Όταν ο Ιησούς είπε στους μαθητές του «πάντες ὑμεῖς σκανδαλισθήσεσθε ἐν ἐμοὶ ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ, γέγραπται γάρ, πατάξω τὸν ποιμένα, καὶ διασκορπισθήσονται τὰ πρόβατα τῆς ποίμνης»¹, ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος (ήταν ο πρώτος που ανεγνώρισε τον Ιησού ως τον «υἱὸ τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος»²) διατράνωσε την αφοσίωσή του προς τον Κύριο, λέγοντας «εἰ πάντες σκανδαλισθήσονται ἐν σοί, ἐγὼ δὲ οὐδέποτε σκανδαλισθήσομαι». Τότε ο Ιησούς τον αιφνιδίασε, προλέγοντας ότι «ἀμὴν λέγω σοι ὅτι ἐν ταύτῃ τῇ νυκτὶ πρὶν ἀλέκτορα φωνῆσαι τρὶς ἀπαρνήσῃ με». Ο Πέτρος, όμως, απτόητος, έδωσε όρκο αυταπάρνησης: «κἂν δέῃ με σὺν σοὶ ἀποθανεῖν, οὐ μή σε ἀπαρνήσομαι».
Η πορεία των πραγμάτων εξελίχθηκε ανάποδα, όπως δηλαδή την προέβλεψε ο Ιησούς, και όχι όπως την εγγυήθηκε ο Πέτρος. Έτσι, όταν μια παιδίσκη από το συγκεντρωμένο πλήθος είπε στον δεύτερο «καὶ σὺ ἦσθα μετὰ ᾿Ιησοῦ τοῦ Γαλιλαίου», εκείνος «ἠρνήσατο ἔμπροσθεν αὐτῶν πάντων λέγων οὐκ οἶδα τί λέγεις». Εν συνεχεία, όταν άλλη παιδίσκη είπε στους συγκεντρωμένους «ἐκεῖ καὶ οὗτος ἦν μετὰ ᾿Ιησοῦ τοῦ Ναζωραίου», ο Πέτρος «ἠρνήσατο μεθ᾿ ὅρκου ὅτι οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον». Με αυτήν την φράση, ο όρκος αυταπάρνησης που είχε δώσει ο Πέτρος, αρνούμενος την προφητεία του Ιησού, αναποδογύρισε σε ψευδορκία.