«Οὐκ ἀρνησόμεθά σε,
Φίλη Ὀρθοδοξία·
οὐ ψευσόμεθά σου
Πατροπαράδοτον Σέβας·
ἐν σοί ἐγεννήθημεν,
καί σοί ζῶμεν,
καί ἐν σοί κοιμηθησόμεθα·
εἰ δέ καλέσει καιρός,
καί μυριάκις
ὑπέρ σοῦ τεθνηξόμεθα!»
Ἰωσήφ Βρυέννιος (1350-1431)
“Οὐκ ἀρνησόμεθά σε…” Πολύ εύκολα λέγονται τα λόγια τα μεγάλα, από μας τους μικρούς και μηδαμινούς… Πανεύκολα σκορπίζουμε περίτρανες ομολογίες και αποδεχόμαστε χειροκροτήματα και επευφημίες. Προβαίνουμε σε πρόωρες «αγιοκατατάξεις» εν ζωή και σε μεροληψίας μακαρισμούς προ τέλους. Ταύτα πάντα, «ποιητική αδεία». Καταντούμε αηδία με τον αυτοέπαινο, την φιλοφρόνηση και την κολακεία.
“Οὐκ ἀρνησόμεθά σε, φίλη Ὀρθοδοξία!” Οι μεγάλοι Πατέρες που τα είπαν, τα εννοούσαν και τα επισφράγισαν με τους διωγμούς τους, τα παθήματά τους, τις θυσίες τους και τα μαρτύριά τους τα οποία έπαθαν για την δική Του Αγάπη και την δική Του Αλήθεια. «Τας αλγηδόνας των Αγίων ας υπέρ Σου έπαθον…» Όλα όσα έλεγαν, τα βίωναν, τα ζούσαν. Την πράξη βρήκαν ως Θεόπνευστοι, «εις θεωρίας επίβασιν».
Κρίμασιν οις οίδεν Κύριος, εμείς, μένουμε στα λόγια “της παχυάς φακής”. Κάνουμε βαρύγδουπες ομολογιακές δηλώσεις: “Οὐκ ἀρνησόμεθά σε…” Και σε αρνούμαστε, Φίλη Ορθοδοξία. Σε απαρνούμαστε με αρνήσεις τρεις και χίλιες δεκατρείς. Σε αρνούμαστε, όχι μόνο όπως ο Απόστολος Πέτρος, αλλά όπως όλοι οι Απόστολοι. Το αναφέρει ξεκάθαρα ο Ευαγγελιστής Μάρκος: “ἐάν με δέῃ συναποθανεῖν σοι, οὐ μή σε ἀπαρνήσομαι. ὡσαύτως δέ καί πάντες ἔλεγον.” (Μαρκ. 14, 31).
Όλοι τα ίδια έλεγαν, «δεν πρόκειται να Σ΄ αρνηθούμε.» Μη μου λέτε για ήρωες και μαχητές επισκόπους. Μη μου μιλάτε για «χαλκέντερους» διδασκάλους και λέοντες-χαμαιλέοντες μητροπολίτες. Εδώ ολόκληροι Απόστολοι θαυματοποιοί, με εξορκισμούς, ιάσεις και νεκραναστάσεις και όμως πρόδωσαν, αρνήθηκαν και απαρνήθηκαν ενώ ορκίζονταν και επιδείκνυαν μάχαιρα απειλητική: «δεν πρόκειται να Σ΄ αρνηθούμε.»