Περιέχων ερμηνευμένον τον θαυμάσιον διάλογον του Σωτήρος προς την Σαμαρείτιδα ως και τα της επιστροφής αυτής και πολλών Σαμαρειτών (Ιωάν. δ: 5 – 42). Πραγματευόμενος δε και περί της πανταχού παρουσίας του Θεού.
«Γύναι, πίστευσόν μοι, ότι έρχεται ώρα, ότε ούτε εν τω όρει τούτω, ούτε εν Ιεροσολύμοις προσκυνήσετε τω Πατρί… Αλλ’ έρχεται ώρα, και νυν εστιν, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί προσκυνήσουσι τω Πατρί εν πνεύματι και αληθεία» (Ιωάν. δ: 21 – 23). Διήρχετο ποτέ ο Σωτήρ ημών, αγαπητοί, την Σαμάρειαν και έφθασεν έξωθι της πόλεως Συχάρ. Ήτο ήδη μεσημβρία και ο ήλιος έφλεγεν υπερβολικά· οι Μαθηταί είχον πορευθή εις την πόλιν εκείνην, ίνα αγοράσωσι τροφάς, ο δε Ιησούς κεκοπιακώς εκ της οδοιπορίας εκάθισεν, ως έτυχεν, ίνα αναπαυθή εις την πηγήν, εις το φρέαρ εκείνο το ονομαστόν, όπερ το πάλαι είχεν ορύξει αυτός ο Πατριάρχης Ιακώβ. Ενώ δε ανεπαύετο εκεί, ιδού έρχεται εκ της πόλεως Σαμαρείτις γυνή, ίνα αντλήση ύδωρ εκ της πηγής. Ιδούσα δε τον Ιησούν εγνώρισεν Αυτόν ευθύς ότι ήτο Ιουδαίος, εκ της ενδυμασίας Αυτού, μετ’ ολίγον δε και εκ της φωνής· διότι παρ’ αυτής ο Κύριος ύδωρ ζητεί, διψών κυρίως την σωτηρίαν αυτής. Ούτως άρχεται ωραίος διάλογος μεταξύ του Σωτήρος και της γυναικός, ήτις ακούσασα τον λόγον «Δος μοι ποιείν» (Ιωάν. δ: 7), εκπλήττεται και απορεί, πως ο Κύριος, Ιουδαίος ων, παρ’ αυτής ύδωρ ζητεί.