O ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Ιωάννης Κορναράκης :

Ἡ ἕνωση τοῦ Πατριαρχείου μὲ τὸν Παπισμὸ θὰ γίνει ὁπωσδήποτε. Καί, κάποια στιγμή, ὁ ὀρθόδοξος κόσμος, ποὺ ἀγνοεῖ τὴν πραγματικότητα, ἢ ἐκεῖνοι ποὺ νομίζουν ὅτι ἡ ἕνωση αὐτὴ δὲν πρόκειται νὰ πραγματοποιηθεῖ, θὰ ἐκπλαγοῦν.
Τὸ θέμα τῆς πραγματοποιήσεως αὐτῆς ἔχει ἤδη «κλειδώσει», πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια, στὸν γνωστὸ διάλογο μεταξὺ ὀρθοδόξων καὶ παπικῶν στὴν Ραβέννα τῆς Ἰταλίας.

Στὸν διάλογο αὐτόν, οἱ ὀρθόδοξοι ἐκπρόσωποι ἐψήφισαν καὶ ἀποδέχθηκαν, αὐτούσιο, τὸ παπικὸ κείμενο ποὺ τοὺς παρουσίασαν οἱ παπικοὶ «ἑταῖροι» τους.
Σύμφωνα μὲ τὸ κείμενο αὐτό, ἡ παπικὴ ἐξουσία ἐπὶ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀποτυπώνεται μὲ τὴν εἰκόνα πυραμίδος. Στὴν κορυφὴ τῆς πυραμίδος, εἶναι ὁ Πάπας. Ὅποιος Ἐπίσκοπος δὲν θὰ ἀποδέχεται τὸν Πάπα, θὰ μένει ἐκτὸς τῆς παπικῆς «ἐκκλησίας», ποὺ εἶναι ἡ μόνη ὁλοκληρωμένη καὶ ὁριστικῶς διαμορφωμένη μὲ τὴν ρωμαϊκὴ παράδοση.
Ὁ Πατριάρχης ἔχει προωθήσει αὐτὴν τὴν ἕνωση μὲ τὴν ἀρωγὴ τοῦ πρωτοπαλλήκαρου τῆς ἑνώσεως αὐτῆς: τοῦ Μητροπολίτη Περγάμου, Ἰωάννη Ζηζιούλα, ὁ ὁποῖος εἶναι πασίγνωστος γιὰ τὴν διαχρονική του ἐπιμονὴ στὸ κυρίαρχο καὶ ἐξουσιαστικὸ πρωτεῖο τοῦ Πάπα, καὶ ὄχι στὸ πρωτεῖο τιμῆς.

O βίος του αγίου Σπυρίδωνα:


Η παιδική του ηλικία.
O άγιος Σπυρίδωνας γεννήθηκε το 270 μ.Χ. στην κοινότητα Άσσιας, ένα χωριό της κεντρικής Μεσαορίας στην επαρχία Αμμοχώστου. Προερχόταν από αγροτική οικογένεια, η οποία, επειδή είχε την οικονομική ευχέρεια φρόντισε έτσι ώστε ο Σπυρίδωνας να μάθει τα στοιχειώδη γράμματα. Αυτό όμως που πλουσιοπάροχα έλαβε από τους γονείς του ήταν η ευλάβεια.

H συνέχεια, ‘’κλικ’’ πιο κάτω στο: Read more

Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης:


Να θυμάσαι πάντοτε, ότι το σήμερα είναι δικό σου, το αύριο είναι στο χέρι του Θεού.
Και Εκείνος που σου έδωσε το πρωί, δεν σου υπόσχεται και το βράδυ....


Θυμούμαι τη Μυρτώ.

 Ένα μικρό χαριτωμένο κοριτσάκι. Προσβλήθηκε από οξεία λευχαιμία Ε.  Aπαράμιλλη σιωπή και υπομονή, με ένα γλυκύτατο βλέμμα που εξέπεμπε συνεχώς το χλωμό προσωπάκι της, αντιμετώπιζε τις πιο επιθετικές θεραπείες που της έκαναν. Κι όσο ήταν αυτή ανεκτική, τόσο κατέρρεαν οι γονείς της, που σταδιακά έχασαν μαζί με τις ελπίδες τους και τα τελευταία ψήγματα της πίστεώς τους. Δεν ήταν άνθρωποι πιστοί, ούτως ή άλλως. Κάτι όμως υπήρχε μέσα τους. Την είχαν στείλει και σε καλό σχολείο. Είχε μια δασκάλα που την υπεραγαπούσε. Κάθε φορά πριν κοιμηθεί έκανε τον σταυρό της και λέγοντας: «Σταυρέ του Χριστού, σώσον ημάς τη δυνάμει Σου». Έτσι της είχε πει η δασκάλα.
-Γιατί κάνεις τον σταυρό σου; ρωτούσε η μητέρα της.
-Για να μου δίνει δύναμη ο Χριστός, απαντούσε. Έτσι μας είπε η κ. Παρασκευή στο σχολείο.
-Δεν του λες καλύτερα να σε κάνει καλά;
-Δεν χρειάζεται, αφού μου δίνει δύναμη και χαρά.
Οι γονείς δεν επέμειναν. Δεν καταλάβαιναν και πολλά. Καθώς όμως προχωρούσε η ασθένεια, τα έβαλαν με τον Θεό. Παρά ταύτα δεν μπορούσαν να τα βάλουν με το παιδί που συνέχισε να κάνει τον σταυρό του και να λέει προσευχούλες.
Η Μυρτώ πέθανε οκτώ χρόνων ζητώντας από τη μητέρα της να της πει το «Πάτερ ημών», γιατί αυτή δεν μπορούσε πλέον. Άφησε την κούκλα από την αγκαλιά της, σταύρωσε τα χεράκια της και ζήτησε την προσευχή. Η μητέρα της δεν μπόρεσε να της χαλάσει το χατίρι. Το έκανε με λυγμούς. Άφησε τη λογική των επιχειρημάτων και των αποδείξεων, του στενού μυαλού και της σκέψης και λειτούργησε στον κόσμο του παιδιού της. Μαζί με τα δάκρυα από τα μάτια της έβγαλε και πίστη από την καρδιά της. Καθώς έχανε την Μυρτώ, κέρδιζε τον Θεό. Η κορούλα της είναι η πνευματική της μητέρα. Θυμήθηκε τα λόγια της. Δεν είχε το παιδί ζωντανό στην αγκαλιά της. Είχε όμως δύναμη, αντοχή και χαρά.

Aπό το βιβλίο  με τίτλο: «Εκεί όπου δεν φαίνεται ο Θεός».

Ένας αδελφός ρώτησε κάποιον Γέροντα:

“Ποιο καλό πράγμα υπάρχει, για να το κάνω και να βρω ζωή μέσα σ΄αυτό;” 

Και είπε ο Γέροντας:
 

“Ο Θεός γνωρίζει το καλό. Όμως άκουσα ότι κάποιος από τους πατέρες ρώτησε τον αββά Νισθερώο τον μεγάλο, τον φίλο του αββά Αντωνίου:”
 

“Ποιο θεωρείται έργο καλό για να το κάνω;”
 

Κι εκείνος του είπε:
 

“Όλες οι αρετές δεν είναι ισοδύναμες; Η αγία Γραφή λέει ότι ο Αβραάμ υπήρξε φιλόξενος και είχε τον Θεό μαζί του. Ο Ηλίας αγαπούσε την ησυχία και ο Θεός ήταν μαζί του. Ο Δαβίδ ήταν ταπεινός και ο Θεός ήταν μαζί του. 

Ό,τι λοιπόν καταλαβαίνεις να θέλει η ψυχή σου που είναι σύμφωνο με το θέλημα του Θεού, αυτό κάνε και κράτα άγρυπνη την καρδιά σου”. 

Άγιος Ιουστίνος (Πόποβιτς) : Άνθρωπος και Θεάνθρωπος.


10. Το Άγιον Πνεύμα δια της θείας δυνάμεώς Του, ενώνει όλους τους πιστούς εις εν σώμα, την Εκκλησίαν. Το Άγιον Πνεύμα είναι ο αρχιτέκτων και ο οικοδόμος της Εκκλησίας. Κατά τον θεόπνευστον λόγον του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου, «το Άγιον Πνεύμα οικοδομεί την Εκκλησίαν». Δια του Αγίου Πνεύματος δηλαδή οικοδομούμεθα πάντες εις το σώμα της Εκκλησίας, βαπτιζόμεθα εν Αυτώ εις εν σώμα, το σώμα της Εκκλησίας, γινόμενοι σύσσωμοι Χριστού. Πράγματι, δια του Αγίου Πνεύματος ο άνθρωπος γίνεται άνθρωπος του Χριστού, γίνεται χριστιανός, μέλος της Εκκλησίας. Το Άγιον Πνεύμα ενεργεί την ενχρίστωσιν και την χριστοποίησίν μας, την ενσωμάτωσίν μας εις την Εκκλησίαν και την εκκλησιαστικοποίησιν. Δια του Αγίου Πνεύματος ωκοδομήθη και συνεχώς οικοδομείται το άγιον, το θεανθρώπινον και καθολικόν σώμα της Εκκλησίας, το οποίον είναι πάντοτε εν και αδιαίρετον. Εις αυτό το καθολικόν εν σώμα, έκαστος άνθρωπος, Ιουδαίος ή Έλλην, δούλος ή ελεύθερος, πλούσιος ή πτωχός, πεπαιδευμένος ή απαίδευτος, γίνεται νέος άνθρωπος, ο εν Χριστώ άνθρωπος, εις τον οποίον ο Χριστός είναι τα πάντα εν πάσι εις όλους τους κόσμους… Όντως, τυγχάνει αναμφίβολον, ότι μόνον δια του Αγίου Πνεύματος γίνεται κανείς χριστιανός. Διότι εκεί όπου είναι το Άγιον Πνεύμα, εκεί είναι και ο Χριστός, εκεί δε όπου είναι ο Χριστός, εκεί είναι και το Άγιον Πνεύμα, εκεί, με μίαν λέξιν, είναι και όλη Αγία Τριάς. Εξ Αυτής δε και εν Αυτή είναι τα πάντα.

Συνεχίζεται.  

Ὁ Νικόλας ὁ Μπούκης καὶ ἡ Πόρνη...


Μουστάκης Βασίλης

«... Τοῦτο μοῦ ἐνθύμισε μίαν ἄλλην κορασίδα, τὴν Κοῦλαν
(Ἀγγελικήν) τοῦ φίλου μου Νικόλα τοῦ Μπούκη. Ἁπλοῦς
μανάβης, ἤ ὀπωροπώλης, ἦτον ὁ ἄνθρωπος, ἀλλ’ εἶχε λάβει
θεόθεν διὰ τὴν φιλοξενίαν του τὴν εὐλογίαν τοῦ Ἀβραάμ.
Ἡ μικρὰ οἰκία ἦτο ξενὼν διά τοὺς φίλους καὶ τοὺς
διαβατικούς, διά τούς τυχόντας. Εἶχεν ἀπολύσει ἡ λειτουργία
μετὰ τὴν παννυχίδα εἰς τὸ παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου, καὶ
τὴν ὥραν τοῦ ἀντιδώρου, ἡ γυνὴ τοῦ Μπούκη τοῦ φίλου μου,
ἀκολουθουμένη ἀπὸ τὴν μικράν κόρην της τὴν Ἀγγελικοῦλαν, μ’
ἐπλησίασεν εἰς τὸ στασίδι, διὰ νὰ μοῦ ὑπομνήση, ὡς συνήθως,
ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάγω εἰς τὸ γεῦμα. Τότε ἡ μικρὰ παιδίσκη (ἦτο
ὡς ἐννέα ἐτῶν, ροδίνη καὶ καστανή, καὶ τὴν εἶχαν υἱοθετήσει
ἀπὸ τὸ βρεφοκομεῖον, ὡς ἄτεκνον ὁπού ἦτο τὸ ἀνδρόγυνον, ἀλλ’
αὐτὴ τὸ ἠγνόει), μ’ ἐχαιρέτησε, καὶ μοῦ λέγει :
- Ἐσύ, μπάρμπ’ Ἀλέξανδρε, ψέλνεις τὰ τραγούδια τοῦ θεοῦ!
...Ἔκτοτε ἡ μικρὰ μὲ ἤκουε νὰ ψάλλω συνεχῶς «τραγούδια
τοῦ θεοῦ», εἰς τὸν πενιχρὸν ναΐσκον, ὅπου ἐσύχναζε τακτικὰ μὲ
τὴν μητέρα της... Ἠσθάνετο (τὰ τροπάρια) καί τὰ ἐπόθει καὶ τὰ
ἐχαρακτήριζε μὲ ἀγγελικόν αἴσθημα, ὡς τραγούδια τοῦ θεοῦ...».
Αὐτὸς ὁ Νικόλας ὁ Μπούκης, ποὺ ἀναφέρει ὁ κύρ’
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, στάθηκε ἕνας ἅγιος ἄνθρωπος καὶ
ἥρωας μιᾶς θαυμαστῆς ἱστορίας. Ἄγνωστο γιατί, δὲν θέλησε νὰ
τὴ γράψει ὁ Παπαδιαμάντης, ὁ μόνος ποὺ ἄξιζε νὰ τό κάνει. Τὴν
ἄκουσα ἀπό τό στόμα ἑνὸς κοινοῦ φίλου τους, καὶ τὴν ἔβαλα νὰ
διασωθεῖ μέσα στὴν «Κιβωτό». Ὁ κοινὸς αὐτὸς φίλος τοῦ
Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Μπούκη δὲν εἶναι ἄλλος ἀπό τὸν σεπτὸ
ἡγούμενο τῆς Λογγοβάρδας τῆς Πάρου, τὸν πάτερ Φιλόθεο
Ζερβάκο.
Ὁ Νικόλαος ὁ Μπούκης ἤτανε σπάταλα χαριτωμένος ἀπὸ
τὸν θεό. Ἁπλοϊκὸς στὴν καρδιά, ταπεινός, εὐσεβέστατος,
γεμᾶτος συμπόνοια στοὺς φτωχούς, πήγαινε ταχτικὰ στό
ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου ὅπου γνωρίστηκε μὲ τὸν
Παπαδιαμάντη καὶ τὸν πατέρα Φιλόθεο, ποὺ ἤτανε τότε λαϊκὸς
ἀκόμα κι ἔκανε τὸν ψάλτη.
Ὅταν, λοιπόν, ὁ Νικόλας ἔφτασε στὰ τριανταεφτὰ του
χρόνια, ἀποφάσισε νὰ παντρεφτεῖ. Τί πιό φυσικό, νὰ σκεφτεῖ νὰ
πάρει γιὰ σύντροφο τῆς ζωῆς του μιά κόρη ποὺ θὰ τοῦ ταίριαζε,
εὐσεβῆ, σεμνὴ καὶ προκομένη. Ὅμως ὁ νοῦς του δὲν πῆγε ἐκεῖ.
Μὲ τὴν εὐκολία ποὺ ἔχουν οἱ ἀληθινοὶ ἅγιοι, ὁ μακάριος
ἐκεῖνος σηκώθηκε καὶ πῆγε σ’ ἕνα σπῆτι τῆς ἁμαρτίας καὶ εἶπε
στὴν πρώτη ποὺ ἀντίκρυσεν ἐκεῖ μέσα ἁμαρτωλὴ :
- Σήκω κι ἔλα μαζί μου. Ἔταξα στὸν θεὸ νὰ γλυτώσω μιά
ψυχὴ ἀπό τή λάσπη. Ἔλα νὰ σὲ κάνω γυναῖκα μου.
Ἐκείνη σάστισε στὴν ἀρχή, μὰ οὔτε στιγμὴ δὲν τῆς πέρασε
ἀπὸ τὸ μυαλὸ πὼς ἤτανε κάποιο ἄσπλαχνο πείραγμα. Κι ὕστερ’
ἀπό λίγο, τὸν ἀκολούθησε.
Ὁ Μπούκης σκεφτότανε μέσα του τὸ χαμένο πρόβατο τῆς
παραβολῆς κι εὐχαριστοῦσε ἀπὸ τὰ κατάβαθα τῆς ψυχῆς τὸν
Κύριο γιατί ἀξιωνότανε νὰ τὸν μιμηθεῖ.
Τὴν ἔβαλε κι ἐξομολογήθηκε κι ἀφοῦ μεταλάβανε μαζὶ τὸ
Σάββατο, στεφανωθήκανε τὴν Κυριακή.
«Ἡ πρώην ἄσωτος γυνή» ἤτανε τώρα στὸ πλευρὸ τοῦ
Μπούκη σὰν ἁγνότατο ρόδο. Φρόνιμη καὶ χαμηλοβλεποῦσα, μὲ
τὰ εἴκοσι-δυὸ χρόνια της δροσᾶτα, σὰν καὶ νὰ τὴν εἶχε μόλις
δρέψει ἀπὸ τὸν κόρφο τῆς μάνας της.
Τό μάθανε καὶ τ’ ἀδέρφια της κι ἤρθανε ἀπὸ τὸ Μενίδι —
ὅπου ἤτανε τὸ πατρικό τους — καὶ τὴν καμάρωσαν μ’ ὅλο τὸν
ἄλλο κόσμο.
Ὕστερα, πέρασε κάμποσος καιρός, ἀνέφελα κι εὐλογημένα.
Ἀλλά ἡ ἁμαρτία εἶναι δυνατὴ καί δὲν παρατάει εὔκολα τὰ__
πλάσματα ποὺ δουλέψανε σ’ αὐτή.
Κι ἔτσι - κατὰ τὸν Σολομῶντα ποὺ λέγει «ὥσπερ κύων ἐπὶ
τὸν ἑαυτοῦ ἔμετον», - ἡ γυναῖκα τοῦ Μπούκη κύλισε ξαφνικὰ
ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου ἡ χάρη τοῦ θεοῦ τὴν εἶχε τραβήξει κι ἔγινε
μοιχαλίδα.
Σὰν ὁ ἄντρας της τὴν ἔπιασε, δὲν τῆς εἶπε κανένα πικρὸ
λόγο. Μὰ τώρα πιὰ δὲν βάσταγε νὰ τὴν κρατήσει. Τὴν εἶδε νὰ
φεύγει ἀπὸ τό σπῆτι τους, χωρὶς νὰ τὴν προφτάξει καὶ νὰ τῆς
πεῖ: «Γυναῖκα, δὲ σοῦ κρατάω κακία». Ἐκείνη πῆγε κι ἔμεινε σὲ
μιά συγγένισσά της. Φοβότανε καὶ τ’ ἀδέρφια της καὶ καθότανε
ἐκεῖ κρυμένη.
Ὁ Νικόλας εἶπε τότε μὲ τὸ νοῦ του: «Ἄλλο πιὰ δὲν μοῦ μένει
παρὰ νὰ πάω στ’ Ἁγιονόρος ν’ ἀσκητέψω».
Μπῆκε στὸ βαπόρι, παρατῶντας σπῆτι καὶ μαγαζί, καὶ ἦρθε
στ’ Ἁγιονόρος.
Ἐκεῖ ρώτησε ποιὸς ἤτανε ὁ καλύτερος πνευματικός, γιὰ νὰ
τοῦ ἐμπιστευθεῖ τὸν πόνο του καὶ τὴν ἀπόφασή του.
Τοῦ εἴπανε:
- Νὰ πᾶς στὸν πάτερ Σάββα.
Ὁ πάτερ Σάββας δὲν καθότανε σὲ μοναστῆρι, παρὰ σὲ μία
βραχότρυπα. Ἤτανε βαθύγερος καὶ διαβόητος πνευματικός.
Ἤξερε, ἀνάλογα μὲ τὴν ψυχὴ ποὺ ἐρχότανε σ’ αὐτόν, νὰ
φέρνεται. Ἄλλοτε ἔβαζε βαριούς κανόνες, γιατί ἔβλεπε πὼς τοὺς
ἄντεχε ὁ ἁμαρτωλός. Κι ἄλλοτε διάβαζε μονάχα τὴν εὐχὴ κι
ὕστερα σιγὰ - σιγὰ ἔβαζε νηστεῖες καὶ μετάνοιες κι ἀγρυπνίες.
Κάποια φορά ἕνας φοβερὸς ληστὴς εἶχε πάει σ’ αὐτὸν νὰ
ξομολογηθεῖ. «Βαρέθηκα, τοῦ εἶπε, νὰ σκοτώνω. Λέω νὰ σώσω
τὴν ψυχή μου. Ἂν θέλεις διάβασέ μου τὴν εὐχή, ἀλλά κανόνα μὴ
μοῦ βάζεις, γιατί δὲν βαστάω τέτοια». Ὁ πάτερ Σάββας τὸν
κοίταξε μὲ ἱλαρή ματιὰ καὶ τοῦ ἀποκρίθηκε:
«Ἕνα κανόνα σοῦ βάζω. Νὰ μὴν ξαναβλάψεις ἄνθρωπο». Ὁ
ληστὴς ἀπόρεσε: «Καλά, αὐτὸ τ’ ἀποφάσισα», εἶπε. «Ἔ, αὐτό
φτάνει». «Καὶ τίποτε ἄλλο;» «Τίποτε ἄλλο. Ἂν θέλεις,
νηστεύεις μονάχα Τετράδη καὶ Παρασκευή. Καὶ νὰ λὲς ποῦ καὶ
ποῦ: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν».
Βουρκώσανε τὰ μάτια τ’ ἀνθρώπου. Ὕστερα ἀπὸ κάμποσες
μέρες ξανᾶρθε. «Γέροντα— λέει— αὐτα ποὺ μοὖπες τὰ κάνω.
Θέλω καὶ κανέναν ἄλλο κανόνα». Ὁ πάτερ Σάββας τότε τοῦ
λέει: «Ἂν βαστᾶς, νήστευε ______καὶ τὴ Δευτέρα. Κάνε καὶ σαράντα
μετάνοιες κάθε βράδι πρὶν πλαγιάσεις». Ὕστερα ἀπὸ κάμποσες
μέρες ἦρθε πάλι στὸν γέροντα ὁ ληστής. «Λέω νὰ νηστεύω καὶ
τὴν Τρίτη καὶ τὴν Πέμπτη. Καὶ νὰ πουλήσω ὅλα μου τὰ
ὑπάρχοντα καὶ νὰ καθίσω ἐδῶ γιὰ πάντα». Καὶ πρόσθεσε μὲ
λυγμούς. «Πῶς ξεπλερώνεται ὁ Θεὸς;» Ἡ καρδιὰ του εἶχε
μαλακώσει ὁλότελα.
Σ’ αὐτὸν τόν ἅγιο γέροντα πῆγε κι ὁ Νικόλας.
Σὰν τὸν ἄκουσεν ἐκεῖνος, πῆρε αὐστηρὴ ὄψη καὶ τοῦ
ἀποκρίνεται:
- Δὲν ἔχεις καμμιὰ δουλειὰ ἐδῶ πέρα. Ἁμαρτάνεις μ’ αὐτὰ
ποὺ σκέφτεσαι. Ἂν εἶχες μιά γίδα καὶ σοὔφευγε, θὰ τὴν
παράταγες; Δὲν θὰ πήγαινες νὰ τὴ βρεῖς καὶ νὰ τὴ φέρεις σπῆτι
σου; Τὰ ἴδιο εἶναι καὶ μὲ τὴ γυναῖκα σου. Ἔταξες νὰ τὴν σώσεις.
Νὰ σηκωθεῖς καὶ νὰ πᾶς πίσω καὶ νὰ τὴν πάρεις μὲ τὸ στανιὸ
σπῆτι σου.
Ὁ Νικόλας στενοχωρέθηκε. Τοῦ φάνηκε βαριὰ ἡ συμβουλὴ
τοῦ γέροντα, μὰ καταλάβαινε πὼς εἶχε δίκιο.
Ἔφυγε ἀναποφάσιστος ἀπὸ τὸν ἀναχωρητή. Δὲν ἤξερε τί νὰ
κάνει.
Ἐκεῖ ποὺ περπατοῦσε,τοῦ ἔρχεται μιά ἰδέα.
- Μπορεῖ καὶ νὰ μὴν εἶναι ἔτσι, συλλογίσθηκε. Ἂς πάω καὶ
σὲ κανέναν ἄλλο πνευματικό.
Ρωτάει καὶ τόν στέλνουνε τώρα στὸν πάτερ Δανιήλ, ἄλλον
αἰωνόβιο ἀσκητή. Τοῦτος ἤτανε ἀπό τη Σμύρνη κι ἤξερε καὶ
γράμματα πολλά, ἅγιος ὅπως ὁ πρῶτος. Ἔπεσε στὰ γόνατα ὁ
Νικόλας καὶ τοῦ λέει τὴν ἱστορία του. Μὰ ξαφνιασμένος ἀκούει
ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ πάτερ Δανιὴλ τὰ ἴδια ποὺ τοῦ εἶχε πεῖ κι ὁ
πάτερ Σάββας. Τὰ ἴδια ἀκριβῶς.
Χωρὶς νὰ τὸ θέλει γυροφέρνει τὰ μάτια μέσα στό κελλί, μὴν
ἤτανε κανένα τηλέφωνο. Ἀλλοιῶς δὲν μποροῦσε νὰ ἐξηγήσει
πῶς ἤτανε τόσο ἀπαράλλαχτη ἡ δεύτερη ἀπόκριση μὲ τὴν
πρώτη. Ἐκεῖνο τόν καιρὸ τὰ τηλέφωνα ἤτανε σπάνια, ἀλλά πῶς
νὰ τὸ χωρέσει ὁ νοῦς τοῦ Νικόλα αὐτὸ τὰ θαῦμα; Νὰ ἀκούει τὰ
ἴδια λόγια καὶ τώρα, σὰν καὶ νἄχανε πρὶν συνεννοηθεῖ οἱ δυὸ
πνευματικοί.
Τότε πιὰ δὲν τοῦ ἔμεινε κανένας δισταγμός. Καὶ γύρισε στὴν
Ἀθήνα γρήγορα.
Πῆγε στὸ συγγενικό σπῆτι ἀπ’ ὅπου ἡ γυναῖκα του δὲν εἶχε
ξεπορτίσει, γιατί τ’ ἀδέρφια της τῆς εἴχανε μηνύσει πὼς θὰ τὴ
σκοτώνανε.
Πρὶν φτάσει ἐκεῖ, τοὺς συναπάντησε στὴ γωνία τοῦ δρόμου.
Παραφυλάγανε ἐκεῖ, νύχτα μέρα, μὲ τὰ μαχαίρια στὰ ζουνάρια.
- Ποῦ πᾶς ; τόν ρωτήσανε ἀγριεμένοι.
- Πάω νὰ τὴν πάρω.
- Ἅμα τὸ κάνεις, θὰ σὲ βρεῖ καὶ σένα κακό, τοῦ εἶπε ὁ
μικρότερος. Ἂς τηνε τὴ σκύλλα...
Ὁ Νικόλας δὲν μίλησε. Τράβηξε ἴσα στό σπῆτι, μὲ σταθερὴ
περπατησιά. Ὅταν τόν εἶδε ἐκείνη, ἔρριξε κάτω τὰ μάτια.
Ἔσκυψε, τῆς χάϊδεψε τὰ μαλλιά. Τὰ λόγια τῶν δυὸ
πνευματικῶν γινόντανε τώρα ζωντανὴ εἰκόνα. Ναί, ἤτανε ἡ
γιδοῦλα ποὺ ἐρχότανε τώρα νὰ τὴν πάρει πίσω στό σπῆτι του.
- Ἂς τὰ ξεχάσομε, γυναῖκα, τῆς εἶπε μὲ ραγισμένη φωνή. Ὁ
θεός εἶναι μεγάλος. Μὴ ντρέπεσαι, ἔλα πᾶμε.
Κάποιος τοῦ εἶπε:
- Καθόμαστε καὶ φυλᾶμε μὴ μποῦνε τ’ ἀδέρφια της. Εἶναι
στὰ δρόμο καὶ θέλουνε νὰ τὴ σκοτώσουνε.
- Δὲν θὰ τό κάνουνε, ἀποκρίθηκε ἥσυχα ὁ Νικόλας.
Ὕστερα ἀπὸ λίγο βγήκανε στὰ δρόμο. Προσπεράσανε τ’
ἀδέρφια της, ἐκείνη μὲ τὶς παλάμες στὸ πρόσωπο, ὁ ἄντρας της
κυττῶντας τους μιά στιγμὴ μὲ χαμόγελο. Τὰ παλληκάρια δὲν
κινηθήκανε. Ὅ,τι βλέπανε τοὺς εἶχε παραλύσει τὴν κακοῦργα
θέληση.
Ἔτσι ὁ Νικόλας ἔφερε τὴ γυναῖκα του στό σπῆτι του καὶ
ζήσανε κάμποσο καιρὸ πάλι ἀνέφελα. Ἐκείνη φαινότανε
συντριμένη, μὰ σιγά-σιγὰ πῆρε πάλι θάρρος καὶ δὲν θυμόντανε
κανένας τους ὅ,τι εἶχε συμβεῖ.
Μὰ ἡ γυναῖκα τοῦ Νικόλα ξανάπεσε. Ἔπεσε πολλὲς φορές.
Τώρα ὅμως ὁ ἄντρας της δὲν λιγοψύχισε. Ὑπόμενε.
Ἐγκαρτεροῦσε. Καὶ δὲν ἔπαυε νὰ τὴν ἀγαπᾶ, νὰ προσεύχεται γι’
αὐτήν.
Ἐρεθισμένη ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἀνοχή, ἐκείνη πρόσθεσε στὴ
ντροπή τὴν κακὴ συμπεριφορά. Τοῦ φερνότανε σὰν δαίμονας.
Τὸν ἐξευτέλιζε μὲ τὰ λόγια της, τὸν μάτωνε καθημερινὰ μὲ τοὺς
θυμοὺς καὶ τὶς κοροϊδίες της. Πόσο θὰ μποροῦσε νὰ βαστάξει ὁ
ἀνεξίκακος, ὁ ἅγιος ἐκεῖνος ἄνθρωπος;
Οἱ μέρες διαβαίνανε σκληρές, ὁ σταυρὸς του γινότανε ὁλοένα
καὶ πιὸ ἀβάσταχτος.
Μιά μέρα δὲν μπόρεσε νὰ κρατηθεῖ ἄλλο. Λύγισε μπροστὰ
στὴ σιωπὴ τοῦ θεοῦ, ποὺ ἔκανε πὼς δὲν τόν πρόσεχε, πὼς τόν
εἶχε ἐγκαταλείψει νὰ ὑποφέρει μονάχος, ἀβοήθητος, τὴ θηριώδη
κακία αὐτῆς ποὺ εἶχε εὐεργετήσει καὶ συγχωροῦσε ὁλοένα.
Ἐπῆγε κάτω ἀπὸ τό εἰκονοστάσι καὶ μὲ δάκρυα εἶπε στὰ θεὸ:
- Θεέ μου, δὲν βαστάω ἄλλο. Ἤ φώτισέ την ἤ σταμάτα μ’
ἕνα τρόπο ποὺ ἐσύ ξέρεις ἐτοῦτο τὸ βάσανό μου.
Ἡ γυναῖκα του, ποὺ ὁ Νικόλας νόμιζε πὼς ἔλειπε ἀπὸ τὸ
σπῆτι, ἦρθε ἀπὸ πίσω του.
Ἄκουσε τὰ λόγια του. Τὴν πήρανε τὰ κλάμματα. Κατάλαβε
ξαφνικὰ τὴν ἄβυσσο τῶν κριμάτων της. Συνῆρθε ὁλότελα.
Κεραυνωμένη ἀπό τή θεία φώτιση, σωριάστηκε στὰ πόδια του
καὶ τοῦ φώναξε:
- Συχώρεσέ με, Νικόλα. Συχώρεσέ με. Εἶμαι μιά τιποτένια.
Δὲν θέλω νὰ σὲ ξαναπικράνω.
Ὁ Χριστός, τὴν τελευταία στιγμή, ἐκεῖ πιὰ ποὺ ὁ δοῦλος του
θἄσπαζε κάτω ἀπὸ τό βάρος τοῦ πειρασμοῦ, «ἐποίησε τὴν
ἔκβασιν».
Ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ζήσανε μονιασμένοι. Ἐκείνη
ἀφοσιώθηκε στὴ θρησκεία, γύριζε ὅλη τὴ μέρα σὲ φιλανθρωπίες
καὶ συνόδευε τὸν ἄντρα της στὶς ἀγρυπνίες τοῦ Ἁγίου
Ἐλισσαίου.
Πήρανε καὶ τὴν Ἀγγελικοῦλα ἀπὸ τὸ βρεφοκομεῖο καὶ ἡ
εὐλογία τοῦ θεοῦ θρονιάστηκε στό σπητάκι τους ποὺ ἤτανε σ’
ἕνα σοκκάκι τῆς ὁδοῦ Πειραιῶς.
Μετὰ τὶς παννυχίδες τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου, ὁ
Παπαδιαμάντης κι ὁ πάτερ Φιλόθεος πηγαίνανε στό σπητάκι
τοῦ Μπούκη νὰ γευματίσουνε. Ὅπως τὄγραψε στὰ «Τραγούδια
τοῦ θεοῦ» ὁ Κὺρ Ἀλέξανδρος__

ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ - Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


+π. Ιωάννης Σ. Ρωμανίδης



9) Δεν υπάρχει άλλη ένωσις με τον Χριστόν από αυτήν, η οποία επιτυγχάνεται δια της καθάρσεως, του φωτισμού, και του δοξασμού εις την παρούσαν ζωήν. Η ορατή δομή της Εκκλησίας είναι και η έκφρασις της ενώσεως και ο εγγυητής ότι όλοι αυτοί, οι οποίοι επιθυμούν, ημπορούν να προχωρήσουν εις αυτήν την θεραπείαν προσφερομένην δια του Χριστού μέσω των αγίων Του.
10) Τα κριτήρια δια την επανένωσιν των διηρημένων Χριστιανών δεν ημπορούν να είναι διάφορα από εκείνα, δια την ένωσιν των συνδέσμων των επιστημόνων. Οι αστρονόμοι θα ετρόμαζον με την ιδέαν ότι θα έπρεπε να ενωθούν με τους αστρολόγους. Οι τελευταίοι θα έπρεπε να γίνουν αστρονόμοι, δια να γίνουν αποδεκτοί. Τα μέλη ενός συγχρόνου ιατρικού συνδέσμου θα ήσαν έξ ίσου τρομαγμένα με την υπόδειξιν ότι θα έπρεπε να γίνουν έν σωματείον, με τους κομπογιαννίτας και τους πρακτικούς ιατρούς των πρωτογόνων φυλών. Κατά τον ίδιον τρόπον οι Πατέρες θα ετρόμαζον με την ιδέαν δια μίαν ένωσιν μεταξύ της παραδόσεώς των και των εκκλησιών, αι οποίαι έχουν μικράν ή καθόλου κατανόησιν περί της θεραπείας της καθάρσεως, του φωτισμού και του δοξασμού και έχουν θέσει την καθιδρυματικήν αυθεντίαν εις τας χείρας των κομπογιαννιτών. Το πρόβλημα της ενώσεως απλοποιείται μόνο του εις την επιτυχίαν των εκκλησιών να παράγη τα αποτελέσματα, δια τα οποία υποτίθεται ότι υπάρχει. "Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται".
Τ Ε Λ Ο Σ

Κύριε εκέκραξα προς Σε

Serafemsarof
(κάνετε "κλικ" πάνω στο "Χ" στο δεξιό μέρος της διαφήμισης  να φύγει αν σας ενοχλεί) 

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ

Άγ. Μάρκος ο Μοναχός :


"Ο καθένας που έχει βαφτιστεί με τον ορθόδοξο τρόπο, έχει δεχτεί μυστικά το πλήρωμα της χάρης· και αν έπειτα συνεχίζει να τηρεί τις εντολές, θ' αποκτήσει συνειδητά τη γνώση αυτής της χάρης  μέσα του. 
Όσο κι αν προχωρήσει κάποιος στην πίστη, όσο μεγάλες ευλογίες κι αν αποκτήσει, ποτέ δεν ανακαλύπτει, ούτε θα μπορέσει ποτέ ν' ανακαλύψει τίποτε περισσότερο απ' ό,τι ήδη έχει λάβει μυστικά με το βάπτισμα.
 
Ο Χριστός, όντας τέλειος Θεός, χορηγεί στον βαπτισμένο την τέλεια χάρη του Πνεύματος. Εμείς, από την πλευρά μας, δεν μπορούμε να προσθέσουμε τίποτε σ' αυτή τη χάρη, αλλά μας αποκαλύπτεται και μας φανερώνεται βαθμιαία, ανάλογα με την εκπλήρωση των εντολών. Ο,τιδήποτε, λοιπόν, του προσφέρουμε μετά την αναγέννησή μας, ήταν ήδη μέσα μας και προήλθε απ' Aυτόν."
 

π. Θεόδωρος Ζήσης - Η σύλληψις της Θεοτόκου.

ΠΩΣ ΘΑ ΒΡΗΣ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ.


Ποιον δρόμο; Αυτόν, που οδηγεί στην αιώνια ζωή. 
Μας το εξηγεί ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής 
(Β´ Εκατοντάδα περί αγάπης) με τα εξής: 

«Αν θέλης να βρης την οδόν, που οδηγεί στην αιώνια ζωή, ζήτα την σε 
αυτήν την Οδόν, που είπε: «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή» 
(Ιω. ΙΔ´ 6) και εκεί θα την βρης. Αλλά ζήτα την με πολύ μεγάλον πόθον, γιατὶ 
είναι λίγοι όσοι βρίσκουν αυτην την οδόν (Ματθ. Ζ´Ι4), μη τυχόν και
 
μείνης έξω από τους λίγους και βρεθής μαζὶ με τους πολλούς».
 


Toυ Πρωτ. π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ :


Ἡ ἐπέλαση τοῦ Φραγκισμοῦ καί τοῦ Παπισμοῦ καί μετά τῶν Προτεσταντισμῶν, δημιούργησε τήν σημερινή Εὐρώπη τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τῶν Οἰκουμενιστῶν μας μεταπατερικῶν θεολόγων, μέ τήν ὁποίαν οὐδεμία (πνευματική) σχέση ἔχουμε. Μόνο ἐάν ἀναφανεῖ κάποια κίνηση μετανοίας στή σημερινή «Δύση» καί ἀληθινή ἀναζήτηση τῆς πρό τοῦ σχίσματος ταυτότητός της, ἀλλά καί διάθεση γιά δυναμική «ἐπιστροφή» σ᾽ αὐτήν, θά εἴμεθα πρόθυμοι νά ἀγκαλιάσουμε ἐνθέρμως καί νά στηρίξουμε αὐτήν τήν προσπάθεια, γιά τήν ἐπανασυνάντηση ὅλων μας ἐντός τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, πού συνεχίζεται ἀστασίαστα στήν Πατερική Ὀρθοδοξία, στήν ὁποία θέλουμε μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ νά κινούμεθα καί νά ζοῦμε (πρβλ. Πράξ. 17,28). Αὐτό εἶναι τό πνεῦμα καί ἡ πράξη τῶν ἁγίων μας Πατέρων, τῶν γνησίων «ἡγουμένων» καί «ποιμένων» μας ὅλων τῶν αἰώνων, οἱ ὁποῖοι ἀγρυπνοῦσιν ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν ὡς λόγον ἀποδώσοντες» (Ἑβρ. 13,17). Καί αὐτό ἀκριβῶς φαίνεται καί ἀπό τόν «ἀντιδυτικισμό» τῶν Μεγάλων Πατέρων καί Διδασκάλων μας Φωτίου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου Παλαμᾶ καί Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, πού ἡ Δύση καί οἱ δικοί μας Οἰκουμενισταί, ἔμαθαν νά βλέπουν ὡς «ἀντιδυτικούς», ἐνῶ εἶναι ἐκεῖνοι, πού ἀληθινά ἀγαποῦν τήν Δύση, διότι θέλουν νά τήν θεραπεύσουν ἀπό τήν θανατηφόρο ἀρρώστια της, τήν ΑΙΡΕΣΗ.

Ο Μέγας Αθανάσιος απαντά στην ερώτηση "Πως και τινές αιρετικοί ποιούσι πολλάκις σημεία":


 "Τούτο ημάς ουκ οφείλει ξενίζειν. Ηκούσαμεν γαρ του Κυρίου λέγοντος, ότι πολλοί εν εκείνη τη ημέρα ερούσι: "Κύριε, ουκ εν τω σω ονόματι δαιμόνια εξεβάλομεν, και δυνάμεις πολλάς εποιήσαμεν;" και ερεί αυτοίς: "Αμήν λέγω υμίν, ουδέποτε έγνων υμάς, αποχωρήται απ' εμού εργάται της ανομίας". Και πρόσεξε πως συνεχίζει ο άγιος Πατήρ: "Πολλάκις γαρ ουχ η πολιτεία του θαυματουργούντους εστίν η την ίασιν εργαζομένη, αλλ' η προς Aυτόν πίστις του προσερχομένου ανθρώπου".

Ἀρχιμανδρίτου Σαράντη Σαράντου :


Ἀκούσαμε ἰδίοις ὠσίν ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη μας νά ἀποκαλεῖ τόν "ἀρχιεπίσκοπο" Ραβέννας ποιμενάρχη τῆς "ἀρχιεπισκοπῆς" Ραβέννας. Πλήρης δηλαδή ἐξομοίωση τῶν παναιρετικῶν παπικῶν μέ τούς ὀρθοδόξους ποιμενάρχες. Στό τέλος κοινώνησαν τῶν ἀχράντων Μυστηρίων καί κάποιοι παπικοί .....
Ἐνδεικτικῶς ἀναφέρουμε τόν κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων πού θεωρεῖ
μόλυσμα τό βάπτισμα καί τήν Ἱερωσύνη τῶν αἱρετικῶν. Ἄν προσθέσουμε καί τό ΜΣΤ κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων πού ρητά ἀπαγορεύει τήν κοινωνία τῶν Ἐπισκόπων μας καί τῶν Πρεσβυτέρων μας μέ τούς αἱρετικούς (πόσο μᾶλλον μέ τούς ἀλλοθρήσκους) καί τά μυστήριά τους, βάπτισμα καί θεία Εὐχαριστία, εὐνόητα συμπεραίνουμε ὅτι καί ἡ προσφορά τῆς θείας Λειτουργίας μας στούς αἱρετικούς καί φυσικά ἡ a priori ἀποδοχή τους ἀπό ἐμᾶς στή θεία Λειτουργία, συνιστᾷ κανονική, θεσμική παράβαση τῶν ἱερῶν κανόνων καί ὅλου τοῦ λειτουργικοῦ πνεύματος τῆς ἁγιοτάτης Ἐκλησίας μας. "Τίς γάρ συμφώνησις Χριστῷ πρός βελίαρ ἤ τίς μερίς πιστῷ μετά ἀπίστων;" ἐρωτᾷ ὁ ΜΣΤ κανών τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.

ΕΝ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΦΛΟΓΟΣ ΕΣΤΩΤΕΣ ΕΨΑΛΛΟΝ (ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΑΙΔΕΣ ΣΤΗ ΜΕΣΟΡΟΠΗ)


http://krufo-sxoleio.blogspot.ca/2012/12/blog-post_9.html#comm


                                         ΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Γ.Ο.Χ. ΜΕΣΟΡΟΠΗΣ ΚΑΒΑΛΑΣ

Συγκλονισμένος είναι ολόκληρος ο ελληνικός λαός από το χθεσινό λυπηρότατο γεγονός της πυρκαγιάς σε σπίτι της Μεσορόπης Καβάλας, όπου βρήκαν τον θάνατο μέσα στις φλόγες τρία μικρά παιδάκια, ηλικίας 14, 7 και 5 ετών.
Όταν η υπερπολύτεκνη οικογένεια (10 τέκνων) αντιλήφθηκε τις φλόγες και πετάχτηκαν έξω από το σπίτι, παρατήρησαν ότι έλειπαν τα δύο παιδιά. Ο δεκατετράχρονος αδελφός τους χωρίς φόβο, και φλεγόμενος από αγάπη για τα αδέρφια του, εισέβαλε μέσα στο σπίτι για να τα σώσει, αλλά εκείνη τη στιγμή κατέρρευσε η στέγη του σπιτιού και τα τρία αδέρφια παρέδωσαν τις ψυχές τους στον Κύριο μας.
Τα τρία αγγελούδια των οποίων τα ονόματα είναι Τηλέμαχος, Γεράσιμος και Ανδρέας, ήταν λαμπρά μέλη του Παραρτήματος Γ.Ο.Χ. Μεσορόπης Καβάλας.
Ευχόμαστε να πρεσβεύουν στον Κύριό μας για εμάς τους αμαρτωλούς. Στους γονείς και στα αδελφάκια τους ευχόμαστε την εξ ύψους παρηγοριά και δύναμη για να σηκώσουν τον τεράστιο αυτό Σταυρό...

ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ ΑΥΤΩΝ

Αποδομήστε τώρα τους αποδομητές

Κωνσταντίνος Χολέβας


Μετά τη Μεταπολίτευση του 1974, περισσότερο δε κατά την τελευταία δεκαετία, έχει εμφανιστεί μία πολύχρωμη και θορυβώδης ομάδα ιστορικών αποδομητών. Προσπαθούν να αλλάξουν ό,τι γνωρίζαμε μέχρι τώρα για τον Ελληνισμό, να αλλοιώσουν την εθνική μας ταυτότητα, να γκρεμίσουν ήρωες και μάρτυρες, να αθωώσουν τις ξένες κατακτήσεις και τους εθνικισμούς των γειτόνων.

Αλλοι δίνουν έμφαση στην προπαγάνδα κατά του εθνικού και εκπαιδευτικού ρόλου της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Κάποιοι άλλοι επιχειρούν να αμφισβητήσουν τη διαχρονική συνέχεια του Ελληνισμού. 


H συνέχεια, ‘’κλικ’’ πιο κάτω στο: Read more

Άγιος Ιουστίνος (Πόποβιτς) : Άνθρωπος και Θεάνθρωπος.


9. Δια της σαρκώσεώς Του ο Θεός Λόγος ανέδειξε τον μυστηριώδη οργανισμόν του ανθρωπίνου σώματος εις ναόν Του, εις σώμα Του. Ούτω το σώμς του ανθρώπου έγινε σώμα του Θεού… Το θείον και άγιον αυτό μυστήριον του σώματος εγνώρισε την τελειότητά του εν τω σώματι του Θεανθρώπου Χριστού και παρέμεινε διαπαντός άγιον εντός του θεανδρικού σώματος της Εκκλησίας του Χριστού. Ο Θεάνθρωπος Χριστός ως Εκκλησία συνιστά ακριβώς το θεανθρώπινον σώμα, εν τω οποίω ενούνται εις οργανικήν ενότητα πρώτον μεν ο Θεός και ο άνθρωπος, και κατόπιν όλοι οι άνθρωποι, οι οποίοι πιστεύουν εις τον Χριστόν. Οι άνθρωποι ενσωματωθέντες εις το θεανθρώπινον σώμα της Εκκλησίας, είναι συνδεδεμένοι οργανικώς μετά του Θεού και μετ΄ αλλήλων.

Συνεχίζεται.  

ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ - Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


+π. Ιωάννης Σ. Ρωμανίδης


7) Ουδέποτε εις την ιστορίαν η Ορθόδοξος Παράδοσις εξέλαβεν ότι οι πιστοί είναι μία κοινωνία μυημένων, οι οποίοι δεν ευθύνονται δια την κοινωνίαν γενικώς. Αντιθέτως, ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός εισεχώρησεν εις κάθε άποψιν της κοινωνίας, ειδικώς δια του θεραπευτικού ασκητισμού, εις τον οποίον συμμετείχον αυτοκράτορες, δημόσιοι υπάλληλοι, στρατιωτικοί, διανοούμενοι, έμποροι, αγρόται, εργάται, νέοι και γέροι ομοίως, οι οποίοι έβλεπον τον μοναχισμόν ως κέντρον ασκήσεως της τελειώσεως των θεραπευτών των.
8) Το ενδιαφέρον της Ορθοδόξου Παραδόσεως δι' όλας τας όψεις της Κοινωνίας, τον πολιτισμόν και τας πολιτιστικάς εκδηλώσεις επίσης προέρχεται από την συναίσθησιν ότι όλοι οι άνθρωποι όχι μόνον έχουν νοεράν ενέργειαν αλλ' επίσης την άκτιστον δόξαν, ή χάριν, ή βασιλείαν του Θεού εντός αυτών, αν και αυτά είναι εις χαμηλήν ή σχεδόν μίαν ανενεργόν μορφήν εξ αιτίας των ασθενειών του νοός και της υποδουλώσεώς του εις την λογικήν, τα πάθη και το περιβάλλον, με επακόλουθον την επικράτησιν του φόβου, του άγχους και εξω-πραγματικών αντιλήψεων. Οι Ορθόδοξοι επίσης ενεργούν υπό την αντίληψιν ότι 1) ο Ίδιος ο Θεός ενεργεί αμέσως εις κάθε άνθρωπον, ανεξαρτήτως των εσφαλμένων πεποιθήσεών του και της θεραπευτικής καταστάσεως, 2) αγαπά όλα τα δημιουργήματα με την ιδίαν αγάπην και 3) όλοι θα ίδουν την άκτιστον δόξαν του Χριστού, μερικοί ως φώς, άλλοι ως πυρ και σκότος εξώτερον, αναλόγως εάν αι καρδίαι των έχουν φωτισθή ή πωρωθή.


 Συνεχίζεται.

Π. Θεόδωρος Ζήσης - Περιεχόμενα Θεοδρομίας