ΤΟ ΘΕΜΑ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀπασχολεῖ ἰδιαίτερα
τους συνειδητούς χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν ἀπό τους κληρικούς ἐνημέρωση και καθοδήγηση. Ὅμως περισσεύει ἡ
σιωπή ἀπό καιροσκοπισμό και δειλία. Ἐλάχιστοι εἶναι ἐκεῖνοι, πού δημοσίως ἐπικρίνουν
τους Οἰκουμενιστάς και διατυπώνουν τη γνώμη τους ἐλεύθερα. Και αὐτό εἶναι πολύ ἀνησυχητικό
φαινόμενο, γιατί ἀποκαλύπτει ὅτι δεν ὑπάρχει ἱερός ζῆλος και παρρησία. Δέν ὑπάρχει
πνεῦμα ὁμολογίας και ὑπεράσπισης τῆς πίστεώς μας. Ὡστόσο, δεν μᾶς λείπουν τά
κείμενα, πού ἐπισημαίνουν τις αἱρετικές διδασκαλίες τῶν παπικῶν και τῶν
προτεσταντῶν. Ἔχουμε θεολόγους, ἀλλά δεν ἔχουμε ὁμολογητές. Το πρόβλημα δεν εἶναι
στην ἐπισήμανση τῶν διαφορῶν με τους ἑτεροδόξους, ἀλλά στήν κριτική πού πρέπει
στους δικούς μας ὀρθοδόξους οἰκουμενιστές, οἱ ὁποῖοι ἀναπτύσσουν ἐνοχλητικές
πρωτοβουλίες και ἐξισώνουν την πίστη μας με ἐκείνη τῶν αἱρετικῶν. Αὐτούς τους οἰκουμενιστές
ἀποφεύγουν ἐπιμελῶς οἱ σοφοί θεολόγοι μας να τους κρίνουν καί να τους ἀπομονώσουν.
Και αὐτό συμβαίνει γιατί εἶναι οἱ μεγαλόσχημοι τῆς Ἐκκλησίας και δεν θέλουν να ἔλθουν
σε ἀντίθεση μαζί τους. Δεν θέλουν να δυσαρεστήσουν και τους πατριαρχικούς
κύκλους, παρόλο πού διαφωνοῦν. Ἔτσι κυλάει ὁ χρόνος με συμβιβασμούς, ἰδιωτικούς
ψιθύρους και σιωπή. Τά ἐπιχειρήματά τους εἶναι παιδαριώδη. Ἔχουν ὡς κανόνα τους
το «Ναι μέν, ἀλλἀ…», πού σημαίνει τελικά ὄχι στη δημόσια ἀντίδραση, ὄχι στη
δυναμική διαφωνία, ὄχι στην ἄρνηση τῶν διαφόρων προκλητικῶν ἐκδηλώσεων. Καί ὅλα
αὐτά, γιατί τους περισσεύει ἡ διάκριση και ἡ κατά Θεόν σοφία… Ἡ τακτική πού
περιγράφω εἶναι προσφιλής και σε ἀρκετούς ἁγιορεῖτες πατέρες και σε σχεδόν ὅλους
τους Μητροπολίτες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἔτσι ὁ δόλιος Οἰκουμενισμός ἐξαπλώνεται
παντοῦ και το ὀρθόδοξο κριτήριο ἀμβλύνεται. Σε λίγο οἱ ἀνυποψίαστοι χριστιανοί
μας θα πάθουν πλήρη σύγχυση και θά ἀποδέχονται τον Πάπα ὅπως και τον Πατριάρχη,
και τους καρδινάλιους ὅπως και τους μητροπολίτες!
Η Ορθοδοξία είναι η αποκάλυψη του Θεού με την ενανθρώπιση του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος. Δεν είναι δηλαδή η Ορθοδοξία απλώς μία θρησκευτική τελετουργία ή θρησκευτική γνωσιολογία και θρησκευτικός στοχασμός. Στην Ορθοδοξία συντελείται η προσωπική κοινωνία και συνάντηση του πιστού με τον Θεό, ο Οποίος στις σχέσεις Του με τον άνθρωπο δεν είναι μόνο Θεός , αλλά Θεάνθρωπος. Και η συνάντηση και κοινωνία του πιστού με τον Θεάνθρωπο συντελείται με την βιωματική ένταξή του στο Σώμα του Χριστού, την Αγία Εκκλησία Του και την μέθεξη της Θείας Χάριτος με τα μυστήρια της Εκκλησίας. Χωρίς την βιωματική αυτή ένταξη είναι αδύνατη η λύτρωση, η αναγέννηση και τελείωση του ανθρώπου. Η Ορθοδοξία ως καθαρώς πνευματική βασιλεία του Χριστού έχουσα αποκλειστικό σκοπό την πνευματική αναγέννηση, απολύτρωση και θέωση του ανθρώπου, αποτελεί την μοναδική δυνατότητα για την διαμόρφωση ολοκληρωμένων προσωπικοτήτων και συνεπώς κοινοτήτων με ανθρώπινο πρόσωπο, όπως απέδειξε με την δισχιλιετή προσφορά Της στην ανθρωπότητα.
Θεολογία είναι η διδασκαλία της Εκκλησίας περί της υγείας της πνευματικής, αλλά και περί του δρόμου που πρέπει να ακολουθήσουμε οι ασθενείς για να θεραπευθούμε. Γι΄ αυτό εμείς οι Ορθόδοξοι δίνουμε μεγάλη βαρύτητα στην αλώβητη διαφύλαξη των δογμάτων, όχι μόνον γιατί φοβούμεθα τον κλονισμό μιας διδασκαλίας, αλλά γιατί χάνουμε την δυνατότητα της θεραπείας και επομένως της σωτηρίας.
Σ’ όλο το χρόνο απλώνεται
η χάρη της. Δεκάδες γιορτές της, σημειώνει το εορτολόγιο της Εκκλησίας. Αλλά ο
Αύγουστος είνε ο κατ’ εξοχήν δικός της μήνας, ο μήνας της Παναγιάς. Τ’
απομεσήμερα του Δεκαπενταυγούστου, καθώς καταλαγιάζει η κάψα της ημέρας και μια
ανάσα δροσιάς πλανάται στην ατμόσφαιρα, τρέχουν οι ψυχές να δροσιστούν στη χάρη
της. Γεμίζουν οι ναοί και τα ξωκκλήσια μας από πιστούς. Κι’ έτσι, καθώς όλοι
την επικαλούνται και την υμνολογούν, νοιώθεις την πλάση όλη γεμάτη από την
παρουσία της. Η παρουσία της, εγγύηση ασάλευτη, για την προστασία της στους
ανθρώπους, είνε ζωντανή από τότε, που περπάτησε πάνω σ’ αυτή τη γη η σεμνή κόρη
της Ναζαρέτ κι ακόμη πιο πριν, όταν το προφητικό βλέμμα διασχίζοντας τους
αιώνες έβλεπε ότι για την εκπλήρωση του σχεδίου της θείας Οικονομίας «ιδού η
παρθένος εν γαστρί έξει, και τέξεται υιόν (Ησ. 7: 14). Μοναδική η προσφορά της
στο έργο του Θεού. Μοναδική και η μορφή και η ιστορία της. Υμνήθηκε κι
εγκωμιάσθηκε ανά τους αιώνες. Για χάρη της συντέθηκαν τα πιο πολλά και τα πιο
εξφραστικά εγκώμια. Αλλά κανένα δεν μπορεί να αποδώση την πραγματική της αξία.
Διότι η αξία της Παναγίας απορρέει από την δόξα του Μονογενούς Υιού της, του
Θεανθρώπου Κυρίου μας Ιησού Χριστού, και σ’ αυτόν καταλήγει. Η τιμή στο πάναγνο
πρόσωπό της ανάγεται στον Κύριο και Θεό μας, που τον κράτησε στα σπλάγχνα και
στην αγκαλιά της αυτή η «ευλογημένη εν γυναιξί». Την αλήθεια αυτή βλέπουμε να
την κατανοή και να την εκφράζη μια απλή Ισραηλίτισσα, σύγχρονη τής Παναγίας.
Μια ανώνυμη γυναίκα του όχλου, συνεπαρμένη από το κήρυγμα του γλυκυτάτου διδασκάλου
Ιησού Χριστού, εγκωμιάζει όχι τον ίδιο αλλά τη μάνα, που τον γέννησε· «Μακαρία
η κοιλία η βαστάσασά σε και μαστοί ους εθήλασας» (Λουκ. 11: 27). Λίγες
δεκαετίες πιο πριν, όταν η πάναγνη κόρη μυημένη στο μεγάλο μυστήριο, με τον
ευαγγελισμό της, είχε αφήσει την καρδιά της να ξεσπάση σ’ εκείνη την υπέροχη
ωδή, είχε προφητεύσει, για τον εαυτό της «Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσί με
πάσαι αι γενεαί» (Λουκ. 1: 48). Και να, τώρα η προφητεία εκπληρώνεται στο
εγκώμιο, που της πλέκει μία ανώνυμη γυναίκα του λαού. Εκείνο το απλό
περιστατικό γίνεται ο προάγγελος της υπέροχης ιστορίας, που θα ακολουθήση. Από
τότε και μέχρι τη συντέλεια, στην Παλαιστίνη και στον κόσμο όλο, κάθε ψυχή, που
θα σημαδεύεται από το λόγο και την αγάπη του Ιησού Χριστού, σεβαστικά και
λατρευτικά θ’ αγκαλιάζη και την Παναγία Μητέρα του. Και μαζί με τον αναστημένο
Κύριο, που η παρουσία του συνέχει και ρυθμίζει την ιστορία, θα ζουν οι άνθρωποι
και την ευεργετική παρουσία της Κυρίας Θεοτόκου. Όσο ήταν σ’ αυτή τη γη ο
Κύριος, διακριτικά αλλά αδιάκοπα ακολουθούσε τα βήματά του η Κεχαριτωμένη
Μητέρα του. Στο γάμο της Κανά, όπου η προνοητική φροντίδα της βγάζει από το
αδιέξοδο τους οικοδεσπότες (Ιωάν. 2: 1-11), αλλά και στο σπίτι του στην
Καπερναούμ (Ιωάν. 2: 12) και στις ιεραποστολικές περιοδείες του σημειώνει την
παρουσία της το άγιο Ευαγγέλιο. Στις ώρες του Πάθους παραστέκει σιωπηλά
κλείνοντας με καρτερία την οδύνη στη μητρική της καρδιά. Και μετά την Ανάσταση,
μαζί με τις άλλες μαθήτριες του Κυρίου, ανάμεσα στις οποίες συγκαταλέγεται, ζη
το κάθε περιστατικό της πρώτης Εκκλησίας την Ανάληψη, την εκλογή του Ματθία,
την Πεντηκοστή. Σεμνή και αθόρυβη, αλλά πάντοτε παρούσα στη ζωή της Εκκλησίας.
Αργότερα, από το σπίτι του ηγαπημένου μαθητού, στον οποίο εμπιστεύθηκε από το
σταυρό του ο Κύριος, περνά στην άλλη διάσταση, στην αιωνιότητα. Κι όπως «εν τη
γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξε», έτσι «εν τη κοιμήσει» της δεν εγκαταλείπει τον
κόσμο. Χωρίς να τη βλέπουν τώρα τα φυσικά μάτια, την αισθάνονται όλες οι πιστές
καρδιές. Έτσι, όταν οι διωγμοί χτυπούν με λύσσα την Εκκλησία του Χριστού, το
νιώθουν όλοι πως η ρομφαία διαπερνά της Παρθένου τα σπλάγχνα. Η δική της
συμπάθεια και συμπαράσταση γίνεται θάρρος και δύναμη αντιστάσεως για τους
μάρτυρες. Όταν μέσα στη μανία των αιρέσεων η Εκκλησία διασφαλίζη τις αλήθειες
των δογμάτων της, το δικό της πρόσωπο είνε καθοριστικό για τη διατύπωση των
δογματικών όρων. Η ορθόδοξη πίστη την ομολογεί Θεοτόκο και την αναγνωρίζει
«εργαστήριον των δύο φύσεων», και γίνεται «των δογμάτων Χριστού το κεφάλαιον»
αυτή που στάθηκε «των θαυμάτων αυτού το προοίμιον». Στη λαίλαπα της
εικονομαχίας η άγια μορφή της τοποθετείται δίπλα στην «άχραντον εικόνα» του
αγαθού Υιού της και προσκυνείται μαζί μ’ εκείνην. Διότι ό,τι ανθρώπινο μέσα της
εξαγιάσθηκε και θεώθηκε. Η μητέρα του Θεανθρώπου έγινε ο πρώτος θεώμενος
άνθρωπος, ο πρώτος ανθρωπόθεος. Έτσι η τιμή στο πρόσωπό της μεταβαίνει στον
μόνο απόλυτο προσκυνητό, τον Υιόν της. Οι μεταγενέστερες αιρέσεις
αναγνωρίζονται και στιγματίζονται από τη λανθασμένη θέση τους έναντι της
Θεοτόκου. Οι προτεστάντες την εκτιμούν, αλλά δεν την τιμούν. Και καταντούν έτσι
να την υποτιμούν και καταφρονούν. Οι παπικοί την υπέρτιμούν, την θεοποιούν. Κι
είνε γι’ αυτό έξω και μακριά από την αλήθεια. Ανάμεσα στις δύο παρεκτροπές
κρατά απαραχάρακτη την αλήθεια η Ορθοδοξία, αποδίδοντας στην Θεοτόκο την τιμή,
που ο Κύριος της αναγνώρισε και η Παράδοσι καθιέρωσε. Αλλά δεν είνε μόνο τα
δόγματα και η απόκρουση των αιρετικών, που κρατούν στην επικαιρότητα τη μορφή
της Παναγίας μας. Επίκαιρη και ζωντανή παραμένει η παρουσία της σε κάθε εποχή και
τόπο. Σε χρόνους δύσκολους, όπου πόλεμοι και ταραχές σαλεύουν την ανθρωπότητα
και σε καιρούς ειρήνης. Με τ’ όνομά της στα χείλη ρίχνεται στον αγώνα ο Πιστός.
Σ’ αυτό βρίσκει ασφάλεια στην ώρα τη δύσκολη ο κάθε άνθρωπος. Απ’ τη μορφή της
εμπνέεται η ευσεβής νεότης και σ’ αυτήν, την «καλήν κουροτρόφο» αποζητά
προστασία. Στην αγκαλιά της ακουμπούν τους πόνους και τα βάρη τους οι μάνες
όλου του κόσμου. Και όταν ρομφαία οδυνηρή τρυπά την καρδιά τους, κοντά της
στηρίζονται και μαθαίνουν να υπομένουν τον πόνο με σιωπηλή καρτερία. Στην σκέπη
της προστρέχουν όλοι οι πονεμένοι κι ανακουφίζονται από τον πόνο. Με τη δική
της παραμυθία ανθίζει το χαμόγελο στα πικραμένα χείλη και στηρίζεται η
απελπισμένη καρδιά. Με τη δική της έμπνευση και προστασία μένει ακατάβλητος ο
αγωνιστής του καλού. Και ο ξεστρατισμένος αμαρτωλός από τη δική της συμπάθεια
ενθαρρύνεται, γα ν’ αποτινάξη το ζυγό των κριμάτων του και να επιστρέψη στον
οικτίρμονα Υιόν της, τον οποίο καθιστά ίλεω και ευδιάλλακτο η δική της «θερμή
πρεσβεία». Είνε για όλους μας η ασφαλής σκέπη, η «πλατυτέρα νεφέλης». Γι’ αυτό
αυθόρμητα την εμπιστευόμαστε· «Δέσποινα και Μήτηρ του Λυτρωτού, δέξαι
παρακλήσεις αναξίων σών οικετών…».
Το παπικό Πρωτείο δεν έχει θεολογική βάση ούτε αγιοπνευματική και εκκλησιολογική νομιμοποίηση. Στηρίζεται σαφώς σε κοσμικού χαρακτήρα νοοτροπία εξουσίας-διακονίας. Ανατρέπει την αγιοπνευματική δομή του μυστηριακού σώματος της Εκκλησίας, σχετικοποιεί και πρακτικώς καταργεί τη Συνοδικότητα ως αγιοπνευματική λειτουργία του σώματος της Εκκλησίας και εισάγει το κοσμικό φρόνημα σ’ αυτήν, ακυρώνει την ισοτιμία των επισκόπων και ιδιοποιείται την απόλυτη διοικητική εξουσία εφ’ όλης της Εκκλησίας, παραμερίζοντας ουσιαστικά τον Θεάνθρωπο και τοποθετώντας ως ορατή κεφαλή έναν άνθρωπο, και με τον τρόπο αυτό επαναλαμβάνει θεσμικά πλέον το προπατορικό αμάρτημα. Και, όπως με το Filioque καταλύθηκε στη Δύση θεσμικά η ισοτιμία των προσώπων της Αγίας Τριάδος και ειδικότερα του Αγίου Πνεύματος, το οποίο κατά τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά υποβιβάστηκε στην οντολογική κατηγορία των κτισμάτων, έτσι και με το παπικό Πρωτείο, θεσμικά, επιβεβαιώνεται η απουσία της χαρισματικής παρουσίας του Αγίου Πνεύματος στο εκκλησιαστικό σώμα, το οποίο ουσιαστικά μεταλλάσσεται από θεανθρωποκεντρικό σε ανθρωποκεντρικό. Τέλος, η θεραπεία της παραπάνω εκκλησιολογικής εκτροπής των Παπικών μπορεί να αναζητηθεί μόνον στην εν ταπεινώσει επιστροφή τους στην παραδοσιακή Εκκλησιολογία της Ορθόδοξης Ανατολής.
Του κυρίου Ιωάννου Κορναράκη, Ομοτίμου Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής
«Ο Θεός ήλθοσαν έθνη εις την κληρονομίαν σου, εμίαναν τον ναόν τον άγιόν σου, έθεντο Ιερουσαλήμ ως οπωροφυλάκιον» (Ψαλμ. 78, 1)
Η επέλαση της παπικής αιρέσεως, τον Νοέμβριο του 2006, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, μετέβαλε το Άγιο Όρος ή μάλλον την πνευματική του ηγεσία, τους ηγουμένους των είκοσι Ι. Μονών του, σε εγκαταλελειμμένο και έρημο οπωροφυλάκιο Ορθοδοξίας! Ο λαός του Θεού, το πλήρωμα της Εκκλησίας, ανέμενε την άμεση, δυναμική παρέμβαση του Αγίου Όρους στα διαδραματισθέντα στο Φανάρι, με την επίσκεψη-συλλειτουργία του Πάπα, ως αυτονόητη παρουσία ορθόδοξης αντιδράσεως και μαρτυρίας, όπως ακριβώς συνέβη στο παρελθόν επί Πατριάρχου Αθηναγόρα, με την άρση των αναθεμάτων, όταν σύσσωμο το Άγιο Όρος, η πνευματική του ηγεσία, διέκοψε τη μνημόνευση του ονόματός του! Αλλά η πνευματική ηγεσία του Αγίου Όρους των ημερών μας, δεν έπραξε το ίδιο! Δεν διετράνωσε μαχητικά την ορθόδοξη μαρτυρία με το γνωστό κύρος του αγιορείτικου λόγου, ως διορθωτική παρέμβαση στις αυθαίρετες και κραυγαλέες πατριαρχικές παραβιάσεις των ι. Κανόνων της Εκκλησίας. Αντίθετα επιβράβευσε τις πατριαρχικές αυτές αντορθόδοξες ενέργειες με τη διακήρυξη της ευλαβείας της στο πρόσωπο του κ. Βαρθολομαίου! Έτσι οι φύλακες της Ορθόδοξης Παράδοσεως, οι πυλωροί της προστασίας και διασφαλίσεως του κύρους των Ι. Κανόνων της Εκκλησίας, εγκατέλειψαν τη θέση τους! Αρνήθηκαν τον εαυτό τους. Άφησαν ξέφραγο και απροστάτευτο τον αμπελώνα του Κυρίου και συσχηματίσθηκαν με τον νυν αιώνα του οικουμενισμού, του κακόδοξου χριστιανικού συγκρητισμού. Ευθυγραμμίσθηκαν με τους νεοεποχίτικους νόες κληρικών και λαϊκών θεολόγων, αρνητών της αληθείας της Μίας, Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας του Χριστού, της Εκκλησίας των ι. Αποστολικών και Συνοδικών Κανόνων, της Πατερικής Παραδόσεως! Η στάση αυτή της πνευματικής ηγεσίας του Αγίου Όρους αποστερεί σήμερα από την Ορθόδοξη Εκκλησία το φρουρό και φύλακα των παραδεδομένων αληθειών της πίστεως και της διδασκαλίας της. Σήμερα έπαυσε να είναι το Άγιο Όρος εγγύηση και στήριξη Ορθοδοξίας, έπαλξη παρατάξεως μαρτύρων και ομολογητών Ορθοδοξίας. Σήμερα το Άγιο Όρος, μοιάζει με αποσαθρωμένο από τον οικουμενισμό και την αίρεση οπωροφυλάκιο, μνημείο πλέον αγιορειτικής εγκαταλείψεως του περιβολιού της Παναγίας! Το θλιβερό αυτό γεγονός συμβαίνει σήμερα, σε ώρα και στιγμή προχωρημένης αποδυναμώσεως της Ορθοδοξίας από ζωτικές και άγρυπνες δυνάμεις μαρτυρίας και ομολογίας, δεδομένου ότι, σήμερα, επίσκοποι και αρχιεπίσκοποι και Πατριάρχες αλλά και κληρικοί και λαϊκοί θεολόγοι, μεταποιούμενοι αλαζονικώς σε τάξη εκκλησιαστικής οικουμενικής συνόδου, αποφθέγγονται άρρητα ρήματα κακοδοξίας, «επ’ αγαθώ» της Ορθοδοξίας! Αιρετικές χριστιανικές κοινότητες αναγνωρίζονται σήμερα ως εκκλησίες, συλλειτουργίες με τους πάσης φύσεως αιρετικούς και συμπροσευχές βαπτίζονται ως αγαπητικές σχέσεις και κάθε ορθόδοξη αλήθεια παραπέμπεται στον κάλαθο του οικουμενισμού, για επανερμηνεία με τα νέα δεδομένα της μετανεωτερικότητας, η οποία απαιτεί τον επαναπροσδιορισμό των πάντων στη θεολογία και γενικώς στη ζωή της Εκκλησίας! Σ’ αυτή την κρίσιμη ώρα της οικουμενιστικής λαίλαπας, δεν έστερξαν οι αγιορείτες ηγούμενοι να αναδειχθούν· «θεία παρεμβολή και θεηγόροι οπλίται παρατάξεως Κυρίου»! Παραδόθηκαν στη δειλία και το φόβο της μαρτυρίας, με το…αιρετικό πρόσχημα της ευλαβούς υπακοής στο πρόσωπο του Πατριάρχου! Έτσι μετέτρεψαν την πνευματική τους ηγεσία σε αποσαθρωμένο οπωροφυλάκιο του περιβολιού της Παναγίας! Γύρισαν την πλάτη τους στη σκέπη και προστασία της Οικοδέσποινας Γερόντισσας του Αγίου Όρους. Έκαναν την επιλογή τους! Επέλεξαν την συνοδοιπορία τους με την πατριαρχική οικουμενιστική λογική!
Χμ! Οι μασόνοι περάσανε πρώτοι την αμφισβήτηση της οικουμενικότητας των οικουμενικών συνόδων απορρίπτοντας την οικουμενικότητα κάθε συνόδου μετά τις 7 .Και όχι μόνο αυτό ! Δεν αρκέστηκαν στην μείωση του κύρους τους με την άρνηση της οικουμενικής τους αξίας αλλά δεν τις ανάφεραν ΚΑΝ στις εκδόσεις των Ιερών Κανόνων .Σαν να μην έγιναν ποτέ ! Και αν κάνεις αναφορά σε αυτές τι σου λένε ? Τις αναφέρει το Ιερόν Πηδάλιο ? Εχουν περάσει την βεβαιότητα οτι το βιβλίο τους Το Ιερό Πηδάλιο είναι το βιβλίο που περιέχει όλους τους έγκυρους Κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, μαζί με ερμηνεία. Γράφτηκε από τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη λένε ... Αρα ? Τι μας λέτε ? Είναι η προδοσία των παρα μορφωμένων "θεολόγων " των υποτρόφων των αιρετικών ιδρυμάτων ... σε στυλ του ΠΑΠΑΡΟΛΟΓΟΥ ΖΗΣΗ . Και είναι παπαρολόγος διότι ναι μεν εδώ ομιλεί για τις συνόδους αυτές ΑΛΛΑ δεν κάνει αναφορά οτι αυτός και οι συνάδελφοι του μεγαλο καθηγητά δες παραμορφωμένοι εκ της παπικής και προτεσταντικής εσπερίας τις " εξαφάνισαν " μη διδάσκοντες τις οπως τους αξίζει .
Ωστόσο, ένας σχολαστικός με το ψευδώνυμο "Ιώβ"
σχολίασε:
«Αντιπατερικά και αντίχριστα τα όσα
γράφει ο κ. Ασλανίδης. Ας διαβάσει να δει τι γράφει ο Άγιος Ιωάννης ο
Χρυσόστομος για το θέμα.» (14 Ιουλίου 2025, 12:08 μ.μ.)
Θα απαντήσω στον "Ιώβ" και σε όσους ακολουθούν τη
σχολαστική προσέγγιση, οι οποίοι γράφουν πολυσέλιδα άρθρα για τον διαχωρισμό
των τριών Προσώπων του Θεού και των δύο φύσεων του Χριστού, υπερασπιζόμενοι την
εικόνα του Παλαιού των Ημερών ως σύμβολο του Θεού Πατέρα.
Η αποφυγή του δόγματος από τον "Ιώβ"
Ο "Ιώβ" αγνόησε τη συζήτηση για το δόγμα που ήδη
υφίστατο στο άρθρο. Παραλείπει σιωπηλά το αδιαίρετο των Θείων Προσώπων και των
δύο φύσεων του Χριστού, ενώ εστιάζει μόνο στην εικόνα του Πατέρα ως ξεχωριστή
οντότητα. Αντί να αναγνωρίσει τη μία εικόνα του Χριστού, προτιμά να την
αντικαταστήσει με αυτόνομες συμβολικές αναπαραστάσεις, τοποθετώντας "δύο
σκιές" δίπλα στο φως της Αλήθειας.
Αντί να αναφερθεί στα καθιερωμένα δόγματα, επικαλείται μόνο την
ερμηνεία του Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου, σαν να είναι αυτή η μόνη πηγή θεολογίας.
Ωστόσο, ακόμα και ο Άγιος Χρυσόστομος δεν λέει αυτά που θα ήθελε ο “Ιώβ”, δεν
παρεκκλίνει προς τον τριθεϊσμό. Ο "Ιώβ" αποφεύγει κάθε δογματική
συζήτηση, προσπαθώντας να μετατοπίσει τη θεολογία προς μια σχολαστική και
λογική ανάλυση, μακριά από το μυστήριο της θεοφάνειας.
Το "ότι εστίν" vs. το "τι
εστίν"
Οι Γραφές μιλούν για το «ότι εστίν» ο
Θεός — δηλαδή, για την ύπαρξη Του. Οι σχολαστικοί, όμως, μεταφέρουν τον Παλαιό
των Ημερών στο επίπεδο του «τι εστίν», προσπαθώντας να ορίσουν
την ουσία και τη μορφή Του -δηλαδή μιλούν για τη αισθητή σχέση Του με τον
κόσμο. Το δόγμα επιτρέπει να μιλάμε για την ύπαρξη του Πατέρα, όχι για την
ατομική Του μορφή. Το όνομα «Πατήρ» επιβεβαιώνει την ύπαρξή Του, όχι μια συγκεκριμένη
εμφάνιση.
Ο Δανιήλ δεν αποκάλυψε την οπτική μορφή του Θεού, αλλά τόνισε τη
δυνατότητα της έλευσης του Μεσσία. Εισάγει στην θεολογία το άγνωστο μέχρι τότε
δεύτερο πρόσωπο και αυτό κατά την ύπαρξη του όχι την μορφή Του. Ο
"Ιώβ", όμως, ερμηνεύει τον Παλαιό των Ημερών ως σύμβολο της ουσίας
του Πατέρα, διαχωρίζοντας τον από τον Υιό ως αυτόνομη παρουσία — μια πλάνη που
αντιτίθεται στη δογματική διδασκαλία για το αδιαίρετο της Τριάδας.
Η μεγαλύτερη αίρεση
Αυτή η πλάνη δεν είναι απλή θεολογική διαφωνία, αλλά η μεγαλύτερη αίρεση της σύγχρονης εποχής. Είναι η
μεγαλύτρη διότι έχει μπει ύπουλα στην εκκλησία και δεν επηρεάζει μόνο τη
θεωρία, αλλά έχει εγκατασταθεί στην καρδιά της λατρείας.
Οι σχολαστικοί:
1.Χωρίζουν τα Πρόσωπα του Θεού σε τρεις αυτόνομες οντότητες.
2.Αποδίδουν σε κάθε Πρόσωπο ξεχωριστό όνομα, σύμβολο, εορτή και
θέση στον χώρο.
3.Καταργούν την Τριαδική Μονάδα, αντικαθιστώντας την με μια τριάδα
προσώπων που μοιράζονται μια κοινή ουσία.
Αντίθετα, η ορθόδοξη πίστη διδάσκει ότι ο Θεός είναι αδιαίρετος και προσκυνάται στο
πρόσωπο του Χριστού, ο οποίος είναι και εμφανίζεται η πλήρης Θεότητα.
Το δογματικό ατόπημα του "Ιώβ"
Ο "Ιώβ" ορίζει τον Θεό με ονόματα και σύμβολα,
απαντώντας στο «τι εστίν». Λέει: «Από εδώ ο Πατέρας, από εκεί ο Υιός», χωρίζοντας τον
αδιαίρετο Θεό. Αυτή η θέση:
·Αρνείται τη μοναδική μεσιτεία του Χριστού.
·Μετατρέπει τη θεοφάνεια σε κοσμικό θέαμα με αισθητά σύμβολα.
·Παραποιεί το μυστήριο της Τριάδας, προσφέροντας μια
ανθρωποκεντρική εικόνα του Θεού.
Η πραγματική εικόνα του Θεού
Η μόνη αληθινή εικόνα του Θεού είναι ο Χριστός. «Ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν Πατέρα» (Ιω. 14:9). Δεν
υπάρχει ανεξάρτητη εικόνα του Πατέρα ή του Αγίου Πνεύματος — μόνο ο Χριστός, ως
Θεάνθρωπος, αποκαλύπτει την Τριάδα.
Οι σχολαστικοί, όμως, προτιμούν να δημιουργούν φανταστικές
εικόνες, αντί να ακολουθήσουν τη σταυρική πορεία της πίστης, το σημείο του
Ιωνά. Όπως είπε ο Χριστός:
·Αντικαθιστούν τον Χριστό με συμβολικές αναπαραστάσεις.
Αυτή η θέση δεν είναι απλή θεολογική διαφωνία, αλλά αιρετική παρέκκλιση που απειλεί τα θεμέλια της
πίστης. Η εκκλησία οφείλει να την αντιμετωπίσει με σαφήνεια και αγωνιστικό
πνεύμα.
Ο εορτασμός της φετινής Κοιμήσεως της Θεοτόκου διαφέρει από
όλους τους προηγούμενους εορτασμούς, αφού είναι η πρώτη φορά που η αγία
αγίων μείζων υπέστη τον εικονογραφικό
βανδαλισμό της από τα αντιχριστιανικά χέρια του χαράκτη Χριστόφορου Κατσαδιώτη
με τις δαιμονικές
ευλογίες της διευθύντριας της Αντεθνικής Τερατοθήκης Σ. Τσιάρα
και της υπουργού
(καταστροφής του ελληνικού) πολιτισμού Λ. Μενδώνη.
Σε αυτήν την προδήλως
βλάσφημη έκθεση με τα τέσσερα
ψευδο-εικονίσματα, ένα εξ αυτών απεικονίζει, μέχρι σήμερα (!),
την Παναγία, κατ’ εφαρμογήν της λογικής του ανάποδου κόσμου, ασπρόμαυρη σαν μάγισσα,
με παραμορφωμένα τα
μάτια και τα χείλη της, ενώ στο αριστερό της χέρι φαίνεται ένας
σκελετός.
Το δε Θείο Βρέφος,
που κρατά στην αγκαλιά της, απεικονίζεται σαν διαβολικό-τερατόμορφο, με ένα μάτι και ένα κέρατο στο κεφάλι.
Το απόλυτο αίσχος!
Κι όμως, όλο αυτό το διάστημα μόνο ένας βουλευτής του
(ανθ)ελληνικού κΥνοβουλίου, ο Νίκος
Παπαδόπουλος, είχε το σθένος να μεταβεί στον συγκεκριμένο χώρο,
όπου η Τέχνη χρησιμοποιείται ως βρομερό
και ύπουλοόπλο
αντιχριστιανικής προπαγάνδας, για να τερματίσει, έστω
προσωρινώς, την αδι-ανόητη
επίθεση κατά της Ορθοδοξίας, αποκαθηλώνοντας τα φρικαλέα και
προκλητικά έργα.
Αλλά και ο ελληνικός
λαός, που υποτίθεται ότι στην συντριπτική του πλειοψηφία
διατηρεί την ορθόδοξη πίστη του, αποζητώντας συχνά-πυκνά την σκέπη της
λατρευόμενης Παναγίας, επέτρεψε
να χλευάζεται η Αειπάρθενος Μητέρα και Υπέρμαχος Στρατηγός του ελληνικού Έθνους
υπό το πρόσχημα της ελευθερίας της Τέχνης, που δήθεν είναι απεριόριστη, ενώ στο
άρθρο 16 του Συντάγματος κατοχυρώνεται μόνο ως ανεπιφύλακτη. Δεν προέβη σε καμία σοβαρή
και έμπρακτη διαμαρτυρία, αλλά προτίμησε να εκτονώσει τον θυμό του με τον
εύκολο τρόπο, δηλαδή χρησιμοποιώντας το πληκτρολόγιό
του (που, ταυτοχρόνως, είναι και πλήττω-λόγιο).
Και να σκεφθεί κανείς ότι όλη αυτή η φοβερά κακόγουστη ψευδοκαλλιτεχνική
φάρσα έλαβε χώρα στην πόλη των Αθηνών, εκεί δηλαδή όπου η Παναγία
λατρεύθηκε όσο σε καμία άλλη πόλη, όπως επισημαίνει ο Βύρων Κωνσταντάρας σε
ένα άρθρο που είχε δημοσιεύσει το 1950
στο 61ο
τεύχος του λογοτεχνικού περιοδικού «Ελληνική
Δημιουργία», διευθυντής του οποίου ήταν ο Σπύρος Μελάς.
Και πάλι ανάποδος κόσμος!
Aξίζει, λοιπόν, να θυμηθούμε τι ακριβώς έγραφε ο
Κωνσταντάρας σε εκείνο το άρθρο του, κρατώντας στο μυαλό μας ότι στην εποχή της
Τουρκοκρατίας η τότε
μικρή Αθήνα είχε εκκλησίες μόνο στ’ όνομα της Μεγαλόχαρης πάνω από τρεις
δωδεκάδες, οι δε σκλαβωμένοι Αθηναίοι κράτησαν με μεγάλη θεοσέβεια όλους τους
βυζαντινούς ναούς των προγόνων τους.
Ανάμεσα σε αυτούς συγκαταλέγονται:
Η Παναγιά
του Αγγέλου (Μπενιζέλου) επί της οδού Φωκίωνος, η Παναγιά η Βλασαρού, η
Παναγιά η Γοργοεπήκοος
(ο σημερινός Άγιος Ελευθέριος), η Παναγιά
της Δουρβέγαινας, η Κυρά
του Κανδήλι, η Παναγιά
Καπνικαρέα (Βυζαντινός ναός του 9ου αιώνος, που σώθηκε από
βεβαία κατεδάφιση, χάρις στην επέμβαση του Λουδοβίκου, πατρός του Όθωνος), η Παναγιά Χρυσοκαστριώτισσα,
η Κυμηγιάτισσα,
η Σώτηρα του Λυκοδήμου
(Ρωσ. ναός). Η Μεγάλη
Παναγιά που αναφέραμε, η Παντάνασσα,
η Παναγία η Πελεκαρίχη
(Μητροπολιτικός ναός επί Τουρκοκρατίας), η Κυρά της Πέτρας, η Πυργιώτισσα, η Ροδακινιώτισσα, η Χρυσοροΐδενα (της
οικογενείας Ροΐδη), η Ρούμπη,
η Χρυσοσπηλιώτισσα.
Τι όνειδος και θράσος, λοιπόν, η εκ διαμέτρου αντίθετη,
διαβολική απεικόνιση της Παναγίας μέσα στο μουσείο εικαστικών τεχνών που
ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1900.
Το κείμενο που ακολουθεί είχε δημοσιευθεί σε περιοδικό του Κιβωτού της Ορθοδοξίας
υπό την επιμέλεια του Παναγιώτη
Δρακόπουλου.
ΒΥΡΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ
Η
λατρεία της Μεγαλόχαρης στας Αθήνας
Σε καμιά πόλη στον κόσμο δεν λατρεύτηκε η Παναγία τόσο, όσο εδώ
στην Αθήνα, και καμιά πόλη, ανάλογα με τον πληθυσμό της, δεν είχε τόσες
εκκλησίες και τόσα μοναστήρια κτισμένα στ’ όνομα της Θεομήτορος, όσα είχαν
άλλοτε αι Αθήναι. Αυτό νομίζω πως οφείλεται σε δυο αξιοπρόσεχτα γεγονότα.
Γεγονότα που έχουν συνδέσει την Παναγία με την πόλη του Φωτός και του
Πνεύματος.
Ερχόμεθα στο πρώτο. Όπως μας λέγει η παράδοση της πίστης μας,
όταν ο Χριστός αποφάσισε να πάρει από τον πρόσκαιρο κόσμο τη Μητέρα Του για να
την έχει πλάι Του, την ειδοποίησε τρεις μέρες πριν μ’ έναν Άγγελό Του. Μετά το
άγγελμα αυτό, η Μεγαλόχαρη ανέβηκε στο Όρος των Ελαιών για να προσευχηθεί και
να ευχαριστήσει το παιδί της. Ταυτόχρονα νεφέλαι άρπαξαν από τα πέρατα της γης
τους Αποστόλους και τους έφεραν στο σπίτι της Παναγίας για να παρευρίσκονται
κατά την κοίμησή Της, και εκεί άραντες το σώμα με ύμνους και ψαλμούς έφεραν εις
το Χωρίον Γεθσημανή, και έθαψαν το πανάχραντό της σώμα.
Αι νεφέλαι τότε συνάρπαξαν μαζί με τους Αγίους Αποστόλους, και
έναν σοφό Αθηναίο βουλευτή και αρειοπαγίτη, τον Ιερόθεο, για να παρευρίσκεται
και αυτός στην εκφορά, σαν ένας εκπρόσωπος της πρωτεύουσας πόλης του κόσμου. Ο
τόσο αδικοξεχασμένος σοφός Αθηναίος Ιερόθεος ήταν, κατά τη γνώμη μερικών
εκκλησιαστικών ιστορικών, ο πρώτος Αθηναίος που κατηχήθηκε στην πίστη του Χριστού, από αυτόν τον
Απόστολο Παύλο. Λέγουν μάλιστα ότι χειροτονήθηκε και πρώτος Επίσκοπος Αθηνών και ότι αυτός έπειτα
μυσταγωγεί στη νέα πίστη τον θείο Διονύσιο. Τον Ιερόθεο αποκαλούν ακόμα και
«έξαρχον των θείων υμνωδιών». Αλλά και αυτός ο Άγιος Διονύσιος εις το έργον του
«Περί Θείων Ονομάτων» (Κεφ. Γ΄) λέγει για τον Ιερόθεο:
«Όλος εκδημών, όλος εξιστάμενος εαυτού, και την προς τα
υμνούμενα κοινωνίαν πάσχων, και παρά πάντων ηκούετο και εωράτο γνωρίμων και μη
γνωρίμων, θεόληπτος είναι και θείος υμνολόγος κρινόμενος».
Με αυτό το γεγονός, που παρευρέθηκε στην
Κοίμηση της Θεοτόκου ένας σοφός από τους Αθηναίους, τόσο κολακεύθηκαν,
ώστε θεώρησαν τη Μεγαλόχαρη σαν κάτι δικό τους. Τον πρώτο χριστιανικό ναό που δημιουργούν στας
Αθήνας, ίσως στον πρώτο αιώνα μ.Χ., κάτω από το πέλμα των Ρωμαίων και τον
κατατρεγμό των Εθνικών, τον αφιέρωσαν στ’ όνομα της Παναγίας. Ο Γερμανός ιστορικός Φερδινάνδος Γρηγορόβιος μάς ιστορεί πως στας
Αθήνας οι πρώτοι Χριστιανοί ανοικοδομούν Ναό της Αθηναίας Παναγίας.
Αυτός ο πρώτος αθηναϊκός ναός, που μνημονεύει ο Γρηγορόβιος,
ίσως να ήταν η πανάρχαια εκκλησία Μεγάλη Παναγιά, που σώθηκε έως την
απελευθέρωσή μας, κτισμένη πάνω στις βάσεις της παλιάς. Τον ναό αυτό
κατεδαφίσαμε εμείς, οι ελεύθεροι πλέον Έλληνες, προ ενός αιώνος. Είναι κι αυτό ένα από
τα πάμπολλα εγκλήματα που διεπράξαμε κατά των βυζαντινών μνημείων της πόλης
μας. Η Μεγάλη Παναγιά βρισκόταν στο τετράγωνο του Αδριανού (Παλαιά Αγορά). Ήταν
στολισμένη με θαυμάσιες βυζαντινές τοιχογραφίες, και ένα μέρος απ’ αυτές
αντέγραψε ο Bute, όπως και ο Couchand, όπως βλέπουμε στο έργο του «Choix d’
Eglises Byzantine en Gréce» [1842]. Την κατεδάφισε για αρχαιολογικές ανασκαφές
η Αρχαιολογική Εταιρεία. Επίσης τη Μεγάλη Παναγιά αναφέρει και ο αείμνηστος
Επίσκοπος Μεσσηνίας Πανάρετος, και λέγει πώς ονομάσθηκε Μεγάλη Παναγιά. Ο Ιεράρχης όμως
τοποθετεί την οικοδομή της μεταξύ του Δ΄ και του Ε΄ αιώνος. Καταλήγει δε με τα
ακόλουθα αποκαρδιωτικά:
«Το τετράγωνον του Αδριανού, εν ω κείται η Εκκλησία της Μεγάλης
Παναγίας, απαλλασσόμενον μετ’ ου πολύ, των αγοραίων ασχημιών, παραδίδεται τη
Αρχαιολογική Εταιρεία. Δεν πιστεύω τα αξιότιμα μέλη να διατάξωσι τον εξαφανισμόν του
ιστορικού χριστιανικού μνημείου συμμερισθέντας καθ’ όλους τους αιώνας τα
δυστυχήματα και τας πικράς περιπετείας των Αθηνών».
Ερχόμεθα τώρα εις το δεύτερον γεγονός, του δεσμού της Παναγίας
με την πόλη μας. Οι αρχαίοι Αθηναίοι λάτρευαν περισσότερο απ’ όλους τους Θεούς
των, την Παρθένα Αθηνά, που ο ναός της, ο Παρθενών, πάνω στον βράχο της
Ακρόπολης ήταν το καύχημα και η περηφάνειά των. Όταν, τέλος, αυτός ο ναός της
Παρθένου Αθηνάς μετετράπηκε σε Εκκλησιά της Αειπαρθένου Μαρίας της Αθηναίας ή
Αθηνιώτισσας, οι κάτοικοι της πόλης θεώρησαν πως η Παρθένα Μαρία ήταν σαν
συνέχεια της Παρθένας Θεάς Αθηνάς, προστάτρια της πόλης των. Νόμισαν ακόμα πως
δημιουργήθηκε μεταξύ των δύο Θείων γυναικών ένας κρίκος που συνέδεσε την παλιά
με τη νέα θρησκεία, και η νέα παρέσυρε εύκολα τον αρχαίο κόσμο στο νέο δόγμα
του Χριστού.
Εξ άλλου η Αθηναία Παναγία, ή Αθηνιώτισσα, ήταν γνωστή σ’ όλο το
Βυζάντιο, σαν κάτι ξέχωρο και θαυμαστό. Για τον τύπο της Αθηναίας Παναγίας
έχουμε και ένα άλλο αξιοπρόσεχτο γεγονός. Ο ιστορικός Τάσος Νερούτσος αναφέρει για μία
θαυμάσια αθηναϊκή εικόνα της Θεομήτορος, που μεταφέρθηκε απ’ εδώ στην Αίγυπτο.
Αυτή η εικών ήταν η Αθηναία, Παναγία η Γοργοεπήκοος, έργο προ του 11ου
αιώνα. Περί αυτής λέγει αυτολεξεί «σανίς μεγάλη πολυραγής, περίβρωτος και
περίτριβος υπό του χρόνου». Παριστάνει την υπεραγίαν Θεοτόκον εις φυσικόν
μέγεθος ορθίαν κατά τύπον αρχαϊκών καθ’ όσον αποβλέπει την στάσιν την
ευθυγραμμίαν, και την διάταξιν των πτυχών του ιματισμού. Η γραφή απομιμείται το
άγαλμα της Αθηνάς Παρθένου.
Μήπως δεν έχουμε κι άλλες μεταβυζαντινές και βυζαντινές
εκκλησίες των Αθηνών που οι τοιχογραφίες των είναι εντελώς ελληνικού τύπου;
Όπως της Αγίας Βαρβάρας στο Ψυχικό; Στον θόλο του ναού
απεκαλύφθηκε προ πέντε ετών [1945] μια μεγάλη τοιχογραφία με τον Ευαγγελισμό,
που ο Αρχάγγελος είναι εντελώς ελληνικού τύπου. Τα πτερά του είναι διαφανή και
οι πτυχές του χιτώνος του μαρτυρούν μια αρτία σωματική ανατομική διαύγεια. Η
στάση του Αρχαγγέλου παρομοιάζει με το γνωστό ακέφαλο άγαλμα «η νίκη της
Σαμοθράκης». Επίσης όλη η τοιχογραφία πλαισιώνεται από κιγκλιδώματα εντελώς
ελληνικού ρυθμού.
Δεν γνωρίζομε πότε ακριβώς ο Παρθενών μετετράπηκε σε Εκκλησία
της Θεομήτορος. Ίσως να έγινε στην εποχή του Θεοδοσίου του Μικρού, που ως Αυτοκράτωρ
πρόσταξε να καταστραφούν μέχρις εδάφους όλοι οι ναοί των εθνικών εδώ στας
Αθήνας. Με την επέμβαση όμως της γυναικός του Ευδοκίας (Αθηναΐδος), ανέστειλε
την πρώτη του διαταγή με νέα, που όριζε να μην καταστραφούν
αλλά να κλεισθούν, μέχρις ότου μεταβληθούν σε χριστιανικές εκκλησίες. Ο ιστορικός
Δ. Σουρμελής, άγνωστο πού βασιζόμενος, αναφέρει ότι
τότε ο Ναός της Παρθένου Αθηνάς ονομάσθηκε της Παρθένου Μαρίας, και ο Ναός του Ολυμπίου Διός (οι κολώνες) σε Ναό του Σωτήρος.
Η παράδοσή μας λέγει ακόμα πως η Αθηναία Αυγούστα λάμπρυνε τας Αθήνας με
δώδεκα μεγαλόπρεπες εκκλησίες, που μεταξύ αυτών μερικοί ιστορικοί συγκαταλέγουν
τον ωραίο βυζαντινό ναό της «Παναγίας Σώτηρας του Λυκοδήμου». Ο ναός αυτός ανήκε
αρχικά σε μια πανάρχαια αρχοντική οικογένεια των Λύκων ή Λυκοδήμων. Στην ίδια
οικογένεια ανήκε και το «ιερό της Δήμητρας (Τελεστήριο)», δηλαδή στο μέρος που
είναι τώρα η Μονή της Θεοτόκου της Καισαριανής. Δεν γνωρίζουμε πότε
ακριβώς ο αρχαίος ναός έγινε εκκλησία και μοναστήρι. Από τα ανάγλυφα και την
αρχιτεκτονική του ίσως να έγινε κατά τον 4ον ή 5ον αιώνα. Η «Παναγία Σώτηρα του
Λυκοδήμου» είναι οικοδόμημα του Η΄ ή Θ΄ αιώνος, ίσως έργον της δευτέρας
Αθηναίας Αυτοκράτειρας, της Ειρήνης της Αθηναίας, που κι αυτή κόσμησε
την πατρίδα της με περίλαμπρους ναούς. Αυτό είναι πιστευτό από τον
αρχιτεκτονικό ρυθμό.
Αναφέρω ειδικά γι’ αυτόν τον ωραίο ναό, το μεγαλύτερο και
ωραιότερο βυζαντινό μνημείο της πόλης μας, που βρίσκεται τώρα στα χέρια των
Ρώσων, δηλαδή τον ρωσικό ναό, την Αγία Τριάδα, στην οδό Φιλελλήνων.
Βρέθηκαν Έλληνες στην αρχή που χάρισαν το μνημείο στους Ρώσους
προ ενός και πλέον αιώνος. Δυστυχώς στον πρώτο αιώνα της
απελευθερώσεώς μας, η περιφρόνηση του νέου Έλληνα για τα βυζαντινά του μνημεία
ήταν σε τέτοιο βαθμό, ώστε ασυνείδητα τα γκρέμιζε για ρυμοτομία και τα χάριζε
σε ξένους σαν να ήσαν αμπελοχώραφά του. Αυτό λίγο πολύ θα
έμοιαζε σαν εμείς μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης να χαρίζαμε τον Άγιο
Δημήτριο ή άλλο βυζαντινό ναό της πόλης στους Σλάβους. Νομίζω πως είναι καιρός
αυτός ο Ναός να επιστραφεί με κάθε τρόπο στην πόλη των Αθηνών.
Στην εποχή της Τουρκοκρατίας, η τότε μικρή Αθήνα είχε
εκκλησίες μόνο στ’ όνομα της Μεγαλόχαρης πάνω από τρεις δωδεκάδες. Οι σκλαβωμένοι
Αθηναίοι κράτησαν με μεγάλη θεοσέβεια όλους τους βυζαντινούς ναούς των προγόνων
των, που οι περισσότεροι ήσαν αρχοντικοί οικογενειακοί και γνωστοί με τ’ όνομα
του Κτήτορος. Όπως η Παναγιά του Αγγέλου (Μπενιζέλου) επί της
οδού Φωκίωνος, η Παναγιά η Βλασαρού, η Παναγιά η Γοργοεπήκοος (ο σημερινός Άγιος
Ελευθέριος), η Παναγιά της Δουρβέγαινας, η Κυρά του Κανδήλι, η Παναγιά Καπνικαρέα (Βυζαντινός ναός του
9ου αιώνος, που σώθηκε από βεβαία κατεδάφιση, χάρις στην επέμβαση του
Λουδοβίκου, πατρός του Όθωνος), η Παναγιά
Χρυσοκαστριώτισσα, η Κυμηγιάτισσα, η Σώτηρα του Λυκοδήμου (Ρωσ. ναός). Η Μεγάλη Παναγιά που αναφέραμε, η Παντάνασσα, η Παναγία η Πελεκαρίχη (Μητροπολιτικός ναός
επί Τουρκοκρατίας), η Κυρά της Πέτρας, η Πυργιώτισσα, η Ροδακινιώτισσα, η Χρυσοροΐδενα (της οικογενείας
Ροΐδη), η Ρούμπη, η Χρυσοσπηλιώτισσα και άλλες, που για την περιγραφή των
χρειάζεται ολόκληρο βιβλίο.
Και τα περισσότερα Μεγάλα Μοναστήρια γύρω στην Αθήνα ήσαν
αφιερωμένα στ’ όνομα της Μεγαλόχαρης, όπως τα δύο πανάρχαια
της Καισαριανής και του Δαφνιού, τα Εισόδια της Θεοτόκου, και η Κοίμησις της
Θεοτόκου, και τα άλλα δύο μεγάλα Μεταβυζαντινά, της Πεντέλης και της Σαλαμίνος,
και τα δύο αφιερωμένα στην Κοίμηση της Θεοτόκου.
Στη Βυζαντινή εποχή και απ’ όλα τα μοναστήρια και εκκλησιές των
Αθηνών, η πιο φημισμένη που ΄χε και πρωτεύουσα θέση στην Αυτοκρατορία, ήταν
πάνω στον Βράχο, η Παναγιά η Αθηνιώτισσα. Στην Αθηναία Παναγιά
ήρθε να προσευχηθεί και να ευχαριστήσει τη Μεγαλόχαρη, για τις περίλαμπρες
νίκες του, ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος. Ο Κεδρηνός μας ιστορεί:
«Κατέβη το 1018 εις Θερμοπύλας, ένθα εθαύμασε τα κατά των
βαρβάρων οχυρώματα, προέβη προς τον Σπερχιόν, ένθα εξέπληξεν αυτόν το πλήθος
των οστέων, λειψάνων των προ είκοσι τριών ετών, υπό του Νικηφόρου Ουρανού
αυτόθι κατατροπωθέντων Βουλγάρων. Μετά διευθύνθη εις τας Αθήνας, ένθα τα της
νίκης ευχαριστήρια τη Θεοτόκω δους, και αναθέμασι πολλοίς λαμπροίς και
πολυτελέσι κοσμήσας τον Ναόν, υπέστρεψεν εις Κωνσταντινούπολιν».
Ο Βασίλειος Βουλγαροκτόνος, που στις φλέβες του έρρεε αγνό
Ελληνομακεδονικό αίμα, ήρθε εδώ πραγματικά οδηγούμενος από μια θεία βούληση.
Ταξίδεψε ώς την πόλη του φωτός, με μοναδικό σκοπό ν’ ανεβεί στον θείο Βράχο.
Πρώτα για να εκφράσει στη Δέσποινα των Ουρανών τα ευχαριστήριά του νικητήρια
για την κατατρόπωση των Σλάβων, και ν’ αποδώσει τον σεβασμό και θαυμασμό του
στην αιώνια πόλη του πνεύματος, που τόσο συνετέλεσε στη μεγαλούργηση του
Βυζαντίου, κι έπειτα για να εναποθέσει εκεί ψηλά την ιδανική του ύπαρξη σαν
εθνική κληρονομιά.
Ο θρυλικός Βασιλιάς, σαν να προαισθάνθηκε τη μελλοντική παρακμή,
και περιοδική υποδούλωση του Έθνους του. Θα μάντευσε πως πάνω σ’ αυτό τον βράχο
θ’ αναγεννηθεί ο Φοίνιξ της φυλής του. Ανέβηκε ψηλά ν’ αφήσει τον εαυτό του,
και να μείνει σαν φόβητρο κατά των παλαιών του γνωρίμων. Όχι πια σαν Βυζαντινός
«όρος», αλλά σαν ζωντανός Έλληνας στρατιώτης, σαν ακαταμάχητος ακρίτας, και
τέλος σαν συνεχιστής της εποποιίας εκείνου.