᾿Από τίς
εὐχές, πού ἀφειδώλευτα ἀκούγονται τίς μέρες τίς γιορτινές, ξεχωρίζω αὐτήν, πού
ποθεῖ καί εὔχεται νά ᾿ναι τό νέο ἔτος εἰρηνικό. Δικαιολογοῦν, νομίζω, τήν ἐπιλογή
ὄχι μόνον οἱ πρόσφατες συγκυρίες καί τά ἐπεισόδια, πού ἀναστάτωσαν καί πάλι τήν
πρωτεύουσα, τήν συμπρωτεύουσα
καί ἄλλες πόλεις τῆς Πατρίδας μας,
ἀλλά καί ὁ ἴδιος ὁ πόθος, πού ἀπό παλιά φωλιάζει στοῦ καθενός τήν καρδιά· νά ζοῦμε εἰρηνικά. Εἶναι ὁ πόθος, πού ὤθησε τούς Ρωμαίους νά ἀλλάξουν τήν παράδοσή τους καί νά μή λογαριάζουν
ὡς πρῶτο μήνα τοῦ ἔτους τόν Μάρτιο, πού τούς θύμιζε τόν θεό τοῦ πολέμου Mars, ἀλλά τόν ᾿Ιανουάριο. Αὐτός παίρνει τό ὄνομά του ἀπό τόν εἰδωλολατρικό θεό ᾿Ιανό, τόν προστάτη τῶν μετακινήσεων καί συναλλαγῶν, πού ἀπαιτοῦν καί προϋποθέτουν ἕνα κλίμα εἰρηνικό. ᾿Αποτυπωμένη καί στό ἡμερολόγιο ἡ λαχτάρα γιά εἰρήνη γίνεται ἀκόμη πιό τραγική καί ὀδυνηρή, καθώς ἀπό τά ἀρχαῖα χρόνια ὁ ναός τοῦ ᾿Ιανοῦ, πού ἄνοιγε σέ περιόδους πολέμου, δέν ἔκλεισε ποτέ. Ποτέ δέν σταμάτησαν οἱ πόλεμοι ἀπό τήν ἀρχαιότητα μέχρι σήμερα. Κατ᾿ ἐπανάληψη αἱματοκυλίσθηκε
ἡ ἀνθρωπότητα. ῾Εκατόμβες ἀτέλειωτες ἀπαρτίζουν οἱ ἀνθρώπινες ζωές, πού βίαια τερματίσθηκαν, οἱ ἄλκιμοι νέοι πού χάθηκαν πάνω στόν ἀνθό τους. ᾿Απέραντες καί ἀπύθμενες λίμνες τά δάκρυα τῶν γονιῶν, πού εἶδαν τά σπλάχνα τους νεκρά, τῶν χηρῶν καί τῶν ὀρφανῶν, τῶν ἐκτοπισμένων, τῶν προσφύγων, πού ἀνέστιοι, ἄσιτοι, γυμνοί λιτανεύουν στόν κόσμο τά πικρά δῶρα τοῦ πολέμου· τήν φτώχεια, τήν ἐξαχρείωση, τήν ταλαιπωρία τους.
≪Τί φρίκη πού ἔχει ὁ πόλεμος!
Τί συμφορά ἀφήνει!
Αὐτά τά λόγια λέγοντας
πύρινα δάκρυα χύνει≫
μαζί μέ τόν ποιητή, ὅποιος ἔζησε τήν πικρή ἐμπειρία τοῦ πολέμου. «Κανείς δέν εἶναι τόσο ἀνόητος, ὥστε νά προτιμᾶ τόν πόλεμο παρά τήν εἰρήνη», ἔγραφε ὁ ῾Ηρόδοτος, ὁ πατέρας τῆς ἱστορίας. ῾Η διαπίστωση αὐτή ἔχει τήν ἰσχύ της σέ κάθε ἐποχή. Κι ὅμως συνήθως κυριαρχεῖ ὁ ἀνεπιθύμητος πόλεμος. Σωστά λέχθηκε ὅτι «ἡ ἱστορία τῆς
γῆς μας τήν ἱστορία τῶν πολέμων κατάντησε νά καταγράφει».
Ταλανίζεται ἀνειρήνευτος ὁ κόσμος μας καί μένει ὄνειρο ἄπιαστο τό «ἐπί γῆς εἰρήνη»,
πού μήνυσαν οἱ ἄγγελοι στούς ταπεινούς βοσκούς τῆς Βηθλεέμ. Αὐτό, βέβαια, δέν
δικαιολογεῖ ἐκείνους, πού κατηγοροῦν τόν Χριστό, διότι δέν βλέπουν στήν γῆ τήν
εἰρήνη. ῎Ας ἀναρωτηθοῦν οἱ ἴδιοι ἄν ὄντως ἔχουν δεχθεῖ τόν Χριστό, ἄν ἐφήρμοσαν
τό Εὐαγγέλιό του.