«Μνημονεύετε του λόγου ου εγώ είπον υμίν, ουκ έστι δούλος μείζων του Κυρίου αυτού» (Ιωάν. ιε:20).
Όσον αγαπά, όσον αγωνίζεται ο άνθρωπος δια να φέρη εις πέρας έργον το οποίον εργάζεται υπέρ την δύναμίν του, τοσούτον φθάνει προώρως και ανεπλίστως εις το ίδιον αυτού τέλος, καταβυθιζόμενος παραδόξως εις βαθύτατον λάκκον, εις απύθμενον κρημνόν ή εις μεγάλον και φοβερώτατον πνιγμόν εν βαθυτάτη θαλάσση. Ηγωνίσθη αγώνα μεγάλον, ετεχνεύθη με αδύνατον και νενοθευμένην σοφίαν ο Δαίδαλος, ο πατήρ του Ικάρου, όταν εφρόντιζε να φύγη με πανουργίαν από τον βασιλέα της Κρήτης Μίνωα και να κάμη να πετάξη ο υιός του Ίκαρος ως όρνεον εις τον αέρα, με τα κήρινα πτερά τα οποία του έπλασε, πράγμα αδύνατον και υπέρ την φύσιν. Αλλ’ ανίσχυρος η μηχανή του πατρός εκρήμνισε και εθανάτωσε τον παίδα. Διότι ενώ επέτα ο Ίκαρος, διελύθησαν από την θέρμην του ηλίου αι πτέρυγες αυτού, επειδή ήσαν πλασμέναι από κηρόν και κρημνισθείς από του ύψους επνίγη εντός των υδάτων της θαλάσσης. «Εξ Ικάρου του Δαιδάλου παιδός, Ικάριον πέλαγος μέχρι της σήμερον λέγεται».