Ανακοινωθέν Μητροπολίτου Πειραιώς

Ἐν Πειραιεῖ τῇ 10ῃ Ἰουνίου 2011
Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Θ Ε Ν
Ὁ Ραββίνος τῆς Θεσσαλονίκης κ. Μορντεχάϊ Φριζής, ἐγγονός τοῦ ἀειμνήστου συνταγματάρχου Μαρδοχαίου Φριζῆ, ἥρωος τοῦ ἀλβανικοῦ ἔπους, εἰς συνέντευξιν αὐτοῦ ἀνεφέρθη εἰς τόν ἀναμενόμενον ὑπό τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ «Μεσσίαν» καί παρέθεσε τά στοιχεῖα τῆς προσωπικότητός του καί τοῦ ἔργου τό ὁποῖον θά ἐπιτελέσῃ εἰς τόν Ἑβραϊκόν λαόν ἀλλά καί τήν ἀνθρωπότητα...

Ecumenism is the common name for the pseudo-Christianity

Ecumenism is the common name for the pseudo-Christianity

of the pseudo-Churches of Western Europe. Within it is the

heart of European humanism, with Papism as its head.

 

From an interview:

Q: One could conclude that there are various theological views within Orthodoxy about co-operation with Roman Catholic Church since,

The duty of the entire Church

It is the duty of the entire Church, the Royal Priesthood of Believers, to not only be aware of the issues, but to speak out against

Ο δρόμος της ευτυχίας


Τίποτα δεν είναι μεγαλύτερο από την καθαρή καρδιά, γιατί μια τέτοια καρδιά γίνεται θρόνος του Θεού. Και τι είναι ενδοξότερο από το θρόνο του Θεού; Ασφαλώς τίποτα. Λέει ο Θεός γι’ αυτούς που έχουν καθαρή καρδιά:

 

O ευσεβής Έπαρχος της Αλεξανδρείας

Ακούγοντας ο ευσεβής Έπαρχος της Αλεξανδρείας την καλή φήμη του Αββά Μωϋσέως του Αιθίοπος, ανέβηκε κάποτε στη σκήτη να τον γνωρίσει από κοντά.

O λογισμός του Μεγάλου Αντωνίου

Πέρασε κάποτε από  το λογισμό του Μεγάλου Αντωνίου σε τίνος τάχα αγίου μέτρα να είχε φτάσει.

 

Προσέλθετε, προσέλθετε, "Oρθόδοξοι" Οικουμενιστές...

Εν μόνον ποίμνιον υπάρχει: Ο κόσμος, και εις ποιμήν: Ο Πάπας»!!!  Ο αυτός Πάπας εν τη Εγκυκλίω αυτού «ΑΕΤΕRNA DEI SAPIENTIA» εξέφρασε την πεποίθησιν αυτού ότι η Β΄ Βατικάνειος Σύνοδος «θα προσελκύση τα βλέμματα των αναριθμήτων οπαδών του Χριστού και θα προσελκύση αυτούς να συγκεντρωθώσι πέριξ του «ποιμένος των προβάτων του μεγάλου», ο Οποίος ανέθεσε την αέναον διαφύλαξιν της Ποίμνης Του εις τον Πέτρον και εις τους διαδόχους αυτού»! Ομιλών δε προς τους ηγέτας της «Καθολικής Δράσεως» διεκήρυξε: «Θα επιδείξωμεν την Εκκλησίαν εν όλω αυτής τω μεγαλείω και θα είπωμεν προς όλους εκείνους οίτινες είναι κεχωρισμένοι αφ΄ ημών: Αύτη, αδελφοί, είναι η Εκκλησία του Χριστού, δηλαδή η Καθολική Εκκλησία. Προσέλθετε, προσέλθετε. Αύτη είναι η οδός της επιστροφής. Επανέλθετε, ίνα καταλάβητε τας θέσεις, ας κατείχον οι πρόγονοι υμών»

Βούλγαροι "Ορθόδοξοι" και Ρωμαιοκαθολικοί πρόσφεραν στον Πάπα Βενέδικτο μια Τιάρα στο όνομα της οικουμενιστικής ενότητας.


Προσέλθετε, προσέλθετε, προδότες οικουμενιστές....

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΑΝΘΗ (1)


 Ἡ ἁμαρτωλή συνήθεια

Πολλοί ἄνθρωποι ἀπό τήν νεότητά τους ἱκανοποιοῦν τά σαρκικά τους πάθη καί συνεχίζουν μέχρι τά γεράματά τους. Ἡ ἁμαρτωλή τους συνήθεια εἶναι πολύ ἰσχυρή καί καθημερινά ἐπιδιώκουν τήν ἡδονή. Ὁ Μέγας Βασίλειος λέει γιά τήν δύναμη τῆς συνήθειας: «Ὅταν χρονοτριβεῖ κάποιος μέ προθυμία στίς ἁμαρτίες, δημιουργεῖ μιά σταθερή συνήθεια. Τό παλαιό πάθος τῆς ψυχῆς καί ἡ ἄσκηση τοῦ κακοῦ, πού ρίζωσε μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου εἶναι δυσκολοθεράπευτα ἤ καί παντελῶς ἀθεράπευτα, διότι ἡ
συνήθεια γίνεται φύση. Εἶναι λοιπόν εὐχῆς ἔργο νά μή πλησιάσουμε τό κακό. Δεύτερη δέ προσπάθεια
εἶναι νά τό ἀποφεύγουμε ἀμέσως μετά τή διάπραξη τῆς ἁμαρτίας σάν νά εἶναι πληγή ἀπό φαρμακερό φίδι».

 

What Are the Goals of Ecumenism?

by Hieromonk Savva of the Holy Monastery of Decani, Serbia


The fundamental goal and the primary task of the ecumenical movement is to re-interpret Christianity—or, in other words, to annihilate Orthodoxy completely. The dialogue between various Christian confessions—as, also, the dialogue between Christianity and Islam and Judaism (and other religions, as well)—is one of the tasks that is a part of an over-all plan for unifying the sum-total of humanity.

 

ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΝΕΙΛΟΥ



(Πιστόν αντίγραφον από το βιβλίον «Ευαγγελικός Κήπος», της Ιεράς Μονής Σταυροβουνίου Κύπρου).

Ο Όσιος Νείλος έζησε τον 16ο αιώνα. Κατήγετο από ένα χωρίον της Τριπόλεως της Πελοποννήσου. Ασκήτευσεν εις το Άγιον Όρος και εκοιμήθη την 12ην Νοεμβρίου του έτους 1651. Εκ του τάφου του Οσίου ανέβλυσεν ευωδέστατον μύρον δι' αυτό και ονομάζεται μυροβλήτης.


«Κατά το 1900 έτος βαδίζοντας προς τον μεσασμόν του 8ου αιώνος (5.508 χρόνια από Αδάμ + 2000 μ.Χ. = 7.508 χρόνια) άρχεται ο κόσμος του καιρού εκείνου, να γίνεται αγνώριστος. Όταν πλησιάσει ο καιρός της ελεύσεως του Αντιχρίστου θα σκοτιστεί η διάνοια των ανθρώπων από τα πάθη της σαρκός και θα πληθυνθεί σφόδρα η ασέβεια και η ανομία τότε άρχεται ο κόσμος να γίνεται αγνώριστος


 

ΑΓΙΟΣ ΝΕΙΛΟΣ Ο ΑΣΚΗΤΗΣ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ 153 ΚΕΦΑΛΑΙΑ

1. Όποιος θέλει να φτιάξει το ευωδιαστό θυμίαμα, θα πάρει το διαφανές λιβάνι, την κασσία, τον όνυχα και τη στακτή και θα τα ενώσει σε ίσες ποσότητες, σύμφωνα με το νόμο. Αυτά είναι η τετράδα των αρετών. Αν αυτές είναι εντελώς ολοκληρωμένες και ίσες, δε θα προδοθεί ο νους.

Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΡΟ∆ΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ




του μακαριστού Γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου,
2


Να ξέρετε ότι ο Οικουμενισμός είναι ο τελευταίος πρόδρομος του Αντιχρίστου· διότι όταν θα γίνη μία ισοπέδωσις θρησκευτική και πολιτική – κυβερνητική, θα υπάρξη ένας μόνον που θα κυβερνήση τον κόσμον, αυτός ο ένας, κατά την Αγίαν Γραφήν και τους Πατέρες, θα είναι ο Αντίχριστος.


 

As an Orthodox remember

Remember it is not enough to say : “Well, whatever the ‘Orthodox’ Patriarchs do is of no concern to us; it has nothing to do with us”. What any Patriarch does, affects all of us in one way or another. We are all part of the same Body of Christ, and therefore we are all responsible for the Faith, from the most anonymous layman to the most highly placed hierarch. We are all accountable to God for the precious treasure of Orthodox Christianity. Those of us who fear to speak up must take courage from the example of the greatly-revered Elder Philotheos (Zervakos) of Greece (+1980), who boldly rebuked Patriarch Athenagoras and other Ecumenists for betraying Orthodoxy.

Ὁ Παπισμὸς εἶναι αἵρεση

Ὁ Παπισμὸς εἶναι αἵρεση, κατὰ τὴν ἀλάνθαστη ἀπόφανση τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴ διαχρονικὴ συνείδησή Της, ἐκφρασμένη ἀπὸ πλῆθος Ἁγίων, Οἰκουμενικῶν  (8ης καὶ 9ης) καὶ Τοπικῶν Συνόδων, ἀπὸ τὸ Συνοδικὸ τῆς Ὀρθοδοξίας (9ος – 14ος αἰ.), τὸ ὁποῖο ἐν τῷ προσώπῳ Βαρλαὰμ καὶ Ἀκινδύνου κατακρίνει τὸν λατινικὸ θωμισμὸ καὶ σχολαστικισμό, ἀπὸ  ἐγκυκλίους τῶν Πατριαρχείων τῆς Ἀνατολῆς στὸν 19ο αἰῶνα (1848 καὶ 1895), ἀπὸ τοὺς ἐσχάτως ἀναγνωρισθέντες Ἁγίους θεολόγους Νικόλαο Ἀχρῖδος (Βελιμίροβιτς) καὶ Ἰουστῖνο τῆς Μονῆς τοῦ Τσέλιε (Πόποβιτς) καὶ ἀπὸ πλῆθος ἱερῶν ὀρθοδόξων φωνῶν διαχρονικῶς. Ὁ λατινισμὸς ἀποδέχεται τὴ θέαση τῆς θείας οὐσίας σύμφωνα μὲ τὴν ἀρχαία αἵρεση τοῦ εὐνομιανισμοῦ τοῦ 4ου αἰῶνος, τὸν ὁποῖον κατεδίκασε ἡ Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (βλ. σχετικῶς καὶ τὰ ἔργα τοῦ π. Ἰω. Ρωμανίδη), ἀκόμη δὲ ἐμπίπτει εἰς τὰ ἀναθέματα τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, περὶ ὅσων ἀλλοιώνουν τὸ Σύμβολο Νικαίας-Κωσταντινουπόλεως (προσθήκη Filioque στὸ «Πιστεύω»). Τὸ ὅτι ὁ παπισμὸς εἶναι αἵρεση, ἀποτελεῖ αὐτὸ ποὺ στὴν Ἐκκλησία ἐπιστεύθη «πάντοτε, πανταχοῦ καὶ ὑπὸ πάντων», “quod semper, quod ubique, quod ab omnibus creditum est”, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξαιρέσεως μεταξὺ τῶν Ἁγίων Πατέρων· συνεπῶς, στοὺς ἐκπροσώπους τοῦ αἱρετικοῦ Παπισμοῦ ἁρμόζει θεσμικὴ ἀντιμετώπιση τέτοια ποὺ προβλέπεται ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες.

Ανοικτή Επιστολή


ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

Ανακοινωθέν της 3ης του έτους τακτικής συνεδρίας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου 


 Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου συνῆλθε σήμερα, Τρίτη 7 Ἰουνίου 2011, στὴν τρίτη τοῦ ἔτους τακτικὴ συνεδρία, ὑπὸ τὴν προεδρία τῆς Α.Μ. τοῦ Ἀρχιεπισκόπου κ.κ. Χρυσοστόμου καὶ ἐργάσθηκε ὡς ἑξῆς:1) Ἐξέφρασε τὴν κοινὴ ἀγωνία της μὲ τὸν Μακαριώτατο εἰς ὅσον ἀφορᾶ τὴν πορείαν τοῦ Ἐθνικοῦ μας θέματος. Τόνισε ὁμόφωνα ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν ἀναμιγνύεται στὴν Πολιτικὴ ἀλλὰ θεωρεῖ καθῆκον της νὰ ἐκφράζει τὶς ἀρχὲς ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ στηρίζεται ἡ πορεία τοῦ ἐθνικοῦ μας θέματος.

Ο Σέρβος Πρωθυπουργός Mirko Cvetkovic επισκέφθηκε τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Κύπρου

Ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Κύπρου κ.κ. Χρυσόστομος είχε συνάντηση με τον Πρωθυπουργό της Σερβίας Mirko Cvetkovic στην Ιερά Αρχιεπισκοπή, τη Δευτέρα 7 Ιουνίου 2011. Η συνάντηση του κ. Cvetkovic με τον Μακαριώτατο πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της επίσημης επίσκεψης του Σέρβου Πρωθυπουργού στην Κύπρο.

The Mission of the Holy Spirit



By: Fr. Anthony Alevizopoulos
PhD. of Theology, PhD. of Philosophy


The Holy Spirit was not revealed in the same manner in which the Son was revealed; He remains unapproachable to man. He is however recognized in His divine energies, through the gifts which He bestows upon the faithful. He is "the treasury of good things and the bestower of life", according to the prayer of the Church.

Many texts in our liturgical books ascribe the work of our salvation to the Holy Spirit:

"The Holy Spirit hath ever been and is,
and shall be, neither beginning nor ending;
but He is ever ranked and numbered
together with the Father and the Son.
He is Life, and life-creating;
Light and light-bestowing;
by nature good, and the source of goodness;
through Him the Father is known,
and the Son is glorified;
and thereby all men acknowledge
a single sovereignty, single covenant, one adoration
of the Holy Trinity."

The Orthodox Church rejects the false doctrine of heretics who maintain that the Holy Spirit is an imper­sonal power or "state" within us. The Holy Spirit has self-awareness (Acts 10,19-20. 13,2), will (Jn 16,8. Acts 2,4. I Cor. 12,11) and acts as a person; He is the third person of the Holy Trinity (Mtth. 28,19. Jn 15,26. II Cor. 13,13) and is distinguished from the power of God (II Cor. 6,6-7. Rm. 15,13. I Cor.1,5).

The Holy Spirit participated in the creation of the world (Gen. 1,2) which was accomplished from the Father, through the Son and "in the Holy Spirit". Then, when man was created the "first putting-on of the Spirit" (πνευματοφορία) took place (Gen. 1,26-27. 7,7). During the new creation, the Holy Spirit was restored to man. A beautiful hymn of the Church states:

"In the Holy Spirit
is all creation renewed,
and doth return to ils pristine state,
for He is of equal power
with the Father and the Word".

In the restoration and recreation of man, the Holy Spirit is "the active principle": From the Holy Spirit, through the Son to the Father; this is the road to salva­tion. There is no other; "no one can say Lord Jesus except in the Holy Spirit (I Cor. 12,3), no one can recognize Christ as Lord, i.e. to enroll in the Church under one Head, Christ, save "in the Holy Spirit" alone; and "no one cometh unto the Father, save through me" (Jn 14,6). No one comes unto the Father save through Jesus Christ!

In order to reach the Father through the Son, we must be "in the Holy Spirit". The Holy Spirit reveals Christ to each and every believer personally and individ­ually (Jn 15,25-26. 16,13-14). He "plants" him through the Holy Spirit into Christ's body, and man regains that from which he fell, a unity in the one human nature, i.e. to be "one in Christ" this is man's rebirth (Jn 3,5. Titus 3,5. Gal. 3,26-28). Through Baptism and Holy Commu­nion the believer becomes "one in body" {σύσσωμος) and "one in blood" (σύναιμος) with Christ and the relationship which exists between Jesus Christ and God the Father is conveyed and given to him through the grace of the Holy Spirit. This is why the Holy Spirit is also called "The Spirit of Christ" and "the Spirit of Adoption" (Rom.8,10. 15-16).

Christ kept His promise: during Pentecost He "sent" the Holy Spirit to the disciples in a personal manner:

The Spirit "rested upon each of them. All of them were filled with the Holy Spirit and began to speak in other languages, as the Holy Spirit gave them ability" (Acts 2,3-4).

Language is a means of communication. At the Tower of Babel, as the result of man's apostasy from God and his autonomy, language became a means of non-communion and non-communication. And now during Pentecost, the restoration of unity, the gathering of the scattered children of God "into one" (Jn 11,52) was declared to those outside the circle of the disciples through a sermon preached in the tongue of the Holy Spirit which was comprehensible to all and is an instru­ment of man's unity (Acts 2,4).

This unity and return of man to the "one nature", to the "one man", i.e. to "one in Christ" does not do away with the special personality of each believer. The Holy Spirit offers His charismata (gifts) to every believer.

"The Holy Spirit provideth all things;
He gusheth forth prophecy;
He perfecteth the priesthood;
He hath taught wisdom to the illiterate.
He hath shown forth the fishermen as theologians.
He holdeth together
the whole institution of the Church.
Wherefore, Ο Comforter, one in essence and throne
with the Father and the Son, glory to Thee".

Within the unity of the one Body, each believer continues to be the concrete person that he is; he is not absorbed by the whole. This is why both in divine worship and in the sacramental life each individual is commemorated by name. He received from the Holy Spirit his own gift, and he is called to use it not egotisti­cally, but for the edification of the other members and for the growth of the overall body, together with his own growth "in Christ". The Apostle St. Paul states: " To each is given the manifestation of the Spirit for the common good. To me is given through the Spirit the utterance of wisdom, to another the utterance of knowl­edge according to the same Spirit, to another faith by the same Spirit, to another gifts of healing by the one Spirit, to another the working of miracles, to another prophecy, to another the discernment of spirits, to another various kinds of tongues, to another the interpretation of tongues. All these are advocated by one and the same Spirit, who allows to each one individually just as the Spirit chooses. For just as the body is one and has many members, and all the members are the body, though many, are one body, so it is with Christ. For in the one Spirit we were all baptized into one body...You are the body of Christ and individually members of it ( I Cor. 12,7-27).

"Are all apostles? Are all prophets? Are all teachers? Do all work miracles? Do all have gifts of healing. Do all speak in tongues? Do all interpret?", St Paul asks with emphasis (I Cor. 12, 29-30) and shows that the mystery of the human personality is not abrogated through the presence of the Holy Spirit, but that it is broadened, for as a member of the overall body he becomes a partaker of the great mystery of the unity "in Christ".

The Holy Spirit does not act independently of the personality and body of Christ, which is the Church. Concerning the Holy Spirit, Christ assured us that" He [the Paraclete-Comforter] will glorify me because He will take what is mine and declare it to you. All that the Father has is mine. For this reason I said that He will take what is mine and declare it to you" (Jn 16,14-15). No one can possess the charismata of the Holy Spirit apart from the unity with Jesus Christ, i.e. outside the Church.

Furthermore, the gifts of the Holy Spirit do not constrain; they are offered on the basis of the divine will (John 3,8. I Cor. 12,12. Heb. 2,4) and not by human methods. If these gifts were the result of human efforts, they would belong to the "created order" and would not constitute true communion with God. This helps us to understand why the Orthodox Church gives special significance to the teaching concerning "uncreated grace" while at the same time discerning divine grace from the divine essence.

If grace were created, then it could not lead us to salvation since communion with something which is created cannot lead man to overcome his created reality and to union with the uncreated God. If again, there is no difference between the essence and the grace of God, then communion with the Divine essence would do away with man's personality. There is then a distinction between God's essence and His grace which is uncre­ated. (It [grace] does not have its source outside of the divine essence), for this reason in the Orthodox Church both are preserved: both the true communion with God and the human person.

Divine Grace however is not offered without man's active participation. The holy Mysteries of the Church are not magical acts; they presuppose the participation of each individual believer. The Angel of the Lord announced to the Virgin Mary: "The Holy Spirit will come upon you and the power of the Most High will overshadow you". But she, however, had to say, "Let it be!" (Lk. 1,35-38).

The believer receives the gift of the Holy Spirit, "the panoply of God" and he is strengthened to begin his spiritual struggle and to victoriously resist "the wiles of the Devil" (Eph. 116,10-20). Man must, however, want to carry on this struggle. The believer has the feeling that he is not struggling alone, but that he is being "strengthened in the Lord and in the strength of His power!".

Επιγραφή δια την ταυτότητα των Μακεδόνων


Τοῦ κ. Νικολάου Μάρτη,
Πρώην ῾Υπουργοῦ



Ἡ ταυτότητα τῶν Μακεδόνων ὡς Ἑλλήνων, πλὴν τῶν γνωστῶν ἀδιάψευστων ἱστορικῶν στοιχείων
(ἐπιγραφές, εὑρήματα ἀρχαιολογικῶν χώρων, κείμενα ἀρχαίων ἱστορικῶν Ἑλλήνων, Ἑβραίων,
Ρωμαίων κτλ) ἐπιβεβαιώνεται καὶ ἀπὸ μία ἐπιγραφὴ τοῦ 267 π.Χ. (φωτογραφία τῆς ὁποίας μοῦ ἔστειλε
ὁ κ. Σταῦρος Χατζῆς, Συνταξιοῦχος Ἀστυνομικός, ποὺ παρακολουθεῖ τὸ θέμα τῆς Μακεδονίας), ἡ ὁποία
βρέθηκε στὴν Αἴγυπτο καὶ ἀναφέρεται σὲ ἀθλητικοὺς ἀγῶνες, ποὺ ἔγιναν στὰ δωδέκατα βασιλικὰ
γενέθλια. Οἱ ἀθλητὲς ποὺ ἀναφέρονται ὅτι ἀγωνίστηκαν, χαρακτηρίζονται ἀπὸ τὸν τόπο καταγωγῆς
τους (Θράξ, Μακεδών, Σάμιος κτλ.), δηλαδὴ ἀπὸ τὸν ἑνιαῖο Ἑλληνικὸ γεωγραφικὸ χῶρο. Συνεπῶς
καὶ μόνο ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀναφέρονται μεταξύ τῶν ἄλλων Ἑλλήνων ἀθλητῶν καὶ τέσσερις Μακεδόνες
ἀθλητές, ἐπιβεβαιώνει ὅτι οἱ Μακεδόνες εἶναι Ἕλληνες.
George Robinson, στὸ ἐκδοθὲν τὸ 1899 στὴ Νέα Ὑόρκη βιβλίο του γράφει: «Ὁ ἀρχαῖος Αἰγυπτιακὸς
πολιτισμὸς γαλουχήθηκε ἐπὶ τρεῖς αἰῶνες ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸ πολιτισμὸ καὶ ἀνέπτυξε τὸ ἐμπόριο σὲ ὕψιστο
βαθμό, ἀλλὰ δὲν ἀλλοιώθηκε ἀπὸ τὸν Μακεδόνα κατακτητὴ (Πτολεμαῖο) στὰ θρησκευτικὰ καὶ γλωσσικὰ
στοιχεῖα του, γιʼ αὐτὸ πολλὲς ἐπιγραφὲς, ποὺ βρέθηκαν, εἶναι χαραγμένες στὴν αἰγυπτιακὴ (ἱερογλυφικὴ ἢ δημώδη)
γλώσσα καὶ στὴ γλώσσα τῶν Μακεδόνων» (δηλαδὴ τὴν Ἑλληνική).
Ἐκτός τῶν ἀνωτέρω ἀδιάψευστων στοιχείων, ἡ ταυτότητα τῶν Μακεδόνων ὡς Ἑλληνική, ἐπιβεβαιώνεται καὶ ἀπὸ
τὰ ἀναφερόμενα στὴν πρόσφατη ἐπιστολή μου στὴν Πρέσβειρα τῆς Συρίας στὴν Ἀθήνα, δηλαδή:
α) Ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ὅπου ἀναφέρεται ὅτι «Ὁ Ἕλλην Βασιλεὺς θὰ νικήσει τὸν Πέρση βασιλέα». Στὸ βιβλίο
τῶν Μακκαβαίων ἀναφέρεται ὅτι: «Ὁ Ἀλέξανδρος ὁ Μακεδὼν ὁ υἱὸς τοῦ Φιλίππου ἐνίκησε τὸν Δαρεῖο».
β) Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (ΙΣΤ 9,10) ἀναφέρεται ὅτι τὸ 50 μ.Χ. ἐπισκέφθηκε τὶς πόλεις ΦΙΛΙΠΠΟΥΣ,
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ καὶ ΒΕΡΟΙΑ, δηλαδὴ πόλεις, ποὺ εἶχαν αἰῶνες πρὸ τὸ 50 μ.Χ., ἔκτοτε καὶ μέχρι σήμερα τὰ
αὐτὰ Ἑλληνικὰ ὀνόματα, γεγονὸς ποὺ ἐπιβεβαιώνει τὴν ταυτότητα τῆς Μακεδονίας ὡς Ἑλληνικῆς.
γ) Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (ΙΖ 4,12) στὴ Θεσσαλονίκη καὶ Βέροια συνάντησε Ἕλληνες καὶ Ἑλληνίδες, ποὺ ἐπίστευσαν.
δ) Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μίλησε καὶ ἔγραψε τὶς ἐπιστολές του πρὸς τοὺς κατοίκους τῆς Θεσσαλονίκης καὶ τῶν
Φιλίππων στὴν Ἑλληνικὴ γλώσσα.
ε) 356 Καθηγητὲς Πανεπιστημίων Ἀμερικανικῶν καὶ ἄλλων χωρῶν, συνυπέγραψαν ἐπιστολὴ στὸν Πρόεδρο Ὀμπάμα
καὶ τοῦ ζητοῦν νὰ ἀνακαλέσει τὴν ἀπόφαση τοῦ προκατόχου του κ. Τζὼρτζ Μποὺς (υἱοῦ), ὁ ὁποῖος τὴν ἑπομένη τῆς
δεύτερης ἐκλογῆς του, ὀνόμασε τὴν ΠΓΔΜ ὡς «Δημοκρατία τῆς Μακεδονίας» καὶ ἀνέτρεψε τὴν πάγια πολιτικὴ τῶν
ΗΠΑ γιὰ τὴ Μακεδονία, ὅπως εἶχε χαραχθεῖ ἀπὸ τὴν Ἐγκύκλιο τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν τῶν ΗΠΑ Στεττίνιους
τὸ 1944 καὶ τὸ Δόγμα Τρούμαν. Ὁ κ. Μποὺς ἀνέτρεψε ἐπίσης καὶ προηγούμενη δήλωσή του, ὅτι τὸ 1946-1947
οἱ ΗΠΑ βοήθησαν τὸ Βερολίνο καὶ τὴν Ἑλλάδα νὰ διατηρήσουν τὴν ἐλευθερία τους. Ὁ Πρόεδρος τῶν ΗΠΑ κ. Μποὺς δὲν εἶναι οὔτε ἱστορικός, οὔτε ἀρχαιολόγος καὶ ὅπως καὶ ἄλλοι ἡγέτες, ἀλλὰ καὶ Κυβερνήσεις, παραπλανήθηκε ἀπὸ συμβούλους καὶ ὀνόμασε τὴν ΠΓΔΜ ὡς «Δημοκρατία τῆς Μακεδονίας».
στ) Τέλος, ὁ ὁρισθείς ἀπὸ τὸν ΟΗΕ κ. Νίμιτς, ὡς διαμεσολαβητὴς μεταξὺ Σκοπιανῶν καὶ Ἑλλήνων, γιὰ τὴν ὀνομασία τῆς ΠΓΔΜ, σὲ συνάντησή του μὲ τὴν Παμμακεδονικὴ Ἕνωση τῆς Ἀμερικῆς, παραδέχτηκε τὴν ἱστορικὴ ἀλήθεια καὶ εἶπε ὅτι οἱ Σκοπιανοὶ εἶναι Σλαβικῆς καταγωγῆς. Τὴν πληροφορία αὐτὴ ἀνέφερε καὶ ὁ δημοσιογράφος Γ. Φωτιάδης στὸν «ΑΔΕΣΜΕΥΤΟ ΤΥΠΟ» τὴν 20η Ἀπριλίου 2011. Ὁ ΟΗΕ πρέπει νὰ ἀνακοινώσει ὅλη τὴν ἱστορικὴ ἀλήθεια, γιὰ νὰ παύσει τὸ θέμα τῆς Μακεδονίας νὰ ταλαιπωρεῖ τὸν ΟΗΕ. Ἡ ΠΓΔΜ μπορεῖ νὰ ὀνομάσει τὸ κράτος της ὅπως ἐπιθυμεῖ, ὑπὸ τὸν ὅρο νὰ μὴ ἐμπεριέχει τὴ λέξη «Μακεδονία». Προτείνω τὸ «Δημοκρατία τῆς ΠΑΙΟΝΙΑΣ», διότι ὅταν ἦρθαν οἱ Σλάβοι στὴ Μακεδονία, μέρος τους ἐγκαταστάθηκε στὴν Ἀρχαία Παιονία.
Ὁ Ἄγγλος ἱστορικὸς NGL HAMMOND, ὁ ὁποῖος ἔγραψε βιβλία γιὰ τὴ Μακεδονία, στὸ βιβλίο του «Μέγας Ἀλέξανδρος
(ἕνας ἰδιοφυὴς)» παρατηρεῖ στὴ σελ. 268, Κεφ 5: «Ἡ ἐκστρατεία τῆς Ἰλλυρίας καὶ οἱ Μακεδονικὲς δυνάμεις»: «Τέλος τοῦ θέρους (335 π.Χ.) ὁ Ἀλέξανδρος ὁδήγησε τὸ στρατό του στὴ χώρα τῶν Ἀγριανῶν (γύρω ἀπὸ τὴ σημερινὴ Σόφια) καὶ στὴν περιοχὴ, ποὺ κατοικεῖτο ἀπὸ Παίονες (γύρω ἀπὸ τὰ σημερινὰ Σκόπια)». Ὁ N.G.L. Hammond, στὸ βιβλίο του «Ἱστορία τῆς Μακεδονίας» (Τόμος 2, σελ.126), ἀναφέρει: «Οἱ Παίονες δὲν ἦσαν Ἕλληνες». Ἡ ἱστορικὴ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ Λένιν τὸ 1923 στὸ 5ο Συνέδριο τῆς Κομμουνιστικῆς Διεθνοῦς, διακήρυξε γιὰ πρώτη φορὰ τὸ σύνθημα «Ἀνεξάρτητη Μακεδονία–Θράκη». Τὴν πολιτικὴ αὐτὴ ἀκολούθησε καὶ τὸ ΚΚΕ καὶ στὸ 3ο Ἔκτακτο Συνέδριο
τῆς Κ.Ε. (Ἐφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 14.2.1924) ὁμόφωνα διακήρυξε «περὶ Ἀνεξαρτήτου Μακεδονίας – Θράκης».
Στὴν 6η Ὁλομέλεια τοῦ 1934, ὁ Ζεῦγος τόνισε «Τὸ ΚΚΕ ὑποστηρίζει τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιαθέσεως τοῦ πληθυσμοῦ
τῆς Μακεδονίας καὶ Θράκης καὶ τὸν ἀποχωρισμό τους σὲ ξεχωριστὸ κράτος». Ὁ Τίτο, τὸν Αὔγουστο 1944, μὲ σύμφωνη γνώμη τοῦ Στάλιν, μετονόμασε τὴν Νότιο Γιουγκοσλαβία (Βαρντάρσκα) σὲ  Σοσιαλιστικὴ Δημοκρατία τῆς Μακεδονίας καὶ τοὺς κατοίκους της Μακεδόνες. Ὁ Στεττίνιους, Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν τῶν ΗΠΑ τὸ 1944, μὲ τὴν Ἐγκύκλιό του ὑπʼ ἀριθ. 868014 /24.12.1944 πρὸς τοὺς Πρεσβευτὲς καὶ Προξένους τῶν ΗΠΑ ἀνέφερε: «Τὸ Ἀμερικάνικο Ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν ἔχει ἐπισημάνει αὔξουσα προπαγάνδα καὶ ἡμιεπίσημες δηλώσεις, περὶ αὐτονομίας τῆς Μακεδονίας. Ἡ Ἀμερικανικὴ Κυβέρνηση θεωρεῖ κάθε  συζήτηση περὶ Μακεδονικοῦ «Ἔθνους», περὶ «Μακεδονικῆς πατρίδας», περὶ Μακεδονικῆς «συνειδήσεως» ἀδικαιολόγητη
δημαγωγία, χωρὶς ἐθνικὴ ἢ πολιτικὴ ὑπόσταση καὶ ὁμοιάζει μὲ ἐπιθετικὴ προδιάθεση ἐναντίον τῆς Ἑλλάδας.
Ἡ συγκεκριμένη πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεώς μας εἶναι νὰ ἀντιτάσσεται σὲ κάθε ἀναβίωση τοῦ Μακεδονικοῦ, ποὺ ἐμπλέκει τὴν Ἑλλάδα. Ἡ Ἑλληνικὴ περιοχὴ τῆς Μακεδονίας κατοικεῖται κατὰ μέγα μέρος ἀπὸ Ἕλληνες. Οἱ Ἕλληνες αὐτοί, δὲν ἔχουν καμία πρόθεση αὐτονομήσεως καὶ ἀντιτάσσονται στὴν δημιουργία Μακεδονικοῦ κρα τιδίου. Ἡ Κυβέρνησή μας θὰ θεωρήσει ὑπεύθυνη κάθε Κυβέρνηση ἢ ὁμάδες κρατῶν, ποὺ ἀνέχονται ἢ ἐνθαρρύνουν ἀπειλὲς ἢ ἐπιθετικὲς ἐνέργειες «Μακεδονικῶν δυνάμεων» ἐναντίον τῆς Ἑλλάδας». Ὁ Κῖρο Γκλιγκόρωφ, μετὰ τὴ διάλυση τῆς Γιουγκοσλαβίας στὴ συνέλευση τοῦ ΟΗΕ, πέτυχε τὴν ἀναγνώριση ὡς ἀνεξάρτητου Κράτους, τῆς «Σοσιαλιστικῆς Δημοκρατίας Μακεδονίας». Τὴν ἱστορικὴ ἀλήθεια, ὅτι οἱ Σκοπιανοὶ δὲν ἔχουν καμία σχέση μὲ τοὺς Μακεδόνες, ἐπιβεβαίωσαν οἱ 15 ἡγέτες τῆς ΕΟΚ τὸν Ἰούνιο 1992 στὴ Διάσκεψη Κορυφῆς στὴ Λισσαβόνα, ὅπου
ὁμόφωνα ἀποφάσισαν νὰ ἀναγνωρίσουν τὴν ΠΓΔΜ, ἐφόσον ἡ ὀνομασία δὲν θὰ περιέχει τὴ λέξη «Μακεδονία».
Τὸ θέμα εἶχε τεθεῖ ἀπὸ τὸν τότε Μακεδόνα Πρόεδρο τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας Κωνσταντῖνο Καραμανλῆ, ὁ ὁποῖος στὴν ἀπὸ 3.1.1992 ἐπιστολή του, ὅπου τόνιζε ὅτι εἶναι Μακεδόνας, ἔγραψε ὅτι: «Ἡ ἀναγνώριση τῆς αὐτοαποκαλουμένης “Δημοκρατίας τῆς Μακεδονίας” ἔχει θεμελιώδη σημασία γιὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ γνωρίζω καλύτερα ἀπὸ κάθε ἄλλον, ἀφοῦ εἶμαι ὁ ἴδιος Μακεδών. Ἡ Δημοκρατία αὐτὴ οὔτε ἐθνολογικά, οὔτε ἱστορικὰ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὀνομάζεται Μακεδονία», καὶ προσέθεσε:«Ἡ ἐθνολογικὴ σύνθεση τοῦ πληθυσμοῦ τῆς χώρας αὐτῆς ἀποτελεῖται ἀπὸ Ἀλβανούς, Τούρκους, Τσιγγάνους καὶ Σλάβους, ποὺ καμία σχέση δὲν ἔχουν μὲ Μακεδόνες», καὶ ὅτι: «Εἶναι ἀδιανόητο μὲ τὴν λήξη τοῦ Ψυχροῦ Πολέμου νὰ δίδεται ἱστορικὴ νομιμοποίηση σὲ Τίτο καὶ Μόσχα, ποὺ ὀνόμασαν τὴν Νότιο Γιουγκοσλαβία σὲ Μακεδονία, γιὰ ἔξοδο στὸ
Αἰγαῖο, ἀποσπώντας τὴν Μακεδονία ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα». Ὁ Πάπας Ἰωάννης Παῦλος, μὲ Ἐγκύκλιό του τὸ 1981, ἀνακήρυξε «Τοὺς γεννηθέντες στὴ Θεσσαλονίκη Ἕλληνας ἀδελφοὺς Μοναχοὺς (Μεθόδιο καὶ Κύριλλο) οὐράνιους προστάτες τῆς Εὐρώπης».

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΔΟΓΜΑΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΔΙΑΛΟΓΟΥΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΤΕΡΟΔΟΞΟΥΣ

  ΑΝΕΥ ΤΟΥ ΔΟΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ,
ΑΔΙΑΝΟΗΤΟΣ Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΠΑΠΙΚΩΝ

πεγράμμισεν καθηγητς Θεολογίας το Α.Π.Θ. κ. Τσελεγγίδης


Παπισμς κα Προτεσταντισμς εναι αρέσεις κα δν ποτελον «κκλησίαν». Μ τν προσθήκην το Φιλιόκβε ες τ Σύμβολον τς Πίστεως ο αρετικο τς Δύσεως «ξέπεσαν» κα φωρίσθησαν κ τς κκλησίας. Τ δόγματα τς Πίστεως εναι καθοριστικ δι τν γιοπνευματικν ζων τν πιστν. Α δογματικα διαφορα μ τος τεροδόξους δν χουν θεωρητικν σημασίαν οτε περιθωριακς κκλησιαστικς συνεπείας λλ καίριον κα θεμελιώδη σωτηριολογικν χαρακτρα. ρνούμενοι ο Παπικο δογματικς τν κτιστον χαρακτρα τς μεταδιδομένης χάριτος τς ερωσύνης δειάζουν κυριολεκτικς τν θεότητα το Χριστο π τν κκλησίαν κα ρνονται ες τν πρξιν τν ποστολικν διαδοχν.

Τὴν Κυριακήν, 14ην Μαρτίου, ὁ καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ.Δημήτριος Τσελεγγίδης ὡμίλησεν εἰς ἐκδήλωσιν τοῦ «Θεολογικοῦ Συνδέσμου Λάρισας», ἀναπτύξας τὸ θέμα: «Ἡ σημασία τοῦ Δόγματος στοὺς διαλόγους μὲ τοὺς ἑτεροδόξους γιὰ τὴν ἐν Χριστῷ ἑνότητα».
Ὁ καθηγητὴς ἔχων ἀντιπαπικὸν καὶ ἀντιοικουμενιστικὸν φρόνημα ἀπέδειξεν ὅτι ὁ Παπισμὸς καὶ ὁ Προτεσταντισμὸς εἶναι αἱρέσεις καὶ δὲν δύνανται νὰ θεωρηθοῦν Ἐκκλησίαι. Ἀκολούθως ἀνέλυσε, διατί τὰ δόγματα τῆς Πίστεώς μας εἶναι ἀπολύτως καθοριστικὰ διὰ τὴν ἁγιοπνευματικὴν ζωὴν τῶν πιστῶν. Συνδέονται δὲ μὲ τὴν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ ἡ μὴ ἀποδοχὴ τῶν δογμάτων σημαίνει ἔκπτωσιν ἐκ τῆς Ἐκκλησίας, κάτι τὸ ὁποῖον συνεπάγεται τὴν ἔκπτωσιν καὶ ἀπὸ τὴν ἐν Χριστῷ ζωήν. «Ἔτσι, αἱ δογματικαὶ διαφοραὶ μὲ τοὺς ἑτεροδόξους δὲν ἔχουν θεωρητικὴ ἁπλῶς σημασία, οὔτε περιθωριακὰς καὶ ἐκκλησιαστικὰς συνεπείας, ἀλλὰ καίριον καὶ θεμελιώδη σωτηριολογικὸν χαρακτῆρα», ἐπεσήμανεν ὁ κ.Τσελεγγίδης.


Ἀκολούθως ὑπεγράμμισεν ὅτι αἱ διαφοραὶ μεταξὺ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τῶν ἑτεροδόξων εἶναι ὁ κύριος λόγος διὰ τὴν ἀποκοπὴν τῶν ἑτεροδόξων ἐκ τῆς μυστηριακῆς κοινωνίας μαζί της. Κατὰ τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἡ δογματικὴ ἀκρίβεια ἀποτελεῖ δείκτην καὶ μαρτυρίαν εὐσεβοῦς φρονήματος. Τὸ Ὀρθοδόξως «θεολογεῖν» συνδέεται λειτουργικῶς μὲ τὴν ἀγάπην, ἡ ὁποία, κατὰ τὸν Ἅγιον Φιλόθεον Κόκκινον -Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως- ἀποτελεῖ καὶ τὸ κριτήριον αὐθεντικότητος τῆς Θεολογίας. Κατὰ συνέπειαν, «ὅταν κάποιος σφάλλει στὴ Θεολογία, δηλαδὴ στὸ δόγμα, ὅταν μὲ ἄλλα λόγια εἶναι ἑτερόδοξος, δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει καὶ νὰ βιώνει τὴν τέλεια ἀγάπη, ποὺ νοεῖται ὡς ἄκτιση ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ», ἐτόνισεν ὁ κ. Τσελεγγίδης καὶ προσέθεσε: «Μάλιστα, κατὰ τὸν Ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας, ἀπόδειξις τῆς ἀγάπης καὶ τελειώτατος τῆς πίστεως ὅρος, τῶν εὐαγγελικῶν δογμάτων ἡ τήρησις καὶ τῶν θείων ἐντολῶν ἡ φυλακή».
Ἀκολούθως ἀνέλυσε πῶς τὸ Ρωμαϊκὸν πνεῦμα ἀπετέλεσε τὸ ἰδεολογικὸν περιβάλλον τοῦ Ρωμαιοκαθολισμοῦ καὶ ἐκυοφόρησε τὸν Παπικὸν θεσμὸν μὲ τὰς συγκεντρωτικὰς καὶ μοναρχικὰς τάσεις. Καὶ ὡς ἐτόνισε:
«Καρπὸς τῶν τάσεων αὐτῶν εἶναι καὶ τὸ διεκδικούμενο ἀπὸ τοὺς πάπες παρανοημένο πρωτεῖο, ποὺ διασάλευσε πρακτικῶς τὴν ἑνότητα τὴ Ἐκκλησίας, ἀφοῦ οἱ πάπες δὲν παραιτήθηκαν ποτὲ ἀπὸ τὴ φιλαρχία καὶ τὴ φιλοπρωτία τους, θέλοντας πάντοτε νὰ ἐπιβάλλουν τὴ διοικητικὴ ἐξουσία τους σ᾽ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία.
Ἔχοντας τὶς παραπάνω θεολογικὲς προϋποθέσεις, οἱ Δυτικοὶ θεολογοῦν στοχαστικῶς, μὲ αὐτονομημένη δηλαδὴ ἀπὸ τὸ Θεὸ τὴ διανοητικὴ διαδικασία. Γι᾽ αὐτὸ καὶ θεολογοῦν πρωτογενῶς μέσα σὲ πλαίσιο πλάνης, ὅπου ζοῦν καὶ δομοῦν τὶς θρησκευτικὲς κοινότητές τους. Ἀντίθετα, οἱ Ἀνατολικοὶ θεολογοῦν ἀπλανῶς, ἐπειδὴ ὁμιλοῦν ταπεινῶς, «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσι», ἐκφραζόμενοι μὲ βάση τὴ χαρισματικὴ ἐμπειρία τῆς θεώσεως «τῶν διαβεβηκότων ἐν θεωρίᾳ»(27), καὶ κάνοντας χρήση τῆς λογικῆς, ποὺ ἔχει καθαρθεῖ ἀπὸ τὰ πάθη, ποὺ ἔχει ἐκλαμπρυνθεῖ καὶ ἐμπλουτιστεῖ μὲ τὴν ἄκτιστη θεοποιὸ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Κατὰ συνέπεια, ὅταν ὀνομάζουμε τοὺς ἑτεροδόξους Ἐκκλησία ἢ ἀδελφὴ Ἐκκλησία, συγχέουμε τὸν κτιστὸ μὲ τὸν ἄκτιστο χαρακτήρα τῆς Χάριτος, συγχέουμε τὸ κτιστὸ ἀνθρώπινο κατασκεύασμα τῶν Δυτικῶν μὲ τὸ μοναδικὸ Θεανθρώπινο σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία.
Οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ χαρακτηρίστηκαν ἀπὸ τὸν κατεξοχὴν θεολόγο τοῦ ἀκτίστου Φωτός, Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, ὡς Ἀρειανοὶ καὶ ὡς Πνευματομάχοι(28), ἐπειδὴ ἀρνοῦνται τὸν ἄκτιστο χαρακτήρα τῆς θείας Χάριτος. Ἡ ἄκτιστη θεία Χάρη, ὡς θεοποιὸς ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι ἐκείνη ποὺ νοηματοδοτεῖ σωτηριολογικῶς τὴν Ἐκκλησία ὡς Θεανθρώπινο σῶμα. Εἶναι ἐκείνη, ποὺ προσδίδει τὸ σωτηριολογικὸ χαρακτήρα σ' ὅλα τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καὶ κάνει κατανοητὸ τὸν ἐκκλησιολογικὸ χαρακτήρα τῆς ἱερωσύνης. Ἀρνούμενοι οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ δογματικῶς τὸν ἄκτιστο χαρακτήρα τῆς μεταδιδόμενης Χάριτος τῆς ἱερωσύνης, ἀδειάζουν κυριολεκτικὰ τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἀρνοῦνται οὐσιαστικὰ στὴν πράξη τὴν ἀποστολικὴ διαδοχή, διατηρώντας ἁπλῶς τὴν τυπικὴ ἐξωτερικὴ συνέχεια μὲ τοὺς Ἀποστόλους. Ἔτσι, ὅταν ἀναγνωρίζουν οἱ Ὀρθόδοξοι τὴν κτιστὴ ἱερωσύνη καὶ τὰ μυστήρια τῶν Δυτικῶν, συγχέουν στὴν πράξη τὸ κτιστὸ καὶ τὸ ἄκτιστο». Τεκμηρίωσε δὲ διατί μὲ τὴν προσθήκην τοῦ Φιλιόκβε οἱ Παπικοὶ καὶ οἱ Προτεστάνται «ξέπεσαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ἀφορίστηκαν ἀπὸ αὐτήν».
Ἀναφερόμενος δὲ εἰς τοὺς Θεολογικοὺς Διαλόγους διὰ τὴν ἑνότητα τῶν «Ἐκκλησιῶν», ἐτόνισεν ὅτι τοῦτο δύναται νὰ συντελεσθῆ μὲ τὸν ἀπαραίτητον ὅρον ὅτι ὅλοι οἱ ἐμπλεκόμενοι πρέπει νὰ ἔχουν ἓν φρόνημα ὡς πρὸς τὴν πίστιν καὶ ἀπόλυτον ταυτότητα. Κατὰ συνέπειαν, ὑπεγράμμισεν, ἡ σημασία τοῦ δόγματος τῆς Ἐκκλησίας διὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου εἶναι προφανής. «Δὲ μπορεῖ νὰ γίνεται ὁποιοσδήποτε Θεολογικὸς Διάλογος, χωρὶς ἀναφορὰ στὸ δόγμα. Ἀποτελεῖ σαφὴ Πατερικὴ θέση, ὅτι δὲν μπρεῖ νὰ προηγεῖται ἡ ἐξέταση κάποιου ἄλλου πράγματος πρὶν ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἐξέταση, ποὺ ἀφορᾶ ἄμεσα τὴν Πίστη. Πρέπει νὰ προηγηθεῖ ἡ ἄρση κάθε διαφωνίας ὡς πρὸς τὴν πίστη, καὶ τότε μόνο νὰ ἀκολουθήση ἡ ὁποιαδήποτε ἔρευνα γιὰ τὰ ἄλλα πράγματα», ἐτόνισεν ὁ κ. Τσελεγγίδης. Καὶ ἐπεσήμανεν. «Ἡ ἀλήθεια δὲν διερευνᾶται μὲ τὴ συμβολὴ τῶν ἑτεροδόξων στὸν Θεολογικὸν Διάλογον "ἐπὶ ἴσοις ὅροις" ἀλλὰ διασφαλίζεται στὴν Ἐκκλησία μὲ τὴ συνέχεια τῆς βιούμενης ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ μέσῳ τῶν φωτοφανειῶν καὶ τῶν Θεοφανειῶν ἀπὸ τοὺς Θεουμένους».
Ἀκολούθως ἐτόνισεν ὅτι ὁ διάλογος μετὰ τῶν ἑτεροδόξων θὰ προσδιορίζεται ἀποφασιστικῶς ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ προσλαμβάνη τὸν χαρακτῆρα τῆς νουθεσίας. Καταλήγων τὴν ὁμιλίαν του, ἀφοῦ ἐτόνισεν ὅτι ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι ἡ «ἐπικινδυνότερη αἵρεση ὅλων τῶν ἐποχῶν», ὑπεγράμμισεν ὅτι τὸ «πνεῦμα τῆς παγκοσμιοποιήσεως συμπορεύεται μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ, ποὺ ὑπηρετεῖται ἄριστα ἀπὸ τὸν βδελυκτὸ οἰκουμενισμό».
Παραθέτομεν τὸ πλῆρες κείμενον τῆς λίαν ἐνδιαφερούσης ὁμιλίας τοῦ κ.Τσελεγγίδη. Αὐτὴ ἔχει ὡς ἀκολούθως:
 
«Πρὶν προχωρήσουμε στὴν πραγμάτευση τοῦ θέματός μας κρίνουμε σκόπιμο νὰ δώσουμε κάποιες ἐννοιολογικὲς διευκρινίσεις.
Λέγοντας δόγματα τῆς πίστεως ἐννοοῦμε ἐκεῖνες τὶς ἀποκεκαλυμμένες ἀλήθειες τῆς πίστεώς μας, ποὺ ἀμφισβητήθηκαν καίρια στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς. Γι᾽ αὐτὸ καὶ διατυπώθηκαν μὲ κάθε σαφήνεια κατεξοχὴν ἀπὸ Οἰκουμενικὲς Συνόδους ἢ ἀπὸ Συνόδους, οἱ ὁποῖες ἔγιναν ἀποδεκτὲς καὶ βιοῦνται στὸ ἑξῆς ἀναμφισβητήτως ἀπὸ τὴ δογματικὴ συνείδηση (1) τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Τέτοιες Σύνοδοι εἶναι λ.χ. ἡ λεγόμενη Η΄ Οἰκουμενική, ἐπὶ Μ. Φωτίου τὸν Θ΄ αἰώνα, ποὺ καταδίκασε τὸ Filioque, ἀλλὰ καὶ οἱ Σύνοδοι ποὺ δικαίωσαν τὴ δογματικὴ διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ γιὰ τὸ χαρακτήρα τοῦ θείου Φωτὸς καὶ τῆς θεοποιοῦ Χάριτος.
Τὰ δόγματα τῆς πίστεως θεμελιώνονται στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ στὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ στὴν ἐν Χριστῷ ἀποκάλυψη, καὶ χαρακτηρίζονται τόσο γιὰ τὴν αἰωνίως ἀδιαμφισβήτητη ὀρθότητά τους ὅσο καὶ γιὰ τὴ διαχρονικὴ ἐπικαιρότητά τους. Ἐξαιτίας τοῦ ἀλάθητου χαρακτήρα τους, τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἐμπνεόμενα ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας, δὲ μποροῦν νὰ τροποποιηθοῦν ἀπὸ κανένα θεσμικὸ φορέα, οὔτε πολὺ περισσότερο ἀπὸ κάποιο μεμονωμένο πρόσωπο, ὅσο σημαντικὸ καὶ ἂν εἶναι αὐτό. Ἂν κάποιος «δόγμα χει διεστραμμένον, κν γγελος , μ πείθου» (2), συνιστᾶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Οὔτε σὲ ἄγγελο τοῦ Θεοῦ δηλαδὴ θὰ πρέπει νὰ ὑπακούει κανείς, ὅταν αὐτὸς διδάσκει διεστραμμένη πίστη.
Ἀντίθετα, ὁ πιστὸς ὀφείλει νὰ προσέχει στοὺς λόγους ἐκείνου, ποὺ ὀρθοτομεῖ τὴν ἀλήθεια, ἀκόμη καὶ ὅταν συμβαίνει αὐτὸς νὰ ἔχει ἀνακόλουθη ὡς πρὸς τοὺς λόγους του ζωή. «Ε δ ρθ διδάσκει», σημειώνει ὁ ἴδιος Ἅγιος, «μ τ βί πρόσεχε, λλ τος ρήμασι» (3).
Τὰ δόγματα τῆς πίστεως εἶναι ἀπολύτως καθοριστικὰ γιὰ τὴν ἁγιοπνευματικὴ ζωὴ τῶν πιστῶν. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁμολογούμενα ἁγιάζουν τὸν ἄνθρωπο. «Τ ρθ δόγματα περ Θεο λεγόμενα γιάζει τν ψυχν» (4), ἔχουν δηλαδὴ καὶ ἁγιαστικὸ χαρακτήρα κατὰ τὸν Χρυσορρήμονα Πατέρα, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν Ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή, ὁ ὁποῖος σημειώνει: «Πς νθρωπος γιάζεται δι τς κριβος μολογίας τς πίστεως» (5). Ἡ ἁγιοπνευματικὴ ζωὴ τῶν πιστῶν, ὡς ἐν Χριστῷ ζωὴ στὸ πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας, δὲν ἐξαντλεῖται βέβαια στὴ διατύπωση τῶν δογμάτων. Ἁπλῶς, ἡ ἀλήθεια τῶν δογμάτων ὁριοθετεῖ μὲ κάθε δυνατὴ ἀκρίβεια τὸ πνευματικὸ περιεχόμενο τῆς ζωῆς τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τὰ δόγματα πρακτικῶς διασφαλίζουν ἀπὸ κάθε παραχάραξη τὴν ἐκκλησιαστικὴ πνευματικὴ ἐμπειρία. Τὰ δόγματα δηλαδὴ εἶναι κανόνες τῆς πίστεως, ποὺ συμπυκνώνουν ταυτόχρονα καὶ τὸ περιεχόμενο ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ δογματικὴ ἀλήθεια νοεῖται καὶ ὡς πλήρωμα ζωῆς. Γι᾽ αὐτὸ καὶ δὲν μπορεῖ σὲ καμία περίπτωση νὰ ὑποβιβάζεται ἢ νὰ παραθεωρεῖται τὸ δόγμα. Ἔτσι, κατανοεῖται γιατί ὁ Α΄ Κανόνας τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὁρίζει, ὅτι ἐκπίπτει καὶ ἀναθεματίζεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν ἀποδέχεται τὰ δόγματά της(6). Ἀπὸ τὰ παραπάνω εἶναι προφανὲς ὅτι τὰ δόγματα τῆς πίστεως συνδέονται ἄρρηκτα μὲ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ ἡ μὴ ἀποδοχὴ τῶν δογμάτων σημαίνει ἔκπτωση ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, πράγμα ποὺ συνεπάγει τὴν ἔκπτωση καὶ ἀπὸ τὴν ἐν Χριστῷ σωτηρία. Ἔτσι, οἱ δογματικὲς διαφορὲς μὲ τοὺς ἑτεροδόξους δὲν ἔχουν θεωρητικὴ ἁπλῶς σημασία οὔτε περιθωριακὲς ἐκκλησιαστικὲς συνέπειες, ἀλλὰ καίριο καὶ θεμελιώδη σωτηριολογικὸ χαρακτήρα.
Θεμελιώδης ὅμως προϋπόθεση γιὰ νὰ ἀνέλθει κάποιος στὸ ὕψος τῶν δογμάτων τῆς πίστεως εἶναι ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος(7). Ὁ ἀκάθαρτος βίος συσκοτίζει τὴ διορατικότητα τῆς διανοίας καὶ ἐμποδίζει ἔτσι τὴν προσέγγιση στὸ ὑψηλὸ περιεχόμενο τῶν δογμάτων(8). Τὰ ὀρθὰ δόγματα τῆς πίστεως ἀποτελοῦν τὸ ἀσφαλὲς θεμέλιο τῆς εὐσέβειας(9). Καὶ τοῦτο εἶναι φυσικό, ἀφοῦ στὴν Ἐκκλησία ἡ εὐσέβεια κατανοεῖται πρωτογενῶς ὡς βιωματικὴ ἔκφραση τοῦ περιεχομένου τῆς πίστεως. Πίστη καὶ ζωὴ στὴν Ἐκκλησία ἀποτελοῦν ἀδιάσπαστη ἑνότητα. Ἡ καθαρότητα τῆς πίστεως καὶ ἡ ὀρθότητα τοῦ βίου συνιστοῦν ἀπὸ κοινοῦ τὴν εὐσέβεια τῶν πιστῶν(10).
Ἡ σωστὴ θεωρητικὰ πίστη ἀλλὰ πρακτικῶς αὐτονομημένη ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, δὲν ἔχει σωτηριολογικὸ χαρακτήρα. Τὸν δραστικὰ σωτηριολογικὸ χαρακτήρα της ἀποκτᾶ ἡ πίστη, ὅταν συνδεθεῖ ἄρρηκτα καὶ λειτουργικὰ μὲ τὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Χωρὶς τὴν ἀνά­λογη πρὸς τὴν πίστη ζωὴ καθίσταται ἀναποτελεσματικὴ σωτηριολογικῶς ἡ μετοχή μας καὶ σ' αὐτὰ τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας(11). Κανένα δηλαδὴ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς σώσει ἀπὸ μόνο του.
Ἡ ὀρθὴ πίστη δὲν ὠφελεῖ σὲ τίποτε, ὅταν ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι διεφθαρμένη. «οὐδὲν γὰρ ὄφελος ἡμῖν εἰς σωτηρίαν, δογμάτων ὑγιῶν, διεφθαρμένης ἡμῖν τῆς ζωῆς»(12). Αὐτὸ ἄλλωστε τὸ πιστοποιεῖ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στὴν Ἐπὶ τοῦ Ὄρους Ὁμιλία του. Σ᾽ αὐτήν, ὁ Χριστὸς δὲν ἀναγνωρίζει ὡς δικούς του ἐκείνους, ποὺ μὲ μόνη τὴν πίστη τους ἔκαναν θαύματα, ἐνῶ δὲν τηροῦσαν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή τους: «οδέποτε γνων μς», τοὺς λέει, «ποχωρεται π μο ο ργαζόμενοι τν νομίαν»(13). Ἀλλὰ καὶ ἀντίστροφα, ὅταν ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι σωστή, αὐτὸς δὲν ἔχει κανένα ὄφελος γιὰ τὴ σωτηρία του ἀπὸ τὴν ἄριστη ζωή του(14).
Στὸ πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας, τὰ δόγματα τῆς πίστεως συνδέονται ὀργανικὰ μὲ τὴ ζωὴ τῶν πιστῶν καὶ ἀλληλοπεριχωροῦνται. Ἡ ἀκρίβεια τῆς ζωῆς «συνυφαίνεται τ τν δογμάτων ρθότητι»(15), κατὰ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸ Χρυσόστομο. Τὰ δόγματα διασφαλίζουν τὴν ὀρθότητα τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας δίνει περιεχόμενο στὴν ἀλήθεια τῶν δογμάτων της. Ἐκεῖνος ποὺ ἀκολουθεῖ μὲ συνέπεια τὰ δόγματα ὀφείλει νὰ τὰ πιστοποιεῖ μὲ τὴν καθαρότητα τοῦ βίου του (16). Ἡ ἀκρίβεια στὸν τρόπο τῆς ζωῆς τοῦ πιστοῦ ἀποτελεῖ μαρτυρία τῶν ὑγιῶν δογμάτων του(17).
Τί γίνεται ὅμως, ὅταν κάποιος ἀπὸ πλευρᾶς τῆς πίστεως βρίσκεται στὴν πλάνη, ἀλλὰ συμβαίνει νὰ προσέχει τὴ ζωή του καὶ νὰ ζεῖ ὀρθά; Στὴν περίπτωση αὐτή, μᾶς διαβεβαιώνει ὁ ἱ. Χρυσόστομος, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς νὰ παραμείνει στὴν πλάνη(18). Κατ᾽ ἀντιστοιχία, παρατηρεῖ ὅτι δὲν εἶναι εὔκολο ἕνας ποὺ ζεῖ μὲ τὴν πονηριὰ νὰ ἀρθεῖ στὸ ὕψος τῶν δογμάτων τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκεῖνος, ποὺ σκοπεύει νὰ ἀναζητήσει τὴν ἀλήθεια, θὰ πρέπει προηγουμένως νὰ καθαρισθεῖ ἀπ᾽ ὅλα τα πάθη του(19). Ἀλλά, καὶ ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὰ πάθη, καὶ ἀπὸ τὴν πλάνη θὰ ἀπαλλαγεῖ καὶ τὴν ἀλήθεια τελικῶς θὰ βρεῖ. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ἐδῶ εἶναι ὁ Ἀπ. Παῦλος, ὁ ὁποῖος ἦταν φοβερὸς πολέμιος καὶ διώκτης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως εἶχε ἀψεγάδιαστη ζωή, ὄχι μόνο δεκτὸς ἔγινε στὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ ὅλους τοὺς ξεπέρασε (20). Κατὰ συνέπεια, ὁ Θεὸς ἕλκει καὶ φέρνει πρὸς τὴν ἀλήθεια ὅσους βρίσκονται στὴν πλάνη, ἀλλὰ εἶναι καθαροὶ ἀπὸ τὰ πάθη (21).
Πῶς ἐξηγεῖται ὅμως τὸ γεγονός, ὅτι κάποιος παραμένει στὴν πλάνη, ἐνῶ φαίνεται πὼς εἶναι καλός, ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος; Στὴν περίπτωση αὐτή, κατὰ τὸ σοφὸ Ποιμενάρχη, ὁ ἐν λόγῳ ἄνθρωπος ἔ­χει ἄλλο πάθος. Ἔχει κενοδοξία ἢ ραθυμία ψυχῆς ἢ ἀδιαφορία γιὰ τὴ σωτηρία του (22). Μὲ τὴν ἀπάντησή του αὐτὴ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἀποδεικνύεται ἄριστος ἀνατόμος τῆς ἁγιοπνευματικῆς ζωῆς.
Οἱ δογματικὲς διαφορὲς ἀνάμεσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ τοὺς ἑτεροδόξους εἶναι ὁ κύριος λόγος γιὰ τὴν ἀποκοπὴ τῶν ἑτεροδόξων ἀπὸ τὴ μυστηριακὴ κοινωνία μαζί της. Ἡ δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἡ δογματικὴ διδασκαλία τῆς μίας καὶ πάντοτε ἀδιαίρετης Ἐκκλησίας, τὴν ὁποία συνεχίζει χωρὶς διακοπή. Ἡ δογματικὴ αὐτὴ διδασκαλία διαφυλάσσεται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀνόθευτη, ὅπως ἀκριβῶς ἐνυπάρχει στὶς Βιβλικὲς ἀποδείξεις (στὴ διατύπωση τῆς ἀποκαλύψεως) στὴν Ἁγ. Γραφὴ καὶ ὅπως ἑρμηνεύτηκε καὶ ἀναπτύχθηκε ἀπὸ τοὺς θεοφόρους Πατέρες στὶς Οἰκουμενικές της Συνόδους.
Κατὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ δογματικὴ ἀκρίβεια ἀποτελεῖ δείκτη καὶ μαρτυρία εὐσεβοῦς φρονήματος. Τὸ ὀρθοδόξως «θεολογεῖν» συνδέεται λειτουργικὰ μὲ τὴν ἀγάπη, ἡ ὁποία, κατὰ τὸν Ἅγιο Φιλόθεο Κόκκινο -Πατριάρχη Κων/πόλεως- ἀποτελεῖ καὶ τὸ κριτήριο αὐθεντικότητας τῆς θεολογίας. «Τος τ τέλειον φθακσι τς τελείας γάπης», σημειώνει, «ταυτησ μέτρον κα τ θεολογεν ς τ μάλιστα γε προσήκειν»(23).
Κατὰ συνέπεια, ὅταν κάποιος σφάλλει στὴ Θεολογία, δηλαδὴ στὸ δόγμα, ὅταν μὲ ἄλλα λόγια εἶναι ἑτερόδοξος, δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει καὶ νὰ βιώνει τὴν τέλεια ἀγάπη, ποὺ νοεῖται ὡς ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Μάλιστα, κατὰ τὸν Ἅγ. Κύριλλο Ἀλεξανδρείας, «πόδειξις τς γάπης κα τελειότατος τς πίστεως ρος, τν εαγγελικν δογμάτων τήρησις κα τν θείων ντολν φυλακ»(24).
Οἱ θεολογικὲς προϋποθέσεις τῶν Ὀρθοδόξων μποροῦν νὰ ἐντοπιστοῦν κυρίως στὴν ἁγιοπνευματικὴ - βιωματικὴ ἐμπειρία τοῦ ἀκτίστου. Οἱ Ὀρθόδοξοι θεολόγοι δηλαδὴ προϋποθέτουν τὴ θεωτικὴ ἐμπειρία ὡς θεμέλιο καὶ νοητὸ ἄξονα τῆς θεολογίας τους. Ἔχουν τὴν ἐμπειρία τῆς θεοπτίας μέσω τῶν φωτοφανειῶν καὶ Θεοφανειῶν. Βιώνουν τὴ χαρισματικὴ σχέση μὲ τὸ Θεὸ διὰ τῆς ἀκτίστου θείας Χάριτος, μέσω τῆς ἴδιας δηλαδὴ τῆς Θεότητας. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ποὺ μποροῦμε νὰ μιλᾶμε κυριολεκτικὰ γιὰ ἄμεση καὶ προσωπικὴ σχέση μὲ τὸν ἴδιο το Θεό.
Ἂν δὲ γνωρίζουμε τὶς ρίζες τῆς Δυτικῆς θεολογικῆς σκέψεως, μὲ ἄλλα λόγια τὸ θεολογικὸ ὑπόβαθρό της, δὲν μποροῦμε νὰ ἑρμηνεύσουμε σωστὰ καὶ σὲ βάθος τὶς δογματικὲς καὶ θεσμικὲς ἀποκλίσεις της ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία, καὶ κατ᾽ ἐπέκταση δὲν μποροῦμε νὰ εἴμαστε μακροπρόθεσμα καὶ γνήσια ἀποτελεσματικοὶ στὸ θεολογικὸ διάλογο μαζί τους μὲ σκοπὸ τὴν ἐν Χριστῷ ἑνότητα.
Οἱ ρίζες τῆς Δυτικῆς θεολογικῆς σκέψεως πρέπει νὰ ἀναζητηθοῦν πρωτίστως στὸν ὑπαρξιακὸ χῶρο τῆς οὐσιαστικὰ ἀλλοτριωμένης ἀπὸ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ ζωῆς τους. Ἡ ἀλλοτριωμένη ἀπὸ τὸ Θεὸ ζωὴ καὶ σκέψη τῶν Δυτικῶν ὀφείλεται στὴν παντελῆ ἐκ μέρους τους ἔλλειψη τῆς χαρισματικῆς ἐμπειρίας τῆς θεώσεως. Οἱ Δυτικοὶ στὸ σύνολό τους, ἐξαιτίας τῆς ὑπεροψίας τους ξέπεσαν πλέον ἀπὸ τὴ θεοπτία, τὴ χαρισματικὴ θέα δηλαδὴ τῆς θείας δόξας. Ὁ Ἅγιος Φιλόθεος ὁ Κόκκινος παρατηρεῖ ὅτι οἱ Δυτικοὶ «διέστησαν τς κκλησίας δι περοψίαν κα τύφον»(25). Ἔτσι, δὲν ἔχουν καὶ γι᾽ αὐτὸ δὲν καταθέτουν ποτὲ βιωματικὴ ἐμπειρία τῆς ἄκτιστης θεοποιοῦ Χάριτος καὶ ἐνεργείας. Δὲ μιλοῦν ποτὲ γιὰ τὸν ἄκτιστο χαρακτήρα τῆς θείας Χάριτος, ἐπιμένοντας μάλιστα δογματικὰ στὸν κτιστὸ χαρακτήρα της. Κατὰ συνέπεια, εἶναι προφανὲς ὅτι δὲ γνωρίζουν τὸ Θεὸ ἐμπειρικῶς. Καὶ ὅποιος δὲ γνωρίζει τὸ Θεὸ ἐμπειρικῶς διὰ τῆς θεοπτίας, ἐκφράζεται στοχαστικῶς γι'αὐτόν. « γρ Θεν μ γνούς», σημειώνει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, «στοχαστικς ποφθέγγεται»(26).
Μὴ ἔχοντας λοιπὸν οἱ Δυτικοὶ ἄμεση καὶ προσωπικὴ πρόσβαση στὸν ἴδιο τὸ Θεὸ μέσω τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας του, ἐπιχειροῦν νὰ τὸν προσεγγίσουν νοητικὰ καὶ στοχαστικά, μέσα ἀπὸ μιὰ αὐτόνομη λογικὴ κατανόηση τῶν Γραφῶν. Στὴ συνέχεια, ἡ θεολογία τους προσδιορίζεται δομικὰ ἀπὸ αὐτονομημένα ἀνθρωπολογικὰ καὶ πολιτισμικὰ δεδομένα, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ θεολογία τους νὰ ἔχει ἔντονα διανοητικό, στοχαστικὸ καὶ δικαιϊκὸ χαρακτήρα.
Οἱ Δυτικοὶ δηλαδή, μετὰ τὴν ἀλλοτρίωσή τους ἀπὸ τὴ χαρισματικὴ ἐμπειρία τῆς θεώσεως, υἱοθέτησαν τὴ ρωμαϊκὴ πολιτικὴ νοοτροπία, ποὺ θεσμοποίησε ἁπλῶς καὶ δευτερογενῶς τὴν ἀλλοτριωμένη ζωή τους. Ἀπὸ τότε τὸ δικανικὸ (νομικὸ) πνεῦμα ἔγινε τὸ βασικότερο χαρακτηριστικὸ τῆς Δυτικῆς θεολογικῆς σκέψεως, ποὺ ἐξακολουθεῖ μέχρι σήμερα νὰ διαρθρώνει καὶ νὰ διαπνέει τὴ Δυτικὴ Θεολογία. Τὸ ρωμαϊκὸ πνεῦμα ἀποτέλεσε τὸ ἰδεολογικὸ περιβάλλον τοῦ Ρωμαιοκαθολισμοῦ, ποὺ κυοφόρησε τὸν παπικὸ θεσμὸ μὲ τὶς συγκεντρωτικὲς καὶ μοναρχικὲς τάσεις του. Καρπὸς τῶν τάσεων αὐτῶν εἶναι καὶ τὸ διεκδικούμενο ἀπὸ τοὺς πάπες παρανοημένο πρωτεῖο, ποὺ διασάλευσε πρακτικῶς τὴν ἑνότητα τὴ Ἐκκλησίας, ἀφοῦ οἱ πάπες δὲν παραιτήθηκαν ποτὲ ἀπὸ τὴ φιλαρχία καὶ τὴ φιλοπρωτία τους, θέλοντας πάντοτε νὰ ἐπιβάλλουν τὴ διοικητικὴ ἐξουσία τους σ᾽ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία.
Ἔχοντας τὶς παραπάνω θεολογικὲς προϋποθέσεις, οἱ Δυτικοὶ θεολογοῦν στοχαστικῶς, μὲ αὐτονομημένη δηλαδὴ ἀπὸ τὸ Θεὸ τὴ διανοητικὴ διαδικασία. Γι᾽ αὐτὸ καὶ θεολογοῦν πρωτογενῶς μέσα σὲ πλαίσιο πλάνης, ὅπου ζοῦν καὶ δομοῦν τὶς θρησκευτικὲς κοινότητές τους. Ἀντίθετα, οἱ Ἀνατολικοὶ θεολογοῦν ἀπλανῶς, ἐπειδὴ ὁμιλοῦν ταπεινῶς, «πόμενοι τος γίοις Πατράσι», ἐκφραζόμενοι μὲ βάση τὴ χαρισματικὴ ἐμπειρία τῆς θεώσεως «τν διαβεβηκότων ν θεωρί»(27), καὶ κάνοντας χρήση τῆς λογικῆς, ποὺ ἔχει καθαρθεῖ ἀπὸ τὰ πάθη, ποὺ ἔχει ἐκλαμπρυνθεῖ καὶ ἐμπλουτιστεῖ μὲ τὴν ἄκτιστη θεοποιό Χάρη τοῦ Θεοῦ. Κατὰ συνέπεια, ὅταν ὀνομάζουμε τοὺς ἑτεροδόξους Ἐκκλησία ἢ ἀδελφὴ Ἐκκλησία, συγχέουμε τὸν κτιστὸ μὲ τὸν ἄκτιστο χαρακτήρα τῆς Χάριτος, συγχέουμε τὸ κτιστὸ ἀνθρώπινο κατασκεύασμα τῶν Δυτικῶν μὲ τὸ μοναδικὸ Θεανθρώπινο σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία.
Οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ χαρακτηρίστηκαν ἀπὸ τὸν κατεξοχὴν θεολόγο τοῦ ἀκτίστου Φωτός, Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, ὡς Ἀρειανοὶ καὶ ὡς Πνευματομάχοι (28), ἐπειδὴ ἀρνοῦνται τὸν ἄκτιστο χαρακτήρα τῆς θείας Χάριτος. Ἡ ἄκτιστη θεία Χάρη, ὡς θεοποιὸς ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι ἐκείνη ποὺ νοηματοδοτεῖ σωτηριολογικῶς τὴν Ἐκκλησία ὡς Θεανθρώπινο σῶμα. Εἶναι ἐκείνη, ποὺ προσδίδει τὸ σωτηριολογικὸ χαρακτήρα σ' ὅλα τα μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καὶ κάνει κατανοητὸ τὸν ἐκκλησιολογικὸ χαρακτήρα τῆς ἱερωσύνης. Ἀρνούμενοι οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ δογματικῶς τὸν ἄκτιστο χαρακτήρα τῆς μεταδιδόμενης Χάριτος τῆς ἱερωσύνης, ἀδειάζουν κυριολεκτικὰ τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἀρνοῦνται οὐσιαστικὰ στὴν πράξη τὴν ἀποστολικὴ διαδοχή, διατηρώντας ἁπλῶς τὴν τυπικὴ ἐξωτερικὴ συνέχεια μὲ τοὺς Ἀποστόλους. Ἔτσι, ὅταν ἀναγνωρίζουν οἱ Ὀρθόδοξοι τὴν κτιστὴ ἱερωσύνη καὶ τὰ μυστήρια τῶν Δυτικῶν, συγχέουν στὴν πράξη τὸ κτιστὸ καὶ τὸ ἄκτιστο. Ἄλλωστε, χωρὶς τὴν ἄκτιστη θεοποιὸ Χάρη κενώνεται οὐσιαστικὰ ἡ Ἐκκλησία, ὡς ἐργαστήριο πραγματικῆς γεφυρώσεως τοῦ χάσματος ἀνάμεσα στὸ κτιστὸ καὶ τὸ ἄκτιστο, ἀλλὰ ἀκυρώνεται καὶ ὁ σκοπός της γιὰ τὴ θέωση τοῦ ἀνθρώπου.
Μὲ τὴν προσθήκη τοῦ Filioque οἱ Δυτικοὶ στὸ σύνολό τους -Ρωμαιοκαθολικοὶ δηλαδὴ καὶ Προτεστάντες- ξέπεσαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἀφορίστηκαν ἐπισήμως ἀπὸ αὐτήν. Τοῦτο προκύπτει ἀπὸ τὴ ρητὴ ἀπόφαση τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (29), ἡ ὁποία ἀναφερόμενη στὸ Σύμβολο Νικαίας - Κωνσταντινουπόλεως σημειώνει: «τέραν πίστιν μηδεν ξεναι προφέρειν, γον συγγράφειν», ἐνῶ ὁ Πρόεδρός της, Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, πρόσθεσε ἑρμηνευτικῶς: «οτε μν πιτρέπομεν αυτος τέροις λέξιν μεψαι τν γκειμένων κεσε μίαν γον παραβναι συλλαβν» (30). Τὴν ἀπόφαση αὐτὴ ἐπικύρωσαν ὅλες οἱ ἑπόμενες Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι προσθέτοντας τοὺς σχετικοὺς ἀναθεματισμούς, τὶς καθαιρέσεις καὶ τοὺς ἀφορισμοὺς στοὺς μὴ συμμορφουμένους στὶς ἀποφάσεις τους.
Ἀντίθετα, οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, ἀφοῦ εἰσήγαγαν ἐπίσημα τὴν κακόδοξη διδασκαλία τοῦ Filioque στὸ Σύμβολο τῆς πίστεως (1014), κατακύρωσαν τὸ Filioque ὡς δόγμα στὴν Δ΄ Σύνοδο τοῦ Λατερανοῦ (1215), στὴ Σύνοδο τῆς Λυὼν (1274) καὶ στὴ Σύνοδο τῆς Φλωρεντίας (1439). Ὅλες αὐτὲς οἱ Σύνοδοι θεωροῦ­νται ὡς Οἰκουμενικὲς ἀπὸ τοὺς Ρωμαιοκαθολικούς. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἑρμηνεύει τὴ μεγάλη δυσκολία τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν γιὰ τὴν ἀφαίρεση τῆς προσθήκης τοῦ Filioque ἀπὸ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως.
Ἐδῶ δὲ σκοπεύουμε νὰ ἀναφερθοῦμε σ᾽ ὅλες τὶς δογματικὲς διαφορές μας μὲ τοὺς ἑτερόδοξους, Ρωμαιοκαθολικούς, Προτεστάντες καὶ Ἀντιχαλκηδονίους, μὲ τοὺς ὁποίους βρισκόμαστε σὲ θεολογικὸ διάλογο. Θὰ προσθέσουμε ἁπλῶς καὶ ἐπιγραμματικὰ μία θεμελιώδη δογματικὴ διαφορά μας μὲ τοὺς Προτεστάντες, ἐπειδὴ αὐτὴ προσκρούει τελείως ξεκάθαρα σὲ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ παρὰ ταῦτα τὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲ μνημονεύεται οὔτε ἀξιοποεῖται στοὺς σχετικοὺς διαλόγους μαζί τους. Πρόκειται γιὰ τὴν ἀπόρριψη τῶν εἰκόνων ἀπὸ τοὺς Προτεστάντες, τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ Ζ΄ Οἰκ. Σύνοδος κατακυρώνει πανηγυρικὰ τὴν ἀποδοχή τους καὶ καταδικάζει μὲ ἀφορισμοὺς ὅσους δὲν τὶς προσκυνοῦν καὶ δὲν ἀποδέχονται τὴ σχετικὴ μὲ αὐτὲς δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.
Καὶ ἐρχόμαστε τώρα νὰ μιλήσουμε γιὰ τὴ σημασία τοῦ δόγματος στοὺς διαλόγους μὲ τοὺς ἑτεροδόξους. Εὐθὺς ἐξαρχῆς πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι ὁ θεολογικὸς διάλογος μὲ τοὺς ἑτεροδόξους ἀποτελεῖ χρέος ἀγάπης τῆς Ἐκκλησίας πρὸς αὐτούς. Ὁ διάλογος αὐτὸς ἔχει σαφῆ σκοπό, ἀλλὰ καὶ συγκεκριμένες ἁγιογραφικὲς καὶ πατερικὲς προϋποθέσεις γιὰ τὴ διεξαγωγή του.
Σκοπὸς τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου εἶναι ἡ ποθητὴ ἑνότητα ἐν Χριστῷ μὲ ὅλους ὅσους ἀποκλίνουν ἀπὸ τὴν «παξ παραδοθεσαν πίστιν» (31). Γιὰ νὰ πραγματοποιηθεῖ ὅμως αὐτὴ ἡ ἑνότητα ἐν Χριστῷ, εἶναι τελείως ἀπαραίτητο τὸ ἕνα φρόνημα ὅλων ὡς πρὸς τὴν πίστη. Στὴν πίστη δὲ μπορεῖ νὰ ὑπάρχει ποικιλία, ἀλλὰ ἀπόλυτη ταυτότητα. Αὐτὸ γίνεται κατανοητὸ καὶ σαφὲς ἀπὸ τὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, οἱ ὁποῖες συνοδεύονται πάντοτε μὲ τὴν ξεκάθαρη καταδίκη τῆς ἑκάστοτε ἑτεροδοξίας καὶ τὴ σαφῆ ἔκπτωση ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ὅσων ἀρνοῦνται νὰ συμμορφωθοῦν μὲ τὶς ἁγιοπνευματικὲς ἀποφάσεις τῶν θεοφόρων Πατέρων, ποὺ τὶς συγκροτοῦν.
Κατὰ συνέπεια, ἡ σημασία τοῦ δόγματος τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴ διεξαγωγὴ τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου εἶναι προφανής. Δὲ μπορεῖ νὰ γίνεται ὁποιοσδήποτε θεολογικὸς διάλογος χωρὶς ἀναφορὰ στὸ δόγμα. Ἀποτελεῖ σαφῆ Πατερικὴ θέση, ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ προηγεῖται ἡ ἐξέταση κάποιου ἄλλου πράγματος πρὶν ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἐξέταση, ποὺ ἀφορᾶ ἄμεσα τὴν πίστη. Πρέπει νὰ προηγηθεῖ ἡ ἄρση κάθε διαφωνίας ὡς πρὸς τὴν πίστη, καὶ τότε μόνο νὰ ἀκολουθήσει ἡ ὁποιαδήποτε ἔρευνα γιὰ τὰ ἄλλα πράγματα. Αὐτὰ ὑποστηρίζει ὁ Μ. Ἀθανάσιος θεμελιώνοντας ἁγιογραφικῶς τὴ θέση του στὸν ἴδιο το Χριστό, ὁ ὁποῖος θεράπευε τοὺς πάσχοντες μόνο μετὰ τὴν ὁμολογία τῆς πίστεώς τους πρὸς Αὐτόν. Σὲ καμία περίπτωση δὲν ἐπιτρέπει τὴν συναρίθμηση ἐν συνόδω Ὀρθοδόξων καὶ ἑτεροδόξων (32).
Μέσα στὸ ἴδιο πνεῦμα καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς ὑποστηρίζει ὅτι ὁ διάλογος μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς γιὰ τὸ Filioque μπορεῖ νὰ γίνει μόνον μετὰ τὴν ἀφαίρεση τῆς προσθήκης του στὸ Σύμβολο τῆς πίστεως (33).
Ἡ ἀλήθεια δὲ διερευνᾶται μὲ τὴ συμβολὴ τῶν ἑτεροδόξων στὸ θεολογικὸ διάλογο «π σοις ροις», ἀλλὰ διασφαλίζεται στὴν Ἐκκλησία μὲ τὴ συνέχεια τῆς βιούμενης ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ μέσῳ τῶν φωτοφανειῶν καὶ τῶν Θεοφανειῶν ἀπὸ τοὺς θεουμένους. Κατὰ συνέπεια, ἂν θέλουμε νὰ κινούμαστε μέσα στὸ πνεῦμα καὶ τὴν πρακτική τοῦ Χριστοῦ, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὁ διάλογος μὲ τοὺς ἑτεροδόξους θὰ πρέπει νὰ προσδιορίζεται ἀποφασιστικὰ ἀπὸ τὴν ἀλήθεια. Στὴν περίπτωση ὅμως αὐτὴ ὁ διάλογος μὲ τοὺς ἑτεροδόξους ὀφείλει νὰ προσλαμβάνει τὸ χαρακτήρα τῆς νουθεσίας -δηλαδὴ τῆς συμβουλῆς- μὲ εὐσπλαχνικό, μὲ παρηγορητικό, μὲ ἐνθαρρυντικὸ καὶ ταπεινὸ τρόπο, χωρὶς φανατισμὸ καὶ μισαλλοδοξία, νὰ γίνεται δηλαδὴ ἐν ἀγάπῃ γιὰ τὴν ἐπάνοδο στὴ βιούμενη ἐν Πνεύματι Ἁγίω ἐκκλησιαστικὴ ἀλήθεια, στὴν πίστη τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ ἀκριβῶς συνιστᾶ ὁ Ἀπόστολος Παῦ­λος λέγοντας: «αρετικν νθρωπον μετ μίαν κα δευτέραν νουθεσίαν παραιτο, τι ξέστραπται τοιοτος ν ατοκατάκριτος» (34). Ἡ πρακτικὴ τῆς νουθεσίας διασφαλίζει τὴν ἀκεραιότητα τῆς ἀγάπης, γιατί τότε πραγματικὰ ἀληθεύουμε «ν γάπ» (35). Ἡ ἀγάπη καὶ ἡ εἰρήνη μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους δὲν εἶναι ἀπροϋπόθετη. Ὅταν οἱ ἄλλοι δὲν εἶναι ὁμόφρονες ὡς πρὸς τὴν εὐσέβεια, εἶναι προτιμότερη ἡ ἀντιπαράθεση ἀπὸ τὴν συμφωνία γιὰ τὸ κακό. Τότε εἶναι προτιμότερο νὰ λυποῦμε τοὺς ἀνθρώπους παρὰ τὸ Θεό, καὶ νὰ μὴ ἀποσιωποῦμε ἐκεῖνα ποὺ διαταχθήκαμε ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ ὁμολογοῦμε. Ἡ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους λοιπὸν ὁριοθετεῖται σαφῶς ἀπὸ τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο αὐτὴ ἐκφράζεται. Ἡ ἀγάπη αὐτὴ περιορίζεται στὴ νουθεσία, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ ἐπαναληφθεῖ μόνο μία ἀκόμη φορά. Εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικὸ τὸ γεγονός, ὅτι τὸν παραπάνω περιορισμὸ στὴν ἐκδήλωση τῆς ἀγάπης πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους μᾶς τὸν ἀπεκάλυψε ὁ Θεὸς μέσα ἀπὸ τὸ σκεῦος τῆς ἐκλογῆς του, τὸν Ἀπόστολο τῶν Ἐθνῶν, τὸν κορυφαῖο ὑμνητὴ τῆς ἀγάπης. Ὁ παραπάνω περιορισμὸς στὴν ἐκδήλωση τῆς ἀγάπης μας πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους διασφαλίζει ταυτόχρονα τὴν παραμονή μας στὰ ὅρια τῆς ὑγιαινούσης πίστεως καὶ τοῦ μὴ χωρισμοῦ μας ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.
Τὴ σύσταση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἀκολούθησε πιστὰ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέχρι καὶ τὸν ΙΘ΄ αἰώνα υἱοθετώντας παράλληλα καὶ τὴν ἀντιρρητικὴ θεολογία, ἡ ὁποία συνήθως περιοριζόταν τὸ πολὺ μέχρι τὸν Γ΄ ἀντιρρητικό της λόγο. Αὐτὸ συναντοῦμε στοὺς ἀντιαιρετικοὺς λόγους τοῦ Μ. Ἀθανασίου κα­τὰ τοῦ Ἀρείου, τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου κατὰ τοῦ Νεστορίου, τῶν Ἁγίων Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ - Θεοδώρου Στουδίτου - Νικηφόρου Κων/πόλεως κατὰ τῶν Εἰκονομάχων, τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ κατὰ τῶν Δυτικῶν Ἀντιησυχαστῶν κ.ἄ. Τὴν ἴδια στάση τέλος τηρεῖ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο διὰ τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου Β΄ ἔναντι τῶν Προτεσταντῶν, μὴ δεχόμενο νὰ συνεχίσει τὸ θεολογικὸ διάλογο πέρα ἀπὸ τὴ Β΄ Ἀπάντηση πρὸς τοὺς Βιττεμβεργίους Λουθηρανοὺς θεολόγους τοῦ ΙΣΤ΄ αἰώνα.
Αὐτὴ ἡ βιβλικὴ καὶ ἁγιοπατερικὴ Παράδοση ἀνατράπηκε ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ Κ΄ αἰώνα μὲ τὶς γνωστὲς πρωτοβουλίες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τὴ συστράτευση σταδιακῶς συνόλης σχεδὸν τῆς Διοίκησης τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὶς ἀρχὲς τοῦ διαχριστιανικοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Συγκεκριμένα, υἱοθετήθηκαν οἱ «ἐπὶ ἴσοις ὅροις» θεολογικοὶ διάλογοι μὲ τοὺς ἑτερόδοξους μὲ χρονικὸ ὅριο, ὅπως ἀντιλαμβανόμαστε, τὴν προσδοκωμένη ἐν Χριστῷ ἑνότητα.
Στὴν ἀκολουθούμενη μέθοδο τοῦ διαλόγου μὲ τοὺς ἑτεροδόξους πρυτάνευσε ἡ μονομερὴς ἐπιλογὴ τῆς διαφημιζόμενης χριστιανικῆς ἀγάπης καὶ ἡ σκόπιμη παρασιώπηση τοῦ δόγματος, μὲ σκοπὸ τὰ δόγματα τῆς πίστεως νὰ μᾶς ἀπασχολήσουν σταδιακῶς, καὶ πάντως ἀργότερα.
Μὲ βάση ὅμως ὅσα παρουσιάσαμε παραπάνω, σχετικὰ μὲ τὴ σημασία τοῦ δόγματος γιὰ τὴν ταυτότητα τῆς Ὀρθοδοξίας, προκύπτουν εὔλογα θεολογικὰ ἐρωτήματα.
Γνωρίζουμε πολὺ καλὰ ἀπὸ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ἐμπειρία τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι τόσο ἡ ἀγάπη ὅσο καὶ ἡ πίστη ἀποτελοῦν καρπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος(36), δηλαδὴ ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἂν λοιπὸν ἡ υἱοθετούμενη ἀγάπη στοὺς διαλόγους μας μὲ τοὺς ἑτεροδόξους ἔχει τὶς παραπάνω προδιαγραφὲς τῆς ἁγιογραφικῆς γνησιότητας, δὲ μπορεῖ σὲ καμία περίπτωση νὰ χωρίζεται ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καὶ τὰ δόγματα τῆς πίστεως. Ἄλλωστε, «π πίστεως ελικρινος γάπη τίκτεται» (37). Δὲν εἶναι δυνατὸν δηλαδὴ ἡ μία ἀπὸ τὶς δύο νὰ ἐνεργεῖ ἐρήμην τῆς ἄλλης ἢ σὲ βάρος τῆς ἄλλης. Δὲ μποροῦν νὰ ἀληθεύουν αὐτονομημένες μεταξύ τους. Ἐκτὸς βέβαια, ἂν πρόκειται γιὰ ἄλλου εἴδους, μὴ εὐαγγελικὴ δηλαδὴ ἀγάπη. Γιατί ἡ εὐαγγελικὴ ἀγάπη, καὶ ὅταν ἀκόμη εἶναι κτιστή, παίρνει τὴν ταυτότητά της ἀπὸ τὴ συμμόρφωση πρὸς τὸ θέλημα καὶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ: « χων τς ντολάς μου κα τηρν ατάς, κενός στι γαπν με», εἶπε ὁ Χριστὸς (38). Ἐδῶ ἐγείρεται τὸ ἐρώτημα: Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ βιώνουμε καὶ νὰ ἐκφράζουμε γνήσια τὴν ἀγάπη τοῦ Εὐαγγελίου, ὅταν παραβιάζουμε ὅσα εἶπε τὸ στόμα τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, καὶ ὅσα βιώθηκαν στὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας γιὰ 19 αἰῶνες;
Ἡ ἐν Χριστῷ ἑνότητα στὴ γνησιότερη, καθαρότερη καὶ βιωματικότερη ἔκφρασή της πραγματοποιεῖται, μόνο ὅταν ἔχει τὶς προδιαγραφές, ποὺ μᾶς ἔδωσε ὁ Χριστὸς στὴν ἀρχιερατικὴ προσευχή του. Πραγματοποιεῖται δηλαδὴ καὶ βιώνεται «ν πάσ ασθήσει» μὲ τὴ μετοχὴ στὴν ἄκτιστη δόξα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ βεβαιώνει ὁ Χριστός, ὅταν λέει: «κγ τν δόξαν ν δέδωκάς μοι δέδωκα ατος, να σιν ν καθς μες ν. γ ν ατος, κα σ ν μοί, να σιν τετελειωμένοι ες ν» (39).
Γιὰ νὰ γίνει ὅμως ὁ ἄνθρωπος μέτοχος τῆς ἄκτιστης δόξας «ν ασθήσει», ὀφείλει νὰ τηρεῖ ὅλες τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, ἐκφράζοντας μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ πρακτικῶς τὴν ἀγάπη του πρὸς τὸ Θεό. Τήρηση τῶν ἐντολῶν σημαίνει ἀπόλυτη συμφωνία μεταξύ μας, ἀφοῦ τότε ἔχουμε ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ φρόνημα, ποὺ εἶναι τὸ φρόνημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐκφράζεται στὸ θέλημά του. Μὲ τὸν πρακτικὸ αὐτὸ τρόπο γινόμαστε ἕνα Πνεῦμα μὲ τὸ Θεό, «τ ν φρονοντες» (40). Γιατί τότε ἐνεργεῖ μέσα μας τὸ Πνεῦμα, ποὺ λάβαμε μὲ τὸ ἅγιο Μύρο. Τότε ζοῦμε τὴ ζωὴ τοῦ Θεοῦ καὶ ὅλα τότε τὰ ἐνεργεῖ ὁ Χριστὸς δι᾽ ἡμῶν, ἀφοῦ εἶναι ἐντός μας αὐτὸς «ν πσι πρωτεύων» (41). Τότε μόνο μποροῦμε οὐσιαστικὰ νὰ δοξάζουμε «ν ν στόματι κα μι καρδία» τὸ ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
Ὅταν ὅμως οἱ ἑτερόδοξοι φρονοῦν διαφορετικὰ ὡς πρὸς τὴν πίστη καὶ μάλιστα φρονοῦν ἀντίθετα μὲ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, ὅπως αὐτὴ ἑρμηνεύτηκε αὐθεντικὰ ἀπὸ τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους, δὲ μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἐν Χριστῷ ἑνότητα μαζί τους. Τὸ ἴδιο θέλημα, ὅταν πρόκειται γιὰ θέματα πίστεως, ἐμφανίζεται ὡς ἡ «τορπίλη» τῆς αἱρέσεως, ποὺ διαλύει τὸ ἑνιαῖο φρόνημα τῆς πίστεως στὴν Ἐκκλησία καὶ ἀκυρώνει τὴν ἐν Χριστῷ ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν. Συμβαίνει ἐδῶ, ὅ,τι συμβαίνει καὶ στὴ συζυγία. Ὅταν δηλαδὴ οἱ σύζυγοι ἔχουν ἴδια θελήματα, ὅταν δὲν τηροῦν μὲ ἀκρίβεια τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, τότε δὲν ἔχουν ἕνα φρόνημα, καὶ δὲν γίνονται ἕνα Πνεῦμα μὲ τὸ Θεὸ καὶ μεταξύ τους, ποὺ εἶναι ὁ κύριος σκοπὸς τοῦ γάμου. Ἔτσι ὅμως οἱ σύζυγοι παραμένουν σαρκικοί, καὶ στὴν καλύτερη περίπτωση ψυχικοί. Κατὰ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο ὅμως οὔτε οἱ σαρκικοί, οὔτε οἱ ψυχικοὶ δέχονται «τ το Πνεύματος το Θεο» (42), ποὺ εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Τὸ τελικὸ καὶ πρακτικὸ ἐρώτημα μπορεῖ νὰ διαμορφωθεῖ ὡς ἑξῆς: Ποιοῦ θέλημα εἴμαστε διατεθειμένοι νὰ κάνουμε; Τοῦ ἑαυτοῦ μας; Τοῦ ὁποιουδήποτε ἄλλου θεσμικοῦ ἢ μὴ θεσμικοῦ προσώπου; Ἢ τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἑρμηνεύεται αὐτὸ τὸ θέλημα αὐθεντικὰ καὶ διαχρονικὰ ἀπὸ τὴ δογματικὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας; Πάντως, ὅπως μᾶς βεβαιώνει ἡ διαχρονικὴ πνευματικὴ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, μόνον ἡ ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ σὲ τελικὴ ἀνάλυση εἶναι νὰ γίνουμε ἕνα μὲ τὸ Θεό, μᾶς κάνει κοινωνοὺς στὴν ἄκτιστη θεία ζωὴ καὶ δόξα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ἤδη ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωή, ὡς πρόγευση καὶ ἀρραβώνας τῆς ἄκτιστης βασιλείας του. Ὅταν δηλαδὴ ἔχουμε ἐνεργὸ μέσα μας τὴ θεία ζωή, τότε ἔχουμε καὶ τὴν πληρέστερη ἑνότητά μας μὲ τοὺς ἄλλους πιστούς.
Θὰ εἴμασταν ἰδιαίτερα εὐτυχεῖς, ἂν ἡ παροῦσα ὁμιλία θὰ μποροῦσε νὰ συμβάλει, ἔστω καὶ ἐλάχιστα, στὴν ὑπακοὴ αὐτὴ τοῦ εὐαρέστου θελήματος τοῦ Χριστοῦ, ὥστε ὅλοι μας νὰ γίνουμε πραγματικῶς καὶ ἐνεργῶς ἕνα ἐν Χριστῷ, σύμφωνα πάντα μὲ τὶς θεμελιώδεις προϋποθέσεις, ποὺ ἐκεῖνος ἔθεσε ἐντός της Ἐκκλησίας του. Γιατί στὸ Θεανθρώπινο σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι μόνον ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, παρέχεται ἡ ἄκτιστη θεία Χάρη καὶ ἡ γνήσια ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, ποὺ βιώνεται πρακτικῶς ὡς σωτηρία, ὡς ζωὴ δηλαδὴ τοῦ ἀνθρώπου ὅμοια μὲ τὴν ἄκτιστη ζωὴ τοῦ Θεοῦ. Πάντως, οἱ ἑτερόδοξοι Ρωμαιοκαθολικοὶ καὶ Προτεστάντες θὰ μποροῦσαν νὰ πιστοῦν κατεξοχὴν ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους, ὅτι ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστη, ἂν αὐτὴ ἡ Χάρη ἦταν ἐνεργὸς στὴ ζωὴ τῶν Ὀρθοδόξων, ὁπότε αὐτοὶ δὲν θὰ ἁμάρταναν, γιατί μόνον ὅταν κανεὶς ἔχει αὐτὴν ἐνεργῶς μέσα του δὲν ἁμαρτάνει. Ἐνῶ ἀντίθετα, «το Θεο μ νεργοντος ν μν, μαρτία πν τ παρ μν γινόμενον» (43), κατὰ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ. Ἡ εὐθύνη μας πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους εἶναι μεγάλη, ἐπειδὴ ἡ ζωή μας δὲν τοὺς πληροφορεῖ γιὰ τὸν ἄκτιστο χαρακτήρα τῆς θείας Χάριτος, ὅταν διαλέγονται μαζί μας. Καὶ ὅταν ἀκόμη τοὺς πείθουμε ἐπιστημονικὰ γιὰ τὴν ὀρθότητα τῶν θεολογικῶν θέσεών μας, δὲν τοὺς ἑλκύουμε γιὰ νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὴν πλάνη τους, ἐπειδὴ συχνὰ ταυτιζόμαστε στὸ ἐπίπεδο τῆς ζωῆς μαζί τους.
Θὰ ἤθελα νὰ ἀναφερθῶ σὲ κάποια λόγια τοῦ μακαριστοῦ Ἁγιορείτη Γέροντα π. Παϊσίου, ποὺ ἀπαντοῦν καίρια στὸν προβληματισμό μας γιὰ τὴν ἀποτελεσματικότητα ἑνὸς διαλόγου μὲ τοὺς ἑτεροδόξους. «Ἂν ζούσαμε πατερικά», λέει ὁ χαρισματοῦχος Γέροντας, «θ εχαμε λοι πνευματικ γεία, τν ποία θ ζήλευαν κα λοι ο τερόδοξοι, κα θ φηναν τς ρρωστημένες τους πλάνες κα θ σώζονταν δίχως κήρυγμα. Τώρα δν συγκινονται π τν γία μας πατερικ Παράδοση, γιατί θέλουν ν δον κα τν πατερική μας συνέχεια, τν πραγματική μας συγγένεια μ τος γίους μας. Ατ πο πιβάλλεται σ κάθε ρθόδοξο εναι ν βάζη τν καλ νησυχία κα στος τεροδόξους, ν καταλάβουν δηλαδ τι βρίσκονται σ πλάνη, γι ν μν ναπαύουν ψεύτικα τν λογισμό τους, κα στερηθον κα σ ατν τν ζω τς πλούσιες δωρες τς ρθοδοξίας κα στν λλη ζω τς περισσότερες κα αώνιες ελογίες το Θεο» (44).
Ἀγαπητοὶ συνάδελφοι,
Ἂν θέλουμε, ὅμως νὰ εἴμαστε ἔντιμοι καὶ εἰλικρινεῖς ἀπέναντι στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, στὴν ὁποία ἀνήκουμε ὀργανικὰ καὶ παραμένουμε ἀγαπητικά, θὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσουμε ἀπεριφράστως ὅτι στὴν ἐποχὴ μας ἔχει διαμορφωθεῖ μιὰ ὀξύμωρη κατάσταση. Ὡς ἐκκλησιαστικὸ πλήρωμα ἐμφανιζόμαστε νὰ τιμοῦμε καὶ νὰ πανηγυρίζουμε κατεξοχὴν ἐκεῖνα τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα παραβιάζονται σήμερα κατὰ προκλητικὸ καὶ ἀσύστολο τρόπο ἀπὸ θεσμικὰ πρόσωπα μὲ τὴν ἔνοχη σιωπὴ τῶν πολλῶν ἢ τὸ χειρότερο μὲ τὴν ἐπιδοκιμασία καὶ ἐνθάρρυνση ὁρισμένων ἐκ τῶν ἐγγὺς καὶ τῶν μακράν.
Ἔχουμε τὴν βεβαία αἴσθηση ὅτι μιὰ βαθιὰ κρίση ὀντολογικοῦ χαρακτήρα ἔχει ἐπηρεάσει βαθύτατα πολλὰ καὶ σημαίνοντα μέλη τῆς Ἐκκλησίας μας. Κατὰ τὴ γνώμη μας, βρισκόμαστε μπροστὰ στὴ μεγαλύτερη καὶ πονηρότερη ἀπειλή, ποὺ βρέθηκε ποτὲ ἡ Ἐκκλησία μας. Ἀναφέρομαι στὸν σύγχρονο Οἰκουμενισμό, τὸν δόλιο ἐχθρό, ποὺ μὲ τὸ πρόσχημα τῆς ἀγάπης ἀπειλεῖ νὰ διαβρώσει ὡς γάγγραινα ὅλο καὶ περισσότερο ἐκλεκτὰ μέλη τοῦ Κυριακοῦ σώματος. Ὁ Οἰκουμενισμὸς ἐμφανίζεται σήμερα ὡς ἡ ἐπικινδυνότερη αἵρεση ὅλων τῶν ἐποχῶν. Ἐδῶ δὲν ἀποδοκιμάζουμε τὸν θεολογικὸ διάλογο, ἀλλὰ τὴ μεθοδολογία καὶ κυρίως τὸ πνεῦμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Μὲ τὸ προσωπεῖο μιᾶς μὴ σαφῶς ἁγιογραφικά προσδιοριζόμενης ἀγάπης ἐκκοσμικεύει τὸ Εὐαγγέλιο, ἐλαχιστοποιώντας τὴ σωτηριολογικὴ σημασία τῶν δογμάτων καὶ παραβιάζοντας προκλητικὰ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες τῶν Οἰκ. Συνόδων.Ἔτσι, εἰσάγει μὲ χριστιανικὸ ἔνδυμα τὸ πνεῦμα τῶν σχέσεων τοῦ κόσμου στὴν Ἐκκλησία. Ἐπειδὴ ὅμως, κατὰ τὴν Ἁγία Γραφή, ὁ κόσμος «κεται ν τ πονηρ», εἶναι προφανὲς ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ πονηροῦ. Καὶ τὸ πνεῦμα αὐτὸ εἶναι σαφῶς πνεῦμα ἀποστασίας καὶ ἀπιστίας πρὸς τὸν Θεό.
Σήμερα τὸ πνεῦμα τῆς παγκοσμιοποιήσεως συμπορεύεται μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ, ποὺ ὑπηρετεῖται ἄριστα ἀπὸ τὸν βδελυκτὸ Οἰκουμενισμό.
Καί, ἐπειδὴ ἡ ἐκκλησιαστικὴ κατάσταση στὶς μέρες μας εἶναι ἐξόχως σοβαρή, «στμεν καλς», ἀδελφοί!

ποσημειώσεις:
1. Δογματικὴ συνείδηση εἶναι ἡ πνευματικὴ γνώση, ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὴ βαθειὰ ἀφομοιωμένη πεῖρα τῆς θείας Χάριτος. Αὐτὴ ὑφίσταται μόνον, ὅταν ἐνοικεῖ ἐνεργῶς μέσα μας ὁ Θεὸς (Βλ. Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, Ἔσσεξ 2005, σ. 239 - 40). Ἑπομένως, ὑπάρχει ὀργανικὴ σχέση καὶ ἄρρηκτη ἑνότητα τῆς δογματικῆς συνειδήσεως καὶ τῆς ἁγιοπνευματικῆς ζωῆς (Βλ. ὅ.π. 179). Ὅταν ἀμβλύνεται ἡ δογματικὴ συνείδηση -καὶ αὐτὸ γίνεται κατεξοχὴν μὲ τὴν ἐκκοσμίκευση καὶ τὴν ὁμογενοποίηση τῆς καθημερινῆς ζωῆς μας μὲ τὴν ἀντίστοιχη ζωὴ τῶν ἑτεροδόξων- μειώνεται καὶ ἡ εὐαισθησία τῶν Ὀρθοδόξων σὲ σχέση μὲ τὰ θεσμοποιημένα δόγματα τῆς πίστεως καὶ τὴν Ἱερὴ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.
2. Πρβλ. Γαλ. 1, 8: «λλ κα ἐὰν μες γγελος ξ ορανν εαγγελίσηται μν παρ εαγγελισάμεθα μν, νάθεμα στω». Βλ. καὶ Πρακτικὰ Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Μαnsi 13, 407 - 408, καὶ τὴν Ἐγκύκλιο τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τοῦ 1848: «Παρ μν οτε Πατριάρχαι οτε Σύνοδοι δυνήθησαν ποτ εσαγαγεν νέα».
3. P.G. 62, 610 ­- 611.
4. Βλ., P.G 59, 443.
5. Πρβλ. Ἁγίου Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, P.G 90, 165Α.
6. Βλ. A΄ Κανὼν Πενθέκτης: «Ε δέ τις τν πάντων μ τ προειρημένα τς εσεβείας δόγματα κρατο κα σπάζοιτο, κα οτω δοξάζοι τε, κα κηρύττοι, λλ ξ ναντίας έναι τούτων πιχειρο, στω νάθεμα, κατ τν δη κτεθέντα ρον π τν προδηλωθέντων γίων κα μακαρίων Πατέρων, κα το χριστιανικο καταλόγου, ς λλότριος ξωνείσθω κα κπιπτέτω».
7. Βλ. P.G. 55, 321 - 322.
8. Βλ. , P.G. 61, 633.
9. Βλ. Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, ΕΠΕ 30, 338.
10. Βλ. P.G 62, 560: «Γύμναζε σεαυτν πρς εσέβειαν, τουτέστι πρς πίστιν καθαρν κα βίον ρθόν. Τοτο γρ στιν εσέβεια».
11. Βλ. P.G 51, 250 - 251.
12. Βλ. P.G. 59, 50. 176. 352. 363.
13. Μθ. 7, 21 - 23, στὸ PG 57, 321.
14. Βλ. P.G. 59, 369: «Οδν γρ φελος βίου καθαρο, δογμάτων διεφθαρμένων. σπερ ον οδ τουναντίον, δογμάτων γιν, ἐὰν βίος διεφθαρμένος».
15. P.G. 48, 811.
16. Βλ P. G. 62, 95.
17. Βλ. P.G. 53, 110 - 158.
18. Βλ. P.G. 57, 243 - 244.
19. Βλ. P.G. 61, 78.
20. Βλ.ΕΠΕ 18, 222 - 224.
21. Βλ. P.G. 57, 243 - 244.
22. Βλ. ΕΠΕ 18, 222 - 224.
23. Βλ. Ἐγκώμιον εἰς τὸν Ἅγιον Δημήτριον, ἔκδ. Δ. Τσάμη, σ. 32 - 37.
24. P.G. 74, 253D.
25. Βλ. Φιλοθέου Κοκκίνου, Λόγος 11, 17, στὸ Β. Ψευτογκά, Φιλοθέου Κοκκίνου, Λόγοι καὶ Ὁμιλίες, Θεσσαλονικεῖς Βυζαντινοὶ Συγγραφεῖς 2, Θεσσαλονίκη 1981, σ. 244. Προϋπόθεση δηλαδὴ τῆς ἑτεροδοξίας εἶναι ἡ ἐσφαλμένη καὶ ἀκάθαρτη ζωή. Εἰδικότερα, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἔπαρση εἶναι ἀκάθαρτος καὶ βδελικτὸς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἐφόσον «κάθαρτος παρ Θε πς ψηλοκάρδιος». (Παροιμ. 16, 5).
26. Λόγος Λ΄, 13, Περὶ ἀγάπης
27. Βλ. Γρηγορίου Θεολόγου, P.G. 36, 13D.
28. Βλ. Πρὸς Ξένην, P.G. 150, 1088Β.
29. Βλ. Ὅρος Πίστεως τῆς Συνόδου, στὸ Ἰωάννου Καρμίρη, Τὰ Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. 1, Ἀθῆναι 1960, σ. 155
30. Βλ. Ἐπιστολὴ Κυρίλλου πρὸς Ἰωάννην Ἀντιοχείας τῷ 433 καὶ ἡ ἐν αὐτὴ Ἔκθεσις πίστεως τῶν «διαλλαγν» τοῦ Ἰωάννου, στὸ Ἰωάννου Ρωμανίδου, Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, (Κείμενα), τόμ. Β΄ Θεσσαλονίκη 42000, σ., 36.
31. Ἰούδ. 1, 3.
32. Μ. Ἀθανασίου, Περὶ τῶν γεγενημένων παρ' Ἀρειανῶν 36, Β.Ε.Π. 31, 260 - 1: «οὐ γὰρ οἷον τὲ συνόδω συναριθμηθῆναι τοὺς περὶ πίστιν ἀσεβοῦντας», σημειώνει ὁ Μ. Ἀθανάσιος, «οδ προκρίνεσθαι πράγματος ξέτασιν τς περ πίστεως ξετάσεως. Χρ γρ πρτον πσαν περ τς πίστεως διαφωνίαν κκόπτεσθαι κα τότε τν περ τν πραγμάτων ρευναν ποιεσθαι. Κα γρ Κύριος μν ησος Χριστς ο πρότερον θεράπευσε τος πάσχοντας, πρν ν δείξωσι κα επωσιν ποίαν πίστιν εχον ες ατόν. Τατα παρ τν Πατέρων μάθομεν...».
33. Βλ. Περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Α΄, 4, 27 - 31, Π. Χρήστου, τ. A΄, σ. 31: « Ἦν οὖν ἄρα τῶν δικαιοτάτων μηδὲ λόγον ἀξιοῦν ὑμᾶς, εἰ μὴ τοῦ προστιθέναι τῷ ἱερῷ συμβόλῳ παύσησθε τῆς δὲ παρ᾽ ὑμῶν προσθήκης παρ᾽ ὑμῶν ἐκβεβλημένης πρότερον, ἔπειτα ζητεῖν, εἰ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἢ οὐχὶ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, καὶ τὸ ἀναφὲν τοῖς θεοφόροις συνδοκοῦν κυροῦν».
34. Τίτ. 3, 10.
35. Ἐφ. 4, 15.
36. Γαλ. 5, 22.
37. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, P.G. 62, 509. Πρβλ. P.G. 62, 174: «οὐδὲν ὄφελος ἀγάπης, πίστεως χωρίς. μᾶλλον δὲ οὐδ᾽ ἂν γένοιτο ἀγάπη ἑτέρως».
38. Ἰω. 14, 21.
39. Ἰω. 17, 22. |
40. Φιλιπ. 2, 2. Πρβλ. Β΄ Κορ. 13, 11 καὶ 4, 2 .
41. Κολ. 1, 18.
42. Α΄ Κορ. 2, 14.
43. Γρηγορίου Παλαμᾶ P.G.151, 416D - 417A.
44. Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Λόγοι, Μὲ πόνο καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο, τόμ. Α΄, Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Σουρωτὴ - Θεσσαλονίκης 1998, σ. 348 - 349».


ΠΗΓΗ:"Ἐν Συνειδήσει",