Μή εποδύρου Μήτερ καθορώσα, αφθόρως όν έτεκες ξύλω κρεμάμενον, τόν εφ’ υδάτων κρεμάσαντα, τήν γήν ασχέτως, καί πόλου πλάτος λόγω τανύσαντα, καί γάρ αναστήσομαι καί δοξασθήσομαι, καί τά τού Άδου βασίλεια, συντρίψω σθένει, καί αφανίσω τούτου τήν δύναμιν, καί τής δουλείας έκλυτρώσομαι, τής αυτού τούς βροτούς ως φιλεύσπλαγχνος, καί Πατρί τώ ιδίω, προσαγάγω ως φιλάνθρωπος.
Αυτή είναι η μόνη οδός ενώσεως.
Όλαι αι κακοδοξίαι από το Πρωτείον προήλθον. Πρωτείον σημαίνει νόσον πνευματικήν, υποχώρησιν εις το πνεύμα του εωσφόρου. Επομένως η άρσις του Πρωτείου, θα οδηγήση ασφαλώς εις ταπεινώφρονα υποταγήν του παπισμού εις την διαφυλαττομένην διδασκαλίαν της Εκκλησίας. Και ούτως αφ’ εαυτής θα απελευθερωθή η Ρωμαϊκή Καθέδρα από το αλάθητον, το Filioque, το ράντισμα, το Καθαρτήριον, τον ουμανισμόν, τον ορθολογισμόν, δι’ ων κατέστη αιρετική, και θα επανέλθη εις την οικογένειαν των τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, «ιματισμένη και σωφρονούσα» πλέον. Και ο Χριστός θα καταλάβη την θέσιν Του, αφ’ ης τον εξετόπισεν ο πάπας. Και εντεύθεν θα έχωμεν την ποθουμένην ένωσιν. Αυτή είναι η μόνη οδός ενώσεως. Η οδός της αληθείας!
ΠΕΡΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ [Αγίου Ιουστίνου (Πόποβιτς)]
Αιωνία υπόστασις της Εκκλησίας.
Το σπουδαιότερον και θαυμασιώτερον απ΄ όλα είναι το ότι η ιδία η Υπόστασις του Θεού Λόγου δι΄ άπειρον φιλανθρωπίαν έγινε η αιωνία Υπόστασις της Εκκλησίας. Τον αμέτρητον πλούτον της φιλανθρωπίας Του και το μέγεθος της δυνάμεώς Του ο Θεός έδειξε κυρίως δια της Αναστάσεως του Χριστού, δια της εν τω σώματι Αναλήψεώς Του εις τους ουρανούς και δια της ιδρύσεως της Εκκλησίας, ως του σώματός Του. Το ανεκλάλητον αυτό θαύμα και υπέρθαυμα ο Θεός «ενήργησεν εν τω Χριστώ εγείρας αυτόν εκ νεκρών, και εκάθισεν εν δεξιά αυτού εν τοις επουρανίοις, υπεράνω πάσης αρχής και εξουσίας και δυνάμεως και κυριότητος και παντός ονόματος ονομαζομένου ου μόνον εν τω αιώνι τούτω, αλλά και εν τω μέλλοντι, και πάντα υπέταξεν υπό τους πόδας αυτού» (Εφ. 1, 20-22).
Μετά την Λειτουργία του Θεού, η «λειτουργία» του Σατανά!
Ο πόλεμος του καλού κατά του κακού, της ζωής κατά του θανάτου, που ο ίδιος ο Θεός κήρυξε κατά του Διαβόλου στον Παράδεισο, το πένθιμο εκείνο δειλινό της πτώσεως του ανθρώπου, συνεχίζεται με μεγάλη ένταση. Αλήθεια, τι πόλεμο κάνουμε σήμερα εμείς οι Χριστιανοί, ως Στρατευομένη Εκκλησία, κατά του Σατανά και των οργάνων του, που στις μέρες μας αλωνίζουν ανεμπόδιστα τις πέντε Ηπείρους κι΄ εδραιώνουν καθημερινά τις θέσεις τους και ως πίστη και ως πράξη; Πηγαίνουμε στο Ναό, δοξάζουμε τον Θεό με ωραία τροπάρια και ψαλμωδίες κι΄ ύστερα γυρίζουμε σπιτάκι μας και παρακολουθούμε την «λειτουργία» της τηλεόρασης. Μετά την Λειτουργία του Θεού, η «λειτουργία» του Σατανά! Εδώ, αδιαμαρτύρητα βλέπουμε και απολαμβάνουμε ένα κάρρο, μοιχείες, πορνείες, μαγείες, σατανολατρείες, δολοφονίες, κλοπές, πολέμους και σκοτωμούς! Έτσι ό,τι καλό πήραμε το πρωϊ, το σβήνει ο διάβολος το βράδυ και το πρωϊ της Δευτέρας φτωχοί και ταλαίπωροι, ξεκινάμε για το μαγγανοπήγαδο της βιοπάλης, με το ίδιο μενού!
Επιστολαί Αγ. Νεκταρίου
Επιστολή 7η
Εν Αθήναις τη 6 Απριλίου 1905
Τέκνα Κυρίω αγαπητά χαίρετε εν Κυρίω!
Εις Αίγιναν.
Παρά της Βασιλικής έμαθον τα καθ΄ υμάς, προέβλεπον δ΄ ότι ο Θεός, θα εμεσολάβει και περί τούτου είπον εις την κυρίαν Αργυρώ, και η προς θείαν αντίληψιν πεποίθησίς μου με εδικαίωσε, διο και επί μάλλον εκρατύνθη η προς Αυτόν πεποίθησις μου και επί μάλλον ελπίζω, ότι ο Θεός θέλει ευλογήσει το έργον και υμάς θέλει ενισχύσει και διαφυλάξει. Πεποίθατε επί τον Θεόν τον αγαθόν, τον ισχυρόν, τον ζώντα, και θέλει εξαγάγει υμάς εις αναψυχήν. Αι δοκιμασίαι παρακολουθούνται υπό της πνευματικής χαράς. Ο Κύριος προσέχει επί τους υπομένοντας τας δοκιμασίας και τας θλίψεις δια την Αυτού αγάπην. Μη ταρασσέσθω υμών η καρδία μηδέ δειλιάτω, ότι ο Θεός μεθ΄ ημών εστιν. Έμαθον ότι η κ. Ελένη ησθένησε και ελυπήθην, επιθυμώ να μάθω πως έχει ήδη, εύχομαι ότι είναι καλά. Η Αγγελική έμαθον, ότι θέλει να τη γράψω περί της αδυναμίας των νεύρων της ήτις κωλύει αυτήν να εκτελέση τον κανόνα της, τι να κάμη; Λέγω λοιπόν εις αυτήν να πράττη κατά συνείδησιν και εν φόβω ό,τι δύναται έως ότου ενισχυθώσι τα νεύρα της. Να εύχησθε υπέρ αλλήλων όπως ιαθήτε και ο Θεός θέλει σας εισακούση και δεν θα παρίδη την δέησίν σας. Η απόφασις της Ευτυχίας είναι κατά θείαν νεύσιν, όπως σχηματισθή και ετέρα Μονή και μη παρενοχλήσθε σεις. Να την αγαπάτε και να τη προσφέρητε τας ευχάς μου και να τη ειπήτε, ότι θα μεταβαίνω, να την επισκέπτωμαι εις την αγίαν Κυριακήν.
Σας εύχομαι να διέλθητε την αγίαν Εβδομάδα εν υγεία και κατανύξει ψυχική και φθάσητε να εορτάσητε εν χαρά και την αγίαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού τριήμερον ανάστασιν.
Δια του κομιστού της παρούσης μου σας στέλλω δύο δεσμίδας ψιλά κηρία και δέκα λαμπάδες άπαντα καθαρά. Επίσης σας στέλλω και ένα κυτίον καφφέ και έτερον πλήρες ζακχάρεως, ίνα έχητε τουλάχιστον την μικράν ταύτην παρηγορίαν. Έλαβον την επιστολήν της Αργυρώς και τη ευχαριστώ και τη εύχομαι από καρδίας να μείνη μεθ΄ υμών. Εύχομαι πάσαις τα άριστα και παρακαλώ να εύχησθε προς τον Θεόν υπέρ εμού, όπως μη αποστρέψη το πρόσωπόν Του απ΄ εμού δια την αμέλειάν μου την πολλήν, αλλά μοι δίδη γρήγορον νουν, σώφρονα λογισμόν, καρδίαν νήφουσαν, και χαρίζηταί μοι σοφίαν και σύνεσιν και τελευταίον υγιείαν προς εργασίαν των εντολών Του. Ο Κύριος να αμείψη υμάς δια τας προσευχάς σας. Σκέπτομαι να έλθω δια δύο ημέρες την διακαινήσιμον Εβδομάδα, εάν ο Θεός με διατηρήση εν υγεία κατά τας ημέρας της Μεγάλης Εβδομάδος, και εύχεσθε να με διαφυλάξη από πάσης επηρείας του αντικειμένου, όπως δυνηθώ να εκτελέσω την βουλήν μου. Όταν έλθω θα σας φέρω και ετέρους (9) εννέα ύμνους τους οποίους συνέταξα μετά την εκτύπωσιν του Θεοτοκαρίου. Τους αντιγράφει ήδη εις μαθητής επί χάρτου καλού, έχοντος το σχήμα του Θεοτοκαρίου, όπως τους προσθέσητε εις το τέλος. Θα σας είπω δε και πως ψάλλονται. Εάν θέλητε Θεοτοκάρια, γράψατέ μοι να σας στείλω. Δύνασθε να τα δίδητε αντί 25 λεπτών ή και 20 λεπτών υπέρ των μικρών δαπανών σας.
Διατελώ προς Θεόν ευχέτης
+Ο Πενταπόλεως Νεκτάριος
Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς: ερμηνεία του 15ου Κανόνος, από το νέο βιβλίου του, που μόλις κυκλοφόρησε.
Ὁ παρών Κανών λοιπόν ἀπαιτεῖ καί προστάσσει τήν ἀκριβῆ ἐξέτασι τῆς πίστεως ἑκάστου κληρικοῦ, πρίν νά ἐπικοινωνήση ὁ κάθε Ὀρθόδοξος μαζί του. Τό φοβερώτερο ὅμως καί συγχρόνως ἐλεγκτικώτερον διά τούς σημερινούς Ὀρθοδόξους, εἶναι ὅτι ὅλοι οἱ ἐγκεκριμένοι παλαιοί ἑρμηνευτές τοῦ παρόντος Κανόνος ἀναφέρουννά ἀποτειχίζωνται οἱ Ὀρθόδοξοι ἀπό τούς Ἐπισκόπους καί κληρικούς, ἔστω καί ἄν μετά τήν ἐξέτασι εὑρεθῆ ἁπλῶς ἀμφίβολος ἡ πίστις των. Ὁ Ζωναρᾶς στήν ἑρμηνεία τοῦ ἐν λόγῳ Κανόνος ἀναφέρει
«... καί τοιούτους ὄντας (Ὀρθοδόξους δηλαδή κατά τήν πίστιν) προσδέχεσθαι και συγκοινωνεῖν αὐτοῖς. Εἰ δε ἀμφίβολοι περί τά ὀρθά δόξουσι δόγματα τήν μετ’ αὐτῶν
συνδιαγωγήν παραιτεῖσθαι παρακελεύεται (ὁ παρών δηλαδή Κανών)» (Σύνταγμα τῶν θείων καί ἱερῶν Κανόνων Ράλλη–Ποτλῆ τόμος Β΄, σελ. 14). Ὁ Βαλσαμών ἀναφέρει τά
ἑξῆς «...καί ἤ προσδέχεσθαι εἰς κοινωνίαν ὀρθοδόξους ὄντας ἤ παραιτεῖσθαι ὡς ἀμφιβόλους» (ὅπ. ἀν.) Ὁ Ἀριστηνός ἀναφέρει εἰς τήν ἑρμηνεία του τά ἑξῆς: «Ἄνευ συστατικῶν οὐ δεῖ ξένον ἱερέα προσδέχεσθαι · εἰ δέ καί συστατικά ἐπιφέρηται, δέον αὐτόν καί οὕτως ἐπανακρίνεσθαι. Καί εἰ μέν εὐσεβής ἀναμφιβόλως εὑρεθῆ προσίεσθαι τοῦτον · εἰ δε ἀμφιβάλλεται, τά πρός διοίκησιν ἐπιχορηγεῖσθαι αὐτῷ και ἀποπέμπεσθαι» (ὅπ. ἀν.). Εἶναι ἴσως περιττό νά ἀναφέρωμε ὅτι ὅλα αὐτά (ἡ ἐξέτασις δηλαδή περί τήν πίστιν καί ἡ ἀποτείχισις) γίνονται πρό συνοδικῆς κρίσεως καί καταδίκης τοῦ ἀμφιβόλου ἁπλῶς ἔχοντος τήν πίστιν. Ἐδῶ ἐπί πλέον βλέπομε καί τήν συμφωνία τοῦ ΙΕ΄ Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου με τήν Ἀποστολική περίοδο καί ὅλη τήν διαχρονική Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας. Τό ἀκροτελεύτιο τμῆμα τοῦ Ἀποστολικοῦ αὐτοῦ Κανόνος «Πολλά γάρ κατά συναρπαγήν γίνεται» σημαίνει ὅτι ὁ κάθε Ὀρθόδοξος ἔχει προσωπική εὐθύνη καί δέν πρέπει νά ἀρκεῖται σέ ὁποιεσδήποτε διαβεβαιώσεις καί τίτλους ὀρθοδοξότητος, ἀλλά νά ἐρευνᾶ ἐπισταμένως τήν πίστι ἐκείνου πού προτίθεται νά ἔχη ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία.
Ὁ δεύτερος Κανόνας εἶναι ὁ ΙΖ΄ τοῦ ἁγ. Νικηφόρου τοῦ ὁμολογητοῦ καί ἀναφέρει τά ἑξῆς σέ μετάφρασι ἀπό τον ἅγ. Νικόδημο: «Διά τρεῖς αἰτίας εἶναι συγχωρημένον εἰς τόν
Μοναχόν νά φεύγῃ ἀπό τό Μοναστήριόν του, α΄. ἀνίσως ὁ Ἡγούμενος εἶναι αἱρετικός, β΄. ἀνίσως ἐμβαίνουν γυναῖκες εἰς τό Μοναστήριον, καί γ΄. ἀνίσως μανθάνωσιν εἰς τό Μοναστήριον παιδία κοσμικά γράμματα, ἐπειδή εἶναι ἄτοπον μέ τό μέσον τῶν παιδίων τούτων νά φανερώνωνται εἰς τους κοσμικούς ὅσα γίνονται εἰς τό Μοναστήριον.» Ἡ πρώτη αἰτία πού ἐπιτρέπει ὁ ἅγιος εἰς τόν μοναχό τήν ἀναχώρησι ἀπό το μοναστήρι εἶναι δογματική καί οἱ ἄλλες δύο πνευματικές. Τό θέμα τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ μοναχοῦ ἀπό τό μοναστήρι εἶναι πολύ σημαντικό, ἀφ’ ἑνός μέν διότι ὁ μοναχός κατά τήν ἀκολουθία τῆς μοναχικῆς του ἀφιερώσεως δίδει φοβερές ὑποσχέσεις ἰσοβίου ὑπακοῆς εἰς τόν προεστῶτα και ὅλη τήν ἀδελφότητα, ἀφ’ ἑτέρου διότι ὑπάρχουν καί ἱεροί Κανόνες ὅπως ὁ ΚΑ΄ τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς, ὁ Δ΄ τῆς Πρωτοδευτέρας, ὁ ΠΗ΄ τῆς Καρθαγένης κ.ἄ. οἱ ὁποῖοι μέ ἐπιτίμια ἀπαγορεύουν τήν ἀναχώρησι τοῦ μοναχοῦ ἀπό τή μονή του. Ἄν δέ λάβωμε ὑπ’ ὄψιν, τήν παράλληλο διδασκαλία τοῦ Μ. Βασιλείου, ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει τήν ἀναχώρησι τοῦ μοναχοῦ ἀπό τή μονή του μόνον ὅταν αὐτός βλάπτεται ψυχικῶς (ὑποσημ. ἁγ. Νικοδήμου εἰς ΚΑ΄ Κανόνα τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς), σημαίνει ὅτι ὅταν ὁ ἡγούμενος ἀποδεχθῆ κάποια αἵρεσι, ἐπιτρέπεται ἡ ἀναχώρησις τῶν μοναχῶν ἀπό αὐτό τό μοναστήρι, διότι αὐτοί βλάπτονται ψυχικῶς, προφανῶς ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ αὐτόν τόν ἡγούμενο. Ἐδῶ βλέπομε ὁλοφάνερα ὅτι ἡ διδασκαλία τῶν ἁγίων συνιστᾶ νά ἀποτειχίζωνται οἱ μοναχοί ἀπό τον αἱρετικό ἡγούμενο, μολονότι αὐτός δέν ἔχει καταδικασθῆ ἀπό τήν Σύνοδο. Τό ὅτι ἡ ἀποτείχισις γίνεται πρό συνοδικῆς κρίσεως εἶναι καί αὐτό κατάδηλο, διότι ἐάν ὑπῆρχε συνοδική κρίσις θά εἶχε ὁ ἡγούμενος αὐτός ἐκπέσει, λόγῳ τῆς αἱρέσεως, καί τοῦ ἡγουμενικοῦ ἀξιώματος. Τό ὅτι τέλος ὁ παρών Κανών τοῦ ἁγ. Νικηφόρου δέν ἔχει ἐπιτακτικόν χαρακτῆρα σημαίνει, ὅτι εἰς τήν περίπτωσιν αἱρέσεως τοῦ ἡγουμένου ἐπιτρέπεται ὁ μοναχός νά πράξη καί τό ἀνώτερο, δηλαδή νά ἀποχωρήση ἀπό τή μονή αὐτή, ἐνῶ ἄν παραμείνη εἰς αὐτή δέν θά ἔχη φυσικά μέ αὐτόν ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία, λόγῳ τῆς προφανοῦς ψυχικῆς βλάβης. Αὐτό νομίζω πού ἀπομένει εἶναι νά παρουσιάσωμε την πρᾶξι καί τήν διαχρονική Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας εἰς το θέμα τῆς ἀποτειχίσεως ἀπό τόν δεδηλωμένο αἱρετικό Ἐπίσκοπο, καθώς καί τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων εἰς τό θέμα αὐτό, διά νά καταδείξωμε τήν συμφωνία τῶν ἁγίων μέ τον ΙΕ΄ (15ον) Κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου καί τό ὅτι ὁ Κανών οὗτος κατέγραψε, ἐπεσφράγισε καί ἐπιβεβαίωσε τρόπον τινα τήν ὑπάρχουσα Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας.
Τότε και Τώρα....
Ὁ ἱερὸς καὶ ὁμολογητὴς
Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Δοσίθεος
ἐπιβεβαίωσε ὅτι οἱ Λατῖνοι ἦσαν πάντοτεΠατριάρχης Ἱεροσολύμων Δοσίθεος
"σχισματικοὶ καὶ τῶν αἱρετικῶν οἱ κορυφαῖοι "
καὶ διεκήρυξε ἀνοικτὰ καὶ ἄφοβα:
«τοὺς δὲ Λατίνους ἔχομεν ὡς εἶχον οἱ πατέρες
ἡμῶν ἐν παντὶ καιρῷ καὶ ἐν
παντὶ προσώπῳ καὶ ἐν παντὶ τόπῳ αἱρετικοὺς
καὶ ἀποβεβλημένους τῆς ἁγίας ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας"
Και Τώρα :
Είπε ο αββάς Μωυσής:
“Δεν μπορεί κανείς να μπει στον στρατό του Χριστού, αν δεν γίνει σαν φωτιά όλος, αν δεν καταφρονήσει τη δόξα και την καλοπέραση, αν δεν ξεριζώσει τις απαιτήσεις του παλαιού ανθρώπου και δεν τηρήσει όλες τις εντολές του Θεού”.
Ο Θεάνθρωπος ίσον Εκκλησία και η κεφαλή της. (Αγίου Ιουστίνου)
Τοιουτοτρόπως έγινεν η Εκκλησία. Διότι ο Θεάνθρωπος είναι η Εκκλησία. Δια της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου ο άνθρωπος ανυψώθη μέχρι του σημείου να έχη ως Κεφαλήν του την δευτέραν Υπόστασιν της Αγίας Τριάδος. Διότι ο Θεός Λόγος έγινεν η κεφαλή του θεανθρώπινου σώματος της Εκκλησίας. Κατά τον θεοσόφον Απόστολον ο Θεός Πατήρ δια του Αγίου Πνεύματος «έδωκε» τον Θεάνθρωπον, «κεφαλήν υπέρ πάντα τη Εκκλησία, ήτις εστί το σώμα Αυτού, το πλήρωμα του τα πάντα εν πάσι πληρουμένου» (Εφ. 1, 22-23). Με τον Θεάνθρωπον Χριστόν ως την κεφαλήν της η Εκκλησία κατέστη η πλέον τελεία και πλέον σπουδαία ύπαρξις εις όλους τους κόσμους. Όλα τα του Θεανθρώπου, αι θείαι και μεταμορφωτικαί θεοποιοί και θεανθρωποποιοί δυνάμεις Του, έγιναν αιωνίως ιδικά της.
Επιστολαί Αγ. Νεκταρίου
Επιστολή 6η
Εν Αθήναις τη 14 Μαρτίου 1905
Τέκνα εν Κυρίω αγαπητά χαίρετε εν Κυρίω!
Έλαβον τας δύο επιστολάς της Φιλιώς, την από 8 και την από 12 Μαρτίου και έρχομαι να σας απαντήσω. Προς την κόρην ταύτην περί ης μοι γράφετε, επεθύμουν να την ίδω πρώτον και να την ερωτήσω μερικά πράγματα και προ πάντων εάν διαφλέγηται υπό του θείου έρωτος, εάν φιλή από καρδίας την προσευχήν και προς αυτήν έχη έρωτα πολύν και σφοδρόν, εάν έχη αυταπάρνησιν, εάν δύναται να αρνηθή το θέλημά της, εάν δύναται να υποταγή εις το θέλημα άλλου, εάν δύναται να πράττη ό,τι είναι εναντίον εις το θέλημά της, εάν δύναται να μη αντιλέγη και να δέχηται τας εντολάς αγογγύστως, εάν δύναται να είπη προς τον Κύριον, «ουχ ως εγώ θέλω Κύριε, αλλά ως Συ», εάν δύναται να υπομείνη πειρασμόν, εάν πέποιθε ακραδάντως επί την θείαν αντίληψιν και προστασίαν, και τέλος ίνα μη προτείνω πλείονα, εάν δύναται να συγχωρή τα πάντα ταις αδελφαίς, προ της δύσεως του ηλίου, χάριν της εντολής της αγάπης. Εάν αυτά δέχηται, να το ομολογήση επί παρουσία υμών ενώπιον της Εικόνος του Κυρίου εν τω ναώ και να ψάλητε μίαν δοξολογίαν προς τον Κύριον, διότι την εκάλεσε και αφού προσευχηθήτε υπέρ αυτής, να την ενισχύση ο Κύριος και να την αναδείξη, να την ασπασθήτε όλαι, και να την κρατήσητε ως αδελφήν. Ως γερόντισσαν προς την οποίαν θα υποτάσσεται τυφλώς θα έχη την Χρυσάνθην. Ταύτα περί αυτής και ο Θεός να την σκέπη και να την διαφυλάττη εις τον αιώνα και να την αναδείξη αξίαν της κλήσεώς της και να την συναριθμήση μετά των φρονήμων παρθένων, όπερ εύχομαι και δι΄ όλους υμάς. Αμήν.
Μανθάνω ότι σας εύρε πειρασμός τις και εθροήθητε ως νεοσσοί. Αλλοίμονον, εάν ούτω ταχέως θροήσθε και απελπίζεσθε. Εάν δεν υπομείνητε πειρασμόν δεν θα φθάσητε εις μέτρον τελειώσεως. Θα υπομείνητε και εάν σας δέρωσιν. Ο Κύριος είναι μεθ΄ υμών. Καθ΄ εκάστην ψάλλετε «μεθ΄ ημών ο Θεός» και όμως φαίνεται, ότι δεν το καλοκατανοείτε. Επιθυμώ να το διαβάσητε άπαξ προς τελείαν κατανόησιν αυτού και σας διαβεβαιώ, ότι θα ειρηνεύση η καρδία σας. Μάθετε, ότι θα εξεγερθώσι καθ΄ υμών αι του αντιπάλου δυνάμεις, αλλά σεις ψάλλετε «μεθ΄ ημών ο Θεός, τον δε φόβον αυτού ου μη φοβηθώμεν, ουδ΄ ου μη ταραχθώμεν, ότι μεθ΄ ημών ο Θεός και τα λοιπά, ισχύετε και κραταιούσθε, διότι ο Θεός είναι μεθ΄ υμών. Εάν υπομείνητε έως τέλους, τα ονόματα υμών θα γραφώσιν εις τας βίβλους της ζωής. Θέλω να μάθω, ότι η θεία χάρις σας επεσκέφθη και ειρηνεύσατε. Η νέα κόρη, εάν ο Θεός την εκάλεσε και μείνη φρονώ, ότι θα ήτο καλόν, να μάθη μηχανήν, ίνα ανακουφίζη την Αγγελικήν, η οποία να βοηθή την Φιλιώ, την οποίαν θέλω να ονομάζω Φιλοθέην, εάν προς τούτο είναι και αυτή σύμφωνος. Αναμένω απάντησίν σας εις όσα γράφω περί της κόρης και περί όσων σας έγραφον εις την επιστολήν μου την προτέραν της παρούσης μου. Περαίνων σας εύχομαι και διατελώ προς Θεόν ευχέτης.
Ο Πνευματικός Πατήρ
+ Ο Πενταπόλεως Νεκτάριος.
Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς: ερμηνεία του 15ου Κανόνος, από το νέο βιβλίου του, που μόλις κυκλοφόρησε.
Τό πνεῦμα τῶν ἱερῶν Κανόνων, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται μέ τούς αἱρετικούς εἶναι πάντοτε γενικό, δηλαδή δέν ἀναφέρουν οἱ Κανόνες νά μήν ἐπικοινωνοῦμε ἐκκλησιαστικά μέ τόν τάδε καί τόν τάδε αἱρετικό, ἀλλά μέ οἱονδήποτε αἱρετικό, ὁ ὁποῖος ἔχει κάποιο αἱρετικό φρόνημα πού ἔχει
κατακριθῆ ἀπό κάποια ἐγκεκριμένη Σύνοδο ἤ κάποιους ἁγίους Πατέρες. Τό ἄν ἔχη κάποιος ἕνα τέτοιο αἱρετικό φρόνημα καταδικασμένο, τό κρίνει ὁ κάθε Ὀρθόδοξος,
προκειμένου νά ἐπικοινωνήση ἐκκλησιαστικά μαζί του. Αὐτό τό πνεῦμα τῶν ἱερῶν Κανόνων φαίνεται ἀπό πλῆθος ἱερῶν Κανόνων οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται στήν
ἐκκλησιαστική σχέσι τῶν Ὀρθοδόξων μέ τούς αἱρετικούς. Θά τό καταδείξωμε αὐτό κατ’ ἀρχάς ἀπό τούς ἤδη ἀναφερθέντας προηγουμένως ἱερούς Κανόνες. Ὁ προαναφερθείς ΣΤ΄ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου ἀναφέρει «Περί τοῦ μή συγχωρεῖν τοῖς αἱρετικοῖς εἰσιέναι εἰς τόν οἶκον τοῦ Θεοῦ ἐπιμένοντας τῇ αἱρέσει». Ἐδῶ προφανῶς οἱ αἱρετικοί ἀναφέρονται γενικῶς, δηλαδή οἱ ἔχοντες οἱαδήποτε αἵρεσι. Ἄν ὁ ἱερός Κανών ὁμιλοῦσε διά αἱρετικούς καταδικασμένους συγκεκριμένα καί ὀνομαστικά ἀπό κάποια Σύνοδο, θά ἔπρεπε ἡ Σύνοδος πάλι νά τούς ἀποκαταστήση, ἐφ’ὅσον ἔκρινε τήν μετάνοιά των. Τό ὅτι ἀφήνει ὁ παρών Κανών τήν κρίσι αὐτή εἰς τούς Ὀρθοδόξους,
προκειμένου νά εἰσέλθουν στόν ὀρθόδοξο ναό (αὐτός εἶναι ὁ ἀναφερόμενος οἶκος τοῦ Θεοῦ) δεικνύει ἀφ’ ἑνός μέν τό ὅτι οἱ αἱρετικοί αὐτοί δέν εἶχαν καταδικασθῆ ἀπό Σύνοδο καί ἀφ’ ἑτέρου τό ὅτι τήν εὐθύνη γιά τήν ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ οἱονδήποτε τήν ἔχει ὁ κάθε Ὀρθόδοξος. Ἡ ἀναφορά τοῦ Κανόνος «ἐπιμένοντας τῇ αἱρέσει» συνηγορεῖ τά μέγιστα εἰς ὅσα προαναφέρθησαν διά τόν ἐπί πλέον λόγο ὅτι, ἄν ὁ ἱερός Κανών ὁμιλοῦσε συγκεκριμένα διά καταδικασμένους αἱρετικούς, θά ἦτο ἄτοπο νά δώση τήν ἄδεια τῆς ἐπαναφορᾶς καί συγχωρήσεως τῶν αἱρετικῶν στόν κάθε Ὀρθόδοξο. Δηλαδή ἡ Σύνοδος θά κατεδίκαζε συγκεκριμένως τούς αἱρετικούς καί ὁ κάθε Ὀρθόδοξος θά τούς ἀποκαθιστοῦσε. Ὁ ΛΑ΄ ἐπίσης Κανών τῆς ἰδίας Συνόδου κινούμενος εἰς τό ἴδιον πνεῦμα ἀναφέρει τά ἑξῆς «Ὅτι οὐ δεῖ πρός πάντας αἱρετικούς ἐπιγαμίας ποιεῖν ἤ διδόναι υἱούς ἤ θυγατέρας, ἀλλά μᾶλλον λαμβάνειν, εἴ γε ἐπαγγέλοντο χριστιανοί γενέσθαι». Ἐδῶ εἶναι ἡλίου φαεινότερο ὅτι ὁ κάθε Ὀρθόδοξος κρίνει τήν πίστι τοῦ αἱρετικοῦ, προκειμένου νά δώση πρός γάμου κοινωνία τά τέκνα του. Ἐπίσης δέ ὅτι οἱ αἱρετικοί αὐτοί δέν εἶχαν καταδικασθῆ ἀπό κάποια Σύνοδο, ἀλλά ἁπλῶς διακατείχοντο ἀπό αἱρετικά φρονήματα. Αὐτό φαίνεται καθαρά ἀπό τήν ἔκφρασι τοῦ Κανόνος «πρός πάντας αἱρετικούς», ἐνῶ ὅπως εἶναι γνωστό ἀπό τίς Συνόδους καί τούς ἁγ. Πατέρας κατεδικάσθηκαν οἱ αἱρέσεις καί οἱ ἀρχηγοί τῶν αἱρέσεων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι πάντοτε ἦσαν κληρικοί, καθ’ ὅσον ὁ Κανών ἀναφέρεται σέ λαϊκούς αἱρετικούς. Ἀφήσαμε στό τέλος τῆς ἀναφορᾶς μας στήν ἔρευνα καί σύγκρισι τοῦ ΙΕ΄ Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου μέ ἄλλους, πού ἀναφέρονται σέ αἱρετικούς καί στήν
ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ αὐτούς, δύο Κανόνες τούς ὁποίους κρίνομε ὅτι ἀποδεικνύουν ἐναργέστατα τήν ὑποχρεωτική καί μή δυνητική θεώρησι τοῦ ὑπό ἐξέτασι ἱεροῦ Κανόνος. Ὁ πρῶτος ἐξ αὐτῶν εἶναι ὁ ΛΓ΄ τῶν ἁγ. Ἀποστόλων, ὁ ὁποῖος λέγει τά ἑξῆς: «Μηδένα τῶν ξένων Ἐπισκόπων, ἤ Πρεσβυτέρων, ἤ Διακόνων ἄνευ συστατικῶν προσδέχεσθαι. Καί ἐπιφερομένων δέ αὐτῶν, ἀνακρινέσθωσαν: καί εἰ μέν ὦσι κήρυκες τῆς εὐσεβείας, προσδεχέσθωσαν, εἰ δέ μήγε, τά πρός χρείαν αὐτοῖς ἐπιχωρηγήσαντες, εἰς κοινωνίαν αὐτούς μή προσδέξησθε. Πολλά γάρ κατά συναρπαγήν γίνεται». Ἀσφαλῶς οὐδείς ἐχέφρων θά ἠδύνατο νά ἰσχυρισθῆ ὅτι ὁ παρών Κανών τῶν ἁγ. Ἀποστόλων εἶναι δυνητικός. Εἶναι ὅμως πολύ αὐστηρότερος τοῦ ὑπό ἐξέτασιν ΙΕ΄ τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Διότι ἐνῶ ὁ ΙΕ΄ τῆς Πρωτοδευτέρας ἀπαιτεῖ τήν ἀποτείχισι ἀπό τόν κηρύττοντα αἵρεσι «δημοσίᾳ καί γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ’Ἐκκλησίας» ὁ παρών ΛΓ΄ τῶν ἀγ. Ἀποστόλων ἀπαιτεῖ τήν ἀποτείχισι ἀπό τόν Ἐπίσκοπο ἤ κληρικό, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνο δέν κηρύττει δημοσίως καί γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ’ Ἐκκλησίας τήν αἵρεσι, ἀλλά ἀπεναντίας ἔχει καί συστατικές ἐπιστολές περί τῆς ὀρθοδοξότητός του.
Συνεχίζεται.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)