Greek Church fights "organ theft"
Where there is money to
be made from the body parts of people, there will be people who ignore morality
for the sake of money. We've seen it all over the world not only as regards
organ harvesting, but also surrogate mothers, children born so that they can
supply material for ailing older siblings, and the poor selling their organs on
the black market. We run the risk of making ourselves a commodity with few
safeguards to protect ourselves.
Μ. Βασίλειος :
«Πρέπει οι ακροαταί να
είναι εκπαιδευμένοι στις Γραφές και να κρίνουν αν τα λεγόμενα των διδασκάλων
είναι σύμφωνα με τις Γραφές. Κι όσα είναι ξένα να τα αποβάλλουν και εκείνους
που επιμένουν σ’ αυτά να τους αποστρέφωνται δυνατά»
Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης :
Αν ο προεστώς σου είναι σφαλερός εις την πολιτείαν
και τα έργα του, μη περιεργάζεσαι. Αν όμως είναι σφαλερός κατά την πίστιν,
φεύγε και παραίτησέ τον, όχι μόνο αν είναι άνθρωπος, αλλά κάν άγγελος είναι από
τον ουρανόν»
(Άγ. Νικόδημος Αγιορείτης, Περί συνεχούς Μεταλήψεως, σ. 175).
Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ του Αγίου Ιουστίνου (Πόποβιτς)
Το σώμα του
σαρκωθέντος Θεού Λόγου είναι η υψίστη παναξία δια το ανθρώπινον είναι εις όλους
τους κόσμους. Μέσα του υπάρχουν όλαι αι αιώνιοι θείαι, ανθρώπιναι και θεανθρώπιναι
αξίαι και πραγματικότητες. Το δεύτερον Πρόσωπον της Αγίας Τριάδος, ο Θεός
Λόγος, εσαρκώθη και έγινε Θεάνθρωπος δια να γίνη Εκκλησία, και να τελέση μέσα
της και εν συνεχεία να τελή πάντοτε το έργον της σωτηρίας του κόσμου και του
ανθρώπου. Ο Θεός έγινεν άνθρωπος, έγινε «σαρξ» δια να γίνη ο άνθρωπος Θεός
μόνον δια του Θεανθρώπου, και πάντοτε μέσα εις το Θεανθρώπινον σώμα της
Εκκλησίας. Εις τούτο περικλείεται όλον το χαρμόσυνον μήνυμα του Θεανθρώπου και
της Εκκλησίας Του, ο Θεός και όλα τα του Θεού, ο άνθρωπος και όλα τα αληθώς
ανθρώπινα είναι παρόντα εις την Εκκλησίαν οργανικώς και πραγματικώς ως σώμα.
Εις την Εκκλησίαν «κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς» (Κολ. 2, 9),
και ημείς δεχόμεθα, εκ του πληρώματος αυτού «χάριν αντί χάριτος» και όλην την
θείαν Αλήθειαν με όλας τας ασαλεύτους αξίας, τα πλούτη και τας χαράς της (Κολ.
2, 9-10. Εφ. 3, 19. Ιω. 1, 17).
Τα ομιλούντα γυμνά κρανία

«Σχολιάζοντας τη δράση της Χρυσής Αυγής ο κ. Δένδιας ανέφερε ότι "είναι προϊόν της κρίσης. Είναι μια απαράδεκτη κατάσταση, ένα μόρφωμα που είναι εκτός πραγματικότητας σήμερα. Ανήκει σε άθλιους, παλιούς καιρούς"».
Και το Σχόλιο :
Το φαλακρό κρανίο με όνομα "Δένδιας" μας είπε ότι τα άλλα φαλακρά κρανία, όλα ανήκοντα στην κατηγορία "Χρυσή Αυγή", είναι ένα μόρφωμα εκτός πραγματικότητας.
Φαλακρός ο μεν, φαλακροί οι δε, "καὶ εἶπε Κύριος ... Ἀκούσατε δὴ ταῦτα οἱ ἐκτρίβοντες εἰς τὸ πρωΐ πένητα καὶ καταδυναστεύοντες πτωχοὺς ἀπὸ τῆς γῆς (...) μεταστρέψω τὰς ἑορτὰς ὑμῶν εἰς πένθος καὶ πάσας τὰς ᾠδὰς ὑμῶν εἰς θρῆνον καὶ ἀναβιβῶ ἐπὶ πᾶσαν ὀσφὺν σάκκον καὶ ἐπὶ πᾶσαν κεφαλὴν φαλάκρωμα" (Αμώς η΄ 8-10).
Κρανίο νεκρού ο Δένδιας, κρανία νεκρών και οι χρυσαυγίτες. Κάποιος θα τα κάνει κύπελλο για να ξεδιψά ή να πίνει κρασί ... στην υγεία τους.
Ο ψευδοεπίσκοπος δεν αποτελεί το κέντρον της Ευχαριστιακής Συνάξεως.
Δεν θα πρέπει να αγνοηθή η θεμελιώδης εκκλησιολογική
αρχή, ότι τα θεμέλια της ενότητος της Εκκλησίας δεν είναι διοικητικά/θεσμικά,
αλλά ευχαριστιακά και χαρισματικά· δεν είναι δυνατόν ο κηρύττων αίρεσιν
επίσκοπος, χαρακτηριζόμενος πλέον ως «ψευδοεπίσκοπος» και «ψευδοδιδάσκαλος»(IE Kανών της AB Αγίας Συνόδου), να αποτελή ούτε το
κέντρον της Ευχαριστιακής Συνάξεως, ούτε να επιτελή χρέη Ποιμένος, εφ΄ όσον ήδη
είναι «λύκος». Μόνον υπό τοιαύτας προϋποθέσεις ήτο δυνατόν ο Άγιος Κύριλος
Αλεξανδρείας προ ακόμη της Γ΄ Αγίας Οικουμενικής Συνόδου, να προτρέπη το
Ορθόδοξο Ποίμνιο της Κωνσταντινουπόλεως: «Ασπίλους και αμώμους εαυτούς
τηρήσατε, μήτε κοινωνούντες τω μνημονευθέντι (Νεστορίω), μήτε μην ως διδασκάλω
προσέχοντες, ει μένει λύκος αντί ποιμένος»
(Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, PG τ.
99 στλ. 1645D)
ΟΤΙ ΗΓΑΠΗΣΕ ΠΟΛΥ ( Ε΄)
Αλεξανδρεύς
http://anastasiosk.blogspot.ca/
Έμεινα εκεί. Θα πρέπει να με μπέρδεψαν με τις πέτρες έτσι όπως ήμουν κουλουριασμένη γιατί κανένας δε με ενόχλησε.
Ήμουν εκεί όταν ζήτησε μονολεκτικά κάτι να δροσίσει τα χείλη του. Η ξινή μυρωδιά του ξιδιού έφτασε ως τα ρουθούνια μου.
Ήμουν εκεί όταν έδωσε στη μάνα του έναν καινούργιο γιο για να χει να αγαπάει.
Ήμουν εκεί σαν φώναξε το τρομερό εκείνο “Τετέλεσται”.
Ήταν λυγμικό και θριαμβικό μαζί.
Είχε κάτι από ρωμαϊκό θρίαμβο και από την ήσυχη καληνύχτα ενός ανθρώπου που κουράστηκε και κλείνει τα βλέφαρα.
Ήμουν εκεί, ακίνητη, να ρουφώ κάθε λόγο του, να αποτυπώνω κάθε κίνηση του προσώπου Του να ρουφώ την ανάσα Του μέχρι τέλους.
Ίσως γαντζωμένη στην ελπίδα ότι κάτι μπορεί να συμβεί ως την έσχατη ώρα.
Ήμουν εκεί σαν παρέδωσε στον Πατέρα του το πνεύμα και γέρνοντας το κεφάλι ανεχώρησε.
Ήμουν εκεί όταν άνοιξε ο ουρανός και μ΄ αστραπές σκοτάδι και βροντές τον υποδέχτηκε.
Ένιωσα τη γη να συγκλονίζεται κάτω από τα πόδια μου κι άκουσα τη φωνή του φόβου ν' ανεβαίνει από την πόλη.
Είδα το σταυρό του να ταλαντώνεται κι άκουσα το ρωμαίο εκατόνταρχο να μουρμουρίζει λέξεις μεταμέλειας.
Μα εμένα δε με ένοιαζε τίποτε από όλα αυτά.
Το βλέμμα μου, το είναι μου είχε καρφωθεί στα παγωμένα μάτια του.
Στο σώμα του που άλλαζε σιγά-σιγά χρώμα παίρνοντας το χρώμα του κεριού. Είχε φύγει. Τότε μόνο πήρα το βλέμμα από πάνω του.
Κοίταζα δίπλα του τους δυό ληστές να προσπαθούν απεγνωσμένα να πάρουν ανάσες.
Τον ένα τον λυπόμουν.
Τον άλλο τον ζήλευα. Του 'χε πει πως σήμερα κιόλας θα τον έπαιρνε μαζί του στον Παράδεισο. Δε με ένοιαζε πού.
Δεν ξέρω τι ήταν ο Παράδεισος. Ήξερα πως τίποτα δεν ήταν ωραιότερο από το να είσαι μαζί του.
Αυτό ήταν Παράδεισος!
Σε λίγο ένας στρατιώτης έφτασε βιαστικός. Μουρμούρισε κάτι στον εκατόνταρχο κι έπειτα πήρε μια λόγχη και προχώρησε προς το σταυρό του. Κάρφωσε τη λόγχη στην πλευρά.
Το σημείο απ' όπου σε έναν ζωντανό θα τιναζόταν πίδακας το αίμα αντέδρασε με την ηρεμία των νεκρών.
Κάμποσο διάφανο υγρό κι ένα πήγμα βγήκαν από την πλευρά του.
Έπειτα ο βιαστικός στρατιώτης ανεχώρησε.
Ήθελε να μεταφέρει το νέο του θανάτου.
Δυο τρεις στρατιώτες στην άκρη συζητούσαν το περίεργο γεγονός του να πεθάνει κανείς τόσο γρήγορα. Μου φάνηκαν αστείοι. Εκτός αν μόλις είχαν φτάσει από τη Ρώμη δεν υπηρχε κανείς στην πόλη που να μην ήξερε τα τόσα περίεργα που είχε η ζωή αυτού του ανθρώπου. Ιστορίες διέτρεχαν τους δρόμους, άνθρωποι θεραπευμένοι που τους έδειχναν οι άλλοι αναφέροντας πλήθος αρρώστιες από τις οποίες ο Ιησούς τους θεράπευσε, κι ακόμα κομμάτια ψωμί που τα κράτησαν κάποιοι σα φυλαχτό αφού διηγούνταν πώς με πέντε ή εφτά ψωμιά σαν αυτά είχε θρέψει χιλιάδες κόσμου.
Είχε τη δύναμη να θρέφει τους ανθρώπους, να τους θεραπεύει, να τους ανασταίνει.
Γιατί να διαλέξει το θάνατο;
Δεν κατάλαβα πότε έφτασε η νύχτα. Το σκοτάδι που είχε απλωθεί στην ψυχή μου ήταν σαφώς βαθύτερο από κείνο που κάλυπτε σιγά-σιγά τα πάντα. Δυό σκοτεινές φιγούρες ανέβηκαν στο λόφο. Από το βάδισμα κατάλαβα πως δεν ήταν πια νέοι. Τους ακολουθούσαν υπηρέτες.
Ένας από αυτούς κρατούσε ένα βάζο. Τα ήξερα αυτά τα βάζα. Τα είχα δει στο μυρεψό. Ήταν τεράστιο. Ήταν προφανές ότι τον ετοίμαζαν για κηδεία. Ένας από τους υπηρέτες στερέωσε μια σκάλα. Έβαλε το κεφάλι του κάτω από τη μιά του αμασχάλη και ξεκάρφωσε το ένα καρφί. Έπειτα έβγαλε το άλλο. Τον πήρε στην πλάτη και τον κατέβασε.
Στο κάτω μέρος περίμεναν τέσσεροι άνθρωποι:οι δυο άρχοντες, η μάνα κι ο νέος της γιος.
Ένα ήσυχο κλάμα τον τύλιγε μαζί με το μεθυστικό άρωμα του ανοιγμένου δοχείου.
Τα άσπρα λουρίδια, τα οθώνια έλαμπαν το φως της σελήνης που έλαμπε ήδη στον ουρανό.
Όση ανθρώπινη φροντίδα είχε αρνηθεί στη ζωή του, εκείνος που δεν απέχτησε ούτε σπίτι ούτε κρεββάτι δικό του, την απελάμβανε τώρα το νεκρό σώμα του.
Στοργικά τον τύλιγαν οι λευκές ταινίες παστωμένες στο κολλητικό μίγμα της αλόης και της σμύρνας.
Σαν κουκούλι που ετοιμάζεται αργά και συστηματικά άλλο να κλείσει κι άλλο να γεννήσει.
Έπειτα οι δυο άνδρες τον πήραν αγκαλιά.
Τον κουβάλησαν λίγα μέτρα πιο κάτω.
Οι υπηρέτες είχαν ανοίξει έναν τάφο τραβώντας μια τεράστια πέτρα από το στόμιο. Τον έβαλαν μέσα. Λίγο αργότερα βγήκαν αφήνοντας τον μόνο.
Μετά το θάνατο, σαν να μην έφτανε αυτός, κύλησαν και το βράχο ανάμεσα σε μένα κι εκείνον.
Φεύγουν.
Σε αφήνουν μόνο.
Μήπως μόνος δεν ήσουν πάντα; Κοιμήσου.
Εγώ θα μείνω εδώ.
Συνεχίζεται.
http://anastasiosk.blogspot.ca/
Έμεινα εκεί. Θα πρέπει να με μπέρδεψαν με τις πέτρες έτσι όπως ήμουν κουλουριασμένη γιατί κανένας δε με ενόχλησε.
Ήμουν εκεί όταν ζήτησε μονολεκτικά κάτι να δροσίσει τα χείλη του. Η ξινή μυρωδιά του ξιδιού έφτασε ως τα ρουθούνια μου.
Ήμουν εκεί όταν έδωσε στη μάνα του έναν καινούργιο γιο για να χει να αγαπάει.
Ήμουν εκεί σαν φώναξε το τρομερό εκείνο “Τετέλεσται”.
Ήταν λυγμικό και θριαμβικό μαζί.
Είχε κάτι από ρωμαϊκό θρίαμβο και από την ήσυχη καληνύχτα ενός ανθρώπου που κουράστηκε και κλείνει τα βλέφαρα.
Ήμουν εκεί, ακίνητη, να ρουφώ κάθε λόγο του, να αποτυπώνω κάθε κίνηση του προσώπου Του να ρουφώ την ανάσα Του μέχρι τέλους.
Ίσως γαντζωμένη στην ελπίδα ότι κάτι μπορεί να συμβεί ως την έσχατη ώρα.
Ήμουν εκεί σαν παρέδωσε στον Πατέρα του το πνεύμα και γέρνοντας το κεφάλι ανεχώρησε.
Ήμουν εκεί όταν άνοιξε ο ουρανός και μ΄ αστραπές σκοτάδι και βροντές τον υποδέχτηκε.
Ένιωσα τη γη να συγκλονίζεται κάτω από τα πόδια μου κι άκουσα τη φωνή του φόβου ν' ανεβαίνει από την πόλη.
Είδα το σταυρό του να ταλαντώνεται κι άκουσα το ρωμαίο εκατόνταρχο να μουρμουρίζει λέξεις μεταμέλειας.
Μα εμένα δε με ένοιαζε τίποτε από όλα αυτά.
Το βλέμμα μου, το είναι μου είχε καρφωθεί στα παγωμένα μάτια του.
Στο σώμα του που άλλαζε σιγά-σιγά χρώμα παίρνοντας το χρώμα του κεριού. Είχε φύγει. Τότε μόνο πήρα το βλέμμα από πάνω του.
Κοίταζα δίπλα του τους δυό ληστές να προσπαθούν απεγνωσμένα να πάρουν ανάσες.
Τον ένα τον λυπόμουν.
Τον άλλο τον ζήλευα. Του 'χε πει πως σήμερα κιόλας θα τον έπαιρνε μαζί του στον Παράδεισο. Δε με ένοιαζε πού.
Δεν ξέρω τι ήταν ο Παράδεισος. Ήξερα πως τίποτα δεν ήταν ωραιότερο από το να είσαι μαζί του.
Αυτό ήταν Παράδεισος!
Σε λίγο ένας στρατιώτης έφτασε βιαστικός. Μουρμούρισε κάτι στον εκατόνταρχο κι έπειτα πήρε μια λόγχη και προχώρησε προς το σταυρό του. Κάρφωσε τη λόγχη στην πλευρά.
Το σημείο απ' όπου σε έναν ζωντανό θα τιναζόταν πίδακας το αίμα αντέδρασε με την ηρεμία των νεκρών.
Κάμποσο διάφανο υγρό κι ένα πήγμα βγήκαν από την πλευρά του.
Έπειτα ο βιαστικός στρατιώτης ανεχώρησε.
Ήθελε να μεταφέρει το νέο του θανάτου.
Δυο τρεις στρατιώτες στην άκρη συζητούσαν το περίεργο γεγονός του να πεθάνει κανείς τόσο γρήγορα. Μου φάνηκαν αστείοι. Εκτός αν μόλις είχαν φτάσει από τη Ρώμη δεν υπηρχε κανείς στην πόλη που να μην ήξερε τα τόσα περίεργα που είχε η ζωή αυτού του ανθρώπου. Ιστορίες διέτρεχαν τους δρόμους, άνθρωποι θεραπευμένοι που τους έδειχναν οι άλλοι αναφέροντας πλήθος αρρώστιες από τις οποίες ο Ιησούς τους θεράπευσε, κι ακόμα κομμάτια ψωμί που τα κράτησαν κάποιοι σα φυλαχτό αφού διηγούνταν πώς με πέντε ή εφτά ψωμιά σαν αυτά είχε θρέψει χιλιάδες κόσμου.
Είχε τη δύναμη να θρέφει τους ανθρώπους, να τους θεραπεύει, να τους ανασταίνει.
Γιατί να διαλέξει το θάνατο;
Δεν κατάλαβα πότε έφτασε η νύχτα. Το σκοτάδι που είχε απλωθεί στην ψυχή μου ήταν σαφώς βαθύτερο από κείνο που κάλυπτε σιγά-σιγά τα πάντα. Δυό σκοτεινές φιγούρες ανέβηκαν στο λόφο. Από το βάδισμα κατάλαβα πως δεν ήταν πια νέοι. Τους ακολουθούσαν υπηρέτες.
Ένας από αυτούς κρατούσε ένα βάζο. Τα ήξερα αυτά τα βάζα. Τα είχα δει στο μυρεψό. Ήταν τεράστιο. Ήταν προφανές ότι τον ετοίμαζαν για κηδεία. Ένας από τους υπηρέτες στερέωσε μια σκάλα. Έβαλε το κεφάλι του κάτω από τη μιά του αμασχάλη και ξεκάρφωσε το ένα καρφί. Έπειτα έβγαλε το άλλο. Τον πήρε στην πλάτη και τον κατέβασε.
Στο κάτω μέρος περίμεναν τέσσεροι άνθρωποι:οι δυο άρχοντες, η μάνα κι ο νέος της γιος.
Ένα ήσυχο κλάμα τον τύλιγε μαζί με το μεθυστικό άρωμα του ανοιγμένου δοχείου.
Τα άσπρα λουρίδια, τα οθώνια έλαμπαν το φως της σελήνης που έλαμπε ήδη στον ουρανό.
Όση ανθρώπινη φροντίδα είχε αρνηθεί στη ζωή του, εκείνος που δεν απέχτησε ούτε σπίτι ούτε κρεββάτι δικό του, την απελάμβανε τώρα το νεκρό σώμα του.
Στοργικά τον τύλιγαν οι λευκές ταινίες παστωμένες στο κολλητικό μίγμα της αλόης και της σμύρνας.
Σαν κουκούλι που ετοιμάζεται αργά και συστηματικά άλλο να κλείσει κι άλλο να γεννήσει.
Έπειτα οι δυο άνδρες τον πήραν αγκαλιά.
Τον κουβάλησαν λίγα μέτρα πιο κάτω.
Οι υπηρέτες είχαν ανοίξει έναν τάφο τραβώντας μια τεράστια πέτρα από το στόμιο. Τον έβαλαν μέσα. Λίγο αργότερα βγήκαν αφήνοντας τον μόνο.
Μετά το θάνατο, σαν να μην έφτανε αυτός, κύλησαν και το βράχο ανάμεσα σε μένα κι εκείνον.
Φεύγουν.
Σε αφήνουν μόνο.
Μήπως μόνος δεν ήσουν πάντα; Κοιμήσου.
Εγώ θα μείνω εδώ.
Συνεχίζεται.
Αντί για καληνύκτα :
The bishop of Rome, successor of
St. Peter,
chief of the whole Church, and the Vicar of Christ on earth.
Επίσκοπος Ρώμης, διάδοχος του Αγ. Πέτρου,
Αρχηγός όλης της Εκκλησίας και Αντί του Χριστού στη Γη!!!
Έτι δεόμεθα υπέρ του Αγιωτάτου Επισκόπου
και Πάπα Ρώμης Φραγκίσκου !!!
Τοιούτος γαρ υμίν έπρεπεν "αρχιερεύς",
προδόται οικουμενισταί.......
chief of the whole Church, and the Vicar of Christ on earth.
Επίσκοπος Ρώμης, διάδοχος του Αγ. Πέτρου,
Αρχηγός όλης της Εκκλησίας και Αντί του Χριστού στη Γη!!!
Έτι δεόμεθα υπέρ του Αγιωτάτου Επισκόπου
και Πάπα Ρώμης Φραγκίσκου !!!
Τοιούτος γαρ υμίν έπρεπεν "αρχιερεύς",
προδόται οικουμενισταί.......
Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ του Αγίου Ιουστίνου (Πόποβιτς)
Το
σώμα του σαρκωθέντος Κυρίου Ιησού, το οποίον Αυτός έλαβεν από την Υπεραγίαν
Θεοτόκον και από το Πνεύμα το Άγιον, και το σώμα Του εν τη θεία Ευχαριστία,
όπως και το σώμα Του ως Εκκλησία, όλα αυτά είναι εν σώμα, μοναδικόν και
πανσωστικόν. Διότι, όπως ελέχθη, ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι «χθες και
σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας» (Εβρ. 13, 8). Τούτο μαρτυρεί χερουβικώς ο
Χρυσόστομος ευαγγελιστής: «Όσοι
μετέχομεν του σώματος, όσοι του αίματος απογευόμεθα τούτου, εννοείται ότι του
μηδέν εκείνου διαφέροντος ουδέ διεστώτος μετέχομεν προς μετοχήν, ότι εκείνου
του άνω καθημένου, του προσκυνουμένου παρά αγγέλων, του της ακηράτου δυνάμεως
εγγύς, τούτου απογευόμεθα. Οίμοι, πόσαι προς σωτηρίαν ημίν οδοί! Σώμα ημάς
εαυτού εποίησε, σώμα ημίν το εαυτού μετέδωκε…»
Και αλλού προσθέτει: «Ουδέ γαρ
ήρκεσεν αυτώ το γενέσθαι άνθρωπον, το ραπισθήναι και σφαγήναι, αλλά και
αναφύρει εαυτόν ημίν, και ου τη πίστει μόνον, αλλά και αυτώ τω πράγματι σώμα
ημάς αυτού κατασκευάζει» (Ι. Χρυσοστόμου, Ομ. 3, 3 PG. 62, c 27. Oμ. 82, 5, PG, 58 c, 743).
ΟΤΙ ΗΓΑΠΗΣΕ ΠΟΛΥ (Δ΄)
Αλεξανδρεύς
http://anastasiosk.blogspot.ca/
Οι λίγες εκατοντάδες μέτρα από το πραιτώριο ως το Γολγοθά μου φάνηκαν ότι κράτησαν αιώνες. Τώρα πια συνειδητοποιούσα τι εννοούσε όταν μίλαγε για ενταφιασμό.
Ήξερε! Ήξερε τι Τον περίμενε!
Αλλά αν ήξερε, τότε και μπορούσε...
Μπορούσε να τα αποφύγει όλα αυτά.
Ένας που ξέρει το μέλλον, ένας που ανασταίνει νεκρούς ...
( Νεκρούς είχε αναστήσει τρεις... όχι είχε αναστήσει τέσσερις. Είχε αναστήσει κι εμένα. Με είχε βγάλει μέσα από τη ζωή μου με ένα τρόπο όχι λιγότερο θαυμαστό από εκείνον που έβγαλε το Λάζαρο από τον τάφο!)
Τότε γιατί; Απ' όλα τα “γιατί” της ζωής μου εκείνο με βασάνιζε περισσότερο.
Γιατί αφού μπορούσε, άφησε να συμβούν τα πράγματα έτσι; Μέσα σε εκείνο το “γιατί” ζήταγε να εισχωρήσει κι ο άλλος.
Περπατούσα ανάμεσα στο πλήθος που τον συνόδευε στο Γολγοθά και πιο δυνατά από τις φωνές τους άκουγα εκείνη μέσα στο μυαλό μου.
-Αν Εκείνος δεν μπορεί να σώσει τον εαυτό του τότε ούτε για σένα μπορεί να κάνει τίποτε.
-Έχεις χάσει τα πάντα.
-Δεν σώζει αφού δεν σώζεται.
-Δε βλέπεις τους μαθητές του πώς Τον εγκατέλειψαν; Μόνο εκείνος ο νεαρός έμεινε πλάι του. Μάλλον δε θα καταλαβαίνει τον κίνδυνο.
-Και το κυριότερο: με εσένα δε γίνεται τίποτε.
Μια στιγμή, όσο σπουδαία κι αν είναι, δε φτάνει για να σου χαρίσει τη σωτηρία!
Τι μπορούσε κανείς να απαντήσει σε τόσο λογικές ερωτήσεις;
Νιώθει τη λογική τους κι όμως θέλει να τις απορρίψει. Θέλει να πιστέψει πως τα πράγματα είναι διαφορετικά από ότι φαίνονται.
Τότε κατάλαβα πώς σε τέτοιες στιγμές πρέπει απλά να συνεχίζεις.
Δε χρειάζεται να απαντάς.
Δεν έχεις τι να απαντήσεις.
Χρειάζεται απλά να συνεχίζεις.
Κι εγώ συνέχιζα. Περπατούσα αμίλητη στην άκρη της πομπής με το κεφάλι σκυφτό.
Σε μια στιγμή σταμάτησαν. Σε τέτοιες στιγμές το μυαλό κάνει τις πιο τρελές σκέψεις:
-Γιατί σταμάτησαν; Τι συμβαίνει; Μήπως κάτι άλλαξε; Μην ήρθε η ώρα του θαύματος;
Τεντωνόμουνα να δω, μα δεν έβλεπα. Άκουσα όμως μια φωνή. Την ίδια λέξη από πολλά στόματα: Έπεσε!
Άλλος το έλεγε με λύπηση άλλος με αδιαφορία, κάποιοι με κακία.
Έπεσε!
Δεν μπορεί να μιλούσαν για κανένα άλλον παρά για εκείνον. Ώστε δεν άντεξε; Ώστε η πορεία θα σταματούσε εδώ; Δεν είχε έρθει λοιπόν η ώρα του θαύματος;
Μια φωνή έδινε τώρα συνέχεια σε όσα δεν έβλεπα.
-Εμπρός!
-Ποιος είναι αυτός;
-Ο Σίμωνας, ο πατέρας το Αλεξάνδρου και του Ρούφου. Του ζήτησαν φαίνεται να κουβαλήσει το σταυρό.
-Αν σκύβει τόσο ο Σίμωνας, σκέψου τι βάρος έχει. Φυσικό ήταν να λυγίσει.
Ένα μικρότερο δράμα μέσα στο μεγάλο δράμα παιζόταν εκεί λίγα μέτρα μπροστά μου αλλά εγώ δεν μπορούσα να το δω. Ήθελα να τρέξω και να πέσω στα πόδια του. Ήθελα να ικετέψω, να του δοθεί χάρη. Ήθελα να χω όλο τον πλούτο του κόσμου όχι για να αγοράσω μύρο αλλά για να τον εξαγοράσω Εκείνον.
Αλλά ένιωθα πως η δική μου ώρα είχε περάσει.
Ένιωθα πως εκείνη την ώρα, Εκείνος ήταν μόνος του. Ότι έπρεπε να είναι μόνος. Αφού οι άνθρωποι του έκαναν ό,τι του έκαναν πώς μπορούσα εγώ, ένας άνθρωπος, να τον πλησιάσω;
Όταν εκείνη την εκκωφαντική έλλειψη λέξεων συμπάθειας δε διέκοπτε ούτε η φωνή της μάνας του πώς μπορούσα εγώ να μιλήσω;
Μου φαινόταν πως τα άκουγα κι εγώ, τόσο σίγουρη ήμουν για εκείνα που θα του κραύγαζε ο Πειραστής εκείνη την ώρα στο κεφάλι:
-Βλέπεις όλοι σε εγκατέλειψαν! Κανείς δε σε υπερασπίζεται!
Ούτε η μάνα που σε γέννησε δε φωνάζει!
Όλοι, όλοι σε εγκατέλειψαν!!! Κι ο Θεός σε εγκατέλειψε!!!!
-Μπορούσες να χεις γίνει Βασιλιάς τους!
Δεν θέλησες. Θέλησες να τους κερδίσεις ελεύθερους!!!
Ποτέ κανείς δε τους κέρδισε όταν ήταν ελεύθεροι.
Ούτε ο Θεός στον παράδεισο!
Κι από κει του τους άρπαξα. Οι άνθρωποι δε θέλουν λευτεριά.
Θέλουν ψωμί και καμουτσίκι! Παραδέξου την ήττα σου!
Ήταν τόσο δυνατές οι φωνές μέσα μου που λιποθύμησα. Ποτέ δε θα συχωρέσω τον εαυτό μου που λιποθύμησα. Όταν συνήρθα, έτρεξα με όσες δυνάμεις μου είχαν απομείνει προς την κορφή του φοβερού λόφου.
Τον είχαν σταυρώσει. Βρισκόταν εκεί κρεμασμένος πάνω σε κείνο το σατανικό μηχάνημα που είχε εφεύρει η ανθρώπινη κακία. Με δυο τεράστια καρφιά να χουν τρυπήσει τα χέρια του. Στον καρπό. Και άλλα δυο στα πόδια του. Σε εκείνα τα πόδια που δυο μέρες πριν είχα λούσει με τα μύρα και τα δάκρυά μου. Κρεμόταν από τα χέρια και τα πλευρά του έκλειναν από το βάρος του κορμιού.
Πίεζε τα πόδια του πάνω στα καρφιά για να ανασηκώσει το κορμί για να δώσει λίγο χώρο στο στήθος του να ανοίξει και να πάρει αέρα.
Μα αυτό του προκαλούσε αφόρητο πόνο.
Πόνο που δεν τον καταλάβαινες από μορφασμούς αλλά από τον ιδρώτα που ανέβλυζε εντονώτερα εκείνες τις στιγμές. Έπειτα αφηνόταν πάλι να πέσει μα σε λίγο η ανάγκη για ανάσα ήταν τόσο μεγάλη που πίεζε ξανά να ανασηκωθεί.
Ήθελα να φωνάξω, να κραυγάσω και να τα βάλω με όλους: με τους ανθρώπους που τον κατεδίκασαν σε εκείνο το φοβερό μαρτύριο, με τους ανθρώπους που ανακάλυψαν το μαρτύριο αυτό.
Τέλος ... ναι, τέλος με το Θεό που τους επέτρεπε να φέρονται έτσι.
Ήξερα για ένα Θεό δίκαιο και τιμωρό.
Ένα Θεό που επέτρεπε να λιθοβολιστεί ένας άνθρωπος μόνο και μόνο αν παρέβαινε το Μωσαϊκό νόμο. Πού ήταν λοιπόν αυτός ο Θεός;
Φοβόμουν να ξεστομίσω το λόγο, τον έδιωχνα από τη σκέψη μου όταν άκουσα τη φοβερή κουβέντα από το στόμα του.
Βγήκε σαν παράπονο, σα λυγμός και σαν αίνιγμα: Ελωΐ, ελωΐ λαμά σαβαχθανί;
Ώστε ένιωθε εγκαταλελειμμένος;
Δεν είχε λοιπόν ένα μυστικό τρόπο να επικοινωνεί με εκείνον που θεωρούσε Πατέρα του; Δεν ήταν λοιπόν μόνο του μυαλού μου κείνοι οι Πειρασμοί;
Άκουσα κάτι ανόητους να μιλάνε για τον Ηλία μα δεν απάντησα.
Εκείνον που βρίσκεται στον πόνο συχνά τον περιγελούν οι άνθρωποι.
Ίσως έτσι να θεωρούν ότι ξορκίζουν το κακό από κοντά τους.
Μαζί με τους άλλους άκουσα και τον ένα ληστή να μιλά. Βαριανάσαινε, αφού δεν μπορούσε να πάρει αέρα. Τούτο δεν τον εμπόδισε να περιγελά.
Είχε ένα ύφος άγριο και μοχθηρό. Ένιωθε πως επιτέλους εκείνος κι ο Ραββί ήταν το ίδιο.
“Τι διαφορά κι αν έζησα καλά ή όχι;
Ληστής εγώ, δάσκαλος εκείνος, σε διπλανούς σταυρούς καταντήσαμε.
Τίποτε δεν υπάρχει. Η ζωή είναι παράλογη”.
Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω πόσα άκουγα έξω και πόσα μέσα στο κεφάλι μου.
Σα σφυριά με χτυπούσαν οι λέξεις.
Τότε άκουσα τον άλλο ληστή να του απαντάει. Είχε κρατήσει λίγη από την ανθρωπιά του.
Λίγες σταγόνες δικαιοσύνης και αυτοσυνειδησίας.
-Δεν φοβάσαι το Θεό που βρίσκεσαι στην ίδια τιμωρία. Εμείς καλά να πάθουμε αλλά τούτος εδώ; Ετούτος τίποτα κακό δεν έχει κάνει.
Ύστερα μάζεψε όσες δυνάμεις του δινε ο λιγοστός αέρας στα πνευμόνια του και γύρισε το βλέμμα στο Ραββί.
Το βλέμμα του είχε γίνει παιδικό.
Πώς μπορεί να κρυφτεί τόσα χρόνια στο πρόσωπο ενός ληστή ένα παιδί;
Μα τώρα εκείνος ο φοβερός ληστής είχε γίνει ξανά ένα παιδί.
Ένα παιδί που νιώθει πως έκανε λάθος, πως δεν αντέχει να στενοχωρεί άλλο τον πατέρα.
Ένα παιδί που θυμάται και συνειδητοποιεί πως τα πράγματα θα μπορούσαν να πάνε καλύτερα.
Και που ελπίζει, με μια παράλογη ελπίδα, πως μπορούν να πάνε καλύτερα.
-Κύριε, θυμήσου με στη Βασιλεία σου!
Ήταν ο λόγος που βγήκε από το στόμα του.
Ένιωσα κάτι να με σκίζει εκείνη τη στιγμή.
Ό,τι έλεγε ο ληστής ήθελα να το πω κι εγώ.
Ό,τι ένιωθε εκείνος ήταν και δική μου σκέψη. Όπως πονούσε εκείνος, πονούσα κι εγώ.
Όσο έλπιζε εκείνος έλπιζα κι εγώ.
Κράτησα την ανάσα μου καθώς ο Ραββί ετοιμάστηκε με κόπο να απαντήσει.
-Αλήθεια σου λέω, σήμερα κιόλας θα σαι μαζί μου στον Παράδεισο.
Και χαμογέλασε.
Χαμογέλασε με κείνο το θλιμμένο του πρόσωπο κι ένιωσα για πρώτη φορά πως μας χαμογελούσε ο Θεός.
Εκείνος ο αυστηρός Θεός που μας είχε δείξει την έξοδο του Παραδείσου ήταν εκεί και για πρώτη φορά χαμογελούσε.
Είχε τα χέρια του ανοιχτά σαν αγκαλιά. Σαν τη μεγαλύτερη αγκαλιά του κόσμου έτοιμη να μας δεχτεί πάλι πίσω, όχι γιατί τα καταφέραμε, όχι γιατί γίναμε αυτό που έπρεπε αλλά γιατί με πάθος, με πάθος μεγαλύτερο από αυτό που κυνηγούσα εγώ το Ραββί, μας αγαπούσε.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, πολλές φορές, με ζήλεια, το ληστή τον θυμήθηκα...
Συνεχίζεται.
http://anastasiosk.blogspot.ca/
Οι λίγες εκατοντάδες μέτρα από το πραιτώριο ως το Γολγοθά μου φάνηκαν ότι κράτησαν αιώνες. Τώρα πια συνειδητοποιούσα τι εννοούσε όταν μίλαγε για ενταφιασμό.
Ήξερε! Ήξερε τι Τον περίμενε!
Αλλά αν ήξερε, τότε και μπορούσε...
Μπορούσε να τα αποφύγει όλα αυτά.
Ένας που ξέρει το μέλλον, ένας που ανασταίνει νεκρούς ...
( Νεκρούς είχε αναστήσει τρεις... όχι είχε αναστήσει τέσσερις. Είχε αναστήσει κι εμένα. Με είχε βγάλει μέσα από τη ζωή μου με ένα τρόπο όχι λιγότερο θαυμαστό από εκείνον που έβγαλε το Λάζαρο από τον τάφο!)
Τότε γιατί; Απ' όλα τα “γιατί” της ζωής μου εκείνο με βασάνιζε περισσότερο.
Γιατί αφού μπορούσε, άφησε να συμβούν τα πράγματα έτσι; Μέσα σε εκείνο το “γιατί” ζήταγε να εισχωρήσει κι ο άλλος.
Περπατούσα ανάμεσα στο πλήθος που τον συνόδευε στο Γολγοθά και πιο δυνατά από τις φωνές τους άκουγα εκείνη μέσα στο μυαλό μου.
-Αν Εκείνος δεν μπορεί να σώσει τον εαυτό του τότε ούτε για σένα μπορεί να κάνει τίποτε.
-Έχεις χάσει τα πάντα.
-Δεν σώζει αφού δεν σώζεται.
-Δε βλέπεις τους μαθητές του πώς Τον εγκατέλειψαν; Μόνο εκείνος ο νεαρός έμεινε πλάι του. Μάλλον δε θα καταλαβαίνει τον κίνδυνο.
-Και το κυριότερο: με εσένα δε γίνεται τίποτε.
Μια στιγμή, όσο σπουδαία κι αν είναι, δε φτάνει για να σου χαρίσει τη σωτηρία!
Τι μπορούσε κανείς να απαντήσει σε τόσο λογικές ερωτήσεις;
Νιώθει τη λογική τους κι όμως θέλει να τις απορρίψει. Θέλει να πιστέψει πως τα πράγματα είναι διαφορετικά από ότι φαίνονται.
Τότε κατάλαβα πώς σε τέτοιες στιγμές πρέπει απλά να συνεχίζεις.
Δε χρειάζεται να απαντάς.
Δεν έχεις τι να απαντήσεις.
Χρειάζεται απλά να συνεχίζεις.
Κι εγώ συνέχιζα. Περπατούσα αμίλητη στην άκρη της πομπής με το κεφάλι σκυφτό.
Σε μια στιγμή σταμάτησαν. Σε τέτοιες στιγμές το μυαλό κάνει τις πιο τρελές σκέψεις:
-Γιατί σταμάτησαν; Τι συμβαίνει; Μήπως κάτι άλλαξε; Μην ήρθε η ώρα του θαύματος;
Τεντωνόμουνα να δω, μα δεν έβλεπα. Άκουσα όμως μια φωνή. Την ίδια λέξη από πολλά στόματα: Έπεσε!
Άλλος το έλεγε με λύπηση άλλος με αδιαφορία, κάποιοι με κακία.
Έπεσε!
Δεν μπορεί να μιλούσαν για κανένα άλλον παρά για εκείνον. Ώστε δεν άντεξε; Ώστε η πορεία θα σταματούσε εδώ; Δεν είχε έρθει λοιπόν η ώρα του θαύματος;
Μια φωνή έδινε τώρα συνέχεια σε όσα δεν έβλεπα.
-Εμπρός!
-Ποιος είναι αυτός;
-Ο Σίμωνας, ο πατέρας το Αλεξάνδρου και του Ρούφου. Του ζήτησαν φαίνεται να κουβαλήσει το σταυρό.
-Αν σκύβει τόσο ο Σίμωνας, σκέψου τι βάρος έχει. Φυσικό ήταν να λυγίσει.
Ένα μικρότερο δράμα μέσα στο μεγάλο δράμα παιζόταν εκεί λίγα μέτρα μπροστά μου αλλά εγώ δεν μπορούσα να το δω. Ήθελα να τρέξω και να πέσω στα πόδια του. Ήθελα να ικετέψω, να του δοθεί χάρη. Ήθελα να χω όλο τον πλούτο του κόσμου όχι για να αγοράσω μύρο αλλά για να τον εξαγοράσω Εκείνον.
Αλλά ένιωθα πως η δική μου ώρα είχε περάσει.
Ένιωθα πως εκείνη την ώρα, Εκείνος ήταν μόνος του. Ότι έπρεπε να είναι μόνος. Αφού οι άνθρωποι του έκαναν ό,τι του έκαναν πώς μπορούσα εγώ, ένας άνθρωπος, να τον πλησιάσω;
Όταν εκείνη την εκκωφαντική έλλειψη λέξεων συμπάθειας δε διέκοπτε ούτε η φωνή της μάνας του πώς μπορούσα εγώ να μιλήσω;
Μου φαινόταν πως τα άκουγα κι εγώ, τόσο σίγουρη ήμουν για εκείνα που θα του κραύγαζε ο Πειραστής εκείνη την ώρα στο κεφάλι:
-Βλέπεις όλοι σε εγκατέλειψαν! Κανείς δε σε υπερασπίζεται!
Ούτε η μάνα που σε γέννησε δε φωνάζει!
Όλοι, όλοι σε εγκατέλειψαν!!! Κι ο Θεός σε εγκατέλειψε!!!!
-Μπορούσες να χεις γίνει Βασιλιάς τους!
Δεν θέλησες. Θέλησες να τους κερδίσεις ελεύθερους!!!
Ποτέ κανείς δε τους κέρδισε όταν ήταν ελεύθεροι.
Ούτε ο Θεός στον παράδεισο!
Κι από κει του τους άρπαξα. Οι άνθρωποι δε θέλουν λευτεριά.
Θέλουν ψωμί και καμουτσίκι! Παραδέξου την ήττα σου!
Ήταν τόσο δυνατές οι φωνές μέσα μου που λιποθύμησα. Ποτέ δε θα συχωρέσω τον εαυτό μου που λιποθύμησα. Όταν συνήρθα, έτρεξα με όσες δυνάμεις μου είχαν απομείνει προς την κορφή του φοβερού λόφου.
Τον είχαν σταυρώσει. Βρισκόταν εκεί κρεμασμένος πάνω σε κείνο το σατανικό μηχάνημα που είχε εφεύρει η ανθρώπινη κακία. Με δυο τεράστια καρφιά να χουν τρυπήσει τα χέρια του. Στον καρπό. Και άλλα δυο στα πόδια του. Σε εκείνα τα πόδια που δυο μέρες πριν είχα λούσει με τα μύρα και τα δάκρυά μου. Κρεμόταν από τα χέρια και τα πλευρά του έκλειναν από το βάρος του κορμιού.
Πίεζε τα πόδια του πάνω στα καρφιά για να ανασηκώσει το κορμί για να δώσει λίγο χώρο στο στήθος του να ανοίξει και να πάρει αέρα.
Μα αυτό του προκαλούσε αφόρητο πόνο.
Πόνο που δεν τον καταλάβαινες από μορφασμούς αλλά από τον ιδρώτα που ανέβλυζε εντονώτερα εκείνες τις στιγμές. Έπειτα αφηνόταν πάλι να πέσει μα σε λίγο η ανάγκη για ανάσα ήταν τόσο μεγάλη που πίεζε ξανά να ανασηκωθεί.
Ήθελα να φωνάξω, να κραυγάσω και να τα βάλω με όλους: με τους ανθρώπους που τον κατεδίκασαν σε εκείνο το φοβερό μαρτύριο, με τους ανθρώπους που ανακάλυψαν το μαρτύριο αυτό.
Τέλος ... ναι, τέλος με το Θεό που τους επέτρεπε να φέρονται έτσι.
Ήξερα για ένα Θεό δίκαιο και τιμωρό.
Ένα Θεό που επέτρεπε να λιθοβολιστεί ένας άνθρωπος μόνο και μόνο αν παρέβαινε το Μωσαϊκό νόμο. Πού ήταν λοιπόν αυτός ο Θεός;
Φοβόμουν να ξεστομίσω το λόγο, τον έδιωχνα από τη σκέψη μου όταν άκουσα τη φοβερή κουβέντα από το στόμα του.
Βγήκε σαν παράπονο, σα λυγμός και σαν αίνιγμα: Ελωΐ, ελωΐ λαμά σαβαχθανί;
Ώστε ένιωθε εγκαταλελειμμένος;
Δεν είχε λοιπόν ένα μυστικό τρόπο να επικοινωνεί με εκείνον που θεωρούσε Πατέρα του; Δεν ήταν λοιπόν μόνο του μυαλού μου κείνοι οι Πειρασμοί;
Άκουσα κάτι ανόητους να μιλάνε για τον Ηλία μα δεν απάντησα.
Εκείνον που βρίσκεται στον πόνο συχνά τον περιγελούν οι άνθρωποι.
Ίσως έτσι να θεωρούν ότι ξορκίζουν το κακό από κοντά τους.
Μαζί με τους άλλους άκουσα και τον ένα ληστή να μιλά. Βαριανάσαινε, αφού δεν μπορούσε να πάρει αέρα. Τούτο δεν τον εμπόδισε να περιγελά.
Είχε ένα ύφος άγριο και μοχθηρό. Ένιωθε πως επιτέλους εκείνος κι ο Ραββί ήταν το ίδιο.
“Τι διαφορά κι αν έζησα καλά ή όχι;
Ληστής εγώ, δάσκαλος εκείνος, σε διπλανούς σταυρούς καταντήσαμε.
Τίποτε δεν υπάρχει. Η ζωή είναι παράλογη”.
Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω πόσα άκουγα έξω και πόσα μέσα στο κεφάλι μου.
Σα σφυριά με χτυπούσαν οι λέξεις.
Τότε άκουσα τον άλλο ληστή να του απαντάει. Είχε κρατήσει λίγη από την ανθρωπιά του.
Λίγες σταγόνες δικαιοσύνης και αυτοσυνειδησίας.
-Δεν φοβάσαι το Θεό που βρίσκεσαι στην ίδια τιμωρία. Εμείς καλά να πάθουμε αλλά τούτος εδώ; Ετούτος τίποτα κακό δεν έχει κάνει.
Ύστερα μάζεψε όσες δυνάμεις του δινε ο λιγοστός αέρας στα πνευμόνια του και γύρισε το βλέμμα στο Ραββί.
Το βλέμμα του είχε γίνει παιδικό.
Πώς μπορεί να κρυφτεί τόσα χρόνια στο πρόσωπο ενός ληστή ένα παιδί;
Μα τώρα εκείνος ο φοβερός ληστής είχε γίνει ξανά ένα παιδί.
Ένα παιδί που νιώθει πως έκανε λάθος, πως δεν αντέχει να στενοχωρεί άλλο τον πατέρα.
Ένα παιδί που θυμάται και συνειδητοποιεί πως τα πράγματα θα μπορούσαν να πάνε καλύτερα.
Και που ελπίζει, με μια παράλογη ελπίδα, πως μπορούν να πάνε καλύτερα.
-Κύριε, θυμήσου με στη Βασιλεία σου!
Ήταν ο λόγος που βγήκε από το στόμα του.
Ένιωσα κάτι να με σκίζει εκείνη τη στιγμή.
Ό,τι έλεγε ο ληστής ήθελα να το πω κι εγώ.
Ό,τι ένιωθε εκείνος ήταν και δική μου σκέψη. Όπως πονούσε εκείνος, πονούσα κι εγώ.
Όσο έλπιζε εκείνος έλπιζα κι εγώ.
Κράτησα την ανάσα μου καθώς ο Ραββί ετοιμάστηκε με κόπο να απαντήσει.
-Αλήθεια σου λέω, σήμερα κιόλας θα σαι μαζί μου στον Παράδεισο.
Και χαμογέλασε.
Χαμογέλασε με κείνο το θλιμμένο του πρόσωπο κι ένιωσα για πρώτη φορά πως μας χαμογελούσε ο Θεός.
Εκείνος ο αυστηρός Θεός που μας είχε δείξει την έξοδο του Παραδείσου ήταν εκεί και για πρώτη φορά χαμογελούσε.
Είχε τα χέρια του ανοιχτά σαν αγκαλιά. Σαν τη μεγαλύτερη αγκαλιά του κόσμου έτοιμη να μας δεχτεί πάλι πίσω, όχι γιατί τα καταφέραμε, όχι γιατί γίναμε αυτό που έπρεπε αλλά γιατί με πάθος, με πάθος μεγαλύτερο από αυτό που κυνηγούσα εγώ το Ραββί, μας αγαπούσε.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, πολλές φορές, με ζήλεια, το ληστή τον θυμήθηκα...
Συνεχίζεται.
Κυριακή των Βαΐων:
Την τελευταία Κυριακή της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής
εορτάζουμε τη θριαμβευτική είσοδο του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα κατά την οποία ο
λαός έκπληκτος από το θαύμα της ανάστασης του Λαζάρου που είχα προηγηθεί
υποδέχτηκε τον Χριστό κρατώντας κλαδιά φοινίκων και βάγια. Σε ανάμνηση εκείνης
της υποδοχής κρατάμε κι εμείς αυτή τη μέρα κλαδιά δάφνης υποδεχόμενοι τον Κύριο
όχι σαν ένα θριαμβευτή, κοσμικό βασιλιά, όπως τον φαντάζονταν οι Ιουδαίοι, αλλά
σαν αιώνιο, πνευματικό βασιλιά. Η είσοδος, όμως, του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα ήταν
και η αρχή της πορείας Του προς το Πάθος. Ήδη οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι
είχαν αποφασίσει τη θανάτωσή Του και ο Ιούδας την προδοσία. Γι’ αυτό και η
Κυριακή των Βαΐων είναι ταυτόχρονα και η έναρξη της Μεγάλης Εβδομάδας. Αυτό
είναι εμφανέστερο στον Εσπερινό όπου η Εκκλησία στολίζεται πένθιμα, οι ιερείς
φορούν σκουρόχρωμα άμφια ενδεικτικά πένθους, μπροστά στην Ωραία Πύλη
τοποθετείται η εικόνα του Νυμφίου στην οποία ο Χριστός φέρει ακάνθινο στεφάνι
και τα τροπάρια μας εισάγουν
«Ιδού ο Νυμφίος
έρχεται εν τω μέσω της νυκτός` και μακάριος ο δούλος, όν ευρήσει γρηγορούντα`
ανάξιος δε πάλιν, όν ευρήσει ραθυμούντα. Βλέπε ούν, ψυχή μου, μή τω ύπνω
κατενεχθης, ίνα μή τω θανάτω παραδοθής και της βασιλείας έξω κλεισθής` αλλά
ανάνηψον κράζουσα` Άγιος, άγιος, άγιος ει ο Θεός` διά της Θεοτόκου ελέησον
ημάς.»
Ο Νυμφίος Χριστός
θα έρθει ξαφνικά στη μέση της νύχτας. Ευτυχισμένος θα είναι ο δούλος που ο
Κύριος θα τον βρει να αγρυπνά, ανάξιος, όμως, θα είναι εκείνος που θα τον βρει
να είναι αμελής. Πρόσεχε, λοιπόν, ψυχή μου να μην καταληφθείς από (πνευματικό)
ύπνο, για να μην παραδοθείς στο θάνατο (της αμαρτίας) και μείνεις έξω απ’ τη
Βασιλεία (των Ουρανών). Αλλά φρόντισε να συνέλθεις και φώναξε: Άγιος, Άγιος,
Άγιος είσαι Συ ο Θεός` με τη βοήθεια της Θεοτόκου ελέησέ μας.
Ο Κοσμάς :
3.
|
ο αγαπητός Misha έγραψε:
|
|
όταν ο γερων Εφραιμ ο Φιλοθείτης μετεβη στην Αμερική τελη της δεκαετιας του 1980 στην αρχή ενετάχθη στην Ρωσική Εκκλησία της Διασποράς...μετά από επίμονη συμβουλή του γέροντος Πορφυρίου μετακινήθηκε στη δικαιοδοσια του Οικ.Πατριαρχειου σωζοντας έτσι κυριολεκτικά την ελληνορθόδοξη δικαιοδοσια στις ΗΠΑ,που φυλλοροουσε λόγω της εκκοσμικεύσεως και των ηθικών σκανδάλων. |
Δεν γνωρίζω, αν ο γέροντας Πορφύριος είχε συμβουλεύσει ποτέ τον π. Εφραίμ Φιλοθεΐτη να μετακινηθεί από τη Ρωσική Σύνοδο της Διασποράς στο Πατριαρχείο. Όμως, για να το λέει ο αδελφός Misha, έτσι θα είναι.
Εκείνο όμως, το οποίο γνωρίζω εγώ, και ας μου συγχωρηθεί αυτό που θα πω, είναι ότι όταν ο π. Εφραίμ προσχώρησε στη Ρωσική Σύνοδο της Διασποράς και το Πατριαρχείο ετοίμαζε την καθαίρεσή του, έκρινε σκόπιμο να στείλει στην Αθήνα ένα μοναχό του, και να ζητήσει τη γνώμη μου, λόγω της κάποιας ενασχόλησής μου σε κανονικοδογματικά ζητήματα, για τη σκέψη του να προσχωρήσει στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, προκειμένου ν΄ αποφύγει την ενδεχόμενη καθαίρεσή του από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ο π. Εφραίμ, υποθέτω, γνώριζε την εκτίμησή μου στο πρόσωπό του από τις θετικές τηλεοπτικές εκπομπές μου για το έργο του στην Αμερική από ελληνικό κανάλι της Νέας Υόρκης. Ο απεσταλμένος μοναχός ζήτησε να μαγνητοφωνήσει τη γνώμη μου, πράγμα το οποίο και δέχτηκα. Φυσικά, τον απέτρεψα να προσχωρήσει στα Ιεροσόλυμα, γιατί δεν θα μπορούσε ούτε με τον τρόπο αυτό να αποφύγει την καθαίρεσή του, την οποία ήθελε οπωσδήποτε να αποφύγει. Ύστερα, πληροφορήθηκα ότι επέστρεψε στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Κων/πόλεως.
Πορεία προς το πάθος
Η είσοδος του Χριστού στα Ιεροσόλυμα σηματοδοτεί την φανέρωση του ως βασιλιά, ο οποίος πορεύεται προς το Πάθος. Είναι βασιλιάς γιατί πορεύεται προς το Πάθος και πορεύεται προς το Πάθος γιατί είναι ο αληθινός βασιλιάς. Αναφέρει χαρακτηριστικά ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «διά τούτο αυτόν βασιλέα καλώ, επειδή βλέπω αυτόν σταυρούμενον, βασιλέως γάρ εστι το υπέρ των αρχομένων αποθνήσκειν».
Ο Χριστός ως Βασιλιάς, δεν ενδύεται με οποιαδήποτε διακριτικά εξουσίας, αλλά «έρχεται καθήμενος επί πώλον όνου». Η πραότητά του συνταιριάζει απόλυτα με την ταπείνωσή του. Το πουλάρι είναι η εικόνα της ειρήνης. Η ειρήνη που φέρνει ο Χριστός είναι η προσφορά του εαυτού του. Έτσι ακριβώς, σ’ αυτή τη διάσταση ειρήνευσε τον άνθρωπο, όταν τον ένωσε με την κοινωνία της αγάπης και της ζωής του Θεού.
Η αληθινή ειρήνη είναι η έκφραση της αγάπης και της ταπείνωσης του Χριστού. Μόνο στον ταπεινό μπορεί να εμφωλεύει η ειρήνη και να μεταβάλλεται σε βίωμα και ζωή. Αντίθετα, όποιος διακατέχεται από εγωισμό και φιλαυτία, εμφανίζει συμπτώματα διαταραχών στον εσωτερικό του κόσμο, με έκδηλες ορέξεις για κυριαρχία επί των συνανθρώπων του.
Ο Χριστός θυσιάζει τον εαυτό του «υπερ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας». Αυτή τη σωτηρία ποθεί κατά βάθος ο λαός, όταν υποδέχεται θριαμβευτικά τον Χριστό στα Ιεροσόλυμα. Αντίθετα, η κυριαρχία του εγωισμού εκβάλλει στο «άρον, άρον, σταύρωσον αυτόν». Έτσι έγινε τότε με τον όχλο και οι μεταπτώσεις αυτές συνεχίζονται μέχρι σήμερα.
Αγαπητοί αδελφοί, η Εκκλησία μάς προσκαλεί σε μια ευλογημένη συνοδοιπορία με τον Χριστό. Τον Κύριο και Σωτήρα μας. Μέσα από τις ιερές ακολουθίες, την κατανυκτική υμνολογία και την περιγραφή των γεγονότων από τους ιερούς ευαγγελιστές, μάς καλεί να υποδεχθούμε και εμείς τον ερχόμενο Βασιλέα: «Εξέλθετε έθνη, εξέλθετε και λαοί και θεάσασθε σήμερον, τον Βασιλέα των Ουρανών ως επί θρόνου υψηλού, επί πώλου ευτελούς, την Ιερουσαλήμ προσεπιβαίνοντα». Η υποδοχή αυτή μάς καθιστά δεκτικούς των βαθύτερων βιωμάτων του Πάθους και της Ανάστασης του Κυρίου μας.
http://www.churchofcyprus.org.cy/
Η αληθινή ειρήνη είναι η έκφραση της αγάπης και της ταπείνωσης του Χριστού. Μόνο στον ταπεινό μπορεί να εμφωλεύει η ειρήνη και να μεταβάλλεται σε βίωμα και ζωή. Αντίθετα, όποιος διακατέχεται από εγωισμό και φιλαυτία, εμφανίζει συμπτώματα διαταραχών στον εσωτερικό του κόσμο, με έκδηλες ορέξεις για κυριαρχία επί των συνανθρώπων του.
Ο Χριστός θυσιάζει τον εαυτό του «υπερ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας». Αυτή τη σωτηρία ποθεί κατά βάθος ο λαός, όταν υποδέχεται θριαμβευτικά τον Χριστό στα Ιεροσόλυμα. Αντίθετα, η κυριαρχία του εγωισμού εκβάλλει στο «άρον, άρον, σταύρωσον αυτόν». Έτσι έγινε τότε με τον όχλο και οι μεταπτώσεις αυτές συνεχίζονται μέχρι σήμερα.
Αγαπητοί αδελφοί, η Εκκλησία μάς προσκαλεί σε μια ευλογημένη συνοδοιπορία με τον Χριστό. Τον Κύριο και Σωτήρα μας. Μέσα από τις ιερές ακολουθίες, την κατανυκτική υμνολογία και την περιγραφή των γεγονότων από τους ιερούς ευαγγελιστές, μάς καλεί να υποδεχθούμε και εμείς τον ερχόμενο Βασιλέα: «Εξέλθετε έθνη, εξέλθετε και λαοί και θεάσασθε σήμερον, τον Βασιλέα των Ουρανών ως επί θρόνου υψηλού, επί πώλου ευτελούς, την Ιερουσαλήμ προσεπιβαίνοντα». Η υποδοχή αυτή μάς καθιστά δεκτικούς των βαθύτερων βιωμάτων του Πάθους και της Ανάστασης του Κυρίου μας.
http://www.churchofcyprus.org.cy/
Aπορρίπτομεν ως «μόλυσμα» το των Λατίνων ράντισμα
+Μοναχός Θεόκλητος Διονυσιάτης
Το φως και η χαρά του αγίου Πάσχα και η δύναμις και η ωραιότης, ως άκτιστοι
θείαι ενέργειαι, μεταποιούν και αυτά τα μέλη μας, εις φως και ωραιότητα και
δύναμιν και πλούτον, ως λέγει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος. Αλλοιούνται αι
αισθήσεις μας επί το θείον και γινόμεθα ολόκληροι φως. Και ο νους μας πλέων εις
το φως της Αναστάσεως του Χριστού, γίνεται ένα φως όμοιον με το φως της
Αναστάσεως του Χριστού. Και τότε πληρούμεθα ευδαιμονίας και θείας γλυκύτητος.
Το πρόσωπόν μας λάμπει, όπως το πρόσωπον του ηγαπημένου Ιησού. Και τότε
αισθανόμεθα εαυτούς, όπως λέγει ο άγιος Συμεών, ωραιοτέρους απ’ όλους τους
ωραίους. Πλουσιωτέρους απ’ όλους τους πλουσίους. Και δυνατωτέρους απ’ όλους
τους αυτοκράτορας… Ιδού ποία η σημασία της Αναστάσεως του Κυρίου ημών Ιησού
Χριστού και ποία η ανύψωσις του ανθρώπου μέχρι θεώσεως. Και αυτή η θέωσις
αρχίζει από την ιεράν κολυμβήθραν μόνης της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Χωρίς την
«συνταφήν» εν τω αγίω ύδατι της κολυμβήθρας, όπου θάπτεται ο παλαιός άνθρωπος
και αναδύεται ο καινός, πεπληρωμένος χάριτος και φωτός, «ενδυόμενος τον Χριστόν»
δια του αγίου Χρίσματος, αναγέννησις δεν υπάρχει. Ούτε απαλλαγή ενοχής εκ της προπατορικής
αμαρτίας, ούτε μετάδοσις του αγίου Πνεύματος τελείται, ούτε «ενσωμάτωσις» εν τω
μυστικώ Σώματι του Χριστού ενεργείται, ούτε σωτηρίας τις αξιούται. Τα μυστηριώδη
αυτά τελεσιουργούνται αρρήτως μόνον εν τη Καθολική και Αποστολική Ορθοδόξω
Εκκλησία! Δια τούτο φοβούμεθα παν το έξω της Εκκλησίας κείμενον. Και δια τούτο
απορρίπτομεν ως «μόλυσμα» το των Λατίνων ράντισμα, ως απεφήνατο ο μέγιστος των
Κανονολόγων της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης.
Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ του Αγίου Ιουστίνου (Πόποβιτς)
Εν τη θεία
Ευχαριστία όλη η
Εκκλησία.
Η λειτουργική αυτή και ευχαριστιακή «ανάμνησις» μας
υπενθυμίζει όλον το Θεανθρώπινον έργον της σωτηρίας του κόσμου το τελεσθέν υπό
του Κυρίου Ιησού. Κατά τον θεόπνευστον λόγον του αγίου Δαμασκηνού: «η τελετή
των αγίων μυστηρίων πάσαν πληροί την πνευματικήν και υπερφυή οικονομίαν της του
Θεού Λόγου σαρκώσεως» (Ι. Δαμασκηνού, PG, 95, c. 408).
Αυτή η αγιοευχαριστιακή «ανάμνησις» είναι, εις την πραγματικότητα, ιερά και μυστηριακή παράδοσις εις ημάς αυτού του Κυρίου Ιησού εν όλη τη πληρότητι της Θεανθρωπότητός Του. Διότι ουδέν άλλο της Καινής Διαθήκης μας δίδει τόσον καθολικώς τον Κύριον Ιησούν όσον η θεία Ευχαριστία και η θεία Κοινωνία. αυτή μας Τον δίδει ολόκληρον, τον Αιώνιον, ζώντα και ζωοποιούντα τα πάντα και δη πάντοτε τον αυτόν, διότι «Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας» (Εβρ. 13, 8). Δια της θείας Κοινωνίας βιούμεν όλον το Θεανθρώπινον έργον της σωτηρίας ως ιδικόν μας, πρωτίστως δε τον πανσωστικόν θάνατόν Του και την Ανάστασίν Του. Διότι αυτά μας εισάγουν εις αυτήν την καρδίαν και εις την ιδίαν την αιωνιότητα της θεανθρωπίνης σωτηρίας. Δι΄ αυτό ευαγγελίζεται ο άγιος Απόστολος «οσάκις γαρ αν εσθίητε τον άρτον τούτον, τον θάνατον του Κυρίου καταγγέλλετε, άχρις ου αν έλθη» (Α΄ Κορ. 11, 26).
Αυτή η αγιοευχαριστιακή «ανάμνησις» είναι, εις την πραγματικότητα, ιερά και μυστηριακή παράδοσις εις ημάς αυτού του Κυρίου Ιησού εν όλη τη πληρότητι της Θεανθρωπότητός Του. Διότι ουδέν άλλο της Καινής Διαθήκης μας δίδει τόσον καθολικώς τον Κύριον Ιησούν όσον η θεία Ευχαριστία και η θεία Κοινωνία. αυτή μας Τον δίδει ολόκληρον, τον Αιώνιον, ζώντα και ζωοποιούντα τα πάντα και δη πάντοτε τον αυτόν, διότι «Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας» (Εβρ. 13, 8). Δια της θείας Κοινωνίας βιούμεν όλον το Θεανθρώπινον έργον της σωτηρίας ως ιδικόν μας, πρωτίστως δε τον πανσωστικόν θάνατόν Του και την Ανάστασίν Του. Διότι αυτά μας εισάγουν εις αυτήν την καρδίαν και εις την ιδίαν την αιωνιότητα της θεανθρωπίνης σωτηρίας. Δι΄ αυτό ευαγγελίζεται ο άγιος Απόστολος «οσάκις γαρ αν εσθίητε τον άρτον τούτον, τον θάνατον του Κυρίου καταγγέλλετε, άχρις ου αν έλθη» (Α΄ Κορ. 11, 26).
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
