Επιστολή του Επισκόπου Αρτεμίου





 
Ο Σεβασμ. Επίσκοπος κ. Αρτέμιος απέστειλε προς την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Σερβίας τὴν κάτωθι δημοσιευομένη λαμπρὰν ἐπιστολή, ἡ ὁποία ἀνοίγει σαφῶς μία νέαν
σελίδα στὸν ἀντι-οικουμενιστικὸ ἀγῶνα, ἀλλὰ καὶ μαρτυρεῖ τὶς διωκτικὲς διαθέσεις τοῦ φονταμενταλιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἀνέχεται ἐμπόδια στὴν καταστροφικὴ πορεία του.

* * *

Εν σχέσει πρὸς τὴν ἐπιστολὴν ῾Υμῶν (Νο 491, μ. 284) τῆς 21ης Μαρτίου 1996, εἰς τὴν ὁποίαν μὲ ἐνημερώνετε περὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ ῾Αγιωτάτου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου, ὅστις ἠρνήθη νὰ παράσχῃ εἰς ἐμὲ ἄδειαν εἰσόδου
εἰς τὸ ῞Αγιον ῎Ορος τοῦ ῎Αθωνος, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν ῾Ιερὰν Σύνοδον ὡς ἀκολούθως:
᾿Απεγοητεύθην ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ῾Υμεῖς, ῾Αγιώτατε καὶ ἀδελφοί μου ᾿Επίσκοποι, ὡς μέλη τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου, ἐθεωρήσατε ὡς δεδομένην, ἄνευ οἱασδήποτε μαρτυρίας, τὴν φανερὰν συκοφαντίαν εἰς τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ὅστις λέγει, ὅτι ἔχω ἐπαφὰς τινὰς καὶ ἐπικοινωνίαν μὲ σχισματικούς, μὲ τὸν κληρικὸν Κυπριανόν, ὅστις καθηρέθη ὑπὸ τῆς ῾Ελληνικῆς ᾿Εκκλησίας καὶ αὐτοαποκαλεῖται ᾿Επίσκοπος ᾿Ωρωποῦ καὶ Φυλῆς..
Συμφώνως πρὸς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν ἀπεστερήθην τῆς εἰσόδου εἰς τὸ ῞Αγιον ῎Ορος. ῾Ο ἕτερος λόγος τῆς ἀπογοητεύσεώς μου προέρχεται ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ζητεῖτε ἀπὸ ἐμέ, (κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως), νὰ τηρῶ τὴν κανονι-
κὴν τάξιν τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας..
῎Αν μὲ εἴχετε ἐρωτήσει περὶ αὐτοῦ τοῦ θέματος ἐνωρίτερον, ῾Αγιώτατε, ὅτε εἶχον ἐπισκεφθῆ ῾Υμᾶς τελευταίως, θὰ εἶχον εἴπει εἰς ῾Υμᾶς ἐκεῖνο, ὅπερ εἶναι γνωστὸν εἰς τὸν Θεὸν τὸν ῎Ιδιον, ὅτι οὐδέποτε, οὔτε ὡς ᾿Επίσκοπος, οὔτε πρίν, εἶχον οἱανδήποτε
σχέσιν ἤ ἐπικοινωνίαν μὲ τὴν Φυλήν, οὔτε διὰ τηλεφώνου.
᾿Επίσης, τὸ πρῶτον μέρος τῆς ὑποτιθεμένης ἐνοχῆς μου, ὅτι βλάπτω τὴν ὑπόληψιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου διὰ τῶν λόγων καὶ πράξεών μου, εἶναι ἀθεμελίωτον
καὶ οὐδεμία ἀπόδειξις παρέχεται πρὸς ὑποστήριξιν τῆς τοιαύτης θέσεως. ῞Ολως ἀντιθέτως, εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἐκεῖνος ὅστις μὲ καλεῖ νὰ τηρῶ τὴν τάξιν καὶ τὴν παράδοσιν τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας τ.ἔ. αὐτὸς οὗτος ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης,
καὶ οἱ μετ᾿ αὐτοῦ, ἔχουν ποδοπατήσει ὅλους τοὺς ῾Ιεροὺς Κανόνας καὶ Παραδόσεις τῆς ᾿Εκκλησίας ὑπερμέτρως, προσπαθοῦντες νὰ ἐφαρμόσουν τὰς οἰκουμενιστικὰς καὶ ἐπεκτατικὰς αὐτῶν ἰδέας. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον εἶναι ὀδυνηρὸν καὶ δύσκολον
νὰ κατανοήσω, ὅτι οὗτος καὶ οἱ ὅμοιοι αὐτοῦ, ἐπιτιμοῦν ἄλλον διὰ τὴν μὴ τήρησιν τῆς κανονικῆς παραδόσεως.
Γνωρίζω, ῾Αγιώτατε, ὅτι οὔτε ἡ Σύνοδος ἡμῶν, οὔτε ἄλλος τις εἰς τὸν κόσμον σήμερον εἶναι ἱκανὸς ἤ ἕτοιμος νὰ λάβῃ ὑπὸ τὴν προστασίαν αὐτοῦ τοὺς ῾Ιεροὺς Κανόνας καὶ τὴν παραδοσιακὴν ᾿Εκκλησιαστικὴν τάξιν καὶ νὰ κατηγορήσῃ ἐκείνους,
οἵτινες εἶναι ἄξιοι τοιαύτης κατηγορίας (πολλοὶ ἐξ αὐτῶν εἶναι εἰς τὴν Σερβικὴν ᾿Ορθόδοξον ἡμῶν ᾿Εκκλησίαν).
῞Ομως, ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευράν, καὶ ἡ Σύνοδος ἡμῶν καὶ ἕτεροι τινὲς εἶναι ἕτοιμοι νὰ κατηγοροῦν καὶ νὰ δικάζουν ἐκείνους, οἵτινες τηροῦν τοὺς ῾Ιεροὺς Κανόνας καὶ τὴν Παράδοσιν τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, ὑψώνουν τὴν φωνὴν αὐτῶν πρὸς
ὑπεράσπισιν τῆς ᾿Ορθοδόξου Πίστεως καὶ ἐπιδεικνύουν, ἀδελφικῷ τῷ τρόπῳ (τεκμηριωμένως), εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἤδη παρεβίασαν αὐτά, τὰ τεθέντα ὅρια ὑπὸ τῶν Πατέρων ἡμῶν. ᾿Αλλά, δὲν πειράζει. ῾Ο Θεὸς ἡμῶν εἶναι ζῶν, ὁ Παντελεήμων Κριτής,
῞Οστις βλέπει καὶ γνωρίζει πάντα ταῦτα λίαν καλῶς καὶ ἡ κρίσις Αὐτοῦ θὰ εἶναι δικαία. Εἶναι, ὅμως, ἄξιον θρήνου τὸ ὅτι πολλοὶ (οἰκουμενισταὶ) κάμνουν συμβιβασμοὺς καὶ συμπροσεύχονται μὲ τοὺς καταδεδικασμένους καὶ ἀνατεθεματισμένους,
γενόμενοι σκάνδαλον καὶ ὁδηγοῦντες εἰς τὴν ἀπώλειαν πολλὰς ἀθώας ψυχάς, ὑπὲρ ὧν ὁ Χριστὸς ἐσταυρώθη.
Εἰς τὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας ζῶ σήμερον καὶ κατὰ τὰς δυνάμεις μου, προσπαθῶ νὰ εἶμαι πιστὸς μαθητὴς καὶ φύλαξ τῶν ῾Ιερῶν Κανόνων τῶν Πατέρων, φέρων τὴν μαρτυρίαν τῆς εὐαγγελικῆς ᾿Αληθείας, ὅτι ἡ ζωὴ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ
οἱανδήποτε κοινωνίαν μὲ τὸ σκότος, οὔτε ὁ Χριστὸς μὲ τὸν Βελίαρ. ῾Η μαρτυρία αὐτή, τὴν ὁποίαν ἐξέθεσα εἰς τὸ περιοδικὸν ἡμῶν .῞Αγιος Βασιλεὺς Λάζαρος., ἐξελήφθη ὡς ἀπόδειξις καταστροφῆς τῆς ὑπολήψεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρ-
χείου.. ᾿Ενταῦθα μαρτυρῶ ἔτι ἅπαξ: ΟΥΔΕΙΣ ὑπάρχει εἰς τὸν κόσμον σήμερον, δυνάμενος νὰ βλάψῃ τὴν ὑπόληψιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τόσον, ὅσον ὁ ΙΔΙΟΣ ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος καὶ μέλη ἐκ τῆς ῾Ιεραρχίας αὐτοῦ, μὲ τὰς γνω-
στὰς τοῖς πᾶσι οἰκουμενιστικὰς αὐτῶν ἐνεργείας καὶ δηλώσεις.
᾿Αδελφοὶ καὶ Πατέρες τῆς Συνόδου· ἐκλαμβάνω τὴν πρὸς ἐμὲ ἐπιτίμησιν ῾Υμῶν (ἔστω καὶ τόσον ἀθεμελίωτον) ὡς τὸ πρῶτον σημεῖον τῆς ἑτοιμότητος καὶ τοῦ ζήλου ῾Υμῶν νὰ προστατεύσετε τοὺς ῾Ιεροὺς Κανόνας καὶ τὴν τάξιν τῆς ᾿Εκκλησίας. Πιστεύω μόνον, ὅτι ὅμοιαι ἐπιπλήξεις θὰ ἀποσταλοῦν ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ πρὸς ἐκείνους εἰς τὴν Σερβικὴν ᾿Ορθόδοξον ᾿Εκκλησίαν, οἵτινες ἔχουν παραβῆ καὶ παραβαίνουν τοὺς Κανόνας αὐτούς.
᾿Εν τῇ ἀγαθῇ ἐλπίδι ταύτῃ, διατελῶ πιστὸς ἐν Κυρίῳ εἰς τὴν ῾Ιερὰν Σύνοδον.

῾Ο ᾿Επίσκοπος Ράσκας καὶ Πριζρένης

† ΑΡΤΕΜΙΟΣ

῾Η ἐπιστολὴ αὐτὴ δημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ τῆς ῾Ιερᾶς ᾿Επισκοπῆς Ράσκας καὶ Πριζρένης :
῞Αγιος Βασιλεὺς Λάζαρος./Μάϊος 1996.


***



 

Η διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Θεανθρώπου Χριστού, που διατυπώθηκε από τους αγίους Αποστόλους, από τους αγίους Πατέρες, από τις αγίες Συνόδους, γύρω από το θέμα των αιρετικών είναι η εξής: οι αιρέσεις δεν είναι Εκκλησία, ούτε μπορούν να είναι Εκκλησία. Γι' αυτό δεν μπορούν οι αιρέσεις να έχουν τα άγια Μυστήρια, ιδιαίτερα το Μυστήριο της Ευχαριστίας, αυτό το Μυστήριο των Μυστηρίων. Γιατί ακριβώς η θεία Ευχαριστία είναι το παν και τα πάντα στην Εκκλησία: δηλαδή είναι και ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς και η ίδια η Εκκλησία και γενικά κάθε τι που ανήκει στον Θεάνθρωπο.
Η «intercommunio», δηλαδή η διακοινωνία με τους αιρετικούς στα άγια Μυστήρια, ιδιαιτέρως στη θεία Ευχαριστία, είναι η πλέον αναίσχυντη προδοσία του Κυρίου Ιησού Χριστού, η προδοσία του Ιούδα. Πρόκειται μάλιστα περί προδοσίας ολόκληρης της Εκκλησίας του Χριστού, της Εκκλησίας του Θεανθρώπου, της Εκκλησίας της Αποστολικής, της Εκκλησίας της Αγιοπατερικής, της Εκκλησίας της Αγιοπαραδοσιακής, της Εκκλησίας της Μίας και μοναδικής. Εδώ θα πρέπει να σταματήσει κάποιος τον χριστοποιημένο νου του και τη συνείδηση μπροστά σε μερικά άγια γεγονότα, άγια μηνύματα και άγιες εντολές.
Πρώτον, πρέπει να διερωτηθούμε σε πια εκκλησιολογία και σε πια θεολογία με θέμα την Εκκλησία, θεμελιώνεται η λεγόμενη «intercommunio»; Γιατί ολόκληρη η Ορθόδοξη Θεολογία της Εκκλησίας γύρω από το θέμα της Εκκλησίας βασίζεται και θεμελιώνεται όχι στην inter-communio (δια-κοινωνία), αλλά στη θεανθρώπινη πραγματικότητα, της communio, δηλαδή στη θεανθρώπινη  Κ ο ι ν ω ν ί α  (πρβλ. Α΄ Κορ. 1, 9. 10, 16-17. Β΄ Κορ. 13, 13. Εβρ. 2, 14. 3, 14. Α΄ Ιω. 1, 3), ενώ η έννοια inter-communio, δια-κοινωνία, είναι καθ' εαυτήν αντιφατική και ολότελα αδιανόητη για την Ορθόδοξη καθολική συνείδηση.
Το δεύτερο γεγονός, και μάλιστα ιερό γεγονός της Ορθοδόξου πίστεως, είναι το εξής: Στην
Ορθόδοξη διδασκαλία για το θέμα της Εκκλησίας και των αγίων Μυστηρίων, το μόνο και το μοναδικό μυστήριο είναι η ίδια η Εκκλησία, το Σώμα του Θεανθρώπου Χριστού, ούτως ώστε αυτή να είναι και η μόνη πηγή και το περιεχόμενο όλων των θείων Μυστηρίων. Έξω από αυτό το θεανθρώπινο και παμπεριεκτικό Μυστήριο της Εκκλησίας, το Παν-μυστήριο, δεν υπάρχουν ούτε μπορούν να υπάρχουν «μυστήρια» επομένως, και ουδεμία «δια-κοινωνία» (inter-communio) υπάρχει στα Μυστήρια. Ως εκ τούτου μόνο μέσα στην Εκκλησία, στο μοναδικό τούτο Παμμυστήριο του Χριστού, μπορεί να γίνει λόγος για τα Μυστήρια. Γιατί η Εκκλησία η Ορθόδοξη, καθώς είναι το Σώμα του Χριστού, είναι η πηγή και το κριτήριο των Μυστηρίων και όχι το αντίθετο. Τα Μυστήρια δεν μπορούν να αναβιβάζονται πάνω από την Εκκλησία, ούτε να θεωρούνται έξω από το Σώμα της Εκκλησίας.
Ένεκα τούτου, σύμφωνα με το φρόνημα της Καθολικής του Χριστού Εκκλησίας και σύμφωνα με ολόκληρη την Ορθόδοξη Παράδοση, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν παραδέχεται την ύπαρξη άλλων μυστηρίων έξω απ' αυτήν, ούτε τα θεωρεί ως μυστήρια, μέχρις ότου προσέλθει κάποιος με μετάνοια από την αιρετική «εκκλησία», δηλαδή ψευδοεκκλησία, στην Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού. Μέχρι τότε που μένει κάποιος έξω από την Εκκλησία, χωρίς να έχει ενωθεί μαζί της δια της μετανοίας, μέχρι τότε αυτός είναι για την Εκκλησία αιρετικός και αναπόφευκτα βρίσκεται έξω από τη σωτηριώδη Κοινωνία = communio. Γιατί «τίς μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; τίς δε κοινωνία φωτί προς σκότος;» (Β' Κορ. 6, 14).
Ο πρωτοκορυφαίος Απόστολος, με την εξουσία που έλαβε από τον Θεάνθρωπο, δίνει εντολή: «Αιρετικόν ανθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού» (Τίτ. 3, 10). Εκείνος, λοιπόν, ο οποίος, όχι μόνο δεν παραιτείται από τον «αιρετικόν άνθρωπον» αλλά δίνει σ' αυτόν και τον ίδιο τον Κύριο την θεία Ευχαριστία, αυτός βρίσκεται στην αποστολική και θεανθρώπινη αγία Πίστη; Επί πλέον ο αγαπημένος Μαθητής του Κυρίου Ιησού, Απόστολος της αγάπης, δίνει εντολή: άνθρωπος ο οποίος δεν πιστεύει στη σάρκωση του Χριστού και δεν παραδέχεται την ευαγγελική γι' Αυτόν διδασκαλία ως Θεανθρώπου «μη λαμβάνετε αυτόν εις οικίαν» (Β' Ιω. 1, 10).

Ο Κανόνας ΜΕ' των αγίων Αποστόλων βροντοφωνεί: «Επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος, αιρετικοίς συνευξάμενος μόνον, αφοριζέσθω  ει δε επέτρεψεν αυτοίς, ως κληρικοίς ενεργήσαί τι, καθαιρείσθω» (Πρβλ. Κανόνα ΛΓ' της εν Λαοδικεία Συνόδου). Η εντολή αυτή είναι σαφής, ακόμη και για τη συνείδηση του κουνουπιού. Δεν είναι έτσι;
Ο Κανόνας ΞΔ' των αγίων Αποστόλων διατάζει: «Ει τις κληρικός, ή λαϊκός, εισέλθη εις συναγωγήν Ιουδαίων, ή αιρετικών, προσεύξασθαι, και καθαιρείσθω, και αφοριζέσθω». Και τούτο είναι σαφέστατο και για την πλέον πρωτόγονη συνείδηση.
Ο Κανόνας Μς' των αγίων Αποστόλων:«Επίσκοπον ή πρεσβύτερον αιρετικών δεξαμένους βάπτισμα ή θυσίαν καθαιρείσθαι προστάττομεν. Τίς γαρ συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαρ; ή τίς μερίς πιστώ μετά απίστου;». Είναι οφθαλμοφανές και για τους αόμματους ότι η εντολή αυτή ορίζει κατηγορηματικά ότι δεν πρέπει να αναγνωρίζουμε στους αιρετικούς κανένα άγιο Μυστήριο και ότι αυτά πρέπει να τα θεωρούμε ως άκυρα και χωρίς θεία Χάρη.


***

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΣ

του Αγίου Ιουστίνου (Πόποβιτς)

Το αλάθητον είναι φυσικόν θεανθρώπινον ιδίωμα και φυσική θεανθρωπίνη λειτουργία της Εκκλησίας ως Θεανθρωπίνου Σώματος του Χριστού, του οποίου αιωνία Κεφαλή είναι η Αλήθεια, η Παναλήθεια, η Δευτέρα Υπόστασις της Υπεραγίας Τριάδος, ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς Χριστός. Δια του δόγματος περί του αλαθήτου του Πάπα εις την πραγματικότητα ο Πάπας ανεκηρύχθη εις Εκκλησίαν και ο πάπας- άνθρωπος, κατέλαβε την θέσιν του Θεανθρώπου. Αυτός είναι ο τελικός θρίαμβος του ουμανισμού, αλλά συγχρόνως και ο «δεύτερος θάνατος» (Αποκ. 20,14. 21,8) του παπισμού, μέσω δε αυτού και μετ΄ αυτού και του κάθε ουμανισμού. Όμως, κατά την Αληθινήν Εκκλησίαν του Χριστού, η οποία από της εμφανίσεως του Θεανθρώπου Χριστού υπάρχει εις τον επίγειον κόσμον μας ως Θεανθρώπινον Σώμα, το δόγμα περί του αλαθήτου του Πάπα είναι όχι μόνον αίρεσις, αλλά παναίρεσις. Διότι καμμία αίρεσις δεν εξηγέρθη τόσον ριζοσπαστικώς και τόσον ολοκληρωτικώς κατά του Θεανθρώπου Χριστού και της Εκκλησίας Του, ως έπραξε τούτο ο παπισμός δια του δόγματος περί του αλαθήτου του πάπα –ανθρώπου. Δεν υπάρχει αμφιβολία, το δόγμα αυτό είναι η αίρεσις των αιρέσεων, μία άνευ προηγουμένου ανταρσία κατά του Θεανθρώπου Χριστού. Το δόγμα αυτό είναι, φευ! η πλέον φρικτή εξορία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού από την γην, νέα προδοσία του Χριστού, νέα σταύρωσις του Κυρίου, μόνον ουχί επί του ξυλίνου, αλλ΄ επί του χρυσού σταυρού του παπικού ουμανισμού. Και ταύτα πάντα είναι κόλασις, κόλασις δια το άθλιον γήϊνον ον, που λέγεται άνθρωπος. (σελίς 158).

Ο τυφλός προ του Σταυρού



Τι είν' η βοή στο Γολγοθά που κόσμος τρέχει απάνω;
-Πηγαίνουν να σταυρώσουν δυο μαζί με κάποιον πλάνο.
-Ποιοι ναν οι δυο, που εκδικητής ο χάρος τους προσμένει;
-Κλέφτες, φονιάδες, άρπαγες, κακούργοι ξακουσμένοι.
-Και ποιος ο πλάνος που κι αυτός θα σταυρωθή μαζί τους;
-Τους Φαρισαίους ρώτησε, είναι δουλειά δική τους!
-Θα πάω να δω...

Είπα να δω κι ήρθαν στο νου μου πάλι,
τα χρόνια που ήμουνα τυφλός. Τυφλός! Εσείς οι άλλοι
δεν ξέρετε πόσο η ψυχή μέσα στα στήθη είν' άδεια,
όταν με μάτια ορθάνοιχτα βαδίζει στα σκοτάδια!
Πως τη θυμούμαι τη στιγμή που εστάθη αυτός μπροστά μου
και μ' ευσπλαχνίσθη, κι έσκυψε, πήρε πηλό από χάμου
κι αλείφοντας τα μάτια μου με τον πηλό εκείνο,
μου είπε να πάω στου Σιλωάμ τη στέρνα να τα πλύνω!

Όταν τον πρωτοακτίκρυσα τον Φωτοδότη εμπρός μου,
στην όψη του είδα όλες μαζί τις ομορφιές του κόσμου.
Μοσχοβολούσε κι έλαμπε το κάθε κίνημά του...
Φως και τα χείλη, κι η φωνή, τα μάτια κι η ματιά του.
Στα χείλη του η παρηγοριά, στα μάτια του η ελπίδα...
Έστρεψα τότε ολόγυρα τα δυο μου μάτια κι είδα
κάθε που ζει και που δεν ζει, κι είδα παντού γραμμένη
την όψη του, λες κι ήτανε καθρέπτης του η οικουμένη.

Φως η ζωή, χαρά το φως! Ας πάω να δω τον πλάνο
που θα καρφώσουν στο Σταυρό. Κατά το λόφο επάνω
κόσμος, περιγελάσματα κι οχλοβοή κι αντάρα
χίλιες φωνές σαν μια φωνή κι όλες σαν μια κατάρα.
Που πάει; Σπρώχνει και σπρώχνεται και πνίγεται και πνίγει,
και σταματά προσμένοντας. Παράμερα ξανοίγει
τρεις μαυροφόρες που κρατούν μια λιγοθυμισμένη.
Θε νάναι μάνα η δύστυχη! Ξάφνου, με μιας σωπαίνει
το πλήθος που ανταριάζονταν. -Γκάπ! Γκούπ! Καρφώνουν, κρότοι
πνιγμένοι μεσ' στα βογγητά! Υψώνονται οι δυο πρώτοι
σταυροί• κανείς δεν στρέφεται. Γκάπ! Γκούπ! Ξανακαρφώνουν
μα βόγγος δεν ακούγεται. Να, και τον τρίτον υψώνουν
............ ......... ......... ......... ......... ......... ......... ......... ......... ......... ....
Πως; Συ που μούδωσες το φως, εσένα πλάνο λένε;
Κι ήταν γραφτό τα μάτια μου να βλέπουν για να κλαίνε;
Τι να τα κάνω και της γης και τ' ουρανού τα κάλλη;
Πάρε το φως που μούδωσες και τύφλωσέ με πάλι!

Ιω. Πολέμης

(από το βιβλίο "Εκλεκτά τροπάρια από την Υμνολογία μας")

ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ


Κατά του Οικουμενισμού
Σύναξη Ορθοδόξων Κληρικών και Μοναχών
Απρίλιος 2009
       Όσοι με τη Χάρη του Θεού ανατραφήκαμε με ευσεβή δόγματα και ακολουθούμε σε όλα την Μία, Αγία, Καθολική, και Αποστολική Εκκλη­σία πιστεύουμε ότι:
       Ή μοναδική οδός σωτηρίας των ανθρώπων1 είναι ή πί­στη στην Αγία Τριάδα, στο έργο και στη διδασκαλία του Κυρίου ημών Ιησού Χρίστου, τα συνεχιζόμενα εις το σώμα Αυτού, την Αγία Εκκλησία. Ο Χριστός είναι το μόνο αλη­θινό φως2 δεν υπάρχουν άλλα φώτα για να μας φωτίσουν, ούτε άλλα ονόματα που μπορούν να μας σώσουν «Ουκ εστίν εν άλλω ούδενί ή σωτηρία. ουδέ γάρ όνομα εστίν έτε­ρον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις, εν ω  δει σωθήναι ημάς»3. Όλα τα άλλα πιστεύματα, όλες οι θρη­σκείες, που αγνοούν και δεν ομολογούν τον Χριστό «εν σαρκί έληλυθότα»4 είναι ανθρώπινα κατασκευάσματα και έργα του Διαβόλου5, δεν οδηγούν στην αληθινή θεογνω­σία και στην δια του θείου βαπτίσματος αναγέννηση, αλλά πλανούν τους ανθρώπους και τους οδηγούν στην απώλεια. Οι Χριστιανοί πιστεύοντες εις την Άγια Τριάδα, δεν έχου­με τον ίδιο Θεό με καμία άλλη θρησκεία· ούτε με τις λεγό­μενες μονοθεϊστικές θρησκείες, τον Ιουδαϊσμό και τον Μωαμεθανισμό, οι όποιες δεν πιστεύουν στην Αγία Τριάδα.
       Επί δύο χιλιάδες χρόνια η ιδρυθείσα από το Χριστό και καθοδηγούμενη από το Άγιο Πνεύμα Εκκλησία έμεινε σταθερή και ακλόνητη στην διδαχθείσα από το Χριστό, παραδοθείσα από τους Άγιους Αποστόλους και φυλαχθείσα από τους Άγιους Πατέρες σωτηριώδη Αλήθεια. Δεν κάμφθηκε από τους σκληρούς διωγμούς των Ιουδαί­ων αρχικά και των ειδωλολατρών στη συνέχεια κατά τους τρεις πρώτους αιώνες· ανέδειξε πλήθος μαρτύρων και εξήλθε νικήτρια, αποδείξασα την θεϊκή της προέλευση. Όπως λέ­γει θαυμάσια ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος: «Ουδέν Εκκλησίας δυνατώτερον... "Ανθρωπον εάν πολεμής, ή ένίκησας ή ενικήθης, έκκλησίαν δε εάν πολεμης, νικήσαί σε άμήχανον ό Θεός γάρ έστιν ό πάντων ισχυρότερος»6.
       Μετά την κατάπαυση των διωγμών και τον θρίαμβο της Εκκλησίας επί των εξωτερικών εχθρών, των Ιουδαίων δη­λαδή και των ειδωλολατρών, πληθύνθηκαν και ενδυναμωθήκαν οι εσωτερικοί εχθροί της Εκκλησίας. Εμφανίσθηκαν οι ποικίλες αιρέσεις, οι όποιες επεχείρησαν να ανατρέψουν και να νοθεύσουν την παραδοθείσα πίστη, ώστε οι πιστοί να πάθουν σύγχυση και να ατονήσει η μπιστοσύνη τους στην ευαγγελική αλήθεια και στα παραδεδομένα.
Ό Μέγας Βασίλειος σκιαγραφώντας την εκκλησιαστική κατάσταση που δημιούργησε η επί σαράντα έτη κυριαρχήσασα, και διοικητικά, αίρεση του Αρείου λέγει: «Καταπεφρόνηται τά τών Πατέρων δόγματα, άποστολικαί παραδόσεις έξουθένηνται, νεωτέρων ανθρώπων έφευρέματα ταις Εκκλησίας έμπολιτεύεται· τεχνολογούσι λοιπόν, ου θεολογούσιν οί άνθρωποι· ή του κόσμου σοφία τά πρωτεία φέρεται παρωσαμένη τό καύχημα τού Σταυρού. Ποιμένες απελαύνονται, άντεισάγονται δε λύκοι βαρείς διασπώντες τό ποίμνιον του Χριστού»7.
       Ότι έγινε με τους εξωτερικούς εχθρούς, τις θρησκείες, συνέβη και με τους εσωτερικούς, τις αιρέσεις. Η Εκκλησία δια μεγάλων και φωτισμένων Άγιων Πατέρων οριοθέτη­σε και περιχαράκωσε την Ορθόδοξη πίστη με αποφάσεις Τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων για συγκεκριμένες αμφισβητούμενες διδασκαλίες, αλλά και με την συμφωνία των Πατέρων (consensus Patrum) για το σύνολο τών θεμά­των της πίστεως. Είμαστε πλέον ασφαλείς, όταν ακολου­θούμε τους Άγιους Πατέρες και δεν μετακινούμε τα όρια που εκείνοι έθεσαν. Το «Επόμενοι τοις 'Αγίοις Πατράσι» και το «Μή μεταίρειν όρια α εθέντο οί Πατέρες ημών» απο­τελούν σταθερή γραμμή πορείας και ασφαλιστική δικλεί­δα της Ορθοδόξου πίστεως και ζωής. Κατά συνέπειαν οι βασικές θέσεις της Ομολογίας μας είναι οί εξής:
       1. Φυλάττουμε αμετακίνητα και απαραχάρακτα όσα οι Σύνοδοι και οι Πατέρες εθέσπισαν.Αποδεχόμαστε όσα εκείνοι αποδέχονται και καταδικάζουμε όσα καταδικάζουν, αποφεύγουμε δε την επικοινωνία με όσους καινοτομούν εις τα της πίστεως. Εμείς ούτε προσθέτουμε, ούτε αφαιρούμε κάποια διδασκαλία, ούτε την μεταβάλλουμε. "Ήδη ό θεοφόρος Άγιος Ιγνάτιος´ Αντιοχείας στην Επιστολή του στον Άγιο Πολύκαρπο Σμύρνης γράφει: «Πάς ό λέγων παρά τά διατεταγμένα, καν αξιόπιστος ή, καν νηστεύη, καν παρθενεύη, καν σημεία ποιή καν προφητεύή, λύκος σοι φαινέσθω έν προβάτου δορά προβάτων φθοράν κατεργα­ζόμενος». Ό Άγιος Ιωάννης, ο Χρυσόστομος ερμηνεύον­τας το του Αποστόλου Παύλου «Ει τις ευαγγελίζεται ύμίν παρ' ο παρελάβετε, ανάθεμα.», παρατηρεί ότι ο Απόστολος «ουκ είπε εάν εναντία καταγγέλλωσιν ή τό πάν άνατρέπωσιν, αλλά καν μικρόν τι εύαγγελίζωνται παρ' ο παρελάβετε, καν τό τυχόν παρακινήσωσιν, ανάθεμα εστωσαν»8. Ή Ζ' Οικου­μενική σύνοδος ανακοινώνοντας τις αποφάσεις της εναντί­ον των εικονομάχων προς τους κληρικούς της Κωνσταντι­νουπόλεως γράφει: «Τη παραδόσει της Καθολικής Εκκλη­σίας έξηκολουθήσαμεν καί ούτε ύφεσιν ούτε πλεονασμόν έποιησάμεθα, αλλ'άποστολικώς διδαχθέντες, κρατούμεν τάς παραδόσεις άς παρελάβομεν, πάντα αποδεχόμενοι καί άσπαζόμενοι όσαπερ ή 'Αγία Καθολική Εκκλησία άρχήθεν τών χρόνων άγράφως καί εγγράφως παρέλαβεν... Ή γάρ αληθινή της Εκκλησίας καί ευθύτατη κρίσις καινουργείσθαι έν αύτη συγχωρεί ουδέν, ούτε άφαίρεσιν ποιείσθαι. Ήμείς τοιγαρούν πατρώοις νόμοις επόμενοι, παρά τού ενός Πνεύματος λαβόντες χάριν, άκαινοτομήτως καί άμειώτως πάντα τά της Εκκλησίας έφυλάξαμεν»9.
       Μετά των Άγιων Πατέρων και των Συνόδων απορρί­πτουμε και αναθεματίζουμε όλες τις αιρέσεις που παρουσιά­σθηκαν κατά την ιστορική διαδρομή της Εκκλησίας. Από τις παλαιές αιρέσεις που επιβιώνουν μέχρι σήμερα κατα­δικάζουμε
τον Μονοφυσιτισμό, τον ακραίο του Ευτυχούς και τον μετριοπαθή του Σεβήρου και Διοσκόρου, σύμφω­να με τις αποφάσεις της Δ' έν Χαλκηδόνι Οικουμενικής Συνόδου και την χριστολογική διδασκαλία μεγάλων Άγιων Πατέρων και Διδασκάλων, όπως του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, του Άγιου Ιωάννου Δαμασκηνού, του Με­γάλου Φωτίου και των ύμνων της λατρείας.
      

       2. Διακηρύσσουμε ότι ό Παπισμός είναι μήτρα αιρέσε­ων καί πλανών·
η διδασκαλία του Filioque, της εκπορεύσεως δηλαδή του Άγιου Πνεύματος και εκ του Υιού, είναι αντί­θετη προς όσα ο ίδιος ο Χριστός εδίδαξε περί του Αγίου Πνεύματος. Σύνολος ο χορός των Πατέρων και σε συνόδους και ξεχωριστά θεωρούν τον Παπισμό ως αίρεση, διότι εκτός του Filioque παρήγαγε πλήθος άλλων πλανών, όπως το πρωτείο και το αλάθητο του πάπα, τα άζυμα, το καθαρτήριο πυρ, την άσπιλο σύλληψη της Θεοτόκου, την κτιστή Χά­ρη, την εξαγορά των αφέσεων (indulgentiae)· άλλαξε όλη σχεδόν την διδασκαλία και πράξη για το Βάπτισμα, το Χρί­σμα, τη Θεία Ευχαριστία και τα άλλα μυστήρια και μετέ­τρεψε την Εκκλησία σε κοσμικό κράτος.
       Ο σημερινός Παπισμός παρεξέκλινε πολύ περισσότερο του μεσαιωνικού Παπισμού από την διδασκαλία της Εκκλη­σίας, ώστε δεν αποτελεί πλέον συνέχεια της αρχαίας Δυτικής Εκκλησίας. Εισήγαγε πλήθος νέων υπερβολών στην «Μαριολογία», όπως την διδασκαλία περί της Θεοτόκου ως «συλλυτρώτριας» (corredemptrix) του ανθρωπίνου γένους. Ενίσχυσε την «Χαρισματική Κίνηση» πεντηκοστιανικών ομάδων, δήθεν πνευματοκεντρικών. Υιοθέτησε ανατολικές πνευμα­τικές μεθόδους προσευχής και διαλογισμού. Εισήγαγε νέες καινοτομίες στη Θεία Λατρεία, όπως τους χορούς και τα μουσικά όργανα. Εσυντόμευσε και ουσιαστικά κατάστρεψε την Θεία Λειτουργία. Στον χώρο του Οικουμενισμού έθεσε τις βάσεις για την Πανθρησκεία με την Β' Βατικάνειο Σύνοδο, αναγνωρίζοντας την «πνευματική ζωή» των αλλο­θρήσκων. Ο δογματικός μινιμαλισμός οδήγησε και σε μεί­ωση των ηθικών απαιτήσεων λόγω του δεσμού δόγματος και ήθους, με συνέπεια τις ηθικές πτώσεις κορυφαίων κλη­ρικών και την αύξηση μεταξύ των κληρικών των ηθικών εκτροπών της ομοφυλοφιλίας και της παιδοφιλίας10.

       Γενικώς υπάρχει ριζική αλλαγή του Παπισμού και στρο­φή προς τον Προτεσταντισμό μετά την Β' Βατικάνειο Σύνο­δο, ως και υιοθέτηση διαφόρων "πνευματικών" κινημά­των της «Νέας Εποχής».
       Κατά τον Άγιο Συμεών Θεσσαλονίκης, τον Μυσταγωγό, ο Παπισμός προκάλεσε στην Εκκλησία μεγαλύτερη ζημία από όση προκάλεσαν όλες μαζί οι αιρέσεις και τα σχίσματα. Οι Ορθόδοξοι έχουμε κοινωνία με τους προ του σχίσματος πάπες και πολλούς πάπες τους εορτάζουμε ως αγίους. Οι μετά το σχίσμα πάπες είναι αιρετικοί· έπαυσαν να είναι διάδοχοι στον θρόνο της Ρώμης, δεν έχουν απο­στολική διαδοχή, επειδή δεν έχουν την πίστη των Α­ποστόλων και των Πατέρων. Για τον λόγο αυτό τον εκά­στοτε πάπα «ου μόνον ου κοινωνικόν έχομεν, αλλά καί αίρετικόν άποκαλούμεν». Λόγω της βλασφημίας εναντίον του Άγιου Πνεύματος με την διδασκαλία περί του Filioque έχασαν το Άγιο Πνεύμα, και όλα σ' αυτούς είναι αχαρίτωτα. Κανένα μυστήριο τους δεν είναι έγκυρο κατά τον Άγιο Συμεών. «Βλασφημούσιν άρα οί καινοτόμοι καί πόρρω του Πνεύματος είσι, βλασφημούντες κατά του Αγίου Πνεύματος, καί ουκ εν αύτοίς όλως τό Πνεύμα τό ‘Αγιον διό καί τά αυτών άχαρίτωτα, ώς τήν χάριν τον Πνεύματος άθετούντων καί υποβιβαζόντων αυτό... διό καί τό Πνεϋμα ουκ έν αύτοίς τό Άγιον, καί ουδέν πνευματικόν έν αύτοίς καί καινά πάντα καί έξηλλαγμένα τά έν αύτοίς καί παρά τήν Θείαν παράδοσιν»11.
        3. Τα ίδια ισχύουν, σε μεγαλύτερο βαθμό, για τον ΙΙροτεσταντισμό, ο όποιος ως τέκνο του Παπισμού κληρονόμη­σε πολλές αιρέσεις, προσέθεσε δε πολύ περισσότερες· απορ­ρίπτει την Παράδοση δεχόμενος μόνον την Άγια Γραφή (Sola Scriptura), την οποία παρερμηνεύει, καταργεί την Ιερωσύνη ως ειδική μυστηριακή Χάρη, την τιμή των Άγιων και των εικόνων, υποτιμά το πρόσωπο της Θεοτόκου, απορ­ρίπτει τον Μοναχισμό· από τα Άγια Μυστήρια δέχεται μόνον το Βάπτισμα και τήν Θεία Ευχαριστία, αλλοιώνοντας και σ' αυτά τήν διδασκαλία και την πράξη της Εκκλησίας, διδάσκει τον απόλυτο προορισμό (Καλβινισμός) και την εκ της πίστεως μόνον δικαίωση, εσχάτως δε η «προοδευτική» του μερίς εισήγαγε την Ιερωσύνη των γυναικών και τον γάμο των ομοφυλοφίλων, τους οποίους δέχονται και στην Ιερωσύνη. Κυρίως όμως στερείται εκκλησιολογίας, διότι δεν υπάρχει η έννοια της Εκκλησίας, όπως την κατανοεί η Ορθόδοξη Παράδοση.
        4.  Ο μόνος τρόπος για να αποκατασταθεί η κοινωνία μας με τους αιρετικούς είναι η εκ μέρους τους αποκήρυξη της πλάνης και η μετάνοια, ώστε να υπάρξει αληθινή ένωση και ειρήνη· ένωση με την αλήθεια και όχι με την πλά­νη και την αίρεση. Για την ενσωμάτωση των αιρετικών στην Εκκλησία η κανονική ακρίβεια απαιτεί την διά του Βαπτίσματος αποδοχή τους. Το προηγούμενο «βάπτισμα» τους, τελούμενο εκτός της Εκκλησίας, χωρίς την τρισσή κατάδυση και ανάδυση του βαπτιζομένου εντός του δι' ειδικής ευχής ηγιασμένου ύδατος και από μή Ορθόδοξο ιερέα, δεν είναι καν βάπτισμα· στερείται της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, η οποία δεν υπάρχει στα σχίσματα και στις αιρέσεις, και επομένως δεν έχομε τίποτε κοινό πού να μας ενώνει, όπως λέγει ο Μέγας Βασίλειος: «Οί δε της Εκκλησίας άποστάντες ούκέτι έσχον τήν χάριν του Άγι­ου Πνεύματος έφ' έαυτοίς· έπέλιπε γάρ ή μετάδοσις τω διακοπήναι τήν άκολουθίαν... οί δέ άπορραγέντες, λαϊκοί γενόμενοι, ούτε του βαπτίζειν, ούτε του χειροτονείν είχον τήν έξουσίαν, ούκέτι δυνάμενοι χάριν Πνεύματος  Αγίου παρέχειν, ης αυτοί έκπεπτώκασιν»12.
       Είναι γι' αυτό αθεμελίωτη και μετέωρη η νέα προσπά­θεια των Οικουμενιστών να προβάλουν την θέση ότι έχου­με κοινό βάπτισμα με τους αιρετικούς,
και επάνω στην ανύ­παρκτη βαπτισματική ενότητα να στηρίξουν την ενότητα της Εκκλησίας, η οποία δήθεν υπάρχει όπου υπάρχει βά­πτισμα13. Στην Εκκλησία όμως εισέρχεται κανείς και γί­νεται μέλος της όχι με το οιοδήποτε βάπτισμα αλλά με το ένα και ενιαίος τελούμενο βάπτισμα από ιερείς έχοντας την Ιερωσύνη της Εκκλησίας.
        5. Έφ' όσον οι αιρετικοί εξακολουθούν να παραμένουν στην πλάνη, αποφεύγουμε την μετ' αυτών κοινωνία, ιδι­αίτερα τις συμπροσευχές. Οι ιεροί κανόνες στο σύνολο τους απαγορεύουν όχι μόνο τα συλλείτουργα και τις εντός των ναών συμπροσευχές, αλλά και τις απλές συμπροσευχές σε ιδιωτικούς χώρους. Η αυστηρή στάση της Εκκλησίας απέ­ναντι στους αιρετικούς προέρχεται από αληθινή αγάπη και ειλικρινές ενδιαφέρον για τη σωτηρία τους και από ποιμαντική μέριμνα να μην παρασυρθούν οι πιστοί στην αίρεση. Όποιος αγαπά φανερώνει την αλήθεια, δεν αφή­νει τον άλλο στο ψεύδος· διαφορετικά η αγάπη και η μετ' αυτού ομόνοια και ειρήνη είναι επίπλαστες και ψεύτικες. Υπάρχει καλός πόλεμος και κακή ειρήνη. «Κρείττων γάρ επαινετός πόλεμος ειρήνης χωριζούσης Θεού» λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος14. Και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος συνιστά: «Εί που τήν εύσέβειαν παραβλαπτομένην ίδοις, μή προτίμα τήν όμόνοιαν της αληθείας, άλλ' ίστασο γενναίως έως θανάτου... τήν άλήθειαν μηδαμού προδιδούς». Και αλλού συνιστά με έμφαση: «Μηδέν νόθον δόγμα τω της αγάπης προσχήματι παραδέχησθε»15. Αυτήν την στάση των Πατέρων υιοθέτησε και ο μέγας αγω­νιστής και ομολογητής της Ορθοδόξου πίστεως απέναντι στους Λατίνους Άγιος Μάρκος Εφέσου ο Ευγενικός, ο όποιος την δική του Ομολογία Πίστεως στην Φλωρεντία κατακλείει διά των έξης: «Άπαντες οί της Εκκλησίας δι­δάσκαλοι, πάσαι αί σύνοδοι καί πάσαι αί θείαι Γραφαί φεύγειν τούς έτερόφρονας παραινούσι καί της αυτών κοινω­νίας διίστασθαι. Τούτων ούν εγώ πάντων καταφρονήσας, ακολουθήσω τοις έν προσχήματι πεπλασμένης ειρήνης ένωθήναι κελεύουσι; Τοις τό ιερόν καί θείον σύμβολον κιβδηλεύσασι καί τόν Υίόν έπεισάγουσι δεύτερον αίτιον τού Αγίου Πνεύματος; Τά γάρ λοιπά τών ατοπημάτων έώ, το γε νυν έχον, ών καί εν μόνον ίκανόν ήν ημάς εξ αυτών διαστήσαι. Μη πάθοιμεν, τούτό ποτε, Παράκλητε αγαθέ, μηδ' όυτως έμαυτού τών καθηκόντων λογισμών άποπέσοιμι της δέ σης διδασκαλίας καί τών υπό σου έμπνενσθέντων μακαρίων ανδρών έχόμενος, προστεθείην προς τούς έμούς πατέρας, τούτο,, εί μή τι άλλο, εντεύθεν άποφερόμενος, τήν εύσέβειαν»16.

6. Μέχρι των αρχών του 20ου αιώνος η Εκκλησία στα­θερά και αμετάβλητα είχε απορριπτική και καταδικαστι­κή στάση έναντι όλων των αιρέσεων, όπως ακριβώς αυτό διατυπώνεται στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας που διαβά­ζεται την
Κυριακή της Ορθοδοξίας. Αναθεματίζονται οι αιρέσεις και οι αιρετικοί, η κάθε μία ξεχωριστά· για να μή μείνει δε καμμία εκτός του αναθέματος, υπάρχει στο τέλος γενικός αναθεματισμός:«" Ολοις τοις αίρετικοίς ανάθεμα».
       Δυστυχώς αυτή η ενιαία, σταθερή και αταλάντευτη στά­ση της Εκκλησίας μέχρι των άρχων του 20ού αιώνος άρ­χισε σταδιακά να εγκαταλείπεται, μετά την εγκύκλιο πού εξαπέλυσε τό Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1920 «Πρός τάς απανταχού εκκλησίας του Χριστού», η οποία για πρώτη φορά χαρακτηρίζει επισήμως τις αιρέσεις ως εκκλησίες, που δεν είναι αποξενωμένες από την Εκκλησία, αλλά είναι οικείες και συγγενείς. Συνιστούσε νά «άναζωπυρωθή καί ένισχυθή πρό παντός ή αγάπη μεταξύ τών Εκκλησιών, μή λογιζομένας άλλήλας ώς ξένας καί αλλότριας, άλλ' ώς συγ­γενείς καί οικείας έν Χριστώ καί συγκληρονόμους καί σύσ­σωμους της επαγγελίας τού Θεού έν Χριστώ17.
       Άνοιξε πλέον ο δρόμος για να υιοθετηθεί, να διαμορ­φωθεί και να αναπτυχθεί στο χώρο της Ορθοδόξου Εκκλη­σίας η προτεσταντικής κατ' αρχήν επινοήσεως, τώρα δε και παπικής αποδοχής,
αίρεση του Οικουμενισμού, αυτή η παναίρεση, που υιοθετεί και νομιμοποιεί όλες τις αιρέ­σεις ως εκκλησίες και προσβάλλει το δόγμα της Μιας, Άγιας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Ανα­πτύχθηκε πλέον, διδάσκεται και επιβάλλεται από Πα­τριάρχες και επισκόπους νέο δόγμα περί Εκκλησίας, νέα εκκλησιολογία. Σύμφωνα με αυτό καμμία Εκκλησία δεν δικαιούται να διεκδικήσει αποκλειστικά για τον εαυτό της τον χαρακτήρα της καθολικής και αληθινής Εκκλησίας. Κάθε μία είναι ένα κομμάτι, ένα μέρος, όχι ολόκληρη η Εκκλησία. Όλες μαζί αποτελούν την Εκκλησία.
       Έπεσαν όλα τα όρια που έθεσαν οι Πατέρες· δεν υπάρ­χει οριοθετική γραμμή μεταξύ αιρέσεως και Εκκλησίας, μεταξύ αληθείας και πλάνης. Και οι αιρέσεις είναι εκκλη­σίες, πολλές μάλιστα, όπως η παπική, θεωρούνται τώρα ώς αδελφές εκκλησίες, στις όποιες από κοινού με εμάς ανέθε­σε ο Θεός την φροντίδα για την σωτηρία των ανθρώπων18. Υπάρχει και στις αιρέσεις η Χάρη του Παναγίου Πνεύ­ματος, γι' αυτό και το βάπτισμα τους, όπως και όλα τα άλλα μυστήρια είναι έγκυρα. Όσοι έχουν βαπτισθή, σε οποια­δήποτε αίρεση και αν ανήκουν, είναι μέλη του σώματος του Χρίστου, της Εκκλησίας. Οι άρές και τα αναθέματα των συνόδων δεν ισχύουν και πρέπει να διαγραφούν από τα λειτουργικά βιβλία. Στεγασθήκαμε μέσα στο
«Παγκό­σμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» και ουσιαστικά προδώσαμε -καί μόνο με την ένταξη μας- την εκκλησιολογική μας αυτο­συνειδησία. Αφαιρέσαμε το δόγμα περί της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, το δόγμα «είς Κύριος, μία πίστις, εν βάπτισμα»19.
       7. Ό διαχριστιανικός αυτός συγκρητισμός, διευρύνθη­κε τώρα και σε διαθρησκειακό συγκρητισμό, ο όποιος εξι­σώνει όλες τις θρησκείες, με την μοναδική, θεόθεν αποκαλυφθείσα από τον Χριστό θεοσέβεια, θεογνωσία και κατά Χριστόν ζωή. Προσβάλλεται επομένως όχι μόνο το δόγμα της Μιας, Άγιας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλη­σίας σε σχέση με τις αιρέσεις, αλλά και το θεμελιώδες δό­γμα της μοναδικής εν τω κόσμω Αποκαλύψεως και σωτη­ρίας των ανθρώπων διά Ιησού Χριστού σε σχέση με τις θρησκείες του κόσμου. Είναι η χειρότερη πλάνη, η μεγαλύ­τερη αίρεση όλων των αιώνων.
       8.Εμείς πιστεύουμε και ομολογούμε ότι μόνον έν τω Χριστώ υπάρχει η δυνατότης σωτηρίας. Οι θρησκείες του κόσμου και οι αιρέσεις οδηγούν στην απώλεια. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι απλώς η αληθής Εκκλησία- είναι η μόνη Εκκλησία. Μόνον αύτη έμεινε πιστή στο Ευαγγέ­λιο, στις συνόδους και στους Πατέρες, και συνεπώς μόνον αυτή αντιπροσωπεύει την αληθινή καθολική Εκκλησία του Χριστού. Κατά τον όσιο Γέροντα Ιουστίνο Πόποβιτς, ο Οικουμενισμός είναι κοινό όνομα για τις ψευδοεκκλησίες της Δυτικής Ευρώπης. Το κοινό όνομα τους είναι η παναίρεση20.
       Αυτήν την παναίρεση έχουν αποδεχθή εκ των Ορθοδόξων πολλοί πατριάρχες, αρχιεπίσκοποι, επίσκοποι, κλη­ρικοί, μοναχοί και λαϊκοί. Την διδάσκουν «γυμνή τή κε­φαλή», την εφαρμόζουν και την επιβάλλουν στην πράξη κοινωνούντες παντοιοτρόπως με τους αιρετικούς, με συμ­προσευχές, ανταλλαγές επισκέψεων, ποιμαντικές συνερ­γασίες, θέτοντας ουσιαστικώς εαυτούς εκτός Εκκλησίας. Η στάση μας εκ των συνοδικών κανονικών αποφάσεων και εκ του παραδείγματος των Αγίων είναι προφανής. Ο καθένας πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες του.
       9. Υπάρχουν βέβαια και συλλογικές ευθύνες, και κυ­ρίως των οικουμενιστικών φρονημάτων Ιεραρχών και Θε­ολόγων μας, απέναντι στο ορθόδοξο πλήρωμα και το ποί­μνιο τους. Πρός αυτούς δηλώνουμε με φόβο Θεού και αγά­πη, ότι η στάση τους αυτή και τα ανοίγματα τους στις οικουμενιστικές δραστηριότητες είναι από πάσης πλευράς κα­ταδικαστέα: Διότι
  • α) αμφισβητούν έμπρακτα την ορθοδοξοπατερική μας παράδοση καί Πίστη·
  • β) σπέρνουν την αμφιβολία στις καρδιές του ποιμνίου και κλονίζουν πολλούς, οδηγώντας σε διαίρεση καί σχί­σμα και
  • γ) παρασύρουν ένα μέρος του ποιμνίου στην πλάνη και με αυτήν στον πνευματικό όλεθρο.
Διακηρύσσουμε, λοιπόν, ότι για τους λόγους αυτούς οι κινούμενοι σ' αυτήν την οικουμενιστική ανευθυνότητα, όποια θέση και αν κατέχουν στον Εκκλησιαστικό Οργανισμό, αντιτάσσονται στην παράδοση των Άγιων μας και συνεπώς βρίσκονται σε αντίθεση μαζί τους.
       Γι' αυτό η στάση τους πρέπει να καταδικάζεται και να απορρίπτεται από το σύνολο των Ιεραρχών και τον πιστό Λαό.