ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ : Διαπέμπομεν ἐπίκαιρον σχολιασμόν τῆς ἀμετροεποῦς καί ἀπαραδέκτου δηλώσεως τοῦ ἀντικανονικῶς διακατέχοντος τόν Θρόνον τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης τοῦ τέως περιπύστου καί πρεσβυγενοῦς Πατριαρχείου τῆς Δύσεως.


Πειραιεύς, 14 Νοεμβρίου 2014
 Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Θ Ε Ν

Διαπέμπομεν ἐπίκαιρον σχολιασμόν τῆς ἀμετροεποῦς καί ἀπαραδέκτου δηλώσεως τοῦ ἀντικανονικῶς διακατέχοντος τόν Θρόνον τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης τοῦ τέως περιπύστου καί πρεσβυγενοῦς Πατριαρχείου τῆς Δύσεως.

ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ

ΠΕΡΙ «ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ» ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Κατά τήν ἀνά Τετάρτη γενική ἀκρόαση–κατήχηση στήν πλατεία τοῦ Ἁγίου Πέτρου ἐνώπιον χιλιάδων πιστῶν του, ὁ αἱρεσιάρχης «πάπας» Φραγκίσκος εἶπε τά ἑξῆς φρικτά πού ἀφοροῦσαν καί στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία : «Δέν ὑπάρχει ὑγιής Ἐκκλησία, ὅταν οἱ πιστοί, οἱ κληρικοί καί οἱ διάκονοι δέν εἶναι ἑνωμένοι περί τόν Ἐπίσκοπό τους.  Ἐκκλησία, ὁποία δέν εἶναι ἑνωμένη περί τόν Ἐπίσκοπο εἶναι μιά ἄρρωστη Ἐκκλησία. Ἰησοῦς θέλησε αὐτήν τήν ἕνωση ὅλων τῶν πιστῶν μέ τόν Ἐπίσκοπο. Τό ἴδιο καί τῶν ἱερέων καί τῶν διακόνων. Ὅλοι ὀφείλουν νά ἔχουν τή συνείδηση ὅτι Ἐπίσκοπος καθιστᾶ ὁρατό τόν δεσμό τοῦ καθενός μέ τήν Ἐκκλησία, καί τῆς Ἐκκλησίας μέ τούς Ἀποστόλους καί μέ τίς ἄλλες κοινότητες, οἱ ὁποῖες ἐπίσης εἶναι ἑνωμένες μέ τούς Ἐπισκόπους καί μέ τόν Πάπα στή Μία, Μοναδική (unique) Ἐκκλησία, πού εἶναι δική μας, Ἱεραρχική Ἁγία Μητέρα Ἐκκλησία»[1].
Ἐάν ἀρρώστια σταματοῦσε στήν ἀπόσχιση ἀπό τόν ἐπίσκοπο, ἐκκλησιολογικά δέν θά ὑπῆρχε πρόβλημα, μολονότι καί αὐτό δικαιολογεῖται, ὅταν ἐπίσκοπος δέν ὀρθοτομεῖ τόν λόγον τῆς ἀληθείας. Τό γεγονός, ὅμως, ὅτι ἀρρώστια ἐπεκτείνεται καί πρός ὅσους δέν εἶναι ἑνωμένοι μέ τόν «πάπα», ἀποτελεῖ φρικτή ὕβρη καί προσβολή τῆς μόνης Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, τουτέστι τῆς Ὀρθοδόξου, καί βλασφημία τοῦ μόνον ἐν αὐτῆ ἐνοικούντος Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖο εἶναι ἀδύνατον νά ἐνοικεῖ στήν αἱρετική παρασυναγωγή τοῦ παπισμοῦ, ὅπου ἰδιαιτέρως ὑποτιμᾶται καί περιφρονεῖται μέ τήν αἵρεση τοῦFilioque.
Μελετώντας τήν παραπάνω δήλωση τοῦ «πάπα» Φραγκίσκου δέν νιώσαμε ἀπολύτως καμμία ἔκπληξη γιά τήν ἑωσφορική αὐτή διακήρυξη καί τήν ἀμετανοησία τοῦ αἱρεσιάρχου τῆς Ρώμης

"Ορθόδοξος Τύπος" : Μήπως ἔχουν κάμνει τὴν ἕνωσιν μὲ τοὺς παπικοὺς καὶ δὲν τὸ γνωρίζομεν;

 Διαβάσαμε τὸ ἄκρως διαφωτιστικὸ ἄρθρο τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου μὲ τίτλο: «Διάλογος Ὀρθοδόξων καὶ Ρωμαιοκαθολικῶν» καὶ δὲν πιστεύαμε στὰ μάτια μας γιὰ μία πελωρίων διαστάσεων «λεπτομέρεια», τὴν ὁποία μᾶς κρύβανε ἐπιμελῶς οἱ οἰκουμενιστὲς ἐδῶ καὶ σαράντα χρόνια. Σεβασμιώτατος παραθέτει ἀπόσπασμα ἀπὸ σύγγραμμα τοῦ καθηγητῆ κ. Α. Παπαδόπουλου, ὁποῖος ἀπέδειξε πώς, ὅταν ἔγινε ἄρση τῶν ἀναθεμάτων μεταξὺ Ἀθηναγόρα καὶ Πάπα τὸ 1965, χρησιμοποιήθηκε διαφορετικὴ ὁρολογία στὴν ἑλληνικὴ μετάφραση ἀπὸ ἐκείνη τοῦ πρωτοτύπου, ποὺ προορίζονταν γιὰ τοὺς παπικούς. «Τὸ κείμενο τῆς ἄρσεως τῶν ἀναθεμάτων ἔχει τὸν ὅρο excommunication ὁποῖος στὴν ἐπίσημη μετάφραση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου μεταφράζεται ὡς "ἀναθέματα". Τὸ κείμενο, δηλαδή, μιλοῦσε γιὰ "ἄρση τῆς ἀκοινωνησίας". Οἱ New York Times μετέδωσαν τὴν ἀπὸ κοινοῦ ἀγγελία τοῦ Βατικανοῦ καὶ τοῦ Φαναρίου τῆς 7ης Δεκεμβρίου 1965 διά τὴν ἄρση τοῦ excommunication (τῆς ἀκοινωνησίας τοῦ Λατινικοῦ κειμένου) εἰς τὴν πρώτη σελίδα, ὡς τὸ τέλος τοῦ σχίσματος τοῦ 1054 καὶ ὡς τὴν ἐπανάληψη τῆς μυστηριακῆς κοινωνίας, ποὺ εἶχε τότε διακοπεῖ. Φαίνεται πλέον σαφῶς ὅτι τὸ Ἑλληνικὸ κείμενο, ποὺ ἀναγγέλλει τὴν "ἄρση τῶν ἀναθεμάτων" ἦτο τεχνηέντως παραπλανητικόν. Φαίνεται ὅτι εἶχε σκοπὸν νὰ ἀμβλύνη ἐνδεχομένας ἀρνητικὰς ἀντιδράσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας"». Μὲ ἄλλα λόγια, ἐνῶ οἱ δύο πλευρὲς συνυπέγραψαν τὴν ἄρση τῆς ἀκοινωνησίας, ἤτοι: ἀποκατέστησαν τὴν μυστηριακὴ ἕνωση καὶ σὲ μᾶς «πλάσαραν» τὴν δῆθεν ἄρση τῶν ἀναθεμάτων!  Ἂν ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα τότε ἔχουν κάνει τὴν ἕνωση μὲ τοὺς παπικοὺς καὶ μᾶς «δουλεύουν ψιλὸ γαζὶ» οἱ «δικοί» μας οἰκουμενιστές!

(σ.σ. τόσα χρόνια το γράφει αυτό ο θεολόγος Αθανάσιος Σακαρέλλος, τώρα το ανακάλυψαν; Νομίζω οι "αντι-οικουμενιστές" είναι υποκριτές.... ).

Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος : Δεν πρέπει να λυπόμαστε όταν παθαίνουμε κάτι κακό, μα όταν κάνουμε κάτι κακό

http://agiooros.org/index.php

Τη λύπη την έβαλε μέσα μας ο Θεός. Όχι, όμως, για να τη μεταχειριζόμαστε άσκοπα ή και βλαπτικά, σε ακατάλληλο χρόνο και σε αντίθετες συνθήκες στη φύση μας περιστάσεις, κλονίζοντας έτσι την υγεία της ψυχής και του σώματος, αλλά για ν’ αποκομίζουμε απ’ αυτήν όσο γίνεται μεγαλύτερο πνευματικό κέρδος.

Γι’ αυτό, δεν πρέπει να λυπόμαστε όταν παθαίνουμε κάτι κακό, μα όταν κάνουμε κάτι κακό. Εμείς, ωστόσο, έχουμε αντιστρέψει τα πράγματα. Έτσι, και αμέτρητα κακά να διαπράξουμε, ούτε λυπόμαστε ούτε ντρεπόμαστε. Αν, όμως, πάθουμε και το παραμικρό κακό από κάποιον, τότε τα χάνουμε, βαριοθυμούμε, γινόμαστε συντρίμμια και δεν συλλογιζόμαστε πως οι θλίψεις και οι πειρασμοί φανερώνουν τη φροντίδα του Θεού για μας περισσότερο από τα ευχάριστα περιστατικά.

Αλλά γιατί αναφέρω τις θλίψεις αυτής της ζωής; Μήπως και η απειλή του αιωνίου κολασμού δεν αποτελεί τη φιλανθρωπία του Θεού καλύτερα από την υπόσχεσή Του για την ουράνια βασιλεία; Γιατί, αν δεν υπήρχε η απειλή του αιωνίου κολασμού, λίγοι θα ήταν εκείνοι που θα κέρδιζαν τη σωτηρία. Δεν είναι, βλέπεις, αρκετή για μας, τους ράθυμους, η υπόσχεση των ουράνιων αγαθών. Ο φόβος της κολάσεως πιο πολύ μας παρακινεί στην αρετή.

Γι’ αυτό, λοιπόν, υπάρχουν η λύπη και η αθυμία, όχι για να μας κυριεύουν όταν πεθαίνει ένα αγαπημένο μας πρόσωπο ή όταν χάνουμε χρήματα ή όταν δοκιμάζουμε κάποια αποτυχία, αλλά για να μας βοηθούν στον πνευματικό μας αγώνα. Ας λυπόμαστε όχι για τη θλίψη ή τη βλάβη που μας προξενεί κάποιος, αλλά για τις αμαρτίες μας, με τις οποίες λυπούμε το Θεό. Γιατί οι αμαρτίες διώχνουν μακριά μας το Θεό, ενώ οι θλίψεις, που δοκιμάζουμε από άλλους ανθρώπους, Τον κάνουν να μένει κοντά μας ως προστάτης.

ΕΟΡΤΟΔΡΟΜΙΟΝ

Τροπάριον.

Λαμπρυνόμενος τω φέγγει, του Θεού Παντοκράτορος, αληθείας κήρυξ, λέγε, Γαβριήλ, αληθέστατα· πως, ακηράτου μενούσης της αγνείας μου; Λόγον τέξομαι, μετά σαρκός τον ασώματον;

Ερμηνεία.


Και με τούτο το Τροπάριον ζητεί η Παρθένος από τον Άγγελον να τη φανερώση με ποίον τρόπον έχει να γεννήση τον Υιόν και Λόγον του Θεού· όθεν λέγει προς αυτόν· ω Αρχάγγελε Γαβριήλ, εσύ όπου λαμπρύνεσαι με το φέγγος και τας ελλάμψεις του Θεού του Παντοκράτορος, και δια τούτο είσαι κήρυξ της αληθείας, και δεν δύνασαι να πλανηθής από την αλήθειαν· έφη γαρ ο Χρυσορρήμων· «Καλός ο Ουρανός, αλλ΄ ουχ΄ ούτω καλός, ως Άγγελος· φαιδρός ο Ήλιος, αλλ΄ ουχ΄ ούτω φαιδρός, ως ο Αρχάγγελος» (Λόγ. εις το «Εν αρχή εποίησεν ο Θεός», τόμω ε΄ της εν Ετόνη εκδόσει)· συ, Αρχάγγελε Γαβριήλ, ειπέ σαφέστατα με ποίον τρόπον εγώ θέλω γεννήσει τον Υιόν και Λόγον του Θεού, μενούσης αδιαφθόρου της παρθενίας μου; Ή πως θέλω γεννήσει τον ασώματον Λόγον του Θεού με σώμα υλικόν και ανθρώπινον; Ταύτα γαρ και τα δύο είναι άπορα εις εμέ και ακατάληπτα. Διονύσιος δε ο Αρεοπαγίτης ερμηνεύων την λέξιν «Παντοκράτορ», λέγει· «Δια το πάντων αυτόν είναι παντοκρατορικήν έδραν, συνέχουσαν και περιέχουσαν τα όλα και ενιδρύουσαν και θεμελιούσαν, και αρραγές εν εαυτή το παν αποτελούσαν. Λέγεται δε Παντοκράτωρ η Θεαρχία, και ως πάντων κρατούσα, και αμιγώς των διοικουμένων επάρχουσα, και ως πάσιν εφετή γους, και τας γλυκείας ωδίνας του θείου και παντοκρατορικού και αλύτου της αγαθότητος αυτού έρωτος» (Κεφ. ι΄ Περί θείων ονομάτων). Και το μεν να εισέλθη εις την κοιλίαν μου ο Υιός του Θεού, και να συλληφθή ασπόρως εν αυτή, τούτο ναι είναι μέγα ως αληθώς και παράδοξον· το δε να γεννηθή σαρκοφόρος εξ εμού και βρέφος εννεάμηνον με τον φυσικόν όγκον όλων των μελών και μερών του σώματος, χωρίς να φθείρη την παρθενίαν μου, τούτο αληθώς είναι πολύ του προτέρου παραδοξότερον και υπερφυέστερον. Τούτο θαυμάζει και Ιωάννης ο Γεωμέτρης πανηγυρίζων εις την εορτήν· «Το δε μη μόνον συλλαβείν Παρθένον και συλλαβούσαν διατελείν, αλλά και τεκούσαν την παρθενίαν διατηρείν, πως ου διπλούν μεν ημίν το κατά την Παρθένον αναδείκνυσι θαύμα του Μυστηρίου; Μείζον δε, είπέρ τι ημίν έξεστι, και του προλαβόντος φαίνεται; Το μεν γαρ μήπω παχυνθέντα τον Λόγον αφράστως μεν, ασείστως δε τα νυμφικά εισελθείν κλείθρα, και σάρκα λαβείν, θαυμαστόν μεν και ου καταληπτόν· πως γαρ ου; Ούπω δε τοσούτον, όσον μετά του πάχους όλου και του προσλήμματος εξελθόντα, την πύλην εσφραγισμένην απολιπείν, ώσπερ αν, ει μηδέ την αρχήν διελθών ην».