ΕΚΤΡΩΣΕΙΣ: Η ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ

 ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Εν Πειραιεί τη 21η Ιουλίου 2025

ΕΚΤΡΩΣΕΙΣ: Η ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ

(Σχόλιο στο νέο νόμο που επιτρέπει την  έκτρωση και μετά την 24η εβδομάδα κύησης)

Με τον όρο γενοκτονία ορίζεται η «προμελετημένη και συστηματική εξόντωση, εν όλω ή εν μέρει, ενός εθνικού, εθνοτικού, φυλετικού ή θρησκευτικού πληθυσμού, με σκοπό την καταστροφή του ως ξεχωριστής οντότητας. Ο όρος καθιερώθηκε νομικά και διεθνώς με τη Σύμβαση του ΟΗΕ για την Πρόληψη και Καταστολή του Εγκλήματος της Γενοκτονίας (1948)»[1]. Με άλλα λόγια δια της γενοκτονίας εξοντώνονται αθώοι άνθρωποι και κυρίως τα παιδιά, καθότι, σύμφωνα με τον ορισμό του Ο.Η.Ε. προκαλούνται πράξεις «που αποσκοπούν στην παρεμπόδιση των γεννήσεων»[2]. Έτσι «Η γενοκτονία θεωρείται έγκλημα κατά της ανθρωπότητας και διώκεται από διεθνή δικαστήρια, όπως το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο»[3].

Με αυτό το σκεπτικό είναι σε πλήρη κορύφωση, σε παγκόσμιο επίπεδο και κύρια στον δυτικό «πολιτισμένο» κόσμο, μια ιδιότυπη και φρικώδης γενοκτονία, η οποία, όχι μόνον δεν τιμωρείται από εθνικά και διεθνή δικαστήρια, αλλά τυγχάνει σκανδαλώδους προστασίας και χρηματοδότησης και έχει συνδεθεί με την «υπεράσπιση των ατομικών δικαιωμάτων»! Περί τίνος πρόκειται; Για το φοβερό πρόβλημα των εκτρώσεων, δια των οποίων καταστρέφονται, κατακρεουργούνται με τον πλέον φρικτό τρόπο στις γυναικείες μήτρες, εκατομμύρια αθώα παιδιά! «Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, στην Ευρώπη πραγματοποιείται μια έκτρωση κάθε έντεκα δευτερόλεπτα, οδηγώντας στον θάνατο 2.725.820 έμβρυα ετησίως»[4]!

Το Γραφείο μας έχει συντάξει και δημοσιεύσει πολλές ανακοινώσεις για το μείζον αυτό ανθρώπινο και κοινωνικό πρόβλημα, παρουσιάζοντάς το σε όλες τις τραγικές διαστάσεις του. Επανερχόμαστε με την παρούσα ανακοίνωσή μας στο πρόβλημα, ύστερα από δημοσιεύματα, σύμφωνα με τα οποία, στην Μ. Βρετανία αυξήθηκε, διά νόμου, ο χρόνος της έκτρωσης και πέραν των 24 εβδομάδων, δηλαδή όταν το έμβρυο θα ξεπεράσει τους 6 μήνες κύησης[5]! Να σημειώσουμε πως «Το διεθνές όριο των 24 εβδομάδων καθορίστηκε με βάση την ελάχιστη ηλικία κυήσεως, που επιτρέπει σε ένα έμβρυο που θα γεννηθεί να είναι βιώσιμο (Σημειώνεται ότι η διάπλαση της καρδιάς ολοκληρώνεται την 23η εβδομάδα)»[6]. Στην χώρα μας επιτρέπεται η έκτρωση ως την 12 εβδομάδα και υπό άλλες συνθήκες ως και την 24η εβδομάδα.

Η ψήφιση του σχετικού νόμου από το Βρετανικό Κοινοβούλιο, πριν λίγες ημέρες «στο πλαίσιο του Crime and Policing Bill, προχώρησε στη αποποινικοποίηση της άμβλωσης. Αυτό σημαίνει ότι οι γυναίκες δεν θα διώκονται ποινικά αν κάνουν άμβλωση μετά τις 24 εβδομάδες»[7].

Επ’ αυτού παραθέτουμε ένα πολύ κατατοπιστικό σχόλιο του έγκριτου και ομολογητή δημοσιογράφου κ. Ελευθερίου Ανδρώνη[8], ο οποίος, με τον δικό του εύστοχο κριτικό τρόπο, παρουσιάζει την φρίκη των εκτρώσεων, προσπαθώντας να αφυπνίσει συνειδήσεις.

Αρχίζει το σχόλιό του με την παρατήρηση: «Το βάραθρο του θανάτου άνοιξε στη Μ. Βρετανία: Νέος νόμος – ΤΕΡΑΣ επιτρέπει τις εκτρώσεις και μετά τις 24 εβδομάδες! Κτηνωδία χωρίς σταματημό - Η Βουλή των Κοινοτήτων στο Η.Β αποποινικοποίησε τον φόνο μωρών, ακόμα και στην πιο προχωρημένη ανάπτυξη!». Να παρατηρήσουμε πως η επέκταση της έκτρωσης και πέραν των 24ων εβδομάδων δεν αλλάζει κάτι επί της ουσίας στο έγκλημα αυτό, αλλά έχει απλά νομική σημασία, αφού αποποινικοποιεί την πράξη στην μητέρα και το ιατρικό προσωπικό!

Και συνεχίζει: «Το βασίλειο του παιδοκτόνου Ηρώδη αναβιώνει στην εποχή μας και μετατρέπεται σε παγκόσμια αυτοκρατορία θανάτου. Ξεκινώντας από τα “προηγμένα” κράτη που λογίζονται “προοδευτικά” στην κτηνωδία και δίνουν το νομικό έναυσμα σε ολόκληρο τον κόσμο, βλέπουμε ότι η δολοφονία αγέννητων παιδιών γίνεται ολοένα και πιο απροκάλυπτη. Ολοένα και πιο βάρβαρη. Ολοένα και πιο επιδιωκόμενη. Ένα έμβρυο 24 εβδομάδων (δηλαδή σχεδόν 6 μηνών) έχει μέγεθος περίπου 30 εκατοστών. Έχει αναπτύξει σχεδόν πλήρως τα ζωτικά του όργανα. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του έχουν σχεδόν τελειοποιηθεί και έχουν πάει στην τελική τους θέση. Έχει μαλλιά, φρύδια και βλέφαρα. Τα άκρα του έχουν διαμορφωθεί άψογα. Τα δάχτυλά του έχουν ακόμη και νύχια. Οι αισθήσεις του λειτουργούν σε μεγάλο βαθμό. Μπορεί να ακούει τη μητέρα του να του μιλάει ή να του τραγουδάει. Ανταποκρίνεται στο φως. Ξεκινάει να πιπιλά ενστικτωδώς το δάχτυλό του. Σε περίπτωση πρόωρου τοκετού, ένα έμβρυο 24 εβδομάδων έχει ισχυρές πιθανότητες να επιβιώσει. Είναι ένας σχεδόν διαμορφωμένος άνθρωπος με συνείδηση, με αντίληψη, με αίσθηση και αντανακλαστικές κινήσεις»!

Μπορεί να καταλάβει ο κάθε νοήμων τους φρικτούς πόνους που δοκιμάζουν αυτά τα αθώα ανθρώπινα πλάσματα, τη στιγμή που οι μαιευτήρες – χασάπηδες τα κομματιάζουν στις μήτρες των άσπλαχνων μητέρων τους!

Για να έχουν την ψευδαίσθηση της επανάπαυσης, προσπαθούν να ορίσουν, πότε το έμβρυο αρχίζει να ζει. Παραθέτουμε τη γνώμη γνωστού μαιευτήρα: «Ζωή δεν σημαίνει απλώς τη βιολογική διαδικασία της κυτταρικής διαίρεσης και της ανάπτυξης ιστών. Αν και αυτές οι διεργασίες είναι η βάση για τη βιολογική ύπαρξη, η ανθρώπινη ζωή είναι πολλά περισσότερα από τη συσσώρευση κυττάρων. Περιλαμβάνει τη συνείδηση, τη συναισθηματική αλληλεπίδραση, ακόμα και την ικανότητα λήψης αποφάσεων. Χωρίς τη νευρολογική βάση για τη συνειδητότητα ή την αίσθηση του εαυτού, η βιολογική ύπαρξη δεν ταυτίζεται με τη ανθρώπινη ζωή. Η επιστήμη της εμβρυολογίας δείχνει ότι μέχρι ένα συγκεκριμένο στάδιο ανάπτυξης, το έμβρυο στερείται των βασικών χαρακτηριστικών που ορίζουν τη ζωή, όπως η νοημοσύνη και η αντίληψη»[9]! Φυσικά όλες αυτές οι θεωρίες αποτελούν απλά προσωπικές αντιλήψεις και υποκειμενικές κρίσεις, χωρίς σοβαρή και τεκμηριωμένη επιστημονική απόδειξη. Προφανώς παραβλέπουν το γεγονός ότι το έμβρυο από τη στιγμή της σύλληψής του αποτελεί αυτόνομη οντότητα και αναπτύσσεται σε ανθρώπινη ύπαρξη! Τη στιγμή που, σε ποσοστό σχεδόν 100% θα γεννηθεί και άρα είναι αφαίρεση ζωής, είναι φόνος, έτσι και αλλιώς!

Αλλά δυστυχώς το διαρκές έγκλημα των εκτρώσεων στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν αποτελεί απλά «δημοκρατική κατάκτηση», αναγκαίο κακό, αλλά γενικότερη στάση ζωής! Αυτό αποδεικνύεται από διάφορα συμβάντα, τα οποία παραθέτει στο σχόλιό του ο κ. Ε. Ανδρώνης: «Να θυμίσω ότι στις χώρες του Ηνωμένου Βασιλείου (Αγγλία, Σκωτία, Ουαλία και Βόρεια Ιρλανδία) έχουν θεσπιστεί τα σύγχρονα “Άουσβιτς” των βρεφών που αποκαλούνται “ζώνες ασφαλούς πρόσβασης” (Safe Access Zones). Οι οποίες ορίζουν ότι σε ακτίνα 200 μέτρων από τις κλινικές εκτρώσεων απαγορεύεται αυστηρά οποιαδήποτε διαμαρτυρία (ακόμα και σιωπηλή), παραίνεση ή ακόμα και προσευχή υπέρ της αγέννητης ζωής. Η απαγόρευση ισχύει για διαμαρτυρίες που γίνονται σε δημόσιο, αλλά και σε ιδιωτικό χώρο. H 74χρονη Βρετανίδα, Rose Docherty, έγινε ο πρώτος άνθρωπος που συνελήφθη και αντιμετώπισε ποινικές διώξεις τον Φεβρουάριο του 2025, όταν έπραξε το “έγκλημα” να σταθεί σε μια τέτοια ζώνη θανάτου, κρατώντας μια πινακίδα που έγραφε “Ο εξαναγκασμός είναι έγκλημα – Είμαι εδώ για να σου μιλήσω, μόνο αν το θέλεις”»!

Κάθε φωνή αντίθετη με το έγκλημα των εκτρώσεων θεωρείται «οπισθοδρομική» και …μισογυνική! Να θυμίσουμε τον σάλο που ξέσπασε πριν λίγους μήνες στις Η.Π.Α, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο κήρυξε παράνομες τις εκτρώσεις, όπως τα πηχυαία δημοσιεύματα μεγάλων εφημερίδων:  «Οι ΗΠΑ γυρίζουν 150 χρόνια πίσω: 25 Πολιτείες θα απαγορεύσουν τις αμβλώσεις μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου»! «Επιστροφή στον Μεσαίωνα για τις ΗΠΑ - Σχεδόν οι μισές Πολιτείες, κυρίως στον Νότο, μπορεί να απαγορεύσουν πολύ σύντομα τις αμβλώσεις» κ.α.[10]! Να αναφερθούμε και στο δικό μας πολιτικό και δημοσιογραφικό σύστημα, το οποίο εξέφρασε τον «αποτροπιασμό του για την επιστροφή στο μεσαίωνα και την καταπάτηση του δικαιώματος των γυναικών στην αυτοδιάθεση του σώματός τους»!

Το σύγχρονο αυτό διαρκές έγκλημα αποτελεί έκφανση της γενικότερης πνευματικής και ηθικής κατάπτωσης του σύγχρονου κόσμου, ως ηχηρό προμήνυμα των εσχατολογικών και αποκαλυπτικών καιρών που βιώνει η ανθρωπότητα. Στις αρχαίες προχριστιανικές εποχές οι άνθρωποι σκοτισμένοι από την επήρεια του Σατανά και αλλοτριωμένοι από την αμαρτία θυσίαζαν τα παιδιά τους στους δαιμονικούς ειδωλολατρικούς «θεούς», με σκοπό να «αποσπάσουν την εύνοιά» τους για τη δική τους «ευδαιμονία». Αυτό γίνεται και στις τραγικές ημέρες μας, εκατομμύρια αθώα παιδιά θυσιάζονται πριν γεννηθούν, τους σύγχρονους «βωμούς» των χειρουργείων, για να μην διαταραχτεί ο ατομιστικός και ευδαιμονιστικός τρόπος ζωής των άσπλαχνων γονέων! Στην αρχαία Ρώμη οι άσπλαχνοι γονείς πετούσαν τα παιδιά στις ερημιές, να τα ξεφορτωθούν και να τα κατασπαράξουν τα άγρια θηρία, οι σύγχρονοι γονείς τα πετούν τεμαχισμένα στους υπονόμους, να γίνουν τροφή των τρωκτικών. Και το ακόμα πιο ανατριχιαστικό και αποκρουστικό: να καταλήξουν στα εργαστήρια να γίνουν καλλυντικά, κρέμες προσώπου σώματος για τις «κυρίες»!

Πέραν της πνευματικής και ηθικής έκφανσης αυτού του φρικώδους εγκλήματος, ενέχει και το στοιχείο της παράνοιας. Η γενικότερη εχθρότητα προς τα παιδιά και την αποφυγή της τεκνογονίας, αλλά και τον αποδεκατισμό των αγέννητων παιδιών έχει άμεσες και ολέθριες συνέπειες για τις σύγχρονες κοινωνίες. Ο λόγος για το τρομακτικών διαστάσεων παγκόσμιο πρόβλημα και κύρια των ανεπτυγμένων δυτικών κοινωνιών, είναι το δημογραφικό, το οποίο απειλεί κυριολεκτικά τον άμεσο αφανισμό τους. Η παράνοια βρίσκεται στο γεγονός ότι αυτές, όχι μόνον δεν φροντίζουν πλέον για την ανανέωσή τους από τη γέννηση παιδιών, αλλά νομοθετούν και γίνονται αρωγοί στην καταστροφή τους! Αναφέρουμε για παράδειγμα την ελληνική πραγματικότητα, όπου η συρρίκνωση και η γήρανση της κοινωνίας είναι μια βραδυφλεγής βόμβα, η οποία όπου να είναι θα εκραγεί, με απρόβλεπτα τραγικά αποτελέσματα! Η χώρα μας γερνάει επικίνδυνα, σβήνει, χάνεται, όχι κάπου μακριά, αλλά στις επόμενες δεκαετίες. Αργοσβήνει από την ραγδαία γήρανση του πληθυσμού, αλλά και από έναν άλλο παράγοντα, την λαθρομετανάστευση! Οι πατέρες μας μάτωσαν 500 χρόνια να εκδιώξουν τους άρπαγες και δολοφόνους του Ισλάμ και εμείς τους ανοίγουμε και πάλι την Κερκόπορτα. Η εκπαιδευτική κοινότητα βιώνει αυτή την πολύ ανησυχητική κατάσταση, από το αθρόο κατ’ έτος κλείσιμο δεκάδων σχολείων και την αύξηση των αλλοδαπών και αλλοθρήσκων μαθητών!

Περαίνουμε την ανακοίνωσή μας, θέλουμε κατ’ αρχήν να συγχαρούμε τον έγκριτο και ομολογητή δημοσιογράφο κ. Ε. Ανδρώνη, για το ως άνω άρθρο του, αλλά και για πολλά άλλα, τα οποία θίγουν κακώς κείμενα της ελληνικής και της διεθνούς ζοφερής κατάστασης. Όσον αφορά το μέγα πρόβλημα των εκτρώσεων, το θεωρούμε ως το πιο κακό και ολέθριο ίσως ατομικό και κοινωνικό κακό! Όπως είχαμε τονίζει σε παλιότερη ανακοίνωσή μας με θέμα: «ΕΚΤΡΩΣΙΟΜΑΝΙΑ: Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΔΑΙΜΟΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ», δεν έχουμε δυστυχώς την δύναμη να ματαιώσουμε ή να μετριάσουμε το πρόβλημα των εκτρώσεων.  Δεν μπορούμε εμείς οι αδύναμοι να αναχαιτίσουμε αυτό το παγκόσμιο «τσουνάμι», το οποίο κατανοείται ως ένα από τα πλέον τρομερά «σημεία των καιρών». Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να κρούουμε τον κώδωνα του κινδύνου και στη χώρα μας, η οποία δυστυχώς πρωτοστατεί παγκοσμίως και στις εκτρώσεις, όπου περισσότερα από 300.000 ελληνόπουλα κατακρεουργούνται, κάθε χρόνο, με τον πλέον φρικτό τρόπο και καταλήγουν στους υπονόμους.

Να τελειώσουμε με την επισήμανση, ότι οι εκτρώσεις, οι οποίες, όπως προαναφέραμε, έχουν το χαρακτήρα της γενοκτονίας, αποτελεί ειδεχθές αμάρτημα! Το ατέλειωτο ποτάμι του αίματος των εκατομμυρίων αδικοσφαγμένων παιδιών βόα κάτω από το θρόνο της μεγαλοσύνης του Θεού και η λειτουργία του πνευματικού Νόμου είναι κοντά και θα έχει ανυπολόγιστα τρομακτικές συνέπειες για τον σύγχρονο αποστατημένο κόσμο, ακόμα και για όσους δεν αντιδρούμε και δεν διαμαρτυρόμαστε γι’ αυτή την διαρκή φρικαλεότητα!    

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών

ΕΞ ΕΣΠΕΡΙΑΣ Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ --- ΜΟΝΑΧΟΣ ΘΕΟΚΛΗΤΟΣ (ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ)

Ανέγνωσα εις τον «Τύπον» τας απαντήσεις εις τα τρία άρθρα του Καθηγητού κ. Αλιβιζάτου. Ησθάνθην ικανοποίησιν και ανακούφισιν, διότι ητοίμαζα απάντησιν. Δυστυχώς δεν είναι η εξαίρεσις ο κ. Καθηγητής φρονών τόσον φιλελεύθερα. Το σύνολον σχεδόν των καθηγητών των δύο δυσμοίρων Θεολογικών Σχολών των Πανεπιστημίων μας έτσι φρονούν. Όλαι αι επί μέρους επιστήμαι έχουν κάποιαν συνέπειαν. Οι θεραπεύοντες τας διαφόρους επιστήμας μεταβαίνουν εις Ευρώπην και Αμερικήν δια την καλυτέραν συγκρότησίν των και καλώς ποιούν. Αλλ’ οι Θεολόγοι μας τι θέλουν εις τα Καθολικά και Προτεσταντικά Πανεπιστήμια; Τι θα μάθουν εις αυτά οι Ορθόδοξοι Καθηγηταί; Ιδού αι συνέπειαι της ασυνεπείας. Συνήθως λέγουν ότι μανθάνουν τας θεολογίας των Προτεσταντών και των Καθολικών ως και τον τρόπον σκέψεως, δια να δύνανται να γνωρίζουν σαφέστερον τας διαφοράς μας. Και εντεύθεν να αγαπούν περισσότερον την Ορθοδοξίαν και να την προστατεύουν. Δυστυχώς, όμως, δεν συμβαίνει αυτό. Ίσως η πρόθεσις να είναι καλή. Και είναι καλή. Αλλά δεν δύναται η πρόθεσις να γίνη πραγματικότης. Διότι εισέρχονται εις κλίματα επικίνδυνα χωρίς τα απαραίτητα μέσα αυτοπροστασίας. Πώς να προστατεύση ένας «καθηγητάκος» 22-25 ετών τον εαυτόν του, από τας ισχυράς επιδράσεις της Ρωμαιοκαθολικής και Προτεσταντικής Θεολογίας, όταν, εστερημένος ορθοδόξων κριτηρίων, ευρίσκεται μέσα εις την γοητεύουσαν ατμόσφαιραν του Δυτικού ρασιοναλισμού; Με ποία μέσα να αντιδράση ενώπιον της θαμβούσης ψευδοσοφίας των Ευρωπαίων το χθεσινόν, κομπλεξικόν δια την καταγωγήν του, χωριατόπουλον, που οιστρηλατημένον από το όνειρον να γίνη μέγας Θεολόγος, με γλώσσες και ευρωπαϊκήν σκέψιν, ρουφά ευχαρίστως ό,τι του σερβίρει η Κίρκη της λογοκρατουμένης Θεολογίας; Και ενώ η Ευρώπη και η Αμερική θα έπρεπε να χαρακτηρισθούν από τους γνησίους εκπροσώπους της Ορθοδόξου Θεολογίας ως απηγορευμέναι ζώναι, αντιθέτως, με το σύστημα των υποτροφιών εις τα αιρετικά Πανεπιστήμια, στέλλονται εις αυτά «ως πρόβατα επί σφαγήν» τα λυμφατικά φοιτητάκια μας, δια να επιστρέψουν ως άλλοι γενίτσαροι της Εκκλησίας μας, μεστά οιήσεως και κομπορρημοσύνης. Και εν μόνον δεν υποψιάζονται: ότι και θεολόγοι δεν έγιναν, αλλά και τον Χριστόν απώλεσαν. Εντεύθεν τα δεινά της Εκκλησίας. Η σύγκρουσις μεταξύ της παραδοσιακής Ορθοδοξίας και της ασυγκρατήτου διανοητικότητος των άνευ σεβασμού προς την παράδοσιν θεολόγων – επιστημόνων Προτεσταντικής ή Ρωμαιοκαθολικής εκδόσεως – καθίσταται αναπόφευκτος. Και να σκέπτεται κανείς την έκτασιν, που έχει λάβει εις την εποχήν μας το κακόν τούτο! Πως, λοιπόν, να ελπίσωμεν εις την εξάπλωσιν της θείας και αμώμου Ορθοδοξίας εις τον κόσμον; Και πως, με μίαν θεολογίαν άνευ Παραδόσεως, δεν παρασκευάζομεν το έδαφος, δια να εισέλθουν εις τον χώρον της αδιαφθόρου Ορθοδοξίας μας οι «κατεφθαρμένοι τον νουν» αιρετικοί; Η επί των ημερών μας αναταραχή της Εκκλησίας δεν οφείλεται εις την πεπλανημένην αντίληψιν περί Ορθοδοξίας των θεολόγων μας; εάν ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Αθηναγόρας δεν έζη επί έτη πολλά εις Αμερικήν, η οποία επιδρά ολεθρίως και εις τους πλέον ισχυρούς χαρακτήρας, και δεν ενισχύετο από τους θεολόγους του περιβάλλοντος του Φαναρίου και τους Πανεπιστημιακούς ιδικούς μας, θα προέβαινεν εις ενεργείας, αι οποίαι δικαίως εξήγειραν σύμπαντα τον Ορθόδοξον λαόν; Εάν έλεγον οι θεολόγοι μας εις τον Παναγιώτατον ότι η Ορθοδοξία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, αι δε λεγόμεναι Εκκλησίαι είναι έξω της αληθείας και της σωτηρίας, είναι αιρετικαί μάζαι, θα ετόλμουν τας τόσον ταπεινωτικάς δια την Ορθοδοξίαν ενεργείας, όσον και να επεθύμει να υπηρετήση πολιτικούς σκοπούς προς όφελος των ξένων;

Ο καθηγητής κ. Αλιβιζάτος είναι ο τύπος του δυτικοπλήκτου Θεολόγου. Εσπούδασεν εις Προτεσταντικά Πανεπιστήμια, όπως και οι συνάδελφοί του, οι οποίοι ήλθον εις την Ελλάδα με τίτλους και 2-3 ξένας γλώσσας, προσόντα ικανά δια μίαν έδραν εν ταις Σχολαίς της Θεολογίας των Πανεπιστημίων μας. Και εντεύθεν διδάσκουν τι; Ορθόδοξον Θεολογίαν! Που την έμαθον; Γνώσις είναι η θεολογία; Ή μάλλον: γνώσις μόνον; Δυνάμεθα να χωρίσωμεν την Ορθόδοξον ζωήν από την Ορθόδοξον γνώσιν; Εάν δεν διδαχθώμεν ορθοδόξως και δεν ζήσωμεν ορθοδόξως, πως είναι δυνατόν να γίνωμεν ορθόδοξοι, και μάλιστα διδάσκαλοι της Ορθοδοξίας; Φιλοσοφία είναι η θεολογία; Δεν είναι άνθος της εν Χριστώ ζωής; Δεν είναι μία μαρτυρία συνεχιζομένη, μία μαρτυρία της Αποστολικής και Πατερικής διδασκαλίας; Δεν είναι ζωή; Αν δεν είναι ζωή και είναι φιλοσοφικά σχήματα, τότε προς τι το θεολογείν; Διατί ημείς οι Ορθόδοξοι, που διετηρήσαμεν ανόθευτον την Πατερικήν θεολογίαν, άνευ της οποίας η Ορθοδοξία νοθεύεται, να μη την καλλιεργώμεν, δια να ακτινοβολή ως σωτηριώδης αλήθεια, αλλά να καταφεύγωμεν εις τα αιρετικά Πανεπιστήμια, με αποτέλεσμα να αυξάνωμεν την εν τω κόσμω σύγχυσιν; Αν ημείς δεν κατέχωμεν παμφαή την αλήθειαν, που ευρίσκεται λοιπόν; Που να την αναζητήση ο άνθρωπος; Δεν υποψιάζονται οι εις Δύσιν μεταβαίνοντες πόσον μέγαν κακόν προκαλούν εις εαυτούς, τους γενησομένους μελλοντικώς μαθητάς των και εις όλον τον κόσμον, όταν αφήνουν την αγίαν των Εκκλησίαν, εντός της οποίας μυσταγωγούνται την θεολογίαν, και την αναζητούν εκεί που δεν υπάρχει ειμή σύγχυσις και αμφιβολία και σκότος βαθύ; Και εντεύθεν γίνονται πρόξενοι σχισμάτων και ερίδων εις την Εκκλησίαν, ειρήνην άγουσαν. Και ενώ «περιάγουν ξηράν και θάλασσαν», δια να επιτύχουν την «ένωσιν» των απανταχού χριστιανών «εξ αγάπης», κατορθώνουν ασφαλώς να διαιρούν τους εν Χριστώ αδελφούς εντός του χώρου της Ελληνικής Ορθοδοξίας, εις ενωτικούς και ανθενωτικούς! Πότε, επί τέλους, θα γίνη αντιληπτή αυτή η αντινομία, που υπάρχει εντός της Ορθοδόξου Ελληνικής Εκκλησίας; Πότε η αγία Εκκλησία μας, ως αυτάρκης εν τη αληθεία, θα εκμεταλλευθή τον ίδιον πλούτον; Πότε θα δημιουργήση τας προϋποθέσεις εκείνας, που θα της επιτρέψουν, όπως οι παρουσιαζόμενοι να διδάξουν την ευσέβειαν μη μολύνωνται από το αιρετικόν μίασμα; Πότε θα απαλλαγώμεν από το πλέγμα κατωτερότητος έναντι των Ευρωπαίων; Διατί δεν συνειδητοποιούμεν τους θησαυρούς που μας εχάρισεν ο Θεός, ως αλήθειαν και φως πίστεως και ζωής, αλλά αρχοντοχωριατικώς θεωρούμεν αναγκαίον τον εμβολιασμόν μας με τον ιόν του προτεσταντισμού και του καθολικισμού, των αιρετικών, «οις ουκ έστι σωτηρία»; Εάν εγκαταλείψωμεν την Ορθόδοξον πνευματικήν παράδοσιν, η οποία διήκει εις την ιστορίαν της Εκκλησίας μέχρι των ημερών μας, ως αδιάσπαστος και αλυσιδωτή σπονδύλωσις και συνέχεια Πατερικής θεολογίας, που θα στραφώμεν και πως δεν θα ολισθήσωμεν εις αιρέσεις; Λυπούμαι, διότι είμαι υποχρεωμένος να είπω ότι αι θεολογικαί μας Σχολαί δεν ωφελούν την Εκκλησίαν. Την βλάπτουν πολλάκις. Αν λάβη κανείς υπ’ όψιν ότι οι διάκονοι της Εκκλησίας, είτε δια τον Κλήρον προορίζονται είτε δια να εργασθούν ως λαϊκοί θεολόγοι, πρέπει να διέλθουν απαραιτήτως από τας θεολογικάς  Σχολάς των Πανεπιστημίων μας, εύκολον είναι να αντιληφθή, πως διαμορφούνται από διδασκάλους, οι οποίοι εμορφώθησαν εις προτεσταντικά ή καθολικά Πανεπιστήμια. Είναι θαύμα πως δεν εγίναμεν ακόμη αιρετικοί… Σπάνιον το φαινόμενον Πανεπιστημιακού Καθηγητού, που να διέφυγε τας επιδράσεις των ξένων. Το λάθος, όμως, δεν είναι των θεολογικών μόνον Σχολών. Η Πολιτεία έχει ανάγκην από πεπαιδευμένους Έλληνας. Και βλέπει την θεολογίαν ως ένα κλάδον παιδείας, και αδιαφορεί δια το πώς λειτουργεί. Η Εκκλησία όμως διατί δεν μεριμνά δια την ορθόδοξον συγκρότησιν των φορέων του ευαγγελικού λόγου; Βλέπομεν τους ερχομένους εις το Άγιον Όρος φοιτητάς της θεολογίας, εν πλήρει συγχύσει ιδεών και φρονημάτων ως προς την Ορθοδοξίαν, και αποκαρδιούμεθα δια το μέλλον της αγιωτάτης Εκκλησίας μας. Τους αναπτύσσομεν τας θεμελειώδεις αρχάς της Ορθοδόξου θεολογίας και μας ατενίζουν έκπληκτοι, ως εάν ήκουον ξένην διάλεκτον. Παραδίδω άνευ σχολίων εις τους αναγνώστας το κατωτέρω εκφραστικόν γεγονός. Προ διετίας εδέχθην εις το κελλίον μου εν τη Ιερά Μονή της Μετανοίας μου, δύο Λουθηρανούς θεολόγους, υποτρόφους του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετά διημέρους συνομιλίας επί θεολογικών θεμάτων μοι είπον: «Πάτερ, έχομεν μακρόν διάστημα παρακολουθούντες Ορθόδοξον Θεολογίαν εις Αθήνας. Σας βεβαιούμεν ότι εδώ εις το κελλίον σας αντελήφθημεν τας μεγάλας διαφοράς μας, ότι τέλος έχομεν διαφοράς. Σας ευχαριστούμεν!». Και ετέρα περίπτωσις, όχι ολιγώτερον σημαντική της πρώτης. Ότε κατά το έτος 1959 εκτελούντο αι πανορθόδοξοι εορταί επί τη 600η επετείω από της Κοιμήσεως του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά εν Θεσσαλονίκη, και μετά τας γενομένας ομιλίας του προγράμματος, με επλησίασεν ο αιδεσιμώτατος πρωτοπρεσβύτερος π. Κωνσ. Ρουζίτσκυ, πρύτανις της Θεολογικής Ακαδημίας της Μόσχας, δια να μου είπη: «πρώτην φοράν, πάτερ, βλέπω λαϊκούς καθηγητάς να ομιλούν περί μοναχισμού. Αυτό δεν το γνωρίζομεν εις την Ρωσίαν…». Θα το είπω και τούτο προς εντροπήν μας. Οι Ρώσοι θεολόγοι εκπροσωπούν σήμερον την Ορθόδοξον θεολογίαν. (Έχομεν, βεβαίως, και τας επαινετάς εξαιρέσεις εις τον κανόνα). Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς δεν ήτο Ρώσος. Είναι Έλλην βυζαντινός θεολόγος, εν τούτοις μόνον οι Ρώσοι μας τον…. επαρουσίασαν!  Εμάθομεν μόνον από τους Ρώσους θεολόγους τι σημαίνει άγιος Γρηγόριος Παλαμάς δια την Ορθόδοξον Θεολογίαν. Και οσάκις οι ιδικοί μας ασχοληθούν, κατά συμβεβηκός, με την θεολογίαν του, τελικώς θα μας είπουν: «δυστυχώς πολλή μελάνη εχύθη δι’ εν θέμα τόσον προσκρούον εις την ημετέραν λογικήν»! Και έχουν ασφαλώς δίκαιον, διότι νομίζουν ότι η θεολογία η Ορθόδοξος είναι μόνον λογική. Εις εμέ όμως αρκεί η μαρτυρία αυτή, δια να επιβεβαιώση του λόγου μου το ασφαλές. Αλλά θα δώσουν φρικτόν λόγον εις τον Θεόν οι θεολόγοι μας δια την σιωπήν των ή την αντορθόδοξον, έστιν ότε, λαλιάν των, επί του συγκλονίζοντος τας συνειδήσεις του ορθόδοξου λαού θέματος της ενώσεως. Είναι λυπηρόν, ότι εκ των εν ενεργεία καθηγητών των Πανεπιστημίων μας μόνον ένας φιλόλογος κατήγγειλε την παρασκευαζομένην προδοσίαν εις βάρος της Ορθοδοξίας. Τι να λέγη, τάχα, ο μέγας Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, βλέπων τον λαόν του επηρεαζόμενον από τους θεολόγους της επαρχίας του και οδηγούμενον προς εκείνους, οι οποίοι τον αφώρισαν; Επί τη ευκαιρία θα παρεκάλουν την δ)νσιν του «Τύπου» να ανεδημοσίευε, χάριν των χιλιάδων αναγνωστών του, την ομιλίαν του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, που περιελήφθη εις τον πανηγυρικόν τόμον επί ταις εορταίς του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (Θεσσαλονίκη 1960). Ελπίζω έτσι να μάθουν τι είναι Ορθόδοξος Θεολογία, τα αξιολύπητα εκείνα παιδιά που σπουδάζουν θεολογίαν. Θα μάθουν και από πού αρχίζουν αι διαφοραί μας με τους αιρετικούς. Διότι με τας θεωρίας των καθηγητών των, ότι διαφέρομεν με τους αιρετικούς μόνον κατά τας μεθόδους σκέψεως, ότι ημείς είμεθα συνθετικοί και εκείνοι αναλυτικοί, ότι ημείς αναχωρούμεν εκ των επί μέρους και άλλα τοιαύτα φιλοσοφικά και θεωρητικά κατασκευάσματα, ουδέν έτερον επιτυγχάνεται, ειμή να εγκαθίσταται εις τον νουν των νέων θεολόγων εν ολόκληρον αφηρημένον σύστημα ιδεών, ενώ έχουν ανάγκην μόνον από ένα πτερόν του Αγίου Πνεύματος εις την καρδίαν των!

Αγία Θεοδώρα Βασίλισσα της Άρτας


Πρώτο μέλημα της Αγίας, ήταν η διαφύλαξη της εδαφικής, κυρίως όμως της πνευματικής ακεραιότητας και υποστάσεως του κράτους. Έτσι μεγάλη της φροντίδα στάθηκε η διαφύλαξη της Ορθοδόξου πίστεως, που την εποχή αυτή απειλείτο από τον παπισμό και την λατινική προπαγάνδα, η οποία είχε ως στόχο την «ένωση» των Εκκλησιών. Η Αγία αντιτάχθηκε σ’ αυτή την προοπτική. Το Δεσποτάτο, που από το 1204 είχε δεχθεί ως πρόσφυγες σημαντικές προσωπικότητες από την Κωνσταντινούπολη και είχε κρατήσει αυστηρή ορθόδοξη πολιτική επί Θεοδώρου Δούκα και Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Άρτης Ιωάννου Απόκαυκου, έγινε τελικά καταφύγιο όλων των ζηλωτών Ορθοδόξων της πρώην ενιαίας Βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Σ’ αντίθεση με την φιλενωτική πολιτική της αυτοκρατορίας της Νίκαιας – και αργότερα της επανακτημένης Κωνσταντινουπόλεως – η πολιτική του Δεσποτάτου παρέμεινε καθαρά και αυστηρά Ορθόδοξη. Όταν δε το έτος 1275 γίνεται Οικουμενικός Πατριάρχης ο ενωτικός Ιωάννης ΙΑ’ Βέκκος (1275-1282), πολλοί ορθόδοξοι κληρικοί και μοναχοί βρίσκουν προστασία στο Δεσποτάτο της Ηπείρου. Σαν αντιστάθμισμα της Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως του έτους 1276 και της καταδίκης όλων των ανθενωτικών, το έτος 1277 γίνεται Σύνοδος στις Νέες Πάτρες (σημερινή Υπάτη), όπου καταδικάζονται και αφορίζονται όλοι οι ενωτικοί και ο Πατριάρχης Ιωάννης Βέκκος

Αριστοτέλης Σ

Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος-θεολόγος Ὑποκριτικὴ πίστη καὶ ἀνυπόκριτος ἀγάπη

Θαυμαστή ὑπῆρξε, πράγματι, ἡ πίστη τόσο τοῦ παραλυτικοῦ ὅσο καὶ τῶν μεταφορέων του (Ματθ., θ’ 1-8), ὅπως θὰ ἀκούσουμε στὸ Εὐαγγέλιο αὐτῆς τῆς Κυριακῆς, Στ’ Ματθαίου. Ὁ πρῶτος, ἀδυνατῶντας νὰ βοηθήσῃ ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του, λόγῳ τῆς ἀσθενείας του, τὸν ἐμπιστεύεται στὰ χέρια τῶν ἀδελφῶν του καὶ δέχεται μὲ ταπείνωση καὶ ὑπακοὴ τὴν βοήθειά των. Ἐκεῖνοι, πάλι, ἀναλαμβάνουν ὄχι μόνον νὰ τὸν ἐξυπηρετήσουν ἀλλὰ καὶ νὰ ξεπεράσουν τὸ ἀντικειμενικὸ ἐμπόδιο τῆς προσεγγίσεως τοῦ Κυρίου, λόγῳ τοῦ πλήθους, ἐπινοῶντας τὸ χάλασμα τῆς στέγης τοῦ σπιτιοῦ, ὅπου ἐκήρυττε ὁ Κύριος, προκειμένου νὰ ὁδηγήσουν τὸν πονεμένο ἀδελφό των μπροστά Του. Ἔτσι ὁ Κύριος, «ἰδὼν τὴν πίστιν αὐτῶν», ἀσθενοῦς καὶ μεταφορέων, δὲν χρειάζεται ἄλλη ἀπόδειξη, γιὰ νὰ βεβαιωθῆ, ὥστε νὰ κάνῃ πλέον Ἐκεῖνος αὐτὸ ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ κάνουν οἱ ἄνθρωποι.

Ἐνεργεῖ, λοιπόν, ὄχι μόνον ἕνα ἀλλὰ δύο θαύματα στὸν παραλυτικό: θεραπεύει πρῶτα τὸ αἴτιο τῆς ἀσθενείας, τὴν ἁμαρτία («τέκνονἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι»), καὶ στὴν συνέχεια, προκειμένου τὸ θαῦμα Του νὰ γίνῃ φανερὸ καὶ πιστευτὸ ἀπὸ τοὺς ὑπολοίπους, κάνει καλὰ καὶ τὸ παράλυτο σῶμα («ἐγερθεὶς ἆρον σου τὴν κλίνην καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκον σου. Καὶ ἐγερθεὶς ἀπῆλθεν…»), προσφέροντας στὸν ταλαίπωρο ἄνθρωπο ὁλοκληρωμένη ἴαση, «ὡς ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων».

Ἔτσι, ὁ Κύριος ἐπιτελεῖ, κατ’ οὐσίαν, καὶ ἕνα τρίτο «θαῦμα»: προκαλεῖ τὸν θαυμασμὸ τοῦ συγκεντρωμένου πλήθους, «τῶν ὄχλων», οἱ ὁποῖοι ἐπίστευσαν καὶ μάλιστα «ἐδόξασαν τὸν Θεὸ ποὺ ἔδωσε τέτοια ἐξουσία στοὺς ἀνθρώπους» (ὅ. π. 8). Ἡ φράση αὐτὴ μπορεῖ νὰ ἑρμηνευθῆ ὡς ἑξῆς: δόξασαν τὸν Θεό, ὁ Ὁποῖος διὰ τοῦ Υἱοῦ Του, τοῦ Χριστοῦ, ποὺ Τὸν θεωροῦσαν ἄνθρωπο, ἐνήργησε θαυματουργικά, ἀποδεικνύοντας ἔτσι ὅτι δὲν εἶναι ἁπλῶς ἄνθρωπος ἀλλὰ καὶ Θεός, ἢ δόξασαν τὸν Θεό, ὁ Ὁποῖος, διὰ τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἔδωσε ἐξουσία στοὺς ἀνθρώπους νὰ θεραπεύουν ἀσθένειες, ὅπως ἔγινε λ.χ. μὲ τοὺς Ἁγίους, τοὺς πρώην κοινοὺς ἀνθρώπους, γι’ αὐτὸ καὶ ψάλλομε στὰ Ἀπολυτίκιά των: «Δόξα τ σὲ δοξάσαντι Χριστ, … δόξα τῶ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα».

Ἕνα μόνον θαῦμα δὲν μπόρεσε νὰ κάνῃ ὁ Χριστός: νὰ πείσῃ τοὺς παρισταμένους γραμματεῖς, προκαλῶντας καὶ τὸν δικό των θαυμασμὸ γιὰ τὴν ἀναμφισβήτητη θεϊκή του ἐξουσία. Αὐτὸ δὲν ἔγινε, ὄχι γιατὶ δὲν τὸ ἤθελε ὁ Κύριος, ἀλλὰ γιατὶ δὲν τὸ ἐπιθυμοῦσαν οἱ ἴδιοι. Προσκολλημένοι καθὼς ἦσαν στὸ γράμμα τοῦ νόμου ἀδυνατοῦσαν νὰ δεχθοῦν πὼς ὁ «Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐξουσίαν ἔχει ἐπὶ τῆς γῆς ἀφιέναι ἀνθρώποις ἁμαρτίας» (ὅ. π. 6). Δὲν τὸν παραδέχονταν ὡς Θεό, παρ’ ὅλον ὅτι εἶχαν γίνει μάρτυρες πλήθους θαυμάτων Του. Ὡς γνωστόν, ἄλλωστε, κανένα θαῦμα δὲν μπορεῖ νὰ γίνῃ, χωρὶς τὴν πίστη καὶ τὴν συγκατάθεση τῶν ἀνθρώπων, τὴν ἐλευθερία τῶν ὁποίων σέβεται ἀπολύτως ὁ Κύριος.

Ἂς ἀναρωτηθοῦμε καὶ ἐμεῖς, ἀδελφοί μου, μὲ τὴν σειρά μας! Διαθέτομε πίστη, καὶ ἐὰν ναί, τί λογῆς πίστη διαθέτομε; τὴν γνήσια καὶ ἀνυπόκριτο πίστη τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων τῆς περικοπῆς, ποὺ ἔσπευσαν μὲ θαυμασμὸ νὰ ὁμολογήσουν τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ ἢ μήπως τὴν ὑποκριτικὴ πίστη τῶν γραμματέων ποὺ ἀρνοῦνταν νὰ πιστεύσουν, παρὰ τὶς ἁπτὲς ἀποδείξεις περὶ θεότητος τοῦ Κυρίου, ποὺ διαρκῶς τοὺς προσφέρονταν; Οἱ τελευταῖοι, ἄλλωστε, δὲν διέθεταν οὔτε ταπείνωση ἀπέναντι στὸν Θεὸ οὔτε ἀγάπη πρὸς τὸν πονεμένο συνάνθρωπό των, ὥστε νὰ χαροῦν μὲ τὴν θεραπεία του.

Ἂς κάνωμε, λοιπόν, κατ’ ἀρχάς, μὲ εἰλικρίνεια τὴν αὐτοκριτική μας καὶ ἂς ἀκολουθήσωμε, στὴν συνέχεια, τὴν προτροπὴ τοῦ Παύλου: «ἡ ἀγάπη ἀνυπόκριτος, ἀποστυγοῦντες τὸ πονηρὸν καὶ κολλώμενοι τῷ ἀγαθῷ» (Ῥωμ., ιβ’ 9), προσέχοντες νὰ ἐφαρμόζωμε καὶ τὰ δύο: καὶ τὸ κακὸ νὰ ἀποστρεφώμαστε («ἀποστυγοῦντες τὸ πονηρόν»), καὶ μάλιστα τὸν κακό μας ἑαυτό, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀγαθὸ νὰ ἐφαρμόζωμε πιστά, ὥστε νὰ μὴν νικώμεθα ὑπὸ τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ νὰ νικῶμεν «ἐν τῷ ἀγαθῷ τὸ κακόν» (ὅ. π. 21).

Ἔτσι καὶ μόνον ἔτσι, καὶ τὴν προσωπική μας παραλυσία θὰ ξεπερνοῦμε καὶ τὴν γενικὴ παραλυσία θὰ ἀντιμετωπίζωμε, μὲ ἀνυπόκριτη πίστη καὶ ἀγάπη στὸν Θεὸ καὶ μὲ τὴν μεταξύ μας εἰλικρινῆ ἀγάπη καὶ συνεργασία πρὸς δόξα Θεοῦ καὶ πρὸς σωτηρία πάντων ἡμῶν. Γένοιτο!

Πνευματικὴ ἀφασία -- Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. ∆ιονυσίου Τάτση

Οι περισσότεροι Μητροπολίτες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος δέν ἔχουν ἐκτιµήσει τόν πνευµατικό κίνδυνο τοῦ οἰκουµενισµοῦ. Ἐνῶ ὑποτίθεται ὅτι ἀγρυπνοῦν γιά τό ποίµνιό τους, θεωροῦν ὅτι ὁ οἰκουµενισµός δέν εἶναι ἐπικίνδυνος, ἀφοῦ ξεκινάει καί κατευθύνεται ἀπό τό Οἰκουµενικό Πατριαρχεῖο! ∆έν ἐξετάζουν οἱ ἴδιοι τό θέµα, ἀλλά παθητικά δέχονται ὅσα τό Πατριαρχεῖο προγραµµατίζει καί µεθοδεύει. Καί αὐτό τό θεωροῦν σπουδαῖο κατόρθωµα, γιατί κάνουν τυφλή ὑπακοή στόν Πατριάρχη τοῦ Γένους, τήν ὥρα πού θά ἔπρεπε νά εἶχαν χάσει τόν ὕπνο τους καί νά µιλοῦσαν συνεχῶς γιά τήν παναίρεση τοῦ οἰκουµενισµοῦ, ὁ ὁποῖος κατεδαφίζει τήν Ὀρθοδοξία. ∆υστυχῶς αὐτοί ἀδιαφοροῦν καί συχνά συνευφραίνονται µέ τόν Πατριάρχη κατά τίς ἐπισκέψεις του στήν Ἑλλάδα. Οἱ ἀδιάφοροι αὐτοί µητροπολίτες συνήθως εἶναι πολυµέριµνοι καί ἀσχολοῦνται µέ κοινωνικά καί πολιτικά θέµατα, ἀκόµη καί ἀθλητικά γεγονότα, προκαλώντας τήν πλειοψηφία τοῦ λαοῦ µας. Θέλουν νά ἐµφανίζονται ὡς πνευµατικοί ἡγέτες, ὄντας ἀδιάφοροι στούς πνευµατικούς κινδύνους, ὅπως εἶναι ὁ οἰκουµενισµός. Σέ λίγο θά χάσουµε τήν ἀκεραιότητα τῆς πίστεώς µας καί τήν πολύτιµη παράδοσή µας. Ἀναφέρω µιά περίπτωση πνευµατικῆς ἀφασίας, ἡ ὁποία ἐπιβεβαιώνει τά παραπάνω.

Ἕνας πρωτοσύγκελλος, ὑπερασπιζόµενος τό µητροπολίτη του σέ µιά ὑπόθεση µέ κάποιον ζηλωτή κληρικό, εἶπε τό ἑξῆς ἀποκαλυπτικό καί συνάµα ἀποκαρδιωτικό: «Ὁ Σεβασµιώτατος οὐδέποτε ἠσχολήθη µέ τό θέµα τοῦ Οἰκουµενισµοῦ οὔτε τοῦ Ἀντιοικουµενισµοῦ, οὔτε ἔχει καταχωρήσει ἀπόψεις θετικές γιά τό ζήτηµα τοῦ οἰκουµενισµοῦ καί τοῦ παπισµοῦ». Ποιόν, ἀλήθεια, νά πρωτοσυγχαρῶ; Τόν πρωτοσύγκελλο ἤ τό µητροπολίτη; Θά εἶχε ἐνδιαφέρον νά µᾶς ἔλεγαν, γιατί συµβαίνει αὐτό, ὅταν ὁ συγκεκριµένος µητροπολίτης εἶναι λαλίστατος καί ποτέ δέν δήλωσε ἄγνοια ἤ ἀναρµοδιότητα γιά κάποιο θέµα οὔτε καί ἀρνήθηκε ποτέ τά µικρόφωνα καί τίς κάµερες. ∆υστυχῶς, οἱ συγκεκριµένοι αὐτοί ρασοφόροι ἐπιδιώκουν τήν κοσµική δόξα, γι᾿ αὐτό δέν πρέπει νά ἐλπίζουµε ὅτι κάποτε θά ἀποκτήσουν ἀντιοικουµενιστικό φρόνηµα. Ἄν δέ ἀναλογιστοῦµε λίγο καί τήν ἱστορία τους, δηλ. πῶς ἐκλέχτηκαν µητροπολίτες, πῶς µετατέθηκαν σέ πλουσιότερες καί µεγαλύτερες µητροπόλεις καί πῶς κατόρθωσαν νά ἐκλεγοῦν καί οἱ στενοί τους συνεργάτες µητροπολίτες, περιφρονώντας τό Ἅγιο Πνεῦµα, ἀσφαλῶς εἶναι παραδείγµατα πρός ἀποφυγήν, καί ἄς εἶναι δεκαετίες µητροπολίτες. Πρέπει πάντα νά θυµόµαστε ὅτι ὁ σεβασµός δέν ἐπιβάλλεται, ἀλλά ἐµπνέεται ἀπό τό ἦθος καί τήν ἐν φόβῳ Θεοῦ διακονία στήν Ἐκκλησία καί ὄχι µέ τή θορυβώδη θεωρητική κοινωνική δράση, προκειµένου νά προκληθοῦν χειροκροτήµατα θαυµασµοῦ.

Ο Πολυμενόπουλος Διονύσιος σχολίασε την ανάρτηση "ΕΥΑΓΡΙΟΣ – ΔΗΜΟΦΙΛΟΣ: ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ;"

Οι Ιεροί Κανόνες θεσπίστηκαν από την Ορθόδοξη Εκκλησία εν Πνεύματι Αγίω για την διαφύλαξη της Ορθόδοξης Πίστεως ( Δόγμα) και για την εύρυθμη λειτουργία της Εκκλησίας σύμφωνα με το Θείο Θέλημα. Η Ιεροί Κανόνες έγιναν για την υπεράσπιση της Εκκλησίας , δογματική και λειτουργική, και όχι για να χρησιμοποιούν, λόγω θέσεως ή αξιώματος, άνθρωποι έχοντες αιρετικά φρονήματα σε πραγματική ζημία της Εκκλησίας και του έργου της. Η Οικονομία στην Εκκλησία είναι ένα όπλο ανθρώπινης πνευματικής ή και εν γένει θεραπείας στον Εκκλησιαστικό χώρο , που μπορούν είτε εν Συνόδω είτε από την ευθύνη λόγω θέσεως να χρησιμοποιούν μόνο οι Ορθόδοξοι στο φρόνημα και πάντοτε με σκοπό και στόχο την θεραπεία πνευματικών ή εν γένει προβλημάτων. Οι υπερόριες χειροτονίες από Ορθοδόξους σε καιρό Αιρέσεως για την βοήθεια των Ορθοδόξων σε άλλες περιοχές όπου κυριαρχούν οι Αιρετικοί είναι ακριβώς ένα ιστορικό παράδειγμα Θεαρεστης Οικονομίας.

Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Θ Ε Ν ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ: «ΤΟ ΑΛΗΘΕΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΩΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΩΝ ΡΟΩΝ»

 Πειραιάς, 16 Ἰουλίου 2025

 

Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Θ Ε Ν

ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ:

 

«ΤΟ ΑΛΗΘΕΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΩΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΩΝ ΡΟΩΝ»

«Πόσες χώρες εξαφανίσαμε, των οποίων οι κάτοικοι ζούσαν πλουσιοπάροχα!  Βλέπετε τα οικημάτά τους;  Είναι σχεδόν έρημα και τα κληρονομήσαμε Εμείς». (Κοράνιον, Σούρα «ΤΑ ΣΥΜΒΑΝΤΑ - αλ Κάσας», Κεφ. 28, στ. 58)

«Να τρέφεσθε απ’ τα αγαθά τα οποία κυριεύσατε από τον εχθρό και να φοβάστε τον Κύριο».  (Κοράνιον, Σούρα «ΤΑ ΛΑΦΥΡΑ – αλ Ανφάλ», Κεφ. 8, στ. 69)

 

Παρακολουθούμε τον δημόσιο διάλογο για τις μεταναστευτικές ροές που καταφθάνουν στα παράλια της Κρήτης και της Γαύδου και ειλικρινώς διαπορούμε για την έλλειψη διακρίσεως των γεγονότων και μάλιστα από αξιόλογους Πανεπιστημιακούς και Πολιτικούς άνδρες και γυναίκες.

Δυστυχώς, κανείς δεν αναφέρεται στην ουσία του προβλήματος, που για την πατρίδα μας είναι θέμα υπάρξεως, ζωής και επιβιώσεως του Έθνους των Ελλήνων, που αποτελεί και τον πυρήνα του ισχύοντος Συντάγματός μας.  Το δικαίωμα κάθε λαού στην άμυνα και την επιβίωση κατοχυρώνεται και από την Χάρτα των Ηνωμένων Εθνών και από άλλες Διεθνείς Συμβάσεις.  Ο λαός μας ποτέ δεν διεξήγαγε επιθετικούς πολέμους ούτε υπήρξε αποικιοκράτης αλλά πάντοτε αμύνθηκε «υπέρ βωμών και εστιών». 

Το βασικό λοιπόν πρόβλημα των μεταναστευτικών ροών για την πατρίδα μας είναι η μουσουλμανική θρησκευτική πίστις των πληθυσμών που φθάνουν στις ακτές μας, διότι αυτή η θρησκευτική παραδοχή του Ισλάμ εδράζεται στην «αρπαγή της πατρίδας και της περιουσίας των απίστων» και στην επέκταση του Ισλάμ με την μετοίκηση, όπως καταδεικνύεται με τα δύο εδάφια από τις Σούρες που έχουν τεθεί στον τίτλο του ανακοινωθέντος.

Η Ισλαμική πίστις, που ενδύει με θρησκευτικό χαρακτήρα, ως εντολή του «Θεού», την αρπαγή της γης και των αγαθών των άλλων και  αποτελεί το οντολογικό θεμέλιο των ανθρώπων αυτών, που δεν τους επιτρέπει να ενσωματωθούν στις δυτικές πλουραλιστικές κοινωνίες είναι το μέγα πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι Ευρωπαϊκές Χώρες.  Τα ισλαμικά εγκλήματα, με επίκληση των σχετικών χωρίων του Κορανίου είναι πασίγνωστα.

Ειδικότερα, η πατρίδα μας λόγω της γεωπολιτικής της θέσεως και της γειτνιάσεώς της με τα απολεσθέντα εδάφη της στην Ευρωπαϊκή Ήπειρο και την Μικρά Ασία, που τα διήρπασε ο Τουρκικός επεκτατισμός, γεγονός που το προβάλλει συνεχώς η Γειτονική Χώρα, με γιορτές και πανηγύρια για την αποφράδα, για εμάς, ημέρα της Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, υψώνουσα την χαντζάρα δια του Δ/ντου θρησκευτικών υποθέσεων, εντός του πανιέρου Ναού της του Θεού Σοφίας, που μετέβαλε σε τζαμί, υφίσταται σοβαράν διακινδύνευσιν υπάρξεως από την είσοδο μουσουλμανικών πληθυσμών στην χώρα.  Διότι, όταν έχεις απέναντι σου ογδόντα (80) εκατομμύρια Τούρκους μουσουλμάνους, που εποφθαλμιούν την πατρίδα σου και προβάλλουν  τις προδήλως γελοίες και παράλογες, βάσει του Διεθνούς Δικαίου και του Δικαίου της Θάλασσας απαιτήσεις τους, για την δήθεν «γαλάζια πατρίδα» που διχοτομεί το Αιγαίο και εξαφανίζει την Ελληνική κυριαρχία στα Νησιά μας, αμφισβητούντα την κυριότητά τους και την Ελληνική διαχρονία τους, είναι αχαρακτήριστη ανοησία και έλλειψις αυτοσυντηρήσεως να επιτρέπεις την είσοδο στην πατρίδα σου, χιλιάδων ατόμων μουσουλμανικής θρησκευτικής παραδοχής, οι οποίοι ποτέ δεν θα ενσωματωθούν στον ανεκτικό, Χριστιανικό και Ευρωπαϊκό Πολιτισμό μας και οι οποίοι σε κρίσιμη ώρα πολεμικής συρράξεως με την γειτονική Τουρκία, θα αποτελούν την πέμπτη φάλαγγα, συντασσόμενοι με τους ομοπίστους - εχθρούς μας.

Επομένως, οι άκριτες και ανόητες φωνές από το πολιτικό σύστημα ή τους δημοσιολογούντας, που δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν τους αυτή την πραγματικότητα και υψώνουν ψευδεπίγραφα ιδεολογήματα δήθεν ανθρωπισμού και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μπορούν να χαρακτηριστούν ως φωνές «χρησίμων ηλιθίων». 

Ο λαός μας αγωνίστηκε πεντακόσια χρόνια να εκδιώξει το Ισλάμ από τα ματωμένα μας χώματα με ποταμούς αιμάτων και εκατόμβες θυσιών και τώρα με πρόταγμα τον ψευδοανθρωπισμό θα επιτρέψουμε τον άτυπο «εποικισμό» από το Ισλάμ, της πατρίδος μας; Τι λέει γι’ αυτό το Σύνταγμά μας, αγαπητοί Κύριοι Συνταγματολόγοι;

Τίθεται και το ερώτημα, γιατί όλοι αυτοί οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί επιδιώκουν να ισλαμοποιήσουν με την παρουσία τους την Ευρωπαϊκή χριστιανική Ήπειρο με την επίκληση μιας «καλύτερης ζωής» και δεν καταφεύγουν στα πάμπλουτα και τρισεκατομμυριούχα κράτη των ομοπίστων τους στην Σαουδική Αραβία,στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, στο Μπαχρέϊν, στο Κατάρ, στο Ομάν και στα άλλα Κράτη του Περσικού Κόλπου; Και γιατί μπαίνουν σε τόσο μεγάλη διακινδύνυεση και κόπο να πλημμυρίζουν τις ακτές μας, ενώ μπορούν να μεταβούν οδικώς στα γειτνιάζοντα αυτά Κράτη του Ισλάμ με τον τεράστιο πλούτο;

Και ένα προσωπικό παράδειγμα που επιμαρτυρεί τα παραπάνω: στην διακονία μου επισκέπτομαι κάποιους Παιδικούς Σταθμούς της επαρχίας μου και μοιράζω κάποια δώρα και γλυκίσματα.  Σ’ έναν  από αυτούς, είχα μεταβεί την ώρα που οι γονείς παρελάμβαναν τα παιδιά τους και καθώς μοίραζα τα δώρα και τα γλυκίσματα, ήρθαν και δύο μελαμψά παιδάκια να πάρουν τα δώρα αυτά.  Με πολλή αγάπη τους τα προσέφερα.  Οι μητέρες τους όμως, που φορούσαν την μουσουλμανική μαντίλα και διεκρίνοντο για την θρησκευτική τους αντίληψη, έσπευσαν να τους τα αφαιρέσουν από τα χέρια τους και να μου τα επιστρέψουν.   Δεν χρειάζεται νομίζω κάτι περισσότερο να ειπωθεί.

Εάν υφίσταται ανάγκη εργατικών χειρών, όπως αναφέρεται, μπορεί με διαδικασίες νομίμου μεταναστεύσεως προσώπων από χριστιανικές χώρες να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα. Η είσοδος μουσουλμανικών πληθυσμών στη χώρα αποτελεί μέγιστον κίνδυνον δια την ύπαρξιν της πατρίδος.  Κάθε άλλη άποψις είναι προδήλως ύποπτη και επικίνδυνη. 

 

      Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

 

                                                        + ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ

Ο χρήστης Δημήτριος Χατζηνικολάου σχολίασε την ανάρτηση "ΕΥΑΓΡΙΟΣ – ΔΗΜΟΦΙΛΟΣ: ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ;"

Κύριε Τριανταφύλλου, ἀκόμη καί ἔτσι ὅπως τά γράφετε νά ἔχουν τά πράγματα, ἡ παρέμβασίς σας αὐτή δέν μειώνει τήν ἀξίαν τοῦ ἄρθρου, καθότι αὐτό πού ἀναφέρετε εἶναι ἁπλῶς ἕν ἀπό τά «μύρια» παραδείγματα, ὅπως γράφει ὁ Δοσίθεος, ὅπου οἱ «παρά κανόνας» καί «παρ' ἐνορίαν» παρεμβάσεις ὅταν ὑπάρχῃ ἀνάγκη εἶναι πράξεις ἐπαινεταί, ὄχι κατακριτέαι Αὐτήν τήν ἀρχήν τονίζει τό ἄρθρον, ὁπότε οἱ «διϋλίζουσες τόν κώνωπα καί καταπίνουσες τήν κάμηλον» ἐνστάσεις πού ἔχουν προβληθῆ εἶναι σχεδόν ἄνευ ἀξίας. Ἀλλά, δέν εἶναι κἄν ἔτσι τά πράγματα. Πρῶτον, ὁ Δημόφιλος ἀπεκαταστάθη ἀπό τήν ἐν Νίκῃ τῆς Θράκης Σύνοδον (359), ἡ ὁποία ναί μέν τώρα θεωρεῖται «ἀθέμιτος», ἀλλά τότε, ὅπως ἔγραψα, οἱ πράξεις τῶν αἱρετικῶν δέν ἐθεωροῦντο ἄκυρες. Δεύτερον, ὅπως γράφει ὁ Δοσίθεος (Τόμος 1, σελ. 454, Βιβλ. Β', Κεφ. ΙΔ', Παρ. Ε'): «εἰς Κωνσταντινούπολιν ἀποθανόντος Εὐδοξίου, χειροτονοῦσιν οἱ Ἀρειανοί τόν ρηθέντα Δημόφιλον ... οἱ δέ ὀρθόδοξοι εὑρόντες καιρόν προχειρίζονται Ἐπίσκοπον Κωνσταντινουπόλεως Εὐάγριόν τινα, ὅν ἐχειροτόνησεν ὁ Ἀντιοχείας μέγας Εὐστάθιος». Λοιπόν, εἰς αὐτήν τήν πρότασιν οἱ λέξεις «χειροτονοῦσιν» καί «ἐχειροτόνησεν» δέν σημαίνουν ἀμφότεραι χειροτονίαν ἐπισκόπου; Διά τήν πληροφορίαν αὐτήν, ὁ Δοσίθεος παραπέμπει εἰς τήν Ἐκκλ. Ἱστορίαν τοῦ Σωκράτους, Τόμος Δ', Κεφ. ΙΔ', ὅπου ἀναφέρονται τά ἑξῆς: «οἱ Ἀρειανοί εἰς τόν τόπον αὐτοῦ [σ.σ. τοῦ Εὐδοξίου] καθιστῶσι Δημόφιλον. Καιροῦ δέ νομίσαντες δεδράχθαι οἱ τοῦ ὁμοουσίου, τῆς ἑαυτῶν πίστεως Εὐάγριόν τινα προεβάλλοντο· καί χειροτονεῖ τοῦτον Εὐστάθιος, ὁ πάλαι ποτέ ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας γεγονώς». Καί συνεχίζει ἀμέσως εἰς τό Κεφ. ΙΕ' ὡς ἑξῆς: «Τούτου δέ γενομένου, αὖθις ἐξ ἑτέρας ἀρχῆς ἀνεκίνουν οἱ Ἀρειανοί τόν διωγμόν κατ' αὐτῶν». Ἀπό τίς δύο αὐτές προτάσεις τοῦ Σωκράτους καί τοῦ Δοσιθέου προκύπτει ὅτι ἡ ἀλληλουχία τῶν γεγονότων τοῦ ἔτους 370 εἶναι ἡ ἑξῆς: Πρῶτα χειροτονεῖται ὁ Δημόφιλος (καί ἄρα ἀποκαθίσταται, ἄν ὑποτεθῇ ὅτι δέν εἶχεν ἤδη ἀποκατασταθῆ ἀπό τήν σύνοδον τῆς Νίκης τό 359) καί ΚΑΤΟΠΙΝ χειροτονεῖται ὁ Εὐάγριος, ὡς «παράλληλος ἐπίσκοπος».

λέξεις «χειροτονοῦσιν» καί «ἐχειροτόνησεν» δέν σημαίνουν ἀμφότεραι χειροτονίαν ἐπισκόπου; Διά τήν πληροφορίαν αὐτήν, ὁ Δοσίθεος παραπέμπει εἰς τήν Ἐκκλ. Ἱστορίαν τοῦ Σωκράτους, Τόμος Δ', Κεφ. ΙΔ', ὅπου ἀναφέρονται τά ἑξῆς: «οἱ Ἀρειανοί εἰς τόν τόπον αὐτοῦ [σ.σ. τοῦ Εὐδοξίου] καθιστῶσι Δημόφιλον. Καιροῦ δέ νομίσαντες δεδράχθαι οἱ τοῦ ὁμοουσίου, τῆς ἑαυτῶν πίστεως Εὐάγριόν τινα προεβάλλοντο· καί χειροτονεῖ τοῦτον Εὐστάθιος, ὁ πάλαι ποτέ ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας γεγονώς». Καί συνεχίζει ἀμέσως εἰς τό Κεφ. ΙΕ' ὡς ἑξῆς: «Τούτου δέ γενομένου, αὖθις ἐξ ἑτέρας ἀρχῆς ἀνεκίνουν οἱ Ἀρειανοί τόν διωγμόν κατ' αὐτῶν». Ἀπό τίς δύο αὐτές προτάσεις τοῦ Σωκράτους καί τοῦ Δοσιθέου προκύπτει ὅτι ἡ ἀλληλουχία τῶν γεγονότων τοῦ ἔτους 370 εἶναι ἡ ἑξῆς: Πρῶτα χειροτονεῖται ὁ Δημόφιλος (καί ἄρα ἀποκαθίσταται, ἄν ὑποτεθῇ ὅτι δέν εἶχεν ἤδη ἀποκατασταθῆ ἀπό τήν σύνοδον τῆς Νίκης τό 359) καί ΚΑΤΟΠΙΝ χειροτονεῖται ὁ Εὐάγριος, ὡς «παράλληλος ἐπίσκοπος».

ΕΥΑΓΡΙΟΣ – ΔΗΜΟΦΙΛΟΣ: ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ;

Αξιότιμε κύριε Χατζηνικολάου

Με σεβασμό προς το πρόσωπό σας και την πρόσφατη συμβολή σας στο ζήτημα των λεγόμενων «παράλληλων επισκόπων», θα μου επιτρέψετε ορισμένες διευκρινίσεις αναφορικά με την περίπτωση του Ευάγριου και του Δημόφιλου, οι οποίοι –κατά τη γνώμη σας– υπήρξαν ταυτόχρονα επίσκοποι Κωνσταντινούπολης. Η εκκλησιαστική και ιστορική πραγματικότητα, ωστόσο, όπως μαρτυρείται από τις πηγές, δεν φαίνεται να επιβεβαιώνει την εν λόγω παραλληλία.

Κατ’ αρχάς, ο Δημόφιλος είχε καθαιρεθεί από τη Σύνοδο της πόλης του Αρίμινου το έτος 359 – γεγονός αναμφισβήτητο, όπως και εσείς ομολογείτε. Το 370, με τη στήριξη του τότε αιρετικού αυτοκράτορα, οι αρειανοί, οι οποίοι δεν είχαν αποδεχθεί την καθαίρεσή του γι’ αυτό και τον μετέθεσαν από την επισκοπή της Βέροιας και τον εγκατέστησαν στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης.

Κατά το ίδιο έτος, ο άγιος Ευστάθιος Αντιόχειας χειροτονεί τον Ευάγριο ως επίσκοπο Κωνσταντινούπολης, θεωρώντας τον θρόνο κενό· και αμέσως μετά έχουμε την εξορία και των δύο αυτών ανδρών υπό του τότε αιρετικού αυτοκράτορα Ουάλη.  Η πράξη αυτή (της χειροτονίας του Ευάγριου) στηρίζεται στη θεολογική και κανονική θέση ότι η καθαίρεση σημαίνει την αφαίρεση της ιεροσύνης, (είναι γνωστό ότι αυτό λένε οι Οικουμενικές Σύνοδοι). Συνεπώς, η εκκλησιαστική πραγματικότητα του 370 δεν μαρτυρεί ύπαρξη δύο ισότιμων και κανονικών επισκόπων, αλλά έναν κανονικά χειροτονημένο ορθόδοξο επίσκοπο τον Ευάγριο, σε αντίθεση προς έναν ήδη  καθαιρεμένο τον Δημόφιλο.

Εύλογα, βέβαια, γεννάται το ερώτημα: εφόσον η καθαίρεση συνεπάγεται – όπως ορθώς σημειώθηκε – την αφαίρεση της ιεροσύνης, πώς είναι δυνατόν ο μέγας Θεοδόσιος να αντιμετωπίζει τον Δημόφιλο ως επίσκοπο λίγο πρίν την δευτέρα Οικουμενική Σύνοδο; 

Η απάντηση εντοπίζεται εντός της εκκλησιαστικής παράδοσης: η εξήγηση είναι ότι προηγήθηκε αποκατάσταση - κανονική τακτοποίηση του Δημόφιλου από την πλευρά των ορθόδοξων. Η εκκλησιαστική πράξη προβλέπει, όταν πρόκειται για περιπτώσεις καθαιρεμένων και στην περίπτωσή μας για λόγο αίρεσης, ή και εκτός Εκκλησίας αιρετικών προσώπων, ότι προκειμένου να αναλάβει κάποιος εκ νέου επισκοπικά (ή και μη, αλλά πάντως ιερατικά) καθήκοντα· οφείλει προηγουμένως να έχει μετανοήσει και να έχει ομολογήσει την ορθόδοξη πίστη. Εν συνεχεία, απαιτείται η αποδοχή του από την Εκκλησία και η κανονική αποκατάσταση - τακτοποίηση της ιεροσύνης του και στον τόπο στον οποίο θα τοποθετηθεί ως κληρικός. Παρόμοιες περιπτώσεις έχουμε συναντήσει τόσο σε καθαιρεμένους για λόγο αίρεσης κληρικούς όσο και σε πρόσωπα εκτός Εκκλησίας, όπως πρώην παπικούς, οι οποίοι έγιναν δεκτοί  σε κοινωνία ακόμη και άνευ χειροτονίας κατ’ οικονομία. [Βλ. του μεγάλου Βασιλείου επιστολή 263 ¨τοις Δυτικοις¨  όπου αναφέρεται σε μία τέτοιου είδους περίπτωση  του πνευματομάχου Ευστάθιου Σεβάστειας. Η περίπτωση του Ευστάθιου, μάλιστα, παρουσιάζει δομική ομοιότητα με αυτήν του Δημόφιλου· και στους δύο διαπιστώνεται καθαίρεση, στη συνέχεια υποκριτική μετάνοια, και τελικώς η Εκκλησία προβαίνει – για λόγους ενότητας – σε αποδοχή και αποκατάσταση. Κατά συνέπεια, η κατανόηση της μίας περίπτωσης προσφέρει ερμηνευτικό κλειδί και για την άλλη].

Και πρέπει να προστεθεί εδώ, στην αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή δεν υπάρξει αυτή η κανονική αποκατάσταση – τακτοποίηση του καθαιρεμένου κληρικού· τότε οι ορθόδοξοι οι οποίοι έστω μόνο θα συμπροσευχηθούν μαζί του καθιστούν τους εαυτούς τους ακοινώνητους από τους υπόλοιπους ορθόδοξους και πρέπει να καθαιρεθούν και αυτοί. Είναι γνωστό ότι ισχύει η κανονική αρχή «ο κοινωνών ακοινωνήτω ακοινώνητος έστω και αυτός».  Ο δε 11 Αποστολικός Κανόνας εν προκειμένω είναι σαφής και προστάζει: «Εί τις καθηρημένω, Κληρικός ών, Κληρικώ συνεύξηται, καθαιρείσθω και αυτός». 

Το ουσιώδες, λοιπόν, ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: πότε επήλθε η αποκατάσταση – κανονική τακτοποίηση του Δημόφιλου; Έλαβε χώρα πριν από τη χειροτονία του Ευάγριου, οπότε πράγματι θα μιλούσαμε για παράλληλους επισκόπους; Ή συνέβη μεταγενέστερα, οπότε και δεν μπορεί να γίνει λόγος για τέτοια παραλληλία, καθότι η καθαίρεση του Δημόφιλου εξακολουθούσε να ισχύει κατά τη χειροτονία του Ευάγριου;

Η απάντηση είναι καθαρή και λογικά αναπόδραστη: δεν δύναται η αποκατάσταση του Δημόφιλου να είχε προηγηθεί της χειροτονίας του Ευάγριου. Διότι, σε μία τέτοια περίπτωση, δεν θα υφίστατο καμία ανάγκη χειροτονίας νέου επισκόπου· ο Δημόφιλος, ήδη μετανοημένος και αποδεκτός από τους ορθόδοξους, θα είχε επανέλθει στη θέση του επισκόπου κανονικώς και σε κοινωνία. Συνεπώς, η ύπαρξη της χειροτονίας του Ευάγριου τεκμηριώνει από μόνη της ότι ο Δημόφιλος κατά το έτος 370 δεν είχε αποκατασταθεί εκ μέρους των ορθόδοξων επισκόπων  στην ιεροσύνη  και  στον τόπο του.

Η αποκατάσταση του Δημόφιλου πραγματοποιήθηκε μετά την εξορία του Ευάγριου. Μόνο τότε ο Δημόφιλος κατέστη «δεκτός» εν τη Εκκλησία, και αυτό υπό την προϋπόθεση μετάνοιας και ορθόδοξης ομολογίας – αν και προσχηματικής (βλ. το απόσπασμα του μεγάλου Βασιλείου παρακάτω) –. Επομένως, δεν νοείται παραλληλία επισκόπων στο κρίσιμο χρονικό σημείο της χειροτονίας του Ευάγριου, αφού τότε ο θρόνος ήταν ουσιαστικά και κανονικά εν χηρεία.

Ακριβώς επ’ αυτού, ο μέγας Βασίλειος, στην επιστολή 48 «Ευσεβείω επισκόπῳ Σαμοσάτων», αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Η δε Κωνσταντινούπολις έχει τον Δημόφιλον πολύν ήδη χρόνον, ως και αυτοί ούτοι  απαγγελούσι και προκεκήρυκται πάντως τη οσιότητί σου. Και τι περί αυτόν πλάσμα [=false appearance (= ψεύτικη εμφάνιση), λεξικὀ Lampe]  ορθότητος και ευλαβείας παρά πάντων συμφώνως των αφικνουμένων θρυλείται, ως και τα διεστώτα της πόλεως μέρη εις ταυτόν συνελθείν και των πλησιοχώρων τινάς των επισκόπων την ένωσιν καταδέξασθαι».

Ο Δημόφιλος, δηλαδή, προσποιήθηκε τον ορθόδοξο, και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να πεισθούν κάποιοι πιστοί και κάποιοι επίσκοποι των περιχώρων και να ενωθούν μαζί του. Ο άγιος Βασίλειος δεν αναφέρει ρητώς πότε έγινε αυτό· ωστόσο, εκ των συμφραζομένων και των ιστορικών δεδομένων, συνάγεται ότι πρόκειται για γεγονός μεταγενέστερο της εξορίας του Ευάγριου, όπως ήδη τεκμηριώθηκε.

Περαιτέρω, ούτε γίνεται λόγος ρητώς για καθαίρεση ή αποκατάσταση του Δημόφιλου· πλην όμως αυτά εννοούνται, καθώς η καθαίρεσή του είναι αναντίρρητη και δεδομένη. Το αναγνωρίζετε άλλωστε και εσείς, σεβαστέ κύριε Χατζηνικολάου, στο άρθρο σας. Να ο λόγος για τον οποίο ο μέγας Θεοδόσιος, το έτος 379, θεωρεί τον Δημόφιλο ως επίσκοπο Κωνσταντινούπολης· διότι, επαναλαμβάνεται, υπήρξε αποκατάστασή του η οποία έλαβε χώρα μετά την εξορία του Ευάγριου.

Επομένως, το συμπέρασμα είναι σαφές: κατά την χειροτονία του Ευάγριου το 370, δεν υφίσταται καμία παραλληλία επισκόπων στην Κωνσταντινούπολη. Ο θρόνος, από εκκλησιολογικής άποψης, ήταν χηρεύων.

Και έτσι έχόντων των πραγμάτων ερχόμαστε στους δύο λόγους που αναφέρετε για να αποδείξετε ότι η περίπτωση Δημόφιλου - Ευάγριου αποτελεί περίπτωση παράλληλων επισκόπων.

 ·       «πρώτον δεν δύναται να θεωρηθή άκυρος η χειροτονία του Δημοφίλου το 370 και επομένως ούτε εν χηρεία ο θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως κατά την περίοδο 370-380, "διότι αρχαίον ην έθος το δέχεσθαι τους από αιρετικών χειροτονηθέντας" και εξής». 

 Εδώ χρειάζεται μία θεμελιώδης διάκριση, την οποία δυστυχώς παραβλέπετε, αγαπητέ κύριε Χατζηνικολάου: Άλλο πράγμα η χειροτονία και άλλο η καθαίρεση. Συγκεκριμένα:

 Η χειροτονία του Δημόφιλου δεν αμφισβητείται· ήταν έγκυρη, ή καλύτερα ενυπόστατη. Κανείς δεν ισχυρίζεται το αντίθετο. Ωστόσο, ακριβώς επειδή η χειροτονία του ήταν έγκυρη που δι’ αυτής έλαβε την ιεροσύνη ο Δημόφιλος, μπορούσε και να του αφαιρεθεί (η ιεροσύνη) μέσω έγκυρης και νόμιμης καθαίρεσης – η οποία και έγινε στη Σύνοδο της πόλης του Αρίμινου το 359. Η καθαίρεση δεν ακυρώνει τη χειροτονία (δεν σημαίνει ότι δεν έγινε ποτέ), αλλά έχει ακριβώς το νόημα της αφαίρεσης της ιεροσύνης που με τη χειροτονία έλαβε[1].

Το αν «ἀρχαῖον ἦν ἔθος» να γίνονται δεκτοί όσοι χειροτονήθηκαν από αιρετικούς όταν υπάρχει καθαίρεση όπως εν προκειμένω αφορά την αποδοχή μετά από αποκατάσταση – όχι τη χρονική στιγμή πριν από αυτήν.

 Επομένως, η βάση του συλλογισμού σας είναι εσφαλμένη, και όλα τα επόμενα που εξαρτώνται από αυτήν καταλήγουν επίσης εσφαλμένα. Η σωστή θεμελίωση του επιχειρήματος πρέπει να γίνει ως εξής:

 Δεν δύναται να θεωρηθή άκυρη η καθαίρεση του 359 του Δημόφιλου – όπως ἐσφαλμένως γράφετε περί ακυρότητα της χειροτονίας του – και εφόσον δεν υπήρξε αποκατάστασή του από τους ορθόδοξους μέχρι και την εξορία του Ευάγριου το 370, ο θρόνος της Κωνσταντινούπολης ήταν εν χηρεία κατά την χειροτονία του ορθόδοξου Ευάγριου. Κατά συνέπεια, δεν υπήρξαν παράλληλοι επίσκοποι το έτος 370. Η χειροτονία του Ευάγριου τελέσθηκε επί χηρεύοντος επισκοπικού θρόνου ως προς τους ορθόδοξους.

Αντιθέτως, μετά την εξορία του Ευάγριου και εφόσον υπήρξε αποκατάσταση του Δημόφιλου, έστω και εξαιτίας υποκριτικής μετάνοιας, τότε πράγματι ο θρόνος δεν ήταν εν χηρεία· αλλά αυτό αφορά μεταγενέστερο στάδιο, όχι τη χρονική στιγμή της χειροτονίας του Ευάγριου.

Το ερώτημα, επαναλαμβάνω, δεν είναι αν ήταν έγκυρη η χειροτονία του Δημόφιλου – αυτό είναι δεδομένο. Αλλά αν ισχύει η καθαίρεσή του κατά την χειροτονία του Ευάγριου το 370, δηλαδή αν ο Δημόφιλος είχε αποκατασταθεί μέχρι τότε. Και η απάντηση, όπως αποδείχθηκε, είναι όχι.

Συνεπώς, και η αναφορά σας στον Δοσίθεο – «διότι ἀρχαῖον ἦν ἔθος τὸ δέχεσθαι τοὺς ἀπὸ αἱρετικῶν χειροτονηθέντας» – ναι μεν αληθής, αλλά αφορά την μεταγενέστερη αποδοχή του Δημόφιλου μετά την αποκατάστασή του και όχι την κατάσταση πριν από τη χειροτονία του Ευάγριου. Αυτή η αποδοχή, όπως ήδη τεκμηριώθηκε, είχε την αναγκαία προϋπόθεση μετάνοιας και ορθόδόξης ομολογίας, αν και υποκριτικής – όπως και στην περίπτωση του Ευστάθιου Σεβάστειας, για την οποία ο μέγας Βασίλειος γράφει στην επιστολή 263 «τοις Δυτικοίς».

 ·      «Δεύτερον, εάν το 380 ο Δημόφιλος εθεωρείτο όντως καθηρημένος, όπως υποστηρίζει ο πατήρ Ευγένιος, ο Αυτοκράτωρ Άγιος Θεοδόσιος, ο οποίος εξεδίωξε τον Δημόφιλον επειδή ήτο αιρετικός, δεν θα επεκαλείτο την αίρεση του Δημόφιλου δια να τον εκβάλλη του θρόνου, αλλ’ ως πολιτική αρχή και εγγυητής της εννόμου τάξεως εις την Αυτοκρατορίαν, θα επεκαλείτο την καθαίρεσιν του 359 και θα έλεγεν εις αυτόν: "εφόσον είσαι καθηρημένος, φύγε από τον θρόνο". Αντ’ αυτού όμως του είπεν: " ή προσθέσθαι τω ομοουσίω ή της πόλεως εξιέναι όπερ μάλλον εποίησεν "».

 Ο μέγας Θεοδόσιος δεν μπορούσε να επικαλεστεί την καθαίρεση του Δημόφιλου διότι υπήρχε η αποκατάσταση του μετά την εξορία του Ευάγριου και δια τούτο του ζήτησε να ακολουθήσει την ορθόδοξη πίστη. ( Έγραψα παραπάνω αρκετά γι’  αυτό  ας ανατρέξει ο αναγνώστης ).

Δεν συμφωνούν λοιπόν αγαπητέ κύριε Χατζηνικολάου τα επιχειρήματα σας με τις πηγές ως προς την περίπτωση Δημόφιλου – Ευάγριου ως προς την ύπαρξη παράλληλων επισκόπων. Οι πηγές θέλουν τον Ευάγριο να χειροτονήθηκε σε επισκοπή στην οποία είχαν εγαταστήσει καθαιρεμένο επίσκοπο οι αρειανοί. ( Επαναλαμβάνεται και εδώ ότι, η αποκατάστασή του στην ιεροσύνη και στον τόπο του από τους ορθόδοξους συνέβη μετά την εξορία του Ευάγριου).

 Μετά της εν Χριστώ αγάπης

Νικόλαος Τριανταφύλλου



[1] Αλλά και αν εκληφθεί η καθαίρεση όχι ως αφαίρεση «αλλ’ ως αργήν μένειν και μη εις ενέργειαν και πράξιν βαλλομένην» την ιεροσύνη, (βλ. οσίου Νικοδήμου, Πηδάλιον, σελ. 29). Και πάλι στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουμε, ότι ο θρόνος ήταν κενός. Ο δικαίως καθαιρεμένος για αίρεση κληρικός δεν χάνει μεν την ιεροσύνη του αλλά δεν μπορεί να την ενεργήσει. Άλλωστε όλες οι σύνοδοι εφόσον πρώτα καθαιρούσαν μετά χειροτονούσαν και εγκαθιστούσαν νέους κληρικούς στους τόπους των καθαιρεμένων. Αυτὸ δείχνει ότι εξελάμβαναν τους θρόνους εν χηρεία. Και στην περίπτωσή μας ο Δημόφιλος ήταν δικαίως καθαιρεμένος για αίρεση που δεν είχε αποκατασταθεί στην ιεροσύνη και στον τόπο του από τους ορθόδοξους τουλάχιστον μέχρι την εξορία του Ευάγριου. 

 

Ο Παλαιός των Ημερών -- του Σταύρου Ασλανίδη

Μέρος Α΄

Δύο σχολαστικές ερμηνείες συγκρούονται για την – σε αυτούς «ξένη» – υπεράνω των αισθητών κατάσταση της θέωσης.

Σήμερα το όραμα του Δανιήλ ερμηνεύεται κατά κανόνα με δύο σχολαστικές θεωρίες, οι οποίες, επιφανειακά ή κατ’ επίφασιν, αντιμάχονται μεταξύ τους. Καθεμιά καυχάται ότι κατέχει την αλήθεια και προσπαθεί να αποδείξει το ψέμα της άλλης. Το παράξενο είναι ότι ο καθένας τους βλέπει το πρόβλημα, αλλά μόνο στον άλλον· διακρίνει τη σχολαστική διάθεση μόνο στην απέναντι πλευρά. Ενώ αμφότεροι διαιρούν τον Θεό, αμφότεροι κατηγορούν τους άλλους ότι Τον διαιρούν. Κι ενώ έχουν καρφωμένο στο μυαλό τους το ψέμα, βλέπουν το καρφί στο μάτι του άλλου. Ωστόσο χρειάζεται άνωθεν βοήθεια για να δουν μέσα τους, «ἐν τῷ φωτὶ ἰδεῖν φῶς», ώστε να προσεγγίσουν την απάντηση πέρα από τη σχολαστική ερμηνεία.

Διαστρεβλώνουν τον απλό Θεό, Τον κάνουν σύνθετο, απρόσιτο και ακατάληπτο. Τον παρουσιάζουν συμβολικό και Τον μετατρέπουν σε άθροισμα θεών, οι οποίοι, με ξεχωριστά πρόσωπα, προβάλλονται σε εικόνες. Τον ένα Θεό, είτε Τον ερμηνεύουν ως τρεις ατομικές μονάδες, είτε διαχωρίζουν τη μία υπόσταση του Χριστού σε δύο χωριστές φύσεις. Αρνούνται να σεβαστούν την αλήθεια ότι ο Θεός δεν είναι σύνθεση κανενός, δεν διαιρείται σε κομμάτια και είναι ο μόνος πραγματικά και πάντοτε Απερίγραπτος. Παραβλέπουν ότι αποκαλείται “Ἀσχημάτιστος” όχι για σχολαστικούς ή σωματικούς λόγους· -πρέπει να Τον αφήνουμε έξω από τους φυσικούς νόμους και συνήθειες, διότι ο Απερίγραπτος Θεός σημαίνει παντελή άγνοια εκ μέρους μας – γι’ αυτό και στερείται κάθε συμβόλου.

Ο αόρατος άγγελος, η ψυχή και το πνεύμα του ανθρώπου είναι κτιστές υπάρξεις και αυτά μπορούν να συμβολιστούν. Ας μη συγχέουν κάποιοι, τα δεύτερα με τα πρώτα· το γεγονός ότι στα κτιστά αποδίδονται συμβολικά σχήματα δεν σημαίνει πως μπορούμε να κάνουμε το ίδιο στα πρόσωπα του Θεού. Τα ατομικά σύμβολα και η τριπρόσωπη παράσταση δηλώνουν τριθεΐα.

Μόνο τα κτιστά όντα έχουν διαστάσεις, τοπικό περιορισμό, χρόνο εμφάνισης, σύμβολα και κοινωνική θέση στον κόσμο. Ο Θεός είναι “ὁ Ὤν”, ο μόνος άκτιστος. Δεν έχει ορισμό, καθορισμό, σύμβολο, όνομα ή αντιπροσώπους, παρά μόνον τον Χριστό. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι ο μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων· Αυτός είναι η “ὁδός”, η “Θύρα”, ο “Αρχιερέας”, το ενυπόστατο “Σύμβολο”, το “ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα” και η μόνη “εἰκών” του Πατρός. Κάθε άλλος «θεός» ή «σύμβολο» δίπλα στη μοναδική μορφή Του εκφράζει χριστομαχία. Μόνον Αυτός, χωρίς παράλληλες ενέργειες και σύμβολα, μας έφερε τη σωτηρία, δηλαδή την ενυπόστατη κοινωνία ανθρώπου και Θεού.

«Εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Πατρός».

Εντούτοις οι άνθρωποι, χωρίς τη χάρη του Θεού, ρέπουν στην πλάνη και στην αμαρτία. Από τα προϊστορικά χρόνια θέλουν να έχουν μορφή, εικόνα, είδωλο του Θεού τους· επιζητούν με κάθε τρόπο την οικειότητα μαζί Του.

Ας επανέλθουμε, λοιπόν, για να δούμε τι πράττει και πώς ερμηνεύει καθεμιά από τις δύο ομάδες.

Η πρώτη σχολαστική ομάδα «κομματιάζει» τον Τριαδικό Θεό. Θέτει αυτοτελώς τον Πατέρα· εισάγει την ατομική Του υπόσταση αυτόνομα στον χρόνο και στον χώρο. Μαζί Του – δίπλα ή χωριστά Του και πάντως με αυτόνομη, ή κατ’ άλλους μερικώς αυτόνομη, παρουσία – πλαισιώνουν τη μορφή που αποδίδεται στον Πατέρα, τοποθετώντας δίπλα Του τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Αν θελήσουμε να αποδώσουμε εικαστικά τη διάταξή τους, θα λέγαμε ότι σχηματίζεται μια σαφής τριάδα, με ξεκάθαρο «προσωπικό χώρο» για καθέναν: ο ένας βρίσκεται εδώ, ο άλλος είναι εκεί και, παραπέρα, τοποθετείται το Άγιο Πνεύμα.

Η ομάδα αυτή, ενώ η ίδια τεμαχίζει τον Θεό σε τρία ατομικά πρόσωπα, εντούτοις παρατηρεί και κατηγορεί τη δεύτερη ομάδα, η οποία ερμηνεύει το όραμα του Δανιήλ υποστηρίζοντας σαν ερμηνεία, τον διαχωρισμό των δύο φύσεων του Χριστού. Με άλλα λόγια, η πρώτη ομάδα προσπερνά επιπόλαια τον εαυτό της, το γεγονός ότι η ίδια αποδέχεται χωριστά τα θεία πρόσωπα και παρουσιάζει αυτοτελώς τον Πατέρα και τον Υιό, ενώ διαμαρτύρεται όταν κάποιοι άλλοι «διαιρούν» τον Χριστό στα δύο, σύμφωνα με τις δύο φύσεις Του.

Η δεύτερη ομάδα, με τη σειρά της, ερμηνεύει «αθεολόγητα» το όραμα του Δανιήλ. Υποστηρίζει ότι αποκαλύπτεται εκεί η έλευση και η ένωση των δύο φύσεων του Χριστού: δήθεν φαίνεται ο «Υιός του ανθρώπου», να πλησιάζει και να κάθεται στα δεξιά από τον «άσαρκο Υιό του Θεού», που είναι – κατά την ερμηνεία τους – ο «Παλαιός των Ημερών». Έτσι, ενώ και οι ίδιοι ασεβούν χωρίζοντας το πρόσωπο του Χριστού στα δύο, εναντιώνονται στην πρώτη ομάδα. Έτσι, περιορίζουν την υπεράσπιση της αλήθειας στην μισή πλάνη των άλλων, κρύβοντας την άλλη μισή που είναι σε αυτούς: τους ενοχλεί μόνο η ερμηνεία που ξεχωρίζει τα τρία πρόσωπα και εικονίζει τον Πατέρα αυτοτελώς.

Ωστόσο ούτε οι μεν, ούτε οι δε, κατορθώνουν να ξεφύγουν από ολόκληρο τον σχολαστικισμό και από την υποδούλωσή τους στη λογική. Δεν μπορούν να πιστέψουν ότι υπάρχει και μία άλλη, μη λογικά κατανοητή, ερμηνεία. Δεν αντιλαμβάνονται ότι άλλο είναι η ύπαρξη των τριών προσώπων – Πατήρ, Υιός, Πνεύμα –, άλλο η ένωση των δύο φύσεων του Χριστού – Θεϊκή και ανθρώπινη φύση - και άλλο το Απρόσιτο και το Απερίγραπτο του Θεού. Αυτή η διαφορά μάς υποχρεώνει να δεχθούμε ότι κανείς δεν μπορεί να Τον προσεγγίσει· κι ενώ μένουμε μακριά Του, μπορούμε, διά της μίας και μοναδικής “Γέφυρας”, του ενός “Μεσίτη”, να έχουμε το ένα “Όνομά” Του, τη μία “Εικόνα” Του, τη μία “Προσκύνησή” Του, μπορούμε χριστοκεντρικά να προσεγγίζουμε τον Όλο Θεό.

Στο όραμα, λοιπόν, του Δανιήλ φαίνεται μόνον η πνευματική διάσταση των δύο «υπάρξεων» του Θεού. Αυτή η δυάδα της ύπαρξης του Θεού και όχι της διαίρεσης Του, φαίνεται είτε αναφερόμαστε στα τρία πρόσωπά Του είτε στις δύο φύσεις του Χριστού. Ούτε στην πρώτη ούτε στη δεύτερη περίπτωση διασαλεύεται η ενότητα του Θεού, η μορφή, το όνομα και η μοναδική προσκύνηση του Θεού. Μιλάει πάντοτε για αυτήν την Μονάδα του Θεού η υμνολογία, αν τη δει κανείς συνολικά και όχι αποσπασματικά. Άλλοτε αναφέρεται στον Πατέρα και στον Υιό Του, άλλοτε στη θεϊκή και στην ανθρώπινη φύση του Χριστού.

Έτσι τα λόγια του οράματος δεν «κομματιάζουν» τον Θεό, αλλά μιλούν για το μυστήριο της αδιαιρέτου διακρίσεώς Του. Σε καμία περίπτωση, με κανένα σύμβολο και σε κανέναν βαθμό, τα λόγια αυτά δεν εισέρχονται στο «είναι» του Θεού – στο ποιος είναι ο Θεός. Απλά τονίζουν ότι υπάρχει Τριαδικός Θεός και ότι, κατά την ύπαρξή Του, έχει τρία πρόσωπα. Επιπλέον προαναγγέλλουν ότι θα έρθει ο Μεσσίας τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος και, κατά την ύπαρξή Του, θα έχει – αχώριστα – ενωμένες τις δύο φύσεις σε ένα πρόσωπο.

Όλα αυτά συνιστούν πράγματι μια τρέλα: ενώ οι δύο ερμηνείες συμπλέουν μεταξύ τους και διαδίδουν τα ίδια ψεύδη, η «πόλωση» τους, αντί να τους οδηγήσει στο ράγισμα και στον προβληματισμό των ιδίων, αυτοί σχίζουν και συνθέτουν τον Θεό τους· και, σαν να μην αρκεί αυτό, αλληλοαφορίζονται!

Τελικά, όμως, είναι περισσότερα αυτά που τους ενώνουν απ’ όσα δήθεν τους διαφοροποιούν. Στις ουσιαστικές αρχές συμφωνούν μεταξύ τους: διαχωρίζουν, τεμαχίζουν και περιγράφουν σχολαστικά τον Θεό τους, ενώ η φαινομενική διαφωνία έγκειται μόνο στο πού εντοπίζεται η διαίρεση και ποιος είναι ο «συμβολικά» περιγραπτός Θεός. Στην πρώτη περίπτωση διαιρούν τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδας, στη δεύτερη τις δύο φύσεις του Χριστού. Στη μία περίπτωση εικονίζεται ο Πατήρ, στην άλλη ο Υιός. Έτσι, η «διαφωνία» τους, δεν είναι εποικοδομητική, δεν συμβάλει στο να θεραπεύσει, αλλά προσθέτει πλάνη στην πλάνη. Αδιαμαρτύρητα παραδέχονται και οι δύο ότι υπάρχει, έστω, ένα πρόσωπο του Θεού που μπορεί να φανερωθεί, να εικονιστεί και να προσκυνηθεί ατομικά· η διαφορά τους είναι στο ποια είναι η ονομασία Του! Η μία ομάδα λέει ο ασώματος πατέρας και η άλλη η ασώματος φύση του Χριστού!

Η αιτία της πλάνης σε αμφότερες τις δύο ομάδες, είναι η έλλειψη σεβασμού στο άρρητο του Θεού. Όπως συμβαίνει σε κάθε ιστορικό γεγονός, η σχολαστική ερμηνεία θέλει να ξέρει και για τον Θεό «ποιος είναι ποιος» και ποιες οι κινήσεις του. Έτσι στέκονται και στον «Παλαιό των Ημερών» – δίνει αυθαίρετες ερμηνείες στα σημεία που η διήγηση τα καλύπτει με γνόφο – . Ενώ η Γραφή τα προσπερνά με υποτυπώδη αναφορά, επειδή ακριβώς πρόκειται για μυστήριο, εκείνοι κομπάζουν ότι μπορούν να τα ερμηνεύσουν, να τα καταστήσουν απλά και κατανοητά σε όλους και να αποδώσουν το περιστατικό με κάθε λεπτομέρεια. Έτσι τολμούν να ερμηνεύουν τα άρρητα, αποπειρώνται να μας πούνε “ποιος είναι ποιος”, “ποια είναι η θέση του καθενός προσώπου” και ποια η “συνολική εικόνα” Του. Έτσι, εξιχνιάζουν τα «ἀνερμήνευτα» ρήματα της Αγία Γραφής και ταυτοποιούν σχολαστικά τα πρόσωπα του Θεού, ρυθμίζοντας – δήθεν – το βίωμα και την παρουσία Του!

Η διαφορά των δικών τους ερμηνειών, από ό,τι λέμε εμείς, είναι ότι εμείς επιμένουμε στο να προηγείται και να οδηγεί την ερμηνεία το δόγμα. Ο Τριαδικός Θεός είναι πάντοτε απερίγραπτος, με τρία πρόσωπα αδιαίρετα, ομοούσια και με μία φύση. Επιπλέον ο Χριστός είναι περιγραπτός, «κατελθὼν ἐξ οὐρανοῦ» για τη σωτηρία μας, έφερε την δυνατότητα και Αυτός είναι η όραση του Θεού, έχοντας δύο φύσεις «ἀδιαιρέτως» σε ένα πρόσωπο. « Ἐξ Αὐτοῦ, δι’ Αὐτοῦ καὶ εἰς Αὐτὸν» είναι η σωτηρία. Ο Χριστός δεν είναι αποκομμένο πρόσωπο – το ένα από τα τρία-, αλλά είναι πλήρης Θεός: στο πρόσωπό Του προσκυνείται: ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα.


Η εικονική παράσταση

Συμπερασματικά, καθεμιά ομάδα κατέχει τη μισή αλήθεια και όλο το ψέμα. Η μία ισχυρίζεται ότι στην Παλαιά Διαθήκη φάνηκε ο Πατήρ, η άλλη ότι φάνηκε ο Υιός – κι υπάρχουν κι άλλοι που λένε ότι άλλοτε φάνηκε ο ένας Θεός, άλλοτε ο άλλος. Αμφότερες πάντως αποδέχονται ότι το όραμα μπορεί να αποδοθεί εικαστικά με ένα γέροντα που έχει στα δεξιά του, ένα νεότερο, τον Χριστό. Συμφωνούν ότι ο ένας εικονιζόμενος είναι «κατάλευκος» και ονομάζεται «Παλαιός των Ημερών», ενώ στον νεότερο σχηματίζουν το φωτοστέφανο Του με ένα σταυρό.

Ενώ οι ίδιοι δεν παραδέχονται ότι ομοδοξούν, εντούτοις τούς προδίδει η αποδοχή της ίδιας εικόνας. Έτσι ακόμα και η κοινή παραδοχή μιας παράστασης με τους δύο άντρες, επιβεβαιώνει την ομοπιστία τους, αποδεικνύοντας ότι μόνο επιφανειακή είναι η διαφωνία τους.

Οι μεν λένε: «Δεχόμαστε την εικόνα των δύο στον θρόνο, διότι εκφράζει τη διάκριση Πατρός και Υιού». Οι δε λένε: «Δεχόμαστε την ίδια εικόνα, αλλά ο “Παλαιός των Ημερών” είναι ο Υιός, ενώ ο νεότερος συμβολίζει την ανθρώπινη φύση του Χριστού». Και οι δύο, λοιπόν, κρατούν την ίδια εικόνα· η μόνη διαφορά δηλώνεται στις επιγραφές του φωτοστέφανου Τους! Και οι δύο κομματιάζουν τον Θεό και, ενώ διαφωνούν για το πού αναφέρεται η διαίρεση, συνασπίζονται γύρω από μια διαιρεμένη παράσταση. Συμφωνούν και προσκυνούν και οι δύο, πλήθος «θεών» – . Ο γέροντας στα αριστερά, ο νεαρότερος στα δεξιά. Διαφωνούν στο “ποιος είναι ποιος”· συμφωνούν στην σχολαστική ερμηνεία, αποπειρώνται και οι δύο στο να πουν “ποιος είναι ποιος”. Οι μεν δέχονται διαίρεση στα τρία πρόσωπα, οι δε στις δύο φύσεις. Έτσι αμφότεροι αποδέχονται την αισθητή παράσταση δύο ανδρών· οι μεν λένε ότι εικονίζεται ο Πατήρ και ο Υιός, οι δε ότι εικονίζεται ο Υιός και η ανθρώπινη φύση του Χριστού.

Δεν παρατίθεται αντίγραφο της εν λόγω παράστασης, διότι αποτελεί ύβρη προς τον Θεό. Αντίθετα λέμε: «Εἷς ὁ Θεός» – Αυτός είναι Απρόσιτος και Αΐδια ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα· Αυτός, ο «Παλαιός των Ημερών», ο «Παντοκράτωρ»· και η προσκύνηση Του, αναφέρεται πάντοτε και μόνο σε Εκείνον.

Η κατάρρευση του δυτικού αιρετικού Χριστιανισμού

Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός διαβεβαίωσε πως η Εκκλησία Του δεν θα καταλυθεί ποτέ, διότι, «πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματθ.16,18). Το ότι οι «εκκλησίες» της δυτικής χριστιανοσύνης καταρρέουν και σβήνουν σημαίνει σαφέστατα ότι  δεν είναι η Εκκλησία του Χριστού! Οι αιρέσεις και τα σχίσματα έχουν ημερομηνία λήξης, σε αντίθεση με την αληθινή Εκκλησία, η οποία, σύμφωνα με τον Ιερό Χρυσόστομο: «αὕτη δὲ ὑπὲρ τῶν οὐρανῶν ἀναβέβηκε. τοιοῦτον ἔχει μέγεθος ἡ ᾿Εκκλησία· πολεμουμένη νικᾷ· ἐπιβουλευομένη περιγίνεται· ὑβριζομένη, λαμπροτέρα καθίσταται· δέχεται τραύματα, καὶ οὐ καταπίπτει ὑπὸ τῶν ἑλκῶν· κλυδωνίζεται, ἀλλ’  οὐ καταποντίζεται· χειμάζεται, ἀλλὰ ναυάγιον οὐχ ὑπομένει· παλαίει, ἀλλ’ οὐχ ἡττᾶται· πυκτεύει, ἀλλ’ οὐ νικᾶται…»[13]! Δεν θα σβήσει στους αιώνες, διότι ο Χριστός, «ἐστιν ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος, τῆς ἐκκλησίας» (Κολ.1,18) και είναι αιωνίως παρών σε αυτή «πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ.28,20)! Εφόσον ο Χριστός είναι αιωνίως ακατάλυτος, και η Εκκλησία Του, το Πανάγιο Σώμα Του, είναι ακατάλυτη!