μητρός αυτού. «Την Σην γαρ δόξαν ο Κτίστης, ιδίαν οιόμενος, εκπληροί τας αιτήσεις». «Ελπίδα μου, καταφυγή μου, Μητέρα μου, γράφει ο Μηνιάτης, ένα νεύμα να κάνης δι’ εμέ, εγώ είμαι σεσωσμένος. Κυρία Θεοτόκε Μαρία, όποιος εις Σε ελπίζει είναι αδύνατον να χαθή».
Εμείς οι Ορθόδοξοι χριστιανοί απονέμομεν λατρευτικήν προσκύνησιν μόνω τω Θεώ. Τιμητικήν δε πάσι τοις αγίοις, και δουλικήν, μόνη και μόνη τη Μητρί του Θεού, με συναισθήματα καθαρώς υιϊκά προς γλυκυτάτην και ημών Μητέρα κατά χάριν. Ω, τι ζημιούνται, όσοι δεν προστρέχουν διαρκώς εις την Θεοτόκον, δεν λέγουν μίαν φοράν τουλάχιστον τους χαιρετισμούς Της και δεν αναγινώσκουν ένα κανόνα από το «Θεοτοκάριον» καθ’ εκάστην! «Πρώτην φοράν, μοι έγραψεν ευσεβής θεολόγος, ακούω ότι πρέπει να αγαπώ την Παρθένον Μαρίαν». Και απήντησα· «Ουδέποτε ανέγνωσας, ότι ο Θεός, παρά πάσαν την παντοδυναμίαν Του, τρία δεν ηδυνήθη να δημιουργήση τελειότερα: την Σάρκωσιν, την Παρθένον, και την μακαριότητα των δικαίων εν τη μελλούση ζωή;».
Αθωνικά άνθη.
ΠΥΡΙΝΗ ΟΜΙΛΙΑ ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ Ι.Μ.ΕΣΦΙΓΜΕΝΟΥ ΕΛΛΗΝΕΣ ΞΥΠΝΗΣΤΕ!!
http://agiooros.org/viewtopic.php?f=69&t=9793
O Συναξαριστής της ημέρας.
Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2014
Αθηνογένους ιερομ. Φαύστου μαρτ.
Πατρίδα του ἦταν
ἡ Σεβάστεια τῆς Καππαδοκίας. Ἡ μόρφωσή του, ἡ θερμὴ πίστη του, καθὼς καὶ ἡ
γενναία φιλανθρωπική του δράση, τὸν ἀνέδειξαν ἐπίσκοπο Πηδαχθόης. Σὰν
ἐπίσκοπος, ἦταν φωτεινὸ πνευματικὸ λυχνάρι γιὰ τὸ ποίμνιό του. Μάλιστα τόσο
πολὺ ἤθελε νὰ συνεχιστεῖ τὸ ἔργο τοῦ Εὐαγγελίου, ὥστε μὲ ἰδιαίτερη φροντίδα
κατάρτισε ἰκανότατους βοηθούς του.
Ἄλλα ὅταν ἔγινε ὁ
διωγμὸς ἐπὶ Διοκλητιανού, ὁ Ἀθηνογένης μὲ δέκα μαθητὲς του συνελήφθη ἀπὸ τὸν
ἡγεμόνα Φηλίμαρχο, καὶ ἀφοῦ ὅλοι ὁμολόγησαν τὸ Χριστὸ ἀποκεφαλίσθηκαν.
Ἀξίζει δὲ νὰ ἀναφέρουμε, ὅτι στὸν Ἀθηνογένη ὀφείλουμε τὸ γνωστὸκατανυκτικὸ ἑσπερινὸ ὕμνο, «Φῶς ἱλαρὸν ἁγίας δόξης, ἀθανάτουΠατρός, οὐρανίου, ἁγίου, μάκαρος, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλθόντες ἐπὶ τὴν ἡλίουδύσιν, ἰδόντες φῶς ἑσπερινόν, ὑμνοῦμεν Πατέρα Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα,Θεόν. Ἄξιον σὲ ἐν πάσι καιροὶς ὑμνεῖσθαι φωναὶς αἰσίαις, Υἱὲ
Θεοῦ, ζωὴν ὁ διδοὺς διὸ ὁ κόσμος σὲ δοξάζει». Ποὺ
σημαίνει: Ἰησοῦ Χριστέ, σὺ ποὺ εἶσαι τὸ χαρούμενο φῶς τοῦ Ἀθανάτου, Οὐρανίου,
Ἁγίου καὶ μακαρίου Πατρός, ἀφοῦ φθάσαμε στὴ δύση τοῦ ἥλιου καὶ εἴδαμε τὸ
ἑσπερινὸ φῶς, ὑμνοῦμε τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸν καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, δηλαδὴ τὸν
Τριαδικὸ Θεό. Εἶναι ἄξιο νὰ σὲ ὑμνοῦμε σὲ κάθε ὥρα μὲ μελωδικὲς φωνές, Υἱὲ τοῦ
Θεοῦ, ἐσὺ ποὺ δίνεις ζωή. Γι' αὐτὸ ὁ κόσμος σὲ δοξάζει.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
