Στα 1530, στη βενετοκρατούμενη Κέρκυρα, ένας τίμιος νέος, ο Στέφανος, γύριζε
κάποια μέρα από την πόλη στο χωριό του.
Στον δρόμο συνάντησε κι άλλους οδοιπόρους, κι έτσι βάδιζαν όλοι μαζί συντροφιά.
Κάποια στιγμή διέκριναν μακριά μερικούς νεαρούς, που μετέφεραν αλεύρι από τον
μύλο. Η παρέα του Στέφανου μπήκε σε πειρασμό.
- Δεν τους κλέβουμε το αλεύρι; είπαν μεταξύ τους. Κανείς δεν μας βλέπει. Θα το μοιραστούμε και θα το μεταφέρουμε στα σπίτια μας.
Όλοι συμφώνησαν, εκτός από τον Στέφανο.
- Είναι αμαρτία! διαμαρτυρήθηκε. Κι ύστερα, δεν θα ξεφύγουμε την δικαιοσύνη. Θα τιμωρηθούμε σαν ληστές και κακοποιοί.
Εκείνοι ήταν αποφασισμένοι. Κι όταν πλησίασε η λεία τους, επιτέθηκαν στα παιδιά, τα έδειραν και άρπαξαν το αλεύρι.
- Δεν τους κλέβουμε το αλεύρι; είπαν μεταξύ τους. Κανείς δεν μας βλέπει. Θα το μοιραστούμε και θα το μεταφέρουμε στα σπίτια μας.
Όλοι συμφώνησαν, εκτός από τον Στέφανο.
- Είναι αμαρτία! διαμαρτυρήθηκε. Κι ύστερα, δεν θα ξεφύγουμε την δικαιοσύνη. Θα τιμωρηθούμε σαν ληστές και κακοποιοί.
Εκείνοι ήταν αποφασισμένοι. Κι όταν πλησίασε η λεία τους, επιτέθηκαν στα παιδιά, τα έδειραν και άρπαξαν το αλεύρι.
H συνέχεια, “κλικ’’ πιο κάτω στο: Read more