Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς. ερμηνεία του 15ου Κανόνος από το νέο βιβλίο του, που μόλις κυκλοφόρησε.

β΄. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος

Θά ἀναφερθοῦμε ἐν συνεχείᾳ στόν πρόμαχο τῆς Ὀρθοδοξίας τόν Μ. Ἀθανάσιο, ὁ ὁποῖος ἦτο σύγχρονος τοῦ Μ. Βασιλείου καί σύμφωνος ἀπολύτως μέ τήν περί
αἱρετικῶν ποιμένων Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας καί την ἀποτείχισι ἀπό αὐτούς. Λέγει λοιπόν ὁ ἅγιος: «Βαδίζοντες δέ τήν ἀπλανῆ καί ζωηφόρον ὁδόν, ὀφθαλμόν μέν ἐκκόψωμεν σκανδαλίζοντα · μή τόν αἰσθητόν, ἀλλά τόν νοητόν · οἷον ἐάν ὁ ἐπίσκοπος ἤ ὁ πρεσβύτερος οἱ ὄντες ὀφθαλμοί τῆς Ἐκκλησίας, κακῶς ἀναστρέφωνται καί σκανδαλίζωσι τόν λαόν, χρή αὐτούς ἐκβάλλεσθαι. Συμφέρον γάρ ἄνευ αὐτῶν συναθροίζεσθαι εἰς εὐκτήριον οἶκον, ἤ μετ’ αὐτούς ἐμβληθῆναι, ὡς μετά Ἄννα καί Καϊάφα εἰς τήν γέενναν τοῦ πυρός. Ὁμοίως καί ἡ χείρ ὁ διάκονος, ἐάν ἀνάξιόν τι πράττῃ, χωριζέσθω τοῦ θυσιαστηρίου» (P.G. 35, 33 · ΒΕΠΕΣ 33, 199).
Ἐδῶ ὁ ἅγιος διδάσκοντας τούς Ὀρθοδόξους παραγγέλλει νά ἐκδιώκουν τούς Ἐπισκόπους καί κληρικούς ἁπλῶς ἐάν «κακῶς ἀναστρέφωνται καί σκανδαλίζουσι τόν λαόν». Ἄν τώρα σκεφθοῦμε ὅτι τά θέματα τῆς πίστεως εἶναι πολύ ἀνώτερα ἀπό ἕναν ἁπλό σκανδαλισμό, ὑπολογίζουμε και τήν θέσι τοῦ ἁγίου δι’ αὐτά. Καί ὅλα αὐτά βεβαίως ἐπιτάσσει νά τά πράττουν οἱ Ὀρθόδοξοι χωρίς ἀπόφασι Συνόδου.
Εἰς ἐγκύκλιον ἐπίσης ἐπιστολή του ὁ ἅγιος, λέγει, περιγράφοντας τήν στάσι τῶν Ὀρθοδόξων: «Διά ταύτης τοίνυν τῆς βίας ὁ ἡγεμών ἥρπασε τάς ἐκκλησίας καί ἁρπάσας Γρηγορίῳ καί τοῖς Ἀρειομανίταις παρέδωκε. Καί οἱ μέν ἐκκήρυκτοι παρ’ ἡμῶν διά τήν ἀσέβειαν γενόμενοι ἐγκαυχῶνται τῇ ἁρπαγῇ τῶν ἐκκλησιῶν, ὁ δέ τοῦ θεοῦ λαός καί οἱ
κληρικοί τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας βιάζονται ἤ κοινωνεῖν τῇ ἀσεβείᾳ τῶν αἱρετικῶν Ἀρειανῶν ἤ μή εἰσέρχεσθαι εἰς τάς ἐκκλησίας... Τῶν γάρ λειτουργῶν τῆς Ἐκκλησίας
διωκομένων οἱ λαοί καταγινώσκοντες τῆς ἀσεβείας τῶν αἱρετικῶν Ἀρειανῶν αἱροῦνται μᾶλλον οὕτω νοσεῖν καί κινδυνεύειν ἤ χεῖρα τῶν Ἀρειανῶν ἐλθεῖν ἐπί τήν κεφαλήν
αὐτῶν» (ΕΠΕ 9, 204-206). Φαίνεται ἀπό τήν περιγραφή τοῦ ἁγίου ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι, πέρα ἀπό τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων, εἶχαν μέσα τους ὡς χάρισμα τήν διαφύλαξι τῆς
ὀρθοδόξου πίστεως καί διά τοῦτο δέν ἐδέχοντο, ἀντί πάσης θυσίας, οὔτε στούς ναούς νά εἰσέλθουν τῶν αἱρετικῶν, οὔτε νά δεχθοῦν ἀπό τούς ἱερεῖς των καμμία εὐλογία. Ἡ
ἔκφρασις τοῦ ἁγίου «Καί οἱ μέν ἐκκήρυκτοι παρ’ ἡμῶν διά τήν ἀσέβεια γενόμενοι» σημαίνει ὅτι οἱ συγκεκριμένοι αἱρετικοί εἶχαν ἀποκηρυχθῆ ὄχι ἀπό κάποια Σύνοδο, ἀλλά ἀπό τούς Ὀρθοδόξους ἐξ αἰτίας τῆς ἀσεβείας των, δηλαδή τῆς αἱρέσεως. Τό «ἐκκήρυκτοι» σημαίνει ἐπίσης ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι δέν εἶχαν μέ αὐτούς καμμία ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία σέ ἀπόλυτο ἐπίπεδο, ὅπως ὁ ἅγιος τό ἐξηγεῖ κατωτέρω. Καί ὅλα αὐτά βεβαίως χωρίς ἀπόφασι Συνόδου διά τούς προκειμένους αἱρετικούς. Οἱ Ἐπίσκοποι αὐτοί εἶχαν προφανῶς νόμιμη καί κανονική Ἀποστολική διαδοχή, ἀλλά εἶχαν ἐκπέσει τοῦ ἀξιώματος λόγῳ τῆς αἱρέσεως.

Άγιος Ιουστίνος (Πόποβιτς)

Εκκλησία Παν-μυστήριον του ανθρώπου.

Γενόμενος άνθρωπος, και θεμελιώσας την Εκκλησίαν εφ΄ Εαυτού, δι΄ Αυτού και εν Αυτώ, ο Κύριος Ιησούς, ως Θεάνθρωπος εμεγάλυνεν εις άμετρον βαθμόν τον άνθρωπον, όπως κανείς άλλος πριν ή μετά από Αυτόν. Αυτός όχι μόνον έσωσε τον άνθρωπον δια του θεανθρωπίνου έργου του από την αμαρτίαν, από τον θάνατον και τον διάβολον,αλλά και τον ανύψωσε υπεράνω όλων των όντων και κτισμάτων. Ο Θεός Λόγος δεν έγινε ούτε Θεάγγελος ούτε Θεοχερουβείμ ούτε Θεοσεραφείμ, αλλά Θεάνθρωπος. Με αυτό ανύψωσε τον άνθρωπον υπεράνω όλων των Αγγέλων και Αρχαγγέλων, υπεράνω όλων των υπερανθρωπίνων όντων. Προς τούτοις, ο Κύριος, υπέταξεν εις αυτόν τα πάντα δια της Εκκλησίας: «πάντα υπέταξεν υπό τους πόδας αυτού» (Εφ. 1,22). Ο άνθρωπος, δια της Εκκλησίας, και εν τη Εκκλησία ως Θεανθρωπίνω σώματι, αυξάνει εις υπεραγγελικά, υπερχερουβικά ύψη. Ούτως, ο δρόμος της αναβάσεώς του και τελειοποιήσεως είναι μακρύτερος από τον αγγελικόν και χερουβικόν και σεραφικόν. Ενταύθα όντως πρόκειται περί του μυστηρίου των μυστηρίων. Ας σιωπήση λοιπόν κάθε γλώσσα διότι ομιλεί η άρρητος και ακόρεστος αγάπη του Θεού, η ανείπωτος και ακόρεστος Φιλανθρωπία του όντως μόνου Φιλανθρώπου Κυρίου Ιησού! Ενταύθα αρχίζουν «οπτασίαι και αποκαλύψεις Κυρίου» (Β΄ Κορ. 12,1) αι οποίαι δεν δύνανται να εκφρασθούν με καμμίαν γλώσσαν, όχι μόνον ανθρωπίνην, αλλ΄ ούτε και αγγελικήν. Ενταύθα τα πάντα είναι υπέρ έννοιαν και υπέρ λόγον, υπέρ την φύσιν και υπέρ την κτίσιν. Ο ποθών το μυστήριον, ενταύθα ευρίσκει το παν-μυστήριον του ανθρώπου εν τω παν-μυστηρίω του Θεανθρώπου, ο Οποίος είναι η Εκκλησία, αλλά και το σώμα της Εκκλησίας και η Κεφαλή της. Με όλα αυτά και δια μέσου όλων αυτών ο άνθρωπος «εκκλησιάζεται» και γίνεται εκκλησία, αποκτά την εν-χρίστωσιν και χριστοποίησιν, την εν-τριάδωσιν και τριαδοποίησιν, γίνεται Θεάνθρωπος και σύσσωμος του θεανθρωπίνου σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας (Εφ. 3,6), αυτού του αγιωτάτου και προσφιλεστάτου μυστηρίου του Θεού, μυστηρίου των μυστηρίων ή μάλλον παμμυστηρίου των παμμυστηρίων.

ΔΙΔΑΧΕΣ ΑΓ. ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ.

Τον παλαιόν καιρόν, χριστιανοί μου, οι άνθρωποι ήτον καθαροί και ομιλούσανε με τον Θεόν. Ύστερα, ωσάν εξέπεσαν εις αμαρτίες και δεν ήτον άξιοι να ομιλούν με τον Θεόν, εφώτισε πρώτον το Πνεύμα το άγιον τους αγίους Προφήτας και μας έγραψαν την θείαν και ιεράν Γραφήν, εφώτισε και δεύτερον τους αγίους Αποστόλους, εφώτισε και τρίτον τους αγίους Πατέρας και μας εξήγησαν τα βιβλία της Εκκλησίας μας δια να ηξεύρωμεν που περιπατούμεν.
Κατά τον καιρόν εκείνον ήτον ένας άνθρωπος και ελέγετο Μωϋσής. Αυτός από μικρόν παιδίον οπού ήτον έλαβε δύο χαρίσματα εις την καρδίαν του, αγάπην εις τον Θεόν και εις τους αδελφούς του. Έτσι πρέπει και ημείς οι ευσεβείς χριστιανοί, αδελφοί μου, να έχωμεν αυτές τες δύο αγάπες, παρά φύσιν είναι να μη τες έχωμεν. Και πόσην αγάπην θέλει ο Θεός να έχωμεν ημείς; Σας λέγω παραμικρόν: λέγει ο Κύριός μας εις το άγιον και ιερόν Ευαγγέλιον: «αύτη εστίν η εντολή η εμή, ίνα αγαπάτε αλλήλους καθώς ηγάπησα υμάς». Ακούσατε, αδελφοί μου, τι λέγει ο Κύριός μας; λέγει έτσι: καθώς εγώ εγεννήθηκα και εβάλθηκα εις το παχνί των αλόγων ζώων, υβρίσθηκα, επεριγελάσθηκα, εδάρθηκα, επείνασα, εδίψησα, επεριπάτησα γυμνός, έλαβα σταυρικόν θάνατον, έχυσα και το αίμα μου δια την αγάπην σας, δια να σας ελευθερώσω από τας χείρας του Διαβόλου, από την Κόλασιν, έτσι πρέπει και η ευγενεία σας την αυτήν αγάπην να έχετε εις τον Θεόν και εις τους αδελφούς σας και, αν τύχη και ανάγκη, να χύνετε και το αίμα σας δια την αγάπην του αδελφού σας.

Συνεχίζεται.

St. Basil has given us a useful guide for introspection to aid in preparation for Holy Confession.

St. Basil the Great left us with a lament for sin in which he recognizes many sins and identifies with them as the writer. He has given us a useful guide for introspection to aid in preparation for Holy Confession. It is also a light for those who wonder what they might bring to confession or if they actually have any sins necessary to confess.


Weep over your sin: it is a spiritual ailment; it is death to your immortal soul; it deserves ceaseless, unending weeping and crying; let all tears flow for it, and sighing come forth without ceasing from the depths of your heart.
In profound humility I weep for all my sins, voluntary and involuntary, conscious and unconscious, covert and overt, great and little, committed by word and deed, in thought and intention, day and night, at every hour and minute of my life.



Επιστολαί Αγ. Νεκταρίου

Επιστολή  12η

Εν Αθήναις τη 23 Σεπτεμβρίου 1905

Οσιωτάτη Ξένη!  Εύχομαί σοι πατρικώς.
Δια του Κυρίου Δημάρχου σας έστειλα 60 δραχμάς δια το κελλί, πιστεύω, ότι τας ελάβατε. Ερωτήσατε τον Πατέρα Ανδρόνικον, εάν έλαβε τας 120 δραχμάς, τας οποίας τω έστειλα δια του Κυρίου Δημάρχου και προσφέρατε αυτώ τας ευχάς μου. Τας 40 δραχμάς θα σας τας στείλω εντός της ερχομένης εβδομάδος και θέλω να μοι γράψης, όταν εντελώς τελειώση και δεν μείνη έλλειψις ούτε δι΄ ένα καρφί εις το κελλί. Μετά του Κυρίου Δημάρχου έστειλα εις την Ελισάβετ τας 100 δραχμάς της Ειρήνης, εις ην διεβίβασα την πρόσκλησίν σας, και ήτις θα έλθη, ως εύρη η κυρία της αντικαταστάτριάν της. Σας αναγγέλω, ότι ήλθεν εις Αθήνας ο Πατήρ Παχώμιος, αλλ΄ ασθενής και θεραπεύεται εις τον «Ευαγγελισμόν». Έπαθεν από στένωσιν του οισοφάγου και αδυνατεί να λάβη τροφήν άλλην πλην του γάλακτος. Πιστεύω να γίνη καλά. Σας παρακαλεί να κάμητε υπέρ υγείας αυτού από τρεις μετανοίας.
Σας στέλλω εγκλείστως ένα ύμνον. Πιστεύω να σας ευχαριστήση, μοι φαίνεται, ότι δεν σας μένει καιρός να τους διαβάζητε, ότι τέρπεσθε εις υψηλότερα αναγνώσματα και δια τούτο δεν με πληροφορεί η καρδία μου να σας στείλω ωδάς. Άλλως τε έχετε και τόσας άλλας. Ήδη αι χειρόγραφοι έφθασαν τον αριθμόν 100. Όταν το ερχόμενον συν Θεώ τας τυπώσω, θα τας ίδητε και τότε θα τας αναγινώσκητε όλας ομού. Τους βράχους θα τους κόψωμεν και τον δρόμον και τον τοίχον θα τον κάμωμεν, αλλά ήδη δεν έχω χρήματα. Όταν θα έχω, θα σας στείλω προς εκτέλεσιν αυτών. Η Μαρίκα, ως είπεν ο ιατρός, ίσως θεραπευθή, θα μείνη εις το νοσοκομείον πέντε μήνας, εγώ την επεσκέφθην προχθές, φαίνεται ευχαριστημένη. Θα την επισκέπτωμαι κάθε εβδομάδα και θα σας γράφω περί της υγείας της.
Δέξασθε τας ευχάς μου και πρόσφερε και προς τας αδελφάς απάσας τας ευχάς μου και ευλογίας μου. Να μοι γράψητε, ότι προσηυχήθητε υπέρ του Πατρός Παχωμίου, διότι θα του το δείξω το γράμμα.

Διατελώ προς Θεόν ευχέτης
+Ο Πενταπόλεως Νεκτάριος

Υ.Γ. Ελυπήθην δια την βλάβην του ράσου της Κασσιανής, πως δεν επρόσεξεν εις τα μέτρα; Ήδη θα είναι εμβαλλωμένον και θα είναι αηδές. Ταύτην την στιγμήν ήλθεν η Αργυρώ και σας χαιρετά.

Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς. ερμηνεία του 15ου Κανόνος από το νέο βιβλίο του που μόλις κυκλοφόρησε.

Δέν πρέπει νά στερήσωμε τούς ἀναγνῶστες τῆς παρούσης μικρᾶς μελέτης καί ἀπό τήν ἡδυτάτη παρουσίασι καί ἑνός ἀκόμη τμήματος ἐπιστολῆς τοῦ ἁγίου: «Ἀλλ’ ἐκεῖνος μέν (γράφει) τοῦ παντός ἑαυτοῦ βίου ἐναργέστατον ἐξήνεγκε δεῖγμα ἐκ τῆς νῦν προαιρέσεως, ὅτι οὐδέποτε ἔζη ἐπ’ ἐλπίδι τῶν ἀποκειμένων ἡμῖν ἐπαγγελιῶν παρά τοῦ Κυρίου, ἀλλά εἴ τι αὐτῷ ἐπραγματεύετο τῶν ἀνθρωπίνων καί ρήματα πίστεως καί πλάσμα εὐλαβείας, πάντα πρός τήν τῶν ἐντυγχανόντων ἀπάτην ἐπετηδεύετο. Ὑμᾶς δέ τί καταπονεῖ τό συμβάν; Τί χείρους ἑαυτῶν γεγόνατε παρά τοῦτο; Ἔλειψεν εἷς ἐκ τοῦ πληρώματος ὑμῶν · εἰ δέ καί συναπῆλθέν που ἄλλος εἷς ἤ δεύτερος, ἐλεεινοί τοῦ πτώματος οὗτοι, ὑμῶν δέ τό σῶμα ὁλόκληρόν ἐστι τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι. Καί γάρ καί τό ἀχρειωθέν ἀπερρύη καί οὐκ ἐκολοβώθη τό μένον. Εἰ δέ ἀνιᾷ ὑμᾶς ὅτι τῶν τοίχων ἐξεβλήθητε, ἀλλ’ ἐν σκέπῃ τοῦ Θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ αὐλισθήσεσθε καί ὁ ἄγγελος ὁ τῆς Ἐκκλησίας ἔφορος συναπῆλθεν ὑμῖν. Ὥστε κενοῖς τοῖς οἴκοις ἐγκατακλίνονται καθ’ ἑκάστην ἡμέραν, ἐκ τῆς διασπορᾶς
τοῦ λαοῦ βαρύ ἑαυτοῖς τό κρῖμα κατασκευάζοντες. Εἰ δέ τις καί κόπος ἐστίν ἐν τῷ πράγματι, πέπεισμαι τῷ Κυρίῳ μή εἰς κενόν ὑμῖν ἀποβήσεσθαι τοῦτο. Ὥστε ὅσῳ ἄν ἐν πλείοσι πειρατηρίοις γένησθε, τοσούτῳ πολυτελέστερον τόν παρά τοῦ δικαίου κριτοῦ μισθόν ἀναμένετε. Μήτε οὖν δυσφορεῖτε τοῖς παροῦσι μήτε ἀποκάμνετε τῇ ἐλπίδι» (Μ. Βασιλείου ἐπιστ. 238, Τοῖς Νικοπολίταις Πρεσβυτέροις, ΕΠΕ 3, 220). Ἐδῶ ὁ ἅγιος ὁμιλεῖ δι’ αὐτούς πού ἐπρόδωσαν καί ἐπικοινώνησαν ἐκκλησιαστικῶς μέ τους αἱρετικούς. Αὐτοί λέγει ἀπεχώρησαν, ἀλλά τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἔμεινεν ἀκέραιον καί ἀνέπαφον. Ἡ ἔκφρασις τοῦ ἁγίου «Καί γάρ καί τό ἀχρειωθέν ἀπερρύη καί οὐκ ἐκολοβώθη τό μένον» εἶναι θαυμασιωτάτη καί μοναδική σέ παραστατικότητα,
δηλώνει δέ ὅτι ὅσοι καί ἄν ἀποχωρήσουν διά τῆς αἱρέσεως ἀπό τήν Ὀρθοδοξία, τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ μένει ἀνέπαφο, ἀκέραιο καί ὁλόκληρο. Τό σημαντικό ὅμως εἰς τήν παροῦσα ἀναφορά τοῦ ἁγίου εἶναι ὅτι, ἐνῶ οἱ αἱρετικοί ἔφυγαν ἀπό τήν Ὀρθοδοξία διά τῆς αἱρέσεως, παρέμειναν εἰς τους ναούς καί μάλιστα μέ τήν βοήθεια τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας ἐτοποθέτησαν αἱρετικούς Ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι φυσικά εἶχαν κανονική Ἀποστολική διαδοχή. Τότε οἱ Ὀρθόδοξοι ὡς ἐξ ἐνστίκτου κινούμενοι, ἀπεχώρησαν ἀπό τούς ναούς καί ἐσυνάζοντο εἰς τά δάση καί τά βουνά. Ὁ ἄγγελος δέ τῆς Ἐκκλησίας ἔφυγε καί αὐτός ἀπό τούς ναούς πού κατείχοντο ἀπό τούς αἱρετικούς καί ἦλθε στήν ἔρημο, ἐκεῖ δηλαδή ὅπου συγκεντρώνοντο οἱ Ὀρθόδοξοι. Αὐτή ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἐξ
ἐνστίκτου ἀποτείχισις τῶν Ὀρθοδόξων, χωρίς φυσικά να ἀναμένουν συνοδική ἀπόφασι, ἡ ὁποία νά καταδικάζη τους συγκεκριμένους αἱρετικούς. Σαφῶς ἐδῶ ὁ ἅγιος διδάσκει ἐπιπλέον ὅτι ὁ Χριστός ὑπάρχει ἐκεῖ ὅπου διαφυλάσσεται ἡ ἀληθινή πίστις καί ὄχι ἐκεῖ ὅπου διαφυλάσσεται ἡ Ἀποστολική διαδοχή ἄνευ αὐτῆς. Καί ἕνα τελευταῖο, ἀπό τά πολλά τμήματα τῶν ἐπιστολῶν τοῦ μεγάλου πατρός τῆς Καισαρείας, τά ἀναφερόμενα εἰς αὐτήν τήν περίπτωσι, τό ὁποῖον καί αὐτό εἶναι ἀνάγκη να παρουσιασθῆ: «Μόνον μή ἐξαπατηθῆτε ταῖς ψευδολογίαις αὐτῶν ἐπαγγελομένων ὀρθότητα πίστεως. Χριστέμποροι
γάρ οἱ τοιοῦτοι καί οὐ Χριστιανοί, τό ἀεί αὐτοῖς κατά τόν βίον τοῦτον λυσιτελοῦν τοῦ κατ’ ἀλήθειαν ζῆν προτιμῶντες. Ὅτε ἐνόμισαν κτᾶσθαι τήν κενήν ταύτην ἀρχήν, προσέθεντο τοῖς ἐχθροῖς τοῦ Χριστοῦ · ὅτε εἶδον τούς λαούς ἀγριαίνοντας, σχηματίζονται πάλιν τήν ὀρθότητα. Οὐκ οἶδα ἐπίσκοπον μηδέ ἀριθμήσαιμι ἐν ἱερεῦσι Χριστοῦ τόν παρά τῶν βεβήλων χειρῶν ἐπί καταλύσει τῆς πίστεως, εἰς προστασίαν
προβεβλημένον. Αὕτη ἐστίν ἡ ἐμή κρίσις. Ὑμεῖς δέ εἴ τινα ἔχετε μεθ’ ἡμῶν μερίδα, ταὐτά ἡμῖν φρονήσετε δηλονότι · εἰ δέ ἐφ’ ἑαυτῶν βουλεύεσθε, τῆς ἰδίας γνώμης ἕκαστός ἐστι κύριος, ἡμεῖς ἀθῷοι ἀπό τοῦ αἵματος τούτου. Ταῦτα δέ ἔγραψα οὐχ ὑμῖν ἀπιστῶν, ἀλλά τό τινων ἀμφίβολον στηρίζων ἐκ τοῦ γνωρίσαι τήν ἐμαυτοῦ γνώμην, ὡς μή προσληφθῆναί τινας εἰς κοινωνίαν μηδέ τῆς χειρός αὐτῶν ἐπιβολήν δεξαμένους, μετά ταῦτα εἰρήνης γενομένης, βιάζεσθαι ἑαυτούς ἐναριθμεῖν τῷ ἱερατικῷ πληρώματι» (Μ. Βασιλείου ἐπιστ. 240, Νικοπολίταις Πρεσβυτέροις, ΕΠΕ 3, 226).
Ἐδῶ θαυμάσια περιγράφει ὁ ἅγιος τούς αἱρετικούς Ἐπισκόπους, τούς ὀνομάζει δέ Χριστεμπόρους καί μετασχηματιζόμενους ἀναλόγως τῆς διαθέσεως τῶν λαῶν. Ὅλους
αὐτούς δέ, δέν τούς θεωρεῖ κἄν Ἐπισκόπους διότι, ὅπως ἀναφέρει, ἐχειροτονήθησαν «ἐπί καταλύσει τῆς πίστεως». Καί βέβαια δέν τά ἔλεγε αὐτά κατόπιν ἀποφάσεως Συνόδου, διά τούς συγκεκριμένους αἱρετικούς, (αὐτό θά ἦτο προφανῶς περιττό καί θά ἤρκει πρός νουθεσία ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου), ἀλλά τήν εὐθύνη διά τήν πίστι καί ὀρθοδοξότητα τῶν Ἐπισκόπων τήν ἐναπέθετε εἰς τόν κάθε ὀρθόδοξον. Ἐδῶ ἐπιπλέον φαίνεται ἡ δολιότης καί ἡ ὑποκρισία τῶν αἱρετικῶν Ἐπισκόπων, καθώς ἐπίσης καί ἡ θέσις τοῦ λαοῦ ὡς φύλακος τῆς πίστεως. Αὐτή ἡ ὑποκρισία εἶναι ἴδια και ἀπαράμιλλη μέ τήν σημερινή, «ὅτε εἶδον τούς λαούς ἀγριαίνοντας σχηματίζονται πάλιν τήν ὀρθότητα». Μόνο πού σήμερα οἱ λαοί δέν ἀγριαίνουν, ὅπως τότε, ἀλλά ἐφησυχάζουν ἀναπαυόμενοι στήν δῆθεν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος καί ἀναμένοντες ἡσύχως τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου. Εἶναι ἀκόμη ἄξιον παρατηρήσεως καί δεικνύει τήν ἄκρα
αὐστηρότητα τοῦ ἀγίου εἰς τά θέματα τῆς πίστεως, αὐτό τό ὁποῖο ἀναφέρει στό τέλος: «ὡς μή προσληφθῆναί τινας εἰς κοινωνίαν μηδέ τῆς χειρός αὐτῶν ἐπιβολήν δεξαμένους, μετά ταῦτα εἰρήνης γενομένης, βιάζεσθαι ἑαυτούς ἐναριθμεῖν τῷ ἱερατικῷ πληρώματι». Ἐδῶ ὁ ἅγιος ἀπαγορεύει να δεχθοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι, ὅταν εἰρηνεύσουν τά πράγματα και ἐπικρατήσει ἡ Ὀρθοδοξία, καί ὅσους ἐχειροτονήθηκαν ἀπό τούς αἱρετικούς καί κατόπιν μετανοήσουν καί θελήσουν να προσέλθουν εἰς τήν Ὀρθοδοξία μέ τό ἱερατικό τους ἀξίωμα.