Αμμωνίου Μοναχού του Αιγυπτίου.
Καθεζόμενος ποτέ εις το ταπεινόν μου κελλίον πλησίον της Αλεξανδρείας εις τόπον καλούμενον Κάνοβον, μου ήλθε λογισμός να υπάγω εις τα μέρη της Παλαιστίνης δια δύο αίτια. Πρώτον μεν διότι δεν ηδυνάμην να βλέπω τας θλίψεις και τους διαφόρους πειρασμούς και κινδύνους, τους οποίους υπέμειναν οι Χριστιανοί από τους απίστους και παρανόμους τυράννους, και εξόχως ο Αγιώτατος Πέτρος ο Αρχιεπίσκοπός μας, όστις έφυγε και εκρύπτετο από τόπου εις τόπον και δεν είχε ποσώς παρρησίαν ή άνεσιν να ποιμάνη τα λογικά του πρόβατα, αλλ’ ώσπερ να ήτο ληστής τις και κακοποιός, ούτως εκυνηγούσαν αυτόν οι παράνομοι. Δεύτερον δε είχον πόθον ανείκαστον να ίδω τους Αγίους και σεβασμίους Τόπους των Ιεροσολύμων, να προσκυνήσω τον Τίμιον και Πανάγιον Τάφον και την άχραντον και ζωοποιόν Ανάστασιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, και τους λοιπούς σεβασμίους τόπους, εις τους οποίους εκείνοι οι άχραντοι και ακήρατοι πόδες περιεπάτησαν, και ετέλεσε τα μεγάλα εκείνα και θαυμάσια έργα ως Παντοδύναμος, επειδή και οι περισσότεροι Άγιοι της Εκκλησίας μας (καθώς και εις τους Βίους αυτών φαίνεται) είχον τον όμοιον πόθον να υπάγωσι προς προσκύνησιν εις Ιεροσόλυμα δια μισθόν περισσότερον.