«Ἡ ταπείνωση, ἐπειδὴ ἐκ φύσεως ἀνυψώνει τὸν ἄνθρωπο καὶ ἔχει τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ἀφανίζει σχεδὸν ὅλα τὰ κακὰ ποὺ ὑπάρχουν μέσα μας, τὰ ὁποῖα
μισεῖ
ὁ
Θεός, εἶναι δυσκολοκατόρθωτη. Καὶ μπορεῖ
νὰ
βρεῖς
σὲ
ἕνα
ἄνθρωπο
μερικὴ
ἐργασία
πολλῶν
ἀρετῶν, ἂν ὅμως ζητήσεις καὶ μυρωδιὰ μόνον ταπεινώσεως, μόλις καὶ
θὰ
τὴν
βρεῖς. Γιὰ αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχομε μεγάλη ἐπιμέλεια, ὥστε νὰ
ἀποκτήσομε
τὴν
ἁγία
ταπείνωση. Ἡ Γραφὴ τὸν διάβολο τὸν ὀνομάζει ἀκάθαρτο, ἐπειδὴ ἐξ ἀρχῆς ἀπώθησε τὸ ἀγαθό τῆς ταπεινοφροσύνης καὶ ἀγάπησε τὴν ὑπερηφάνεια».
Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ του Αγίου Ιουστίνου (Πόποβιτς)
Eκκλησία, πρόσωπον,
κοινωνία.
Η Εκκλησία είναι η πλέον τελεία οργάνωσις ακριβώς διότι είναι ο πλέον
τέλειος, θεανθρώπινος οργανισμός. Ο Θεός και ο άνθρωπος είναι ηνωμένοι μέσα της
εις ένα πνευματικόν-κεχαριτωμένον θεανθρώπινον οργανισμόν: Ο Θεός ζη μέσα εις τον άνθρωπον και δια του
ανθρώπου, ο δε άνθρωπος μέσα εις τον Θεόν και δια του Θεού. Ο άνθρωπος
υποτάσσεται κατά πάντα εκουσίως εις τον Θεόν και τελειοποιείται δια του Θεού,
«αυξάνει την αύξησιν του Θεού», «εις άνδρα τέλειον εις μέτρον ηλικίας του
πληρώματος του Χριστού» (Κολ. 2, 19. Εφ. 4, 13). Εν τούτοις, ο άνθρωπος δεν
παύει να είναι άνθρωπος, διότι όλα αυτά τελούνται και γίνονται κατά το πνεύμα
της θεανθρωπίνης συμβιώσεως, της θεανθρωπίνης συζωής και συνεργείας, του
Θεανθρωπίνου πληρώματος και ισορροπίας, μέσα εις την Εκκλησίαν το πρόσωπον δεν
εκμηδενίζεται δια της κοινωνίας, αντιθέτως, τελειοποιείται δι΄ αυτής, η
κοινωνία, πάλιν, δεν υποδουλώνεται εις το άτομον, αλλ΄ αυξάνει και
τελειοποιείται δι΄ αυτού. Προς τούτοις και το ένα και το άλλο αποκτούν τας
δυνάμεις δι΄ εν τοιούτον έργον από τον θαυμαστόν Κύριον Ιησούν, ο οποίος είναι
ταυτοχρόνως και η Κεφαλή της Κοινωνίας ως όλου και η Κεφαλή ενός εκάστου ως
προσώπου. Ιδού λοιπόν, διατί η Εκκλησία είναι η μόνη πραγματική και αληθινή
Κοινωνία και διατί έξω απ΄ αυτήν δεν υπάρχει, και δεν δύναται να υπάρχη, ούτε
πραγματική κοινωνία, ούτε πραγματικόν πρόσωπον.
Ανοικτή Επιστολή προς τον Πατριάρχη της Γεωργίας Ηλία τον Β΄
Από την Μοναστική
Αδελφότητα του Αγίου Σίο του Μγκβίμε
Καθολικήν Εκκλησίαν,την
ορθήν και σωτήριον της εις αυτόν πίστεως ομολογίαν, Πέτρον μακαρίσας εφ οις αυτόν καλώς ωμολόγησεν, ο των όλων είναι
Θεός απεφήνατο….και επί ταύτη τη πέτρα (δηλ. της σωστής πίστεως) οικοδομήσω την
Εκκλησία μου και πύλαι άδου ου κατισχύσουσι αυτής (Ματθ. ΙΣΤ:18). Άγιος Μάξιμος
ο Ομολογητής ( Migne PG 90 ,132 A ).
Ορφανοί εγενήθημεν, ουχ
υπάρχει πατήρ. Θρήνοι Ιερεμίου Ε:3
Ο αναγινώσκων νοείτω Ματθ. ΚΔ:15
Στα αρχαία Σόδομα ζούσαν
ο δίκαιος Λωτ και η οικογένειά του. Ο μακρόθυμος Θεός μας, επερίμενε την μετατροπή, την αλλαγή της καρδιάς των
Σοδομιτών δίδοντάς τους όλα όσα εχρειάζοντο: αέρα, νερό, τροφή….ζωή. Ο Λωτ ήτο
γι αυτούς σίγουρο παράδειγμα δικαιοσύνης, ένα πρότυπο για την διόρθωσή τους.
Αλλά ματαίως. Το μέτρο της παρανομίας και αμαρτίας ξεχείλισε. Ο Κύριος
απεμάκρυνε την οικογένεια του Λωτ και κατέστρεψε δια πυρός την πόλι των Σοδόμων
, τοιουτοτρόπως αφήρεσε αυτή τη ζωή που ο Ίδιος είχε παραχωρήσει. Σαν τα Σόδομα
γίνεται εκείνη η τοπική Εκκλησία στην οποία εστιάζεται η βδελυγμία των
αιρετικών δογμάτων . Έτσι προς το παρόν ένεκα των δικαίων δούλων Του δεν θα
αποσύρει την χάρη του Αγίου Πνεύματος από την Εκκλησία η οποία λοξοδρομεί εις αιρετική
ζοφερότητα τόσο προσβλητική εις Αυτόν.
Αλλά για πόσο χρονικό διάστημα; Που είναι το σύνορο πέραν του οποίου η
παρανομία υπερέχει της μακροθυμίας και ελέους; Εάν ο χρόνος για έξοδο όπως του
Λωτ έφθασε, τότε τέτοιος χρόνος είναι το τέρμα της περιόδου ( που επιτρέπεται
για Μετάνοια), είναι ώρα εκτέλεσης της Κρίσεως του Θεού, ώρα της δικαίας οργής,
ώρα για την απομάκρυνσι αυτού τούτου του Πνεύματος της Ζωής. Η απομάκρυνσις των
αληθινών τέκνων της Εκκλησίας από το κέντρο της αμαρτίας ( της αίρεσις )
υπηρετεί ως δείκτης του Πνευματικού θανάτου της Ιεραρχίας της Τοπικής
Εκκλησίας. Όταν ο Κύριος απομακρύνει όλους τους πιστούς εις Αυτόν -- Την αληθινήν Εκκλησίαν Του -- τότε μόνον
θα εγκαταλείψει εντελώς η χάρις του Αγίου Πνεύματος την συγκέντρωσι αυτών που
παρέμειναν στην αίρεσι. Ο Λωτ προειδοποίησε τους γαμπρούς του δια την
επερχομένη Κρίση αλλά εχλευάσθη από αυτούς. Και οι γαμπροί του εκάησαν μαζί
με όλους τους Σοδομίτες. Επίσης έχουμε
το παράδειγμα της Νινευή. Οι Νινεϋίτες μετενόησαν και η κρίσις του Κυρίου
ανεβλήθη Αλλά τα Σόδομα; Ήσαν τα Σόδομα εις θέσιν να μετανοήσουν; Τα Σόδομα στα
οποία δεν υπήρχε καν συναίσθησι ανάγκης για μετάνοια;
1) Ο Οικουμενισμός είναι Αίρεσις! Είναι
εντελώς ξεκάθαρο. Επί πλέον είναι αίρεσις των αιρέσεων.
2) Από όλες τις πλάνες που περιλαμβάνει ο ονομαζόμενος « Οικουμενισμός » η
πλέον βασική και εμβριθής είναι η πλάνη του, όσον αφορά αυτήν ταύτην την φύσιν
της Εκκλησίας. Είναι εκκλησιολογική αίρεσις. Αντίκειται στην ομολογιακή πίστι
του συμβόλου της Νικαίας -Κωνσταντινουπόλεως, διότι ισχυρίζεται ότι δεν
υπάρχει Μία Αγία
Καθολική και Αποστολική Εκκλησία
.
3) Το ονομαζόμενο « Παγκόσμιο Συμβούλιο
Εκκλησιών », ήδη αυτό τούτο το όνομά του, περιλαμβάνει αυτή την αντιλογία, του
Ορθοδόξου Χριστιανικού Δόγματος όσον αφορά την Μία Εκκλησία. Στην δε Θεωρία των Κλάδων (ο Οικουμενισμός)
ολοκληρωτικά απορρίπτει αυτό το Δόγμα της Μίας
Εκκλησίας. Το «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών » προσπαθεί να εκπληρώση
αυτή τη βασική απόρριψη δια της πολεμικής τακτικής, του « Θρησκευτικού πλουραλισμού » (= η αρχή κατά την οποίαν
άνθρωποι διαφορετικών θρησκευτικών πεποιθήσεων μπορούν να συμβιώνουν αρμονικά
σε μια κοινωνία διατηρώντας τα ιδιαίτερα γνωρίσματά τους).
4) Η Ορθόδοξος Εκκλησία λαμβάνοντας μέρος στις δραστηριότητες του ως άνω
αναφερομένου « Παγκοσμίου Συμβουλίου
Εκκλησιών » διακηρύσσει την συμφωνία της με όλες τις διδασκαλίες και
δραστηριότητές του . Δι αυτού τούτου του τρόπου γίνεται (η Ορθόδοξος Εκκλησία) μέρος των ψευδών και
πλανών του Π.Σ. Εκκλησιών. Γίνεται αιρετική
στο βαθμό που είναι αυτό τούτο το
«Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών ».
5) Αυτή η αίρεσις (του Οικουμενισμού) εισάγεται ακόμη βαθύτερα εις το σώμα της
Εκκλησίας δια της συμμετοχής των Ιεραρχών της ,δια των διαφόρων μορφών των
λειτουργικών συνεορτασμών, που πραγματοποιούνται
υπό των ιδρυμάτων του «Παγκασμίου
Συμβουλίου Εκκλησιών » εις την πορεία των συνηθισμένων δραστηριοτήτων.
6) Η Ορθόδοξος Εκκλησία της Γεωργίας (G.O.C.) είναι ενεργό μέλος του Π.Σ.Ε. για αρκετό χρόνο (από το 1962). Αυτή η
ζωντανή συμμετοχή εκδηλουμένη με τις ενέργειες των ηλικιωμένων Ιεραρχών της,
είναι ο δρόμος προς πτώσιν στην αίρεσιν, ή καλλίτερα είναι ουσιαστηκά ήδη αίρεσις.
7) Εις αμφότερες τις περιπτώσεις των δημοσίων
εμφανίσεων των, και απο καθέδρας οι Ιεράρχες της Ορθοδόξου Εκκλησίας της
Γεωργίας έχουν δείξει τους εαυτούς των, απολογητάς και κήρυκας της αιρέσεως του
Οικουμενισμού. Εις την συμμετοχήν του Τοπικού Συμβουλίου του 1995 αυτής της
Κίνησις κατεγράφησαν εις τα επίσημα έγγραφα και επιστοποιήθησαν υπό των
Εκκλησιαστικών Αρχών. Δι αυτών των ενεργειών αυτή η αίρεσις (του Οικουμενισμού)
είναι εμφυτευμένη εις το σώμα της Τοπικής
Εκκλησίας της Γεωργίας.
8) Όταν η Εκκλησία αρχίζει να δέχεται αιρετικές διδασκαλίες σε οιονδήποτε
βαθμό τότε η χάρις της σωτηρίας μειούται εις αυτήν. Όταν η Εκκλησία στο σύνολό
της, δέχεται μία αίρεσι τότε η χάρις της σωτηρίας αναχωρεί από αυτήν την
κοινότητα,αφού έγινε αδύνατον πλέον η σωτηρία για τα μέλη της, ακόμα κι αν προσφέρουν
την ζωή τους για τις πεποιθήσεις τους.
9) Υπάρχουν μόνο δύο δρόμοι φυγής από την κατάστασι που έχει δημιουργηθή στην
Ορθόδοξη Εκκλησία της Γεωργίας: ή η Εκκλησία θα αποκηρύξη τις πλάνες της, ή
διαφορετικά όσοι ψάχνουν για σωτηρία θα εγκαταλείψουν την συγκέντρωσι των
απίστων.
10) Η απόρριψις της αιρέσεως του Οικουμενισμού από την Εκκλησία πρέπει να
εκφρασθή δια της αποχωρήσεώς της, από το Παγκόσμιο Συμβούλιο « Εκκλησιών». Δεν
υπάρχει άλλος τρόπος.
11) Αυτό μπορεί να επιτευχθή από τους αρχαιοτέρους Ιεράρχες της Ορθοδόξου
Εκκλησίας της Γεωργίας – αυτό είναι το προνόμιό τους. Αλλά οι Ιεράρχες αρνούνται να το πράξουν.
12) Μερικοί από τους Ιεράρχες θεωρούν μία τέτοια ενέργεια ασυνεπή με την
σύγχρονη πορεία της παγκοσμιοποίησης. Υποτάσσουν, με την δική τους ιδέα, τη ζωή
της Εκκλησίας σε ειδικούς (κοσμικούς) νόμους δια των οποίων λειτουργεί η
κοινωνία, απειλούν τους Χριστιανούς με οικονομικές δυσκολίες, πολιτική,
θρησκευτική, και μορφωτική απομόνωσι και μία πληθώρα από φανταστικούς
κινδύνους.
13) Τέτοιος τρόπος σκέψης βασίζεται σε έλλειψη πίστεως στην πρόνοια για την
Εκκλησία από τον Δημιουργό και ιδρυτή Της. Αυτή είναι απιστία, αυτή είναι
πραγματική αθεία η οποία αιχμαλωτίζει το μυαλό και την συνείδησι. Δεν
αντιλαμβάνονται ότι ο Κύριος δεν θα εγκαταλείψη τους αληθινούς υπηρέτας Του. Οι
οφθαλμοί Του δεν κοιμούνται και είναι ισχυρά η δεξιά Του.
14) Άλλοι Ιεράρχες μη κατέχοντες μία αληθινή Χριστιανική συναίσθησι και μη
θέλοντες να αντιληφθούν αυτή ταύτην την ουσία των δογμάτων της Εκκλησίας του
Χριστού θεωρούν ότι η συμμετοχή στο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» δεν είναι
σπουδαίο αμάρτημα. Τοιουτοτρόπως δια ποικίλων τρόπων συμβιβασμού ζητούν να εξαπατήσουν τον Θεό και
τον εαυτόν τους.
15) Έτσι λοιπόν τι απομένει να πράξη ένας Ορθόδοξος Χριστιανός που ζητεί την
σωτηρία, ο οποίος είναι βέβαιος ότι αυτή η σωτηρία δεν είναι δυνατή χωρίς την
αληθινή πίστι, ελεύθερη από αιρετικό βδέλυγμα;
16) ….και επορεύοντο χαίροντες από προσώπου του συνεδρίου, ότι υπέρ του
ονόματος αυτού κατηξιώθησαν ατιμασθήναι ( Πράξεις Ε¨41).
17) “……εάν Πατριάρχης ή Επίσκοπος ή Μητροπολίτης είναι αιρετικός και την αίρεσί
του, κηρύττει παρρησία και δια τούτο χωρίζονται οι εις αυτούς υποκείμενοι και
προ του να γίνη ακόμη συνοδική κρίσις περί της αιρέσεως ταύτης, οι χωριζόμενοι
αυτοί, όχι μόνο δια τον χωρισμόν δεν καταδικάζονται, αλλά και τιμής, της
πρεπούσης, ως Ορθόδοξοι, είναι άξιοι, επειδή, όχι σχίσμα επροξένησαν εις την
Εκκλησίαν με τον χωρισμόν αυτόν, αλλά μάλλον ηλευθέρωσαν την Εκκλησίαν από το
σχίσμα και την αίρεσιν των ψευδεπισκόπων αυτών (ΙΕ΄ Κανων της Α΄ και Β΄ Συνόδου).
Εξηγώντας τον Κανόνα ΙΔ΄
της Αγίας Τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου ο Ζωναράς γράφει: «Είναι επίσης
αιρετικοί αυτοί που διαφωνούν μερικώς με την διδασκαλία της Εκκλησίας ή αυτοί
που κατ’ ελάχιστον την παρερμηνεύουν».
Η Μονή του Μακαριστού Πατρός μας, Shio του Mghvime (του Σπηλαιώτου)
διακόπτει κοινωνία με τον Καθολικό—Πατριάρχη
Ηλία τον Β΄ διότι πιστεύει την
αίρεσι του Οικουμενισμού.
Αρχιμανδρίτης Γεώργιος
Ηγούμενος της Μονής
Αρχιμανδρίτης Ιωάννης
Ιερομόναχος Νικόλαος
«Τό ἀμετάθετον τῆς βουλῆς (τοῦ Θεοῦ)»
Κυριακή Δ΄τῶν Νηστειῶν
14 Ἀπριλίου 2013
(Ἑβρ. στ΄ 13-20)
Στήν ταραγμένη ἐποχή μας οἱ ἄνθρωποι, ἀγαπητοί
μου άδελφοί, χάνουν ὅλο καί περισσότερο τό αἴσθημα τῆς ἀσφαλείας. Γι’αὐτό
θέλουν κάπου νά ἀκουμπήσουν, κάπου νά στηρίξουν τή ζωή τους γιά ν’ἀσφαλισθοῦν.
Τά ἀνθρώπινα ὅμως μέτρα ἀσφαλείας ἀποδεικνύονται συνήθως ἀνίσχυρα, χωρίς καμμιά
ἤ σχεδόν καμμιά ἀποτελεσματικότητα. Καί διερωτᾶται κανείς ἄν ὑπάρχη κανένας
τρόπος πραγματικῆς ἀσφαλίσεως τῆς ζωῆς μας... Ὑπάρχει! ἀπαντᾶ ὁ ἀπόστολος
Παῦλος στή σημερινή περικοπή καί, συγχρόνως, ὑποδεικνύει δύο σταθερές ἐγγυήσεις
ἐξασφαλίσεως τῆς ζωῆς.
H συνέχεια, “κλικ’’ πιο κάτω στο: Read more
Ο Κοσμάς :
Τονίζουμε
και πάλι, πως πεποίθησή μας είναι ότι η Εκκλησία, που ίδρυσε ο Χριστός είναι
Μία, και παραμένει Μία, και μετά την απόσπαση από αυτή, μεγάλου ή μικρού
αριθμού μελών της, για να αποτελέσουν αιρετικές ή σχισματικές καταστάσεις, τις
οποίες αν θέλουμε να είμαστε τίμιοι με το Θεό και με τον εαυτό μας, δεν
μπορούμε πιά να τους αποκαλούμε Εκκλησία, όσο και αν γινόμαστε δυσάρεστοι σε
φίλους και εχθρούς! Σε αντίθετη περίπτωση είμαστε υποκριτές και εμπαίζουμε το
Θεό. Ακόμα σημαίνει ότι δεν αγαπάμε τους αδελφούς μας που ανήκουν σε τέτοιες
καταστάσεις, χωρίς να τους λέμε την αλήθεια, τη στιγμή μάλιστα που αυτοί,
μερικές φορές, καίτοι βρίσκονται στην πλάνη, αποκαλούν την Εκκλησία μας, την
πραγματική Εκκλησία του Χριστού, ότι είναι στην πλάνη και αίρεση!
Βεβαίως, και μεις, όσο μπορούμε, αποφεύγουμε, όταν δεν υπάρχει ανάγκη, να μιλάμε τη σκληρή αυτή γλώσσα, για να μη πικραίνουμε τους εκτός Εκκλησίας αδελφούς, πολύ περισσότερο όταν αυτοί είναι ακατήχητοι, απληροφόρητοι και καλοδιάθετοι. Όμως, δεν μπορούμε για πάντα να αποκρύπτουμε την αλήθεια, γιατί τότε εμείς θα δώσωμε λόγο στο Θεό.
Είναι δυνατόν πότε ένας Ορθόδοξος να ειπεί σε ένα παπικό, ότι ανήκει στην Εκκλησία του Χριστού; Μπορεί να ειπεί το ίδιο πράγμα σε ένα Λατινόφρονα, που ενώθηκε με τον Πάπα, όπως ο Αθηναγόρας, ο Βαρθολομαίος και όσοι "κοινωνούν" με αυτούς; ΟΧΙ!
Οι Πατέρες, ποτέ δεν δίσταζαν να πουν την αλήθεια, ακόμα και με κίνδυνο της ζωής τους! Ας θυμηθούμε τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, με το διάλογο που έκανε ως αιχμάλωτος με τους Μουσουλμάνους Χιόνες!
Αλλοιώς, να μη λέμε, ότι ακολουθούμε τους αγίους Πατέρες μας!
Βεβαίως, και μεις, όσο μπορούμε, αποφεύγουμε, όταν δεν υπάρχει ανάγκη, να μιλάμε τη σκληρή αυτή γλώσσα, για να μη πικραίνουμε τους εκτός Εκκλησίας αδελφούς, πολύ περισσότερο όταν αυτοί είναι ακατήχητοι, απληροφόρητοι και καλοδιάθετοι. Όμως, δεν μπορούμε για πάντα να αποκρύπτουμε την αλήθεια, γιατί τότε εμείς θα δώσωμε λόγο στο Θεό.
Είναι δυνατόν πότε ένας Ορθόδοξος να ειπεί σε ένα παπικό, ότι ανήκει στην Εκκλησία του Χριστού; Μπορεί να ειπεί το ίδιο πράγμα σε ένα Λατινόφρονα, που ενώθηκε με τον Πάπα, όπως ο Αθηναγόρας, ο Βαρθολομαίος και όσοι "κοινωνούν" με αυτούς; ΟΧΙ!
Οι Πατέρες, ποτέ δεν δίσταζαν να πουν την αλήθεια, ακόμα και με κίνδυνο της ζωής τους! Ας θυμηθούμε τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, με το διάλογο που έκανε ως αιχμάλωτος με τους Μουσουλμάνους Χιόνες!
Αλλοιώς, να μη λέμε, ότι ακολουθούμε τους αγίους Πατέρες μας!
Λόγοι γερόντων περί ακτημοσύνης.
Κάποιος πλούσιος χριστιανός επισκέφτηκε κάποτε έναν Ερημίτη και, φεύγοντας,
του πρόσφερε ένα γερό φιλοδώρημα. Εκείνος όμως με κανένα τρόπο δεν ήθελε να το
δεχτεί. "Πάρε το, Αββά, τον παρακαλούσε ο επισκέπτης, και μοίρασε το στους
φτωχούς." "Αυτό είναι διπλή ντροπή για μένα, τέκνον μου, του
αποκρίθηκε ο Γέροντας, να παίρνω χωρίς να έχω ανάγκη και να κενοδοξώ
μοιράζοντας τα ξένα ελεημοσύνη."
Ένας πλούσιος άρχοντας πήγε να επισκεφθεί τη σκήτη των Πατέρων. Μαζί του είχε πολλά χρήματα για να τους φιλοδωρήσει και τα έδινε στον Πρεσβύτερο να τα μοιράσει, ανάλογα με τις ανάγκες του καθενός. "Οι Γέροντες δεν χρειάζονται χρήματα, του είπε ο Πρεσβύτερος." Επειδή όμως επέμενε ο άρχοντας, τα έβαλε σ' ένα σακούλι και το κρέμασε στην πόρτα της εκκλησίας. Την Κυριακή που πήγαν οι Πατέρες να λειτουργηθούν, ο Πρεσβύτερος τους είπε: Όποιος χρειάζεται χρήματα, ας πάρει από κείνο το σακούλι. Κανένας όμως δεν πλησίασε να πάρει. Οι πιο πολλοί μάλιστα δε γύρισαν καν να κοιτάξουν προς τα εκεί.
Γύρισε τότε ο Πρεσβύτερος και είπε στον άρχοντα, που στεκόταν παράμερα και παρακολουθούσε: Βλέπεις πως οι μοναχοί αποστρέφονται τα χρήματα. Πάρε τα λοιπόν και μοίρασε τα στους φτωχούς. Ο Θεός δέχτηκε την καλή σου προαίρεση. Ο άρχοντας έφυγε, θαυμάζοντας την αφιλοχρηματία των Πατέρων.
Μια φορά ο Ζαχαρίας, ο μαθητής του Αββά Σιλουανού, χωρίς να ρωτήσει τον Γέροντα, πήρε τους άλλους αδελφούς κι έριξαν κάτω τον φράκτη για να μεγαλώσουν το μικρός τους κήπο. Σαν το είδε ο Αββάς Σιλουανός, χωρίς να τους πει λέξη, φόρεσε το μανδύα του και τους αποχαιρέτησε: "Εύχεστε για μένα, αδελφοί, ήταν τα μοναδικά λόγια, που έβγαλε από το στόμα του, καθώς έφευγε." Εκείνοι σάστισαν που τον είδαν τόσο ξαφνικά να φεύγει. "Πού πας, Αββά; τον ρώτησαν. Τι σου συμβαίνει;" "Δε μπαίνω μέσα σε τούτο το κελί, ούτε το μανδύα βγάζω από πάνω μου, τους είπε τότε ο Γέροντας, αν δεν φέρετε τον φράχτη στην πρωτινή του θέση."
Αν δώσεις ελεημοσύνη, λέγει άλλος Γέροντας, κι ο λογισμός σε θλίβει πως έδωσες πολύ, μη δίνεις προσοχή σ' αυτόν, γιατί είναι σατανικός. Καλύτερα όμως για σένα είναι να ζεις με τόση ακτημοσύνη, που να έχεις ανάγκη από τους άλλους να σε ελεούν. Εκείνος που δίνει, έχει την ικανοποίηση πως κάνει κάτι καλό. Αλλά όποιος στερείται και δεν έχει ποτέ να δώσει κάτι, αποκτά ταπεινοσύνη με τη σκέψη πως ποτέ δεν κάνει τίποτε καλό. Έτσι έζησαν οι Πατέρες μας. Μ' αυτόν τον τρόπο βρήκε τον Θεό ο Μέγας Αρσένιος.
Ένας πλούσιος άρχοντας πήγε να επισκεφθεί τη σκήτη των Πατέρων. Μαζί του είχε πολλά χρήματα για να τους φιλοδωρήσει και τα έδινε στον Πρεσβύτερο να τα μοιράσει, ανάλογα με τις ανάγκες του καθενός. "Οι Γέροντες δεν χρειάζονται χρήματα, του είπε ο Πρεσβύτερος." Επειδή όμως επέμενε ο άρχοντας, τα έβαλε σ' ένα σακούλι και το κρέμασε στην πόρτα της εκκλησίας. Την Κυριακή που πήγαν οι Πατέρες να λειτουργηθούν, ο Πρεσβύτερος τους είπε: Όποιος χρειάζεται χρήματα, ας πάρει από κείνο το σακούλι. Κανένας όμως δεν πλησίασε να πάρει. Οι πιο πολλοί μάλιστα δε γύρισαν καν να κοιτάξουν προς τα εκεί.
Γύρισε τότε ο Πρεσβύτερος και είπε στον άρχοντα, που στεκόταν παράμερα και παρακολουθούσε: Βλέπεις πως οι μοναχοί αποστρέφονται τα χρήματα. Πάρε τα λοιπόν και μοίρασε τα στους φτωχούς. Ο Θεός δέχτηκε την καλή σου προαίρεση. Ο άρχοντας έφυγε, θαυμάζοντας την αφιλοχρηματία των Πατέρων.
Μια φορά ο Ζαχαρίας, ο μαθητής του Αββά Σιλουανού, χωρίς να ρωτήσει τον Γέροντα, πήρε τους άλλους αδελφούς κι έριξαν κάτω τον φράκτη για να μεγαλώσουν το μικρός τους κήπο. Σαν το είδε ο Αββάς Σιλουανός, χωρίς να τους πει λέξη, φόρεσε το μανδύα του και τους αποχαιρέτησε: "Εύχεστε για μένα, αδελφοί, ήταν τα μοναδικά λόγια, που έβγαλε από το στόμα του, καθώς έφευγε." Εκείνοι σάστισαν που τον είδαν τόσο ξαφνικά να φεύγει. "Πού πας, Αββά; τον ρώτησαν. Τι σου συμβαίνει;" "Δε μπαίνω μέσα σε τούτο το κελί, ούτε το μανδύα βγάζω από πάνω μου, τους είπε τότε ο Γέροντας, αν δεν φέρετε τον φράχτη στην πρωτινή του θέση."
Αν δώσεις ελεημοσύνη, λέγει άλλος Γέροντας, κι ο λογισμός σε θλίβει πως έδωσες πολύ, μη δίνεις προσοχή σ' αυτόν, γιατί είναι σατανικός. Καλύτερα όμως για σένα είναι να ζεις με τόση ακτημοσύνη, που να έχεις ανάγκη από τους άλλους να σε ελεούν. Εκείνος που δίνει, έχει την ικανοποίηση πως κάνει κάτι καλό. Αλλά όποιος στερείται και δεν έχει ποτέ να δώσει κάτι, αποκτά ταπεινοσύνη με τη σκέψη πως ποτέ δεν κάνει τίποτε καλό. Έτσι έζησαν οι Πατέρες μας. Μ' αυτόν τον τρόπο βρήκε τον Θεό ο Μέγας Αρσένιος.
Ὁ ἅγιος Νεκτάριος μᾶς διδάσκει :
«Καθῆκον εἶχεν ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀνυψοῦται πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὸν νοῦν αὐτοῦ πρὸς μόνον τὸν Θεὸν νὰ ἀναφέρη καὶ οὐχὶ νὰ ἀναζητῆ τὴν τέρψιν ἐν ταῖς ἀπολαύσεσι τῶν δημιουργημάτων, ἡ προσήλωσις αὐτοῦ πρὸς τὰ γήινα ἐπέφερε τὴν ἀμέλειαν τοῦ πρὸς ἑαυτὸν καθήκοντος. Διά τῆς ἀμελείας ἐμακρύνθη ἤδη τοῦ Θεοῦ, ἀπώλεσεν ἤδη μέγα μέρος τῆς ἐνισχυούσης
αὐτὸν θείας δυνάμεως, καὶ διὰ τοῦτο ἡττηθείς ἔπεσεν ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ. Ἐὰν ὁ Ἀδὰμ δὲν εἶχεν ἀπομακρυνθῆ
ἤδη τοῦ Θεοῦ, δὲν θὰ ἡττᾶτο, διότι ἡ θεία δύναμις θὰ ἐνίσχυεν αὐτόν, ἡ ἐνατένισις πρὸς τὸ ξύλον τὸ ἀπηγορευμένον ἦτο ἔνδειξις τῆς προσηλώσεως πρὸς τὴν ὕλην».
Σταδιακὰ γίνεται ἀλλαγὴ τῶν ἀρχῶν τῆς θεμελιώδους Πίστεώς μας!
Ἡ σταδιακὴ ἐπικράτηση τῆς αἱρέσεως
τοῦ Οἰκουμενισμοῦ συντελεῖται μὲ τὴν ὑλοποίηση τῆς οἰκουμενιστικῆς Ἐγκυκλίου τοῦ
Οικ. Πατριαρχείου τοῦ 1920 καὶ ὅσων ἐφεξῆς
δρομολογήθηκαν, ἀλλὰ καὶ ὅσων ἐθέσπισε ἡ Β΄ Βατικάνειος Σύνοδος. Αὐτὸ
σημαίνει πὼς σταδιακὰ γίνεται ἀλλαγὴ τῶν ἀρχῶν τῆς θεμελιώδους Πίστεως· ὅλο καὶ
περισσότερο ἀμφισβητεῖται ὅτι ἡ Ἐκκλησία ταυτίζεται μὲ τὴν καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξη
Ἐκκλησία καὶ ἀποτελεῖ τὴν μοναδικὴ «κιβωτὸ τῆς Σωτηρίας» καὶ ἐμπεδώνεται στὶς
συνειδήσεις τῶν πιστῶν ἡ θέση ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία συναποτελεῖ μὲ τὶς αἱρετικὲς
κοινότητες τῶν παπικῶν καὶ προτεσταντῶν (ὁρατῶς ἢ ἀοράτως) τὴν Ἐκκλησία.
Καθ. Πανεπ. Αθηνών κ. Ι. Κορναράκης :
Πρὸ δεκαετίας, περίπου, στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ
Α.Π.Θ., ἐκπονήθηκαν –καὶ ἔγιναν ἀποδεκτές– δύο διατριβές, οἱ ὁποῖες «ἀπεδείκνυαν»
ὀρθοδόξους δύο αἱρετικοὺς τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος: τὸν
Διόσκορο καὶ τὸν Σεβῆρο (τὸν ἀποκαλούμενο «ἀκέφαλο» στὸ σχετικὸ τροπάριο τοῦ Ὄρθρου
τῆς Ἀκολουθίας τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων).
Ἡ δικαιολογία καὶ τὸ αἴτιο τῆς ἐκπονήσεως τῶν ἐν λόγῳ διατριβῶν εἶναι ὅτι, ἀμφότερες προλειαίνουν τὸ ἔδαφος, ὥστε, μελλοντικὴ Σύνοδος νὰ πεισθεῖ γιὰ τὰ «ὀρθόδοξα» φρονήματα τῶν δύο –Συνοδικῶς καταδικασθέντων– αἱρετικῶν.
Ἡ δικαιολογία καὶ τὸ αἴτιο τῆς ἐκπονήσεως τῶν ἐν λόγῳ διατριβῶν εἶναι ὅτι, ἀμφότερες προλειαίνουν τὸ ἔδαφος, ὥστε, μελλοντικὴ Σύνοδος νὰ πεισθεῖ γιὰ τὰ «ὀρθόδοξα» φρονήματα τῶν δύο –Συνοδικῶς καταδικασθέντων– αἱρετικῶν.
Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Θεοδώρου Ζήση, Ὁμοτ. Καθηγητοῦ Α.Π.Θ :
Μέ ἁπλᾶ λόγια:
Στήν Ἐκκλησία τοῦ
Χριστοῦ ἀνήκουν ὅσοι
ἀκολουθοῦν τήν ἀλήθεια·
ὅσοι δέν ἀκολουθοῦν
τήν ἀλήθεια, αὐτοί
δέν ἀνήκουν στην
Ἐκκλησία. Αὐτό ἰσχύει πολύ
περισσότερο γιά ὅσους ἐξαπατοῦν τους ἑαυτούς των αὐτοαποκαλούμενοι καί
ἀλληλοαποκαλούμενοι ποιμένες καί ἱεροί ἀρχιποιμένες. Γιατί ἔχουμε διδαχθῆ ὅτι ὁ
Χριστιανισμός δέν δίνει σημασία στά πρόσωπα, ἀλλά στήν ἀλήθεια καί στήν
ἀκρίβεια τῆς πίστεως.
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΟΥ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ
Πολλοί εὐσεβεῖς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι δέν εἶναι «μυημένοι» εἰς προστάγματα-ἐντολάς τῶν Ἱερῶν Κανόνων, ἀποροῦν διατί κατά τάς συμπροσευχάς
Ὀρθοδόξων Ἀρχιερέων μέ πλανεμένους Χριστιανούς (Παπικούς, Προτεστάντας κ.λπ) ὁμιλοῦμεν περί καταφρονήσεως
τῶν Ἱερῶν αὐτῶν Κανόνων ἀπό ἐκείνους (τούς Ἁρχιερεῖς καί Πατριάρχας), οἱ ὁποῖοι ὤφειλον νά τούς ὑπερασπίζωνται.
H συνέχεια, “κλικ’’ πιο κάτω στο: Read more
Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ του Αγίου Ιουστίνου (Πόποβιτς)
Πρόσωπον και κοινωνία.
Κάθε νέον μέλος της Εκκλησίας σημαίνει αύξησιν εις το σώμα της Εκκλησίας και μεγέθυνσιν του σώματός της. Διότι έκαστος με την αντίστοιχον εργασίαν του γίνεται σύσσωμος τω σώματι της Εκκλησίας. Την δε κατάλληλον θέσιν του δίδει αυτός ο Κύριος, καθιστών αυτόν εν ζων και συστατικόν μέρος της. Και όντως, μόνον μέσα εις τον θεανθρώπινον οργανισμόν της Εκκλησίας όλοι εργάζονται δι΄ έκαστον και έκαστος δι΄ όλους, όλοι ζουν δι΄ έκαστον και έκαστος ζη δι΄ όλους. Ως εκ τούτου, μόνον εν τη Εκκλησία ελύθη με τέλειον τρόπον το πρόβλημα του ατόμου και της κοινωνίας και μόνον εν τη Εκκλησία επραγματοποιήθη και το τέλειον πρόσωπον και η τελεία κοινωνία: Έξω απ΄ αυτήν ούτε πραγματικόν πρόσωπον υπάρχει ούτε πραγματική κοινωνία. Ο άγιος Δαμασκηνός ευαγγελίζεται την αλήθειαν ότι ο Χριστός ο «εφεστώς ημίν κατά την θεϊκήν εξοχήν, μεταδίδωσιν ημίν εαυτόν κατά την οικονομίας συνάφειαν, εαυτώ συνάπτων ημάς και αλλήλοις, καθ΄ ην έχομεν προς αλλήλους ώσπερ εν οικοδομή συναρμογήν, και καθό την επιχορηγίαν του Πνεύματος έκαστος δύναται δέχεσθαι» (Ιωάννου Δαμασκηνού, PG. 95, c, 844A).
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

