Αντιρρητικός λόγος στην εικόνα του Φιλιόκβε. -- Γράφει ο Σταύρος Ασλανίδης.

Είναι λυπηρό ότι στην ορθόδοξη ανατολική εκκλησία, κυριάρχησε η τριπρόσωπη παράσταση του Θεού. Η τριπρόσωπη μορφή του Θεού, φαίνεται να προϋπήρχε με διαφορετική μορφή στην ανατολή. Απλά σήμερα είναι διαδεδομένη η δυτική τριπρόσωπη μορφή η οποία είναι μια σχηματική μορφή του φιλιόκβε. Δυστυχώς αυτό έγινε αποδεκτό και από μεγάλο μέρος των "γνήσιων ορθόδοξων Χριστιανών". Αυτοί, αν και εξ αρχής τάχθηκαν εναντίον κάθε δυτικής σύζευξης, εντούτοις προσκολλήθηκαν σε εικόνες δυτικής θεολογίας. Η σημερινή παράσταση αναπέμπει σε μία κακόδοξη ζωγραφιά, στην οποία κάθονται δύο άνδρες οι οποίοι εμφυσούν προς τον ενδιάμεσο τους χώρο μια περιστερά (πρβλ. την παράσταση στο Μουσείο Λούβρου, 15ος αι.).


Κάθε τριπρόσωπη παράσταση του Θεού επιφέρει Τριθεΐα και Χριστομαχία. Αντίθετα ο Θεός είναι Αδιαίρετος για όλα τα κτίσματα. Μόνο ο Χριστός διέκρινε και "μιλούσε" Προσωπικά στο Θεό. Ωστόσο για να εξηγήσουμε στη συνέχεια ότι η εν λόγω τριπρόσωπη παράσταση και οι παραπλήσιες διάδοχοι της, εκτός όλων των αιρέσεων που προαναφέρθηκαν, επιπλέον προσβάλλουν υποτιμητικά το Άγιο Πνεύμα, θα δεχτούμε υποθετικά την ύπαρξη τριπρόσωπης μορφής στο Θεό (Κύριε ελέησον). Με αυτή την προσωρινή παραδοχή, έχουμε να σημειώσουμε τα εξής:

Η περιστερά δεν κάθεται σε θρόνο, ενώ τα άλλα δύο Πρόσωπα κάθονται. Σημειώνεται ότι ο θρόνος κατά τον άγιο Ιω. Χρυσόστομο δείχνει την ανάληψη εξουσίας!

Η εν λόγω παράσταση, το ένα πρόσωπο το παρουσιάζει συμβολικά με πτηνό που ανήκει στο άλογο βασίλειο, ενώ τα δύο επιπλέον πρόσωπα συμβολίζονται με ανθρώπινη μορφή που είναι ο βασιλιάς της κτίσεως και πολύ ανώτερος από το πτηνό!

Η περιστερά δεν παρουσιάζεται σε στάση να ευλογεί, σε αντίθεση με τα άλλα δύο πρόσωπα που έχουν την στάση να ευλογούν τους προσκυνητές. Αυτό στη θεολογία σημαίνει ότι, από τα τρία πρόσωπα λατρεύονται μόνο τα δύο!

Επιπλέον η περιστερά συνδέεται με αιώνια υποτέλεια να κινεί τις φτερούγες της για να αιωρείται. Αντίθετα τα άλλα δύο πρόσωπα απολαμβάνουν τον σεβασμό με το να είναι καθισμένα σε θρόνο, χωρίς να συνδέονται με παρόμοιες ανάγκες!

 


ΛΟΓΟΣ ΕΤΕΡΟΣ ΕΙΣ ΚΟΙΜΗΘΕΝΤΑΣ

ΟΤΙ ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΧΡΕΩΣΤΟΥΣΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΝ ΝΑ ΚΛΑΙΟΥΣΙ ΠΑΡΑ ΝΑ ΓΕΛΩΣΙ ΚΑΙ ΠΩΣ                                                 

Ζήτημα σοφόν αλλά και αξιέπαινον εφύτρωσεν ανάμεσα εις τους μαθητάς του Δημοκρίτου και του Ηρακλείτου, ποίον άραγε από τα δύο να είναι οικειότερον εις τον άνθρωπον, το γελάν ή το κλαίειν; Οι μαθηταί του Δημοκρίτου διϊσχυρίζοντο με κάθε είδους τρόπον να αποδείξωσιν, ότι το γελάν αρμόζει περισσότερον εις τον άνθρωπον, και εστήριζον την γνώμην των επάνω εις τους εξής δύο συλλογισμούς· πρώτον ότι οικειότερον εις τον άνθρωπον είναι εκείνο το οποίον μεταχειρίζονται οι φιλόσοφοι εις τον ορισμόν της ουσίας του ανθρώπου, επειδή δε το γελαστικόν περιλαμβάνεται εις τον όρον του ανθρώπου ως αχώριστον ίδιον αυτού, άρα το γελάν είναι οικειότερον εις τον άνθρωπον παρά το κλαίειν. Όθεν γελαστικόν λέγεται ο άνθρωπος, και όχι κλαυστικόν. Δεύτερον επιχειρούσι παντοιοτρόπως, εκείνο μάλιστα να λέγεται ίδιον τινός, το οποίον αμέσως προέρχεται εκ του λογικού ζώου. Άρα το γελάν και όχι το θρηνείν είναι οικείον εις τον άνθρωπον. Αυτά λέγουσιν οι μαθηταί του Δημοκρίτου, καθότι είχον διδάσκαλον, ο οποίος πάντοτε εγέλα, είτε εμπαίζων, είτε καταγελών την ματαιότητα του κόσμου. Οι δε ακόλουθοι του Ηρακλείτου, επειδή ο διδάσκαλός των είχε συνήθειαν αδιάκοπον πάντοτε να κλαίη, ήθελον πλέον οικειότερον εις τον άνθρωπον το κλαίειν παρά το γελάν, στηρίζοντες και αυτοί την γνώμην των επάνω εις τα εξής δύο· πρώτον εκείνο πρέπει να λέγωμεν ιδιαίτερον εις τον άνθρωπον, από το οποίον δύναται να γίνη και σοφώτερος και φρονιμώτερος· επειδή δε ο άνθρωπος κλαίων, και φρονιμώτερος κρίνεται από σοφούς (καθότι ο γέλως είναι ίδιον των μωρών και ανοήτων ανθρώπων) και αποβαίνει συνετώτερος, παρά όταν γελά, άρα το κλαίειν είναι μάλον αρμοδιώτερον εις τον άνθρωπον παρά το γελάν. Δεύτερον δε λέγουσιν ότι εκείνο μάλιστα είναι οικειότερον εις τον άνθρωπον, από το οποίον γυμνάζεται το λογικόν μέρος της ψυχής, επειδή δε από του κλαίειν και λυπείσθαι και όχι από το γελάν παίρνει πρέπουσαν τελείωσιν το λογικόν του ανθρώπου, καθότι ο γέλως προέρχεται από μάταια αίτια, το δε κλαίειν προέρχεται από δίκαια και σεμνά αίτια, άρα το κλαίειν και ουχί το γελάν είναι ίδιον του ανθρώπου.

ΛΟΓΟΣ ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΕΙΣ ΚΟΙΜΗΘΕΝΤΑΣ

ΟΤΙ ΣΚΙΑ ΕΙΝΑΙ ΟΥΤΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΙΝΑΙ ΤΥΛΙΓΜΕΝΟΙ ΕΙΣ ΑΥΤΟΝ ΩΣΑΝ ΕΙΣ ΠΗΛΟΝ                         

«Αμήν αμήν λέγω υμίν, ότι έρχεται ώρα και νυν εστιν, ότε οι νεκροί ακούσονται της φωνής του Υιού του Θεού, και οι ακούσαντες ζήσονται» (Ιωάν. ε: 25).                                                                                                                                                

Επειδή και το ανθρώπινον γένος έχασεν ως αχάριστος δούλος του ουρανίου Πατρός την πρώτην κληρονομίαν, της οποίας ένα από τα χαρίσματα ήτο και ένας σταλαγμός σοφίας από το αχανές πέλαγος της σοφίας του Θεού, με το οποίον ηδύνατο να προγνωρίζη τα πράγματα καθώς είναι η ύπαρξίς των και η φύσις των, όχι μόνον όσα υποπίπτουσιν εις τα σωματικά αισθητήρια, αλλά και τ’ άλλα όσα έρχονται εις τον νουν· επειδή, λέγω, και έχασε τοιούτον θησαυρόν ο άνθρωπος, μόλις και μετά βίας γνωρίζει και καταπείθεται εις εκείνα όπου βλέπει με τους οφθαλμούς του. Δια τούτο και ο θεόπτης Μωϋσής, βλέπων μακρόθεν την βάτον, ήτις εκαίετο και δεν κατεκαίετο, και μη δυνάμενος να καταλάβη του Μυστηρίου εκείνου την δύναμιν και έννοιαν, έλεγε· «Παρελθών όψομαι το όραμα το μέγα τούτο» (Έξοδ. γ:3).

ΤΩ ΣΑΒΒΑΤΩ ΤΗΣ Ζ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΗΤΟΙ ΤΩ ΠΡΟ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

Τη αυτή ημέρα Σαββάτω προ της Πεντηκοστής μνήμην επιτελούμεν πάντων των απ’ αιώνος κοιμηθέντων ευσεβώς επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου.                                                                                           

Κατά το Σάββατον τούτο, όπερ προηγείται της Αγίας Πεντηκοστής, εθέσπισαν οι Άγιοι Πατέρες, ίνα επιτελώμεν μνήμην πάντων των απ’ αιώνος ευσεβώς τελευτησάντων ανθρώπων, καθώς τούτο διέταξαν να γίνεται και κατά το Σάββατον προ των Απόκρεω. Προσέταξαν δε τούτο υπό φιλανθρωπίας κινούμενοι, ίνα και όσοι δι’ οιανδήποτε αιτίαν δεν έτυχον των κατά μέρος συνήθων μνημοσύνων, συμπεριληφθώσιν εις τα κοινά ταύτα. Ταύτην δε την περί των μνημοσύνων διάταξιν παρέλαβον οι Πατέρες της Εκκλησίας κατά παράδοσιν από τους Αγίους Αποστόλους, οίτινες εδίδασκον «ότι τα υπέρ των κεκοιμημένων γινόμενα μεγάλην προξενούσιν ωφέλειαν εις αυτούς», καθώς τούτο φαίνεται και από τας διαταγάς αυτών (Βιβλ. η΄ Κεφ. μβ: 42).

Παπουλάκος (Χριστοφόρος): Δεν ωφελούν σε τίποτα οι κλάψες. Χρειάζεται καινούργιος ξεσηκωμός, καινούργια Άγια Λαύρα.

Ο Χριστοφόρος βουβός σιγόκλαιγε και πότιζε με δάκρυα τα σανίδια του κελιού και το ράσο του.                               

–Δεν φτάνει να πονούμε και να κλαίμε, Χριστοφόρε, φώναξε ο Κοσμάς. Η καινούργια επιδρομή είναι χειρότερη από του Ιμπραήμ. Κείνος σκότωνε κορμιά κι αφάνιζε το βιος μας, αλλά αυτοί σκοτώνουν τις ψυχές μας. Ό,τι ιερό φυλάξαμε τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς ποδοπατιέται, ό,τι μας κράτησε όρθιους, σαν ασάλευτο αντιστήλι, γκρεμίζεται. Σε τέτοιο γιουρούσι του σατανά, κάθε υποταγή είναι άρνηση του Χριστού, άρνηση της Πίστης και παράδοση στο διάβολο. Προδίνουμε τον αγώνα του εικοσιένα, το αίμα που χύθηκε στο Μεσολόγγι, στ΄ Αρκάδι, στην Τριπολιτσά, στα Δερβενάκια στα Ψαρά… Ιούδες γινόμαστε Χριστοφόρε και το κακό δε σταματά ως εδώ…                                                                          

--Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, έχει κι άλλο; Ψιθύρισε με πνιγμένο λυγμό ο Χριστοφόρος.                                                        

–Έχει πολλά και φριχτά, αποκρίθη ξαναμμένος  ο Κοσμάς. Είναι ότι οι γραμματισμένοι του Έθνους, σκλαβωμένοι στους μασόνους της Φραγκιάς, έχουν ολότελα στραβωθεί, κι αντίς να βλέπουν σ΄ όλα τούτα το μελλοντικό αφανισμό του έθνους, τα λογαριάζουν σωστικά. Οι άντρες που μας κυβερνούν χάσανε το φως τους και δεν ξέρουν να ξεχωρίσουν ποια η διαφορά ανάμεσα σκοτάδι και φως. Ψευτίσαμε τα ζύγια που άλλοτε ζύγιαζαν το καλό και το κακό, την αλήθεια και το ψέμα. Ο διάβολος με χίλιες μορφές μας παραστέκει. Δε λέω πως αν την κορόνα του έθνους φορούσε Ορθόδοξος κυβερνήτης, κι αν η εκκλησία συνέχιζε τον αιωνόβιο δρόμο της, πως θάλειπε η αμαρτία. Αλλά λέω πως θάχαμε το μέσο να την ξεχωρίζουμε και να μην την μπερδεύουμε με το καλό. Τώρα όχι μόνο την μπερδεύουμε, αλλά το καλό πνίγηκε μέσα στη θάλασσα της αμαρτίας.                                                                                                                                                           

Ο Χριστόφορος τον κοίταξε στα μάτια.                             

–Έχεις δίκιο, του είπε. Δεν ωφελούν σε τίποτα οι κλάψες. Χρειάζεται καινούργιος ξεσηκωμός, καινούργια Άγια Λαύρα.  

–Και καινούργια Ψαρά, πρόσθεσεν ο Κοσμάς. Τούτος ο οχτρός είναι χειρότερος απ΄ τον Τούρκο. Εκείνος ποτέ δε μας τόκρυψε πως μας λογάριαζε σκλάβους, ενώ τούτος μας ξεγελά πως είμαστε τάχα λεύτεροι, ενώ έχει σκλαβώσει και τις ψυχές μας ακόμη. Δε φτάνει λοιπόν ο λόγος κι ο ξεσηκωμός, αλλά χρειάζεται και κάτι άλλο….                                              

–Τι; Ρώτησεν ο Χριστοφόρος.                                         

–Μάρτυρες, αδελφέ Χριστοφόρε, μάρτυρες. Αίμα, για να ποτιστεί και να φουντώσει η λευτεριά του Χριστού, η πραγματική λευτεριά. Ο σατανάς έχει τρανό βασίλειο στη γη. Έχει του χεριού του βασιλιάδες, αρμάδες, καλαμαράδες, γητειές και γητειές, που μόνο στο αίμα μας μπορούν να πνιγούν. Αν δεν χύσουν καινούργιοι μάρτυρες το αίμα τους κανένας ωκεανός δεν είναι τόσο βαθύς και τόσο πλατύς, για να πνίξει τόση αμαρτία. Όσοι από μας ξεκινήσουμε, πρέπει να το ξέρουμε πως ο δρόμος μας, γυρισμό δεν έχει. Οδηγός μας, ας σταθεί ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός.

-----------------------

Ο/Η Δημήτριος Χατζηνικολάου είπε...

Ἄκρως ἐπίκαιρον κείμενον! Ἄν αὐτά ἐλέγοντο πρό 150 περίπου ἐτῶν, φαντασθῆτε τί πρέπει νά λέμε σήμερα, πού ἡ Προδοσία, τό Ψεῦδος, ἡ Αἵρεσις, τό μῖσος ἐναντίον κάθε τι πού εἶναι παραδοσιακόν, ἡ ἀγάπη πρός τήν Διαστροφήν κ.λπ. ἔχουν ἐξαπλωθῆ καί εἶναι πολύ χειρότερα τῶν παθῶν πού ἐπικρατοῦσαν πρό 150 ἐτῶν.

Τη Ι΄ (10η) Ιουνίου, ο Άγιος Ιερομάρτυς Τιμόθεος Επίσκοπος Προύσης ξίφει τελειούται.

Τιμόθεος ο Άγιος Ιερομάρτυς ήκμασε κατά τους χρόνους του παραβάτου Ιουλιανού, εν έτει τξα΄ (361), καλώς κυβερνών την Εκκλησίαν του και τον λαόν αυτής ποιμαίνων εις νομάς σωτηρίους. Είχε δε ο Άγιος δύναμιν και χάριν παρά Θεού, με την οποίαν εποίει διάφορα θαύματα· όθεν και ένα μεγάλον δράκοντα εθανάτωσεν, ο οποίος κατώκει εις εν σπήλαιον εν τη δημοσία οδώ, αναμέσον εις τα θερμά νερά της πόλεως Προύσης, όπου ήτο φυτευμένον κυπαρίσσιον πολλά χαριέστατον και ωραίον. Όθεν ο δράκων εκείνος, έχων εντός του την κακίαν του νοητού και ανθρωποκτόνου δράκοντος διαβόλου, εξήρχετο από το σπήλαιον και εφαρμάκωνε με μόνον το φύσημά του όχι μόνον τους ανθρώπους, όσοι διέβαινον από τον τόπον εκείνον, αλλά και τα κτήνη και τα ζώα. Δια τούτο έκαμεν άβατον τον δρόμον τον μεταξύ της Προύσης και των θερμών νερών, κανείς δε δεν ετόλμα να περάση εκείθεν. Κατ’ εκείνον τον καιρόν βασίλισσά τις χριστιανή, η οποία κατώκει εις την Απολλωνίδα, την εν Βιθυνία ευρισκομένην, ήλθεν εις την τοποθεσίαν της Προύσης.

Ομιλία π. Θεόδωρου Ζήση με θέμα: Η άλωση της πόλης(1453). Τι προηγήθηκε και τι ακολούθησε (ΜΕΡΟΣ Β')


 

Προφητική φωνή του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη. (Αφιερωμένη σε όσους συγχέουν την Εκκλησία με την Ιεραρχία).

Ούτε εκ του υπουργείου ούτε εκ της Συνόδου αναμένομεν γενναίον τι  δια την Εκκλησίαν. Η τελευταία μάλιστα απεδείχθη ανίκανος όλως, αφ΄ ης ημέρας ιδρύθη εν Ελλάδι, να διαπράξη αγαθόν τι υπέρ της Εκκλησίας. Τουναντίον μάλιστα και έβλαψε ταύτην καιρίως παραγνωρίσασα όλως τον αληθή αυτής προορισμόν και θεωρήσασα εαυτήν μέχρι τούδε απλούν εργαστήριον δεσποτάδων και  παπάδων, ους στρατολογούσα συνήθως εκ της κοινωνικής υποστάθμης, άνευ ελέγχου παιδείας και ηθικής, εξαποστέλλει αυτούς ουχί ως ποιμένας, αλλ΄ ως λύκους βαρείς, μη φειδομένους του ποιμνίου του Κυρίου. Παρά τοιούτου σωματείου επαναλαμβάνομεν και πάλιν, ότι ουδέν απολύτως αγαθόν  έχομεν να προσδοκώμεν. Πάσας τας ελπίδας ημών αναθέτομεν εις την ιδιωτικήν πρωτοβουλίαν εκείνων, οίτινες ακμαίον έτι διασώζοντες αυτοί το θρησκευτικόν αίσθημα και κηδόμενοι της τιμής και αξιοπρεπείας της Εκκλησίας και της  θρησκευτικής διαπαιδαγωγήσεως του Έθνους ημών θέλουσι και δύνανται να συντελέσωσιν εις ανύψωσιν του εκκλησιαστικού γοήτρου και εις αναρρίπισιν του θρησκευτικού παρ΄ ημίν αισθήματος.

«ΕΦΗΜΕΡΙΣ»  7-4-1888.

Μας λέτε σεις οι λατινόφρονες οικουμενιστές, ὅταν ἀποφασίζει ἡ Ἐκκλησία, τὸ ποίμνιο ἀκολουθεῖ.

Σωστό, ἀλλὰ ποιά Ἐκκλησία; Γιατὶ καὶ ἐπὶ Ἀρείου, ἀποφάσισε ἡ Ἐκκλησία, καὶ ἐπὶ Νεστορίου, καὶ ἐπὶ Βέκκου, καὶ ἐπὶ Εἰκονομαχίας κλπ. Συνοδικὰ μάλιστα! Δὲν ἔχετε διαβάσει τὸν Ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας γιὰ τὴν κατάσταση στην Κωνσταντινούπολη, ὅταν ἀπεδείχθη ὅτι ὁ μὴ ἀκόμη καταδικασμένος Πατριάρχης Νεστόριος (ὅπως ἀκριβῶς ὁ Βαρθολομαῖος στὶς μέρες μας) ἦταν λύκος καὶ ψευδοποιμένας: «ὁ λαὸς τῆς Κωνσταντινούπολης δὲν πηγαίνει πιὰ στὶς ἐκκλησίες του ( τοῦ Νεστορίου), ἐκτὸς ἀπὸ λίγους ἀνόητους καὶ κόλακες...»! Καὶ συμβουλεύει (ο Άγιος Κύριλλος): «μήτε μὴν ὡς διδασκάλῳ προσέχοντες (αὐτῷ), εἰ μένει λύκος ἀντὶ ποιμένος. Τοῖς δέ ... διὰ τὴν ὀρθὴν πίστιν κεχωρισμένοις (αποτειχισμένοις) ἢ καθαιρεθεῖσι παρ᾿ αὐτοῦ, κοινωνοῦμεν ἡμεῖς...»

Τη Θ΄ (9η) Ιουνίου, μνήμη του εν Άγίοις πατρός ημών ΚΥΡΙΛΛΟΥ Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας.

Κύριλλος ο Άγιος και Μέγας της Εκκλησίας διδάσκαλος ήτο κατά την πατρίδα Αλεξανδρεύς, από γονείς ευσεβείς και ευγενείς, ανεψιός εξ αδελφής Θεοφίλου Πατριάρχου Αλεξανδρείας· ανατραφείς δε ελευθερίως, έγινε δοκιμώτατος εις την φιλοσοφίαν και την αρετήν· ήτο πλήρως ησκημένος εις τα Ελληνικά και Ρωμαϊκά βιβλία και πεπαιδευμένος τόσον εις όλην την έξω σοφίαν, όσον και εις την έσω πνευματικήν· εσχόλαζε πάντοτε εις την ανάγνωσιν και μελέτην των θείων Γραφών. Όθεν και ο θείος του Θεόφιλος, βλέπων εις αυτόν τόσον μεγάλην σοφίαν και αρετήν, συνηρίθμησε τούτον εις τον Κλήρον της Εκκλησίας, χειροτονήσας Αρχιδιάκονον. Και λοιπόν ήτο τότε ο Άγιος πεφυτευμένος εις τον λειμώνα της Εκκλησίας του Χριστού, ως ευωδέστατον και ωραιότατον κρίνον, το οποίον ήνθει μεν με την καθαρότητα και τας λοιπάς αρετάς, ευωδίαζε δε όλον το πλήρωμα των πιστών με την οσμήν της θείας σοφίας του. Αφ’ ου δε απέθανεν ο Θεόφιλος, όλοι ομοφώνως κληρικοί τε και λαϊκοί εψήφισαν δια Πατριάρχην της Αλεξανδρείας τον θείον Κύριλλον, ο οποίος ευθύς ως ανέβη εις τον θρόνον εδίωξεν από την Αλεξάνδρειαν τους αιρετικούς και τους σχισματικούς, τους ονομαζομένους Νοβατιανούς· οι δε Νοβατιανοί ούτοι, παρομοιάζοντες με τους Φαρισαίους, ωνόμαζον εαυτούς καθαρούς και δικαίους· εφόρουν δε λευκά ενδύματα, δια να δείξουν τάχα δια τούτου την καθαρότητα του βίου των· εδογμάτιζον ότι ο μετά το βάπτισμα υποπίπτων εις θανάσιμον αμαρτίαν, ούτος δεν πρέπει να έρχεται εις την Εκκλησίαν· έλεγον δε ότι κατ’ ουδένα άλλον τρόπον δεν συγχωρείται η θανάσιμος αμαρτία, εάν δεν μεταβαπτισθή ο άνθρωπος· δεν συνεχώρουν τον δεύτερον γάμον, ονομάζοντες αυτόν μοιχείαν, ενώ εβάπτιζον δια δευτέραν φοράν τους καλώς και ορθοδόξως βεβαπτισμένους· και άλλα ακόμη αιρετικά φρονήματα είχον οι τοιούτοι· ωνομάσθησαν δε Νοβατιανοί από κάποιον Νοβάτον, αρχηγόν του σχίσματος τούτου, ο οποίος ιερεύς ων εις την Ρώμην, επί Δεκίου του βασιλέως, επεθύμει να γίνη Πάπας.

St. Nicodemus of the Holy Mountain, Confession of Faith --- Ἁγ. Νικοδήμου ἁγιορείτου, Ὁμολογία Πίστεως

St. Nicodemus of the Holy Mountain, Confession of Faith

Everything that The Οne Holy Catholic, Apostolic and Eastern Church of Christ (our collective and spiritual Mother) accepts and confesses, we also accept and confess. Similarly, everything that She abhors and renounces, we also abhor and renounce given that we are genuine and true children of Hers.

 

Ἁγ. Νικοδήμου ἁγιορείτου, Ὁμολογία Πίστεως

Πᾶντα ὅσα ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἁγία Καθολική Ἀποστολική καί Ἀνατολική Ἐκκλησία, ἡ κοινή καί πνευματική ἡμῶν μήτηρ ἀποδέχεται καί ὁμολογεῖ, ταῦτα καί ἡμεῖς συναποδεχόμεθα καί συνομολογοῦμεν· ὅσα δέ αὐτή ἀποστρέφεται καί ἀποκηρύττει, ταῦτα παρομοίως καί ἡμεῖς συναποκηρύττωμεν καί συναποστρεφόμεθα, ὡς τέκνα αὐτῆς εἰλικρινῆ τε καί γνήσια.

«Η Ελλάδα είναι δική μας. Είναι ο Τέταρτος Γύρος»

 https://choratouaxoritou.gr/?p=200382

-----------------

Ο/Η Δημήτριος Χατζηνικολάου είπε...

Δυστυχῶς, δυστυχέστατα, αὐτή εἶναι ἡ πικρή ἀλήθεια: Οἱ αἱρετικοί καί οἱ ἀνθέλληνες μᾶς κυβερνοῦν! Τό δέ χειρότερον ὅλων εἶναι ὅτι οἱ «νεοέλληνες» (=ψευδοέλληνες) τούς στηρίζουν, ἐνίοτε δέ τούς ραίνουν μέ τριαντάφυλλα, ἀντί νά τούς διώχνουν μέ τίς κλωτσιές ὅπου βρεθοῦν καί ὅπου σταθοῦν!

«τη εφέσει του καρπού της γνώσεως εκπεπτώκαμεν…»

Με τη μάθηση αποκτά ο άνθρωπος την αυτοσυνειδησία του γνωρίζοντος, την βεβαιότητα και την αίσθηση ότι είναι επαΐων. Γνωρίζει τάχα τα πάντα, οπότε ακολουθεί η έπαρση, η κενοδοξία, η υπερηφάνεια. Το δε χειρότερο είναι η οίηση, που όποιος προσβάλλεται από το δαίμονα αυτό, πολύ δύσκολα θεραπεύεται. Κι αυτό, γιατί, όπως λένε οι σοφοί, το πνεύμα της οιήσεως επικάθεται στο κέντρο της νοήσεως και δεν αφήνει το νού να δή την αλήθεια. Αν δε λάβη κανείς υπ’ όψη ότι οι αρρώστειες αυτές της ψυχής υπάρχουν σπερματικά στις ψυχές μας σαν αδαμιαία κληροδοσία, τότε είμαστε όλοι προσβεβλημένοι, αφού «τη εφέσει του καρπού της γνώσεως εκπεπτώκαμεν…», κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και την δογματική παράδοση της Εκκλησίας. Συνεπώς η ίδια η έφεση του ειδέναι γεννάει την φυσίωση, οπότε η αυτοσυνειδησία της γνώσεως από τους παιδευθέντες είναι μάλλον πρόσκομμα στην οδό του αγιασμού, θεμελιώδη θέση της οποίας κατέχει η ταπείνωση, που είναι η επίγνωση της αλήθειας.

Τη Η΄ (8η) Ιουνίου, η ανακομιδή του λειψάνου του αγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου του Στρατηλάτου.

Θεόδωρος ο Στρατηλάτης, ο άγιος Μεγαλομάρτυς, ήκμασε κατά τους χρόνους Λικινίου του βασιλέως, εν έτει τκ΄ (320). Κατήγετο από τα Ευχάϊτα, τα εν τη Γαλατία, κατώκει δε εις την Ηράκλειαν την εν τω Ευξείνω Πόντω. Ήτο δε ωραίος κατά τον σωματικόν χαρακτήρα, αλλ’ ωραιότερος κατά την ψυχήν και εστολισμένος με λόγον, γνώσιν και σοφίαν, διό τινες ωνόμαζον αυτόν βρυορρήτορα. Αφ’ ου δε εδοκίμασε παν είδος βασάνου και τιμωρίας, ετελείωσε το μαρτύριον και η μεν αγία αυτού ψυχή απήλθε νικηφόρος εις τα ουράνια, το δε άγιον αυτού λείψανον έμεινεν εις την γην και αναβλύζει ρείθρα ιαμάτων εις τους μετά πίστεως προς αυτό προστρέχοντας. Τούτου του αγίου λειψάνου την μετακομιδήν εορτάζομεν σήμερον, διότι μετεκομίσθη εκ της Ηρακλείας εις τα Ευχάϊτα και απετέθη εν τω πατρικώ οίκω καθώς ο ίδιος ο Μάρτυς παρήγγειλε περί τούτου εις τον ταχυγράφον αυτού Αύγαρον.

Ο π. Θεόδωρος Ζήσης γράφει:

Αφού οι Επίσκοποι μνημονεύουν τόν Πατριάρχη καί επομένως υπόκεινται καί αυτοί στόν κανόνα: “ο κοινωνών ακοινωνήτω, ακοινώνητος έσται”· καί εγώ μνημονεύω τόν Επίσκοπό μου, ο οποίος μνημονεύει τόν Πατριάρχη, ο οποίος κοινωνεί μέ τόν Πάπα· καί εσείς οι λαϊκοί έρχεστε από μένα, ο οποίος μνημονεύω τόν Επίσκοπο καί κοινωνάτε καί μέ αποδέχεστε. Επομένως, μία σειρά –αυτή η σειρά τού παραπτώματος πού αρχίζει από τόν Πατριάρχη, αρχίζει σιγά-σιγά σάν συγκοινωνούν δοχείον, νά φθάνει σάν ευθύνη μέχρις εμάς!                                       

Αλλά ποιός από τόν κόσμο τά ξέρει αυτά; Οι περισσότεροι από τούς λαϊκούς, θά πούν: “Μά, αφού τό κάνει ο Πατριάρχης, αφού τό κάνει ο Πάπας, τί φταίω εγώ;”. Φταίς κι εσύ!  Δέν δικαιολογείται η  άγνοια...                                           

Είμαστε όλοι υπεύθυνοι. Δέν είναι μόνον υπεύθυνος ο Πατριάρχης. Δέν είναι μόνον υπεύθυνος ο Επίσκοπος ο οποίος σιωπά καί η οποία σιωπή είναι τρίτο είδος αθεϊας. Είμαστε υπεύθυνοι καί εμείς οι Πρεσβύτεροι καί μαζί μέ εμάς, είστε καί σείς οι λαϊκοί, πού έρχεστε μαζί μέ μάς καί δέν μάς λέτε:  “Φεύγουμε εμείς”.

-------------------------

Ο/Η Δημήτριος Χατζηνικολάου είπε...

Ὀρθόν! Ὅπως ἔλεγεν ὁ ἀείμνηστος Καθηγητής Στέργιος Σάκκος, ἄν στήν γωνίαν μίας δεξαμενῆς πού εἶναι γεμάτη μέ νερό ρίξῃς δηλητήριον, αὐτό θά μολύνῃ ὁλόκληρον τήν δεξαμενήν!

Η Εκκλησία στα Έσχατα Χρόνια. -- Γέρων Θεοδώρητος Μαύρος (+2007)

--- Θα πρέπει όλοι οι πιστοί να καταλάβουν, ότι η Εκκλησία δεν είναι εκεί που φαίνεται. Οι Λειτουργίες θα εξακολουθήσουν να γίνονται και οι ναοί να γεμίζουν από πιστούς, όμως η Εκκλησία δεν θα έχει καμμία σχέση με τους ναούς εκείνους, ούτε με εκείνα τα ράσα κι εκείνους τους πιστούς. Η Εκκλησία είναι εκεί, όπου υπάρχει η αλήθεια. Πιστοί είναι εκείνοι, που συνεχίζουν την αδιάκοπη παράδοση της Ορθοδοξίας, το έργο αυτό του Αγίου Πνεύματος. Ιερείς είναι εκείνοι που σκέπτονται, ζουν και διδάσκουν, όπως οι Πατέρες και οι 'Αγιοι της Εκκλησίας, ή τουλάχιστον, που δεν τους αρνούνται με την διδαχή τους. 'Οπου δεν υπάρχει αυτή η συνέχεια σκέψεως και ζωής, είναι πλάνη να ομιλούμε για Εκκλησία, έστω και αν όλα τα εξωτερικά φαινόμενα μιλούν γι' αυτήν. Πάντα θα βρεθεί ένας κανονικός ιερεύς, χειροτονημένος από έναν κανονικό Επίσκοπο, που να ακολουθεί τήν Παράδοση. Γύρω σε τέτοιους ιερείς θα συσπειρώνονται οι μικρές ομάδες των πιστών που θα απομείνουν στο τέλος των καιρών. Αυτές οι μικρές ομάδες, θα είναι η κάθε μία τους και από μία τοπική «Καθολική» Εκκλησία του Θεού.

Τη Ζ΄ (7η) Ιουνίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΘΕΟΔΟΤΟΥ του εν Αγκύρα.

Θεόδοτος ο άγιος Ιερομάρτυς διέμενεν εν Αγκύρα της Γαλατίας. Διαβληθείς δε εις τον ηγεμόνα Θεότεκνον, ότι εξαγαγών εκ της λίμνης τα σώματα των αγίων Παρθένων, τα οποία ερρίφθησαν εντός αυτής, έθαψεν αυτά, ωδηγήθη ενώπιόν του. Και επειδή είπε παρρησία ότι αυτός μεν είναι ιδιώτης και ταπεινός, ως προς την πίστιν όμως και την ομολογίαν του Χριστού είναι ανώτερος και ισχυρότερος των κοσμικών βασιλέων, εδάρη βαναύσως και κατόπιν κρεμασθείς επί ξύλου, εξεσχίσθη εις τας πλευράς. Τέλος απεκεφαλίσθη και ούτως έλαβεν, ο μακάριος, του μαρτυρίου τον στέφανον.

Ἑάλω ἡ Ὀρθοδοξία;

Στὴν ἐποχή μας ὁ κίνδυνος τῆς πραγματικῆς ψυχικῆς ἁλώσεως στὴν ἔνδοξή μας ΕΛΛΑΔΑ εἶναι ὁρατός… Ἡ ἅλωση τῆς ΠΙΣΤΕΩΣ ΜΑΣ ἀπὸ τὸν ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ τείνει νὰ συντρίψει σὰν τὴν «μυλόπετρα» τὴν ζῶσαν ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ, ποὺ μὲ τόσον αἷμα, τόσες κακουχίες καὶ στερήσεις διέσωσαν οἱ μαρτυρικοί μας πρόγονοι. Ἡ παναίρεση τοῦ Παπισμοῦ μαζὶ μὲ τὶς ἄλλες παραφυάδες τῶν αἱρετικῶν, ἀφοῦ ἐξέθρεψαν καὶ γιγάντωσαν τὴν ἀθεΐα στὴ Δύση μέσῳ τοῦ λεγόμενου «Διαφωτισμοῦ», λόγῳ τῆς ἀπουσίας τῆς ἁγιοπνευματικῆς χάριτος στὴν ἐκκοσμικευμένη τους «ἐκκλησία» καὶ ἀφοῦ  ἐπέφεραν πλήρη συσκότιση στὶς ψυχὲς καὶ τοὺς νόες τῶν Εὐρωπαίων συμπολιτῶν μας, ἐπιχειροῦν μὲ λύσσα καὶ μανία καὶ τὴν ψυχὴ τῆς Οἰκουμένης ὅλης νὰ τὴν ὁδηγήσουν στὸν πνευματικὸ μαρασμό!!!

Ἐπιχειροῦν νὰ ἁλώσουν τὴν Ἁγία μας Ὀρθοδοξία, ἡ ὁποία εἶναι ἡ πεμπτουσία, δηλ. τὸ πολύτιμο συστατικὸ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ, μὲ τὴ Νέα Τάξη Πραγμάτων καὶ τὸν θρησκευτικὸ συγκρητισμό. Ἐμεῖς ὅμως ὡς Ἕλληνες ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ ἀντλοῦντες δύναμη ἀπὸ τὸ παρελθὸν γιὰ τὸ παρόν, ἀτενίζοντας τὸ μέλλον ἐπαναλαμβάνουμε τὰ λόγια τοῦ σοφοῦ Μακρυγιάννη «Ὅλα τὰ θεριὰ πολεμοῦν νὰ μᾶς φᾶνε καὶ δὲν μποροῦνε. Τρῶνε ἀπὸ μᾶς καὶ μένει καὶ μαγιά». Αὐτὴ ἡ μαγιὰ εἶναι τὸ «μικρὸν ποίμνιον» (Λουκ. κεφ. 12, στίχ. 32), ἀπὸ τὸ ὁποῖο προέρχονται οἱ χιλιάδες μάρτυρες, οἱ ἀσκητές, οἱ ὁμολογητές, οἱ ἅγιοι τῆς πίστεώς μας καὶ οἱ ἥρωες τοῦ Γένους μας. Ἑάλω ἡ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ;

Ἂς προβληματιστοῦμε. Ἂς ἀγωνιστοῦμε. Ὁ Θεὸς βοηθός.

Τη ΣΤ΄ (6η) Ιουνίου, μνήμη του Οσίου πατρός ημών Ιλαρίωνος του νέου, Ηγουμένου της Μονής των Δαλμάτων.

Ιλαρίων, ο Όσιος πατήρ ημών, ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Νικηφόρου του Πατρικίου εν έτει ωβ΄ (802) και Σταυρακίου, Μιχαήλ Ραγκαβέ και Λέοντος Αρμενίου του εικονομάχου. Κατήγετο δε εκ Καππαδοκίας, πατέρα μεν έχων Πέτρον καλούμενον, μητέρα δε Θεοδοσίαν. Ο πατήρ αυτού ήτο γνωστός εις τον βασιλέα, επειδή αυτός εχορήγει τον άρτον της βασιλικής τραπάζης. Αφού δε ο Όσιος εγεννήθη και απεγαλακτίσθη, εστάλη εις σχολείον δια να μάθη επιμελώς τα ιερά γράμματα. Ότε δε έφθασεν εις την ηλικίαν των είκοσι χρόνων, εγκαταλείψας ευαγγελικώς πατέρα, μητέρα, οικίαν, πλούτον και πάντα τον κόσμον, εγένετο Μοναχός εις το εν Κωνσταντινουπόλει Μοναστήριον, το καλούμενον του Ξηροκηπίου. Κατόπιν αναχωρήσας εκείθεν, μετέβη εις το Μοναστήριον του Δαλμάτου και εκεί έλαβε το μέγα και αγγελικόν σχήμα, ήτοι εγένετο μεγαλόσχημος. Όθεν τηρών υπακοήν και ταπείνωσιν και ησυχάζων, ειργάζετο ο αοίδιμος εις τον κήπον του Μοναστηρίου επί χρόνους δέκα. Αφού δε εκαθάρισε την ψυχήν του εξ όλων των παθών και ελάμπρυνεν αυτήν ως ήλιον δια των αρετών, εγένετο υπό της θείας χάριτος θαυματουργός διώξας από ένα νέον το ακάθαρτον δαιμόνιον, το οποίον ηνώχλει αυτόν. Δια τούτο ο Ηγούμενος του Μοναστηρίου εποίησεν αυτόν ιερέα, αν και μη θέλοντα. Ότε δε ο Ηγούμενος εκείνος ετελεύτησε, μετά παρέλευσιν χρόνων τινών, ανεχώρησεν ο Άγιος από το Μοναστήριον και διήλθεν εις τόπον καλούμενον Οψίκιον και εκείθεν μετέβη εις το Μοναστήριον των Καθαρών.

Η άλλη διάστασις -- του αειμνήστου Στεργίου Σάκκου Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ.

Από την αρχή του Χριστιανισμού, όπως το δείχνει η Καινή Διαθήκη και μάλιστα οι επιστολές του αποστόλου Παύλου, η θεολογία αποτελεί τη ρίζα και το θεμέλιο της πράξεως. Διαφορετικά, η θεολογία εκφυλίζεται σ΄ ένα στεγνό και άχρηστο σύστημα ιδεών, ενώ η πράξη χάνει το βάθος και την ουσία της, καταντά τύπος και, όχι σπάνια, αιρετικός ακτιβισμός. Μ΄ αυτή την προοπτική είναι χρήσιμο και αναγκαίο τις μέρες αυτές, που γιορτάζουμε την Ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, να σκύψουμε στη θεολογία αυτής της κατεξοχήν θεολογικής γιορτής. Το «θαυμαστόν και μέγα» τούτο γεγονός σηματοδοτεί το τέλος της επίγειας δράσεως του Ιησού και συγχρόνως συνοψίζει τη θεολογία όλων των γεγονότων της θείας οικονομίας.  

ΛΟΓΟΣ ΚΟΙΝΗ ΦΡΑΣΕΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΤΡΙΑΚΟΣΙΩΝ ΔΕΚΑ ΟΚΤΩ ΘΕΟΦΟΡΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΕΝ ΝΙΚΑΙΑ Α΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ.

Τον παλαιόν καιρόν οι Έλληνες είχον συνήθειαν να τιμούν μεγάλως εκείνον όστις ενικούσεν εις τον πόλεμον και κατετρόπωνε τους εχθρούςτης πατρίδος του. Τούτου έκαμνον και ανδριάντα τον οποίον έστηνον εις το μέσον της πόλεως, δια να τον βλέπουν οι επίλοιποι άνθρωποι, να παρακινούνται εις το καλόν. Απ αυτό έγινε και η πολυθεϊα εις τους Έλληνας, διότι ολίγον κατ’ ολίγον παρασυρόμενοι οι άνθρωποι υπό του πονηρού, ενόμισαν ότι οι άνθρωποι εκείνοι ήσαν θεοί και τους προσεκύνουν. Εάν λοιπόν εκείνοι οίτινες ήσαν άνθρωποι ειδωλολάτραι και πολυθεϊσταί, οι οποίοι Θεόν αληθινόν δεν εγνώριζαν, οι οποίοι μη ελπίζοντες κρίσιν και ανταπόδοσιν των έργων των εν τούτοις ετιμούσαν τόσον τους ευεργέτας αυτών, πόσω μάλλον ημείς οι ευσεβείς Χριστιανοί, οίτινες πιστεύομεν τον αληθινόν Θεόν, να μη τιμώμεν και επαινώμεν τους καλούς και Αγίους άνδρας της Εκκλησίας μας, οίτινες δεν ενίκησαν εχθρούς σωματικούς, αλλ’ αυτόν τον διάβολον, τον εχθρόν της ψυχής μας;

ΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ

Τη αυτή ημέρα, Κυριακή εβδόμη από του Πάσχα, την εν Νικαία ΠΡΩΤΗΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΝ ΣΥΝΟΔΟΝ εορτάζομεν, των Τριακοσίων Δέκα και Οκτώ θεοφόρων Πατέρων.                                                                             

Η Αγία αύτη και Μεγάλη Α΄ Οικουμενική Σύνοδος των τριακοσίων δέκα και οκτώ θεοφόρων Πατέρων συνηθροίσθη εν Νικαία της Βιθυνίας εν έτει τκε΄ (325) μ. Χ. βασιλεύοντος Κωνσταντίνου του Μεγάλου (306 – 337), ετάχθη δε παρά των Πατέρων της Εκκλησίας να εορτάζεται κατά την παρούσαν Κυριακήν η μνήμη αυτής δια την εξής αιτίαν. Επειδή ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός πληρώσας άπασαν την ένσαρκον Αυτού οικονομίαν ανήλθεν εις ουρανούς και αποκατέστη εις τον θρόνον της μεγαλωσύνης Αυτού, θέλοντες οι Άγιοι και Θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας να δείξουν ότι αληθώς ο Υιός του Θεού τέλειος ων Θεός εγένετο και τέλειος άνθρωπος και σαρκωθείς και σταυρωθείς και ταφείς και εκ νεκρών αναστάς ανελήφθη εις ουρανούς και εκάθισεν εν δεξιά της μεγαλωσύνης εν υψηλοίς και ότι η Αγία αύτη Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος πρεπόντως Αυτόν ανεκήρυξε και ωμολόγησεν ομοούσιον και ομότιμον τω Πατρί, δια τούτο ευθύς μετά την εορτήν της ενδόξου Αυτού Αναλήψεως την παρούσαν εθέσπισεν εορτήν τιμώσα ούτω τον σύλλογον των τοιούτων Πατέρων, οίτινες τον εν σαρκί αναληφθέντα Θεόν αληθινόν και εν σαρκί τέλειον άνθρωπον ανεκήρυξαν. Συνηθροίσθη δε η Αγία αύτη Α΄ Οικουμενική Σύνοδος υπό του Μεγάλου Κωνσταντίνου δια την εξής αιτίαν. Ευθύς ως είχον παύσει οι από των τυράννων της Ρώμης διωγμοί και οι δεινοί χειμώνες εκείνοι, οι κατά της Εκκλησίας εγερθέντες υπό του σατανά, ειρήνη δε γλυκεία επέλαμψεν εις τα Χριστιανικά πλήθη, βασιλεύσαντος εκ θείας προνοίας του αοιδίμου Κωνσταντίνου, όστις πρώτος τα σκήπτρα της Βασιλείας υπέταξεν εις τον σταυρωθέντα Ιησούν Χριστόν, με του οποίου την ακαταμάχητον δύναμιν κατέλυσε και εις το τέλος εξηφάνισε τους αθέους τυράννους, ως άλλος δε ήλιος εξαπέστειλε πανταχού τας γλυκυτάτας ακτίνας της ειρήνης και οι φυλακισμένοι απελύθησαν, οι εξόριστοι ανεκλήθησαν, οι θείοι Ναοί ηνεώχθησαν και άλλοι νέοι ανηγείροντο και ο κόσμος όλος ανέπεμπον δόξαν και ευχαριστίαν τω φιλανθρώπω Σωτήρι δια την γαλήνην και αταραξίαν της οποίας ηυδόκησε παραδόξως να αξιωθούν, ευθύς, λέγω, ως αι του Θεού Εκκλησίαι είδον τας γλυκείας ακτίνας της ειρήνης, εξαίφνης ιδού και νέα ταραχή, και ταραχή μεγάλη και φοβερά, ηγέρθη εις την Εκκλησίαν του Θεού, από της πόλεως Αλεξανδρείας της Αιγύπτου εξαπολυθείσα. Δεν υπάρχει βεβαίως σχεδόν ουδείς, όστις δεν έχει ακούσει το όνομα του δυσωνύμου Αρείου, όστις εγέννησε μεγάλην και φοβεράν αίρεσιν, διδάσκων ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού είναι κτίσμα του Θεού και όργανον Αυτού, δια του Οποίου τον κόσμον εδημιούργησεν, ήτοι άλλης ουσίας και φύσεως από της του Πατρός.