Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ του Αγίου Ιουστίνου (Πόποβιτς)

Το σώμα του σαρκωθέντος Κυρίου Ιησού, το οποίον Αυτός έλαβεν από την Υπεραγίαν Θεοτόκον και από το Πνεύμα το Άγιον, και το σώμα Του εν τη θεία Ευχαριστία, όπως και το σώμα Του ως Εκκλησία, όλα αυτά είναι εν σώμα, μοναδικόν και πανσωστικόν. Διότι, όπως ελέχθη, ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι «χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας» (Εβρ. 13, 8). Τούτο μαρτυρεί χερουβικώς ο Χρυσόστομος ευαγγελιστής:  «Όσοι μετέχομεν του σώματος, όσοι του αίματος απογευόμεθα τούτου, εννοείται ότι του μηδέν εκείνου διαφέροντος ουδέ διεστώτος μετέχομεν προς μετοχήν, ότι εκείνου του άνω καθημένου, του προσκυνουμένου παρά αγγέλων, του της ακηράτου δυνάμεως εγγύς, τούτου απογευόμεθα. Οίμοι, πόσαι προς σωτηρίαν ημίν οδοί! Σώμα ημάς εαυτού εποίησε, σώμα ημίν το εαυτού μετέδωκε…»  Και αλλού προσθέτει:  «Ουδέ γαρ ήρκεσεν αυτώ το γενέσθαι άνθρωπον, το ραπισθήναι και σφαγήναι, αλλά και αναφύρει εαυτόν ημίν, και ου τη πίστει μόνον, αλλά και αυτώ τω πράγματι σώμα ημάς αυτού κατασκευάζει» (Ι. Χρυσοστόμου, Ομ. 3, 3 PG. 62, c 27. Oμ. 82, 5, PG, 58 c, 743).                                                                                                                                                                                                

ΟΤΙ ΗΓΑΠΗΣΕ ΠΟΛΥ (Δ΄)


Αλεξανδρεύς 

http://anastasiosk.blogspot.ca/

Οι λίγες εκατοντάδες μέτρα από το πραιτώριο ως το Γολγοθά μου φάνηκαν ότι κράτησαν αιώνες. Τώρα πια συνειδητοποιούσα τι εννοούσε όταν μίλαγε για ενταφιασμό.
 
Ήξερε! Ήξερε τι Τον περίμενε!
 
Αλλά αν ήξερε, τότε και μπορούσε...
 
Μπορούσε να τα αποφύγει όλα αυτά.
 
Ένας που ξέρει το μέλλον, ένας που ανασταίνει νεκρούς ...
 
( Νεκρούς είχε αναστήσει τρεις... όχι είχε αναστήσει τέσσερις. Είχε αναστήσει κι εμένα. Με είχε βγάλει μέσα από τη ζωή μου με ένα τρόπο όχι λιγότερο θαυμαστό από εκείνον που έβγαλε το Λάζαρο από τον τάφο!)
 
Τότε γιατί; Απ' όλα τα “γιατί” της ζωής μου εκείνο με βασάνιζε περισσότερο.
 
Γιατί αφού μπορούσε, άφησε να συμβούν τα πράγματα έτσι; Μέσα σε εκείνο το “γιατί” ζήταγε να εισχωρήσει κι ο άλλος.
 
Περπατούσα ανάμεσα στο πλήθος που τον συνόδευε στο Γολγοθά και πιο δυνατά από τις φωνές τους άκουγα εκείνη μέσα στο μυαλό μου.
 
-Αν Εκείνος δεν μπορεί να σώσει τον εαυτό του τότε ούτε για σένα μπορεί να κάνει τίποτε.
 
-Έχεις χάσει τα πάντα.
 
-Δεν σώζει αφού δεν σώζεται.
 
-Δε βλέπεις τους μαθητές του πώς Τον εγκατέλειψαν; Μόνο εκείνος ο νεαρός έμεινε πλάι του. Μάλλον δε θα καταλαβαίνει τον κίνδυνο.
 

-Και το κυριότερο: με εσένα δε γίνεται τίποτε.
 
Μια στιγμή, όσο σπουδαία κι αν είναι, δε φτάνει για να σου χαρίσει τη σωτηρία!
 

Τι μπορούσε κανείς να απαντήσει σε τόσο λογικές ερωτήσεις;
 

Νιώθει τη λογική τους κι όμως θέλει να τις απορρίψει. Θέλει να πιστέψει πως τα πράγματα είναι διαφορετικά από ότι φαίνονται.

Τότε κατάλαβα πώς σε τέτοιες στιγμές πρέπει απλά να συνεχίζεις.
 

Δε χρειάζεται να απαντάς.
 
Δεν έχεις τι να απαντήσεις.
 
Χρειάζεται απλά να συνεχίζεις.
 
Κι εγώ συνέχιζα. Περπατούσα αμίλητη στην άκρη της πομπής με το κεφάλι σκυφτό.
 
Σε μια στιγμή σταμάτησαν. Σε τέτοιες στιγμές το μυαλό κάνει τις πιο τρελές σκέψεις:
 
-Γιατί σταμάτησαν; Τι συμβαίνει; Μήπως κάτι άλλαξε; Μην ήρθε η ώρα του θαύματος;
 
Τεντωνόμουνα να δω, μα δεν έβλεπα. Άκουσα όμως μια φωνή. Την ίδια λέξη από πολλά στόματα: Έπεσε!
 
Άλλος το έλεγε με λύπηση άλλος με αδιαφορία, κάποιοι με κακία.
 
Έπεσε!
 
Δεν μπορεί να μιλούσαν για κανένα άλλον παρά για εκείνον. Ώστε δεν άντεξε; Ώστε η πορεία θα σταματούσε εδώ; Δεν είχε έρθει λοιπόν η ώρα του θαύματος;
 
Μια φωνή έδινε τώρα συνέχεια σε όσα δεν έβλεπα.
 
-Εμπρός!
 
-Ποιος είναι αυτός;
 
-Ο Σίμωνας, ο πατέρας το Αλεξάνδρου και του Ρούφου. Του ζήτησαν φαίνεται να κουβαλήσει το σταυρό.
 
-Αν σκύβει τόσο ο Σίμωνας, σκέψου τι βάρος έχει. Φυσικό ήταν να λυγίσει.
 
Ένα μικρότερο δράμα μέσα στο μεγάλο δράμα παιζόταν εκεί λίγα μέτρα μπροστά μου αλλά εγώ δεν μπορούσα να το δω. Ήθελα να τρέξω και να πέσω στα πόδια του. Ήθελα να ικετέψω, να του δοθεί χάρη. Ήθελα να χω όλο τον πλούτο του κόσμου όχι για να αγοράσω μύρο αλλά για να τον εξαγοράσω Εκείνον.
 
Αλλά ένιωθα πως η δική μου ώρα είχε περάσει.
 
Ένιωθα πως εκείνη την ώρα, Εκείνος ήταν μόνος του. Ότι έπρεπε να είναι μόνος. Αφού οι άνθρωποι του έκαναν ό,τι του έκαναν πώς μπορούσα εγώ, ένας άνθρωπος, να τον πλησιάσω;
 
Όταν εκείνη την εκκωφαντική έλλειψη λέξεων συμπάθειας δε διέκοπτε ούτε η φωνή της μάνας του πώς μπορούσα εγώ να μιλήσω;
 
Μου φαινόταν πως τα άκουγα κι εγώ, τόσο σίγουρη ήμουν για εκείνα που θα του κραύγαζε ο Πειραστής εκείνη την ώρα στο κεφάλι:
 
-Βλέπεις όλοι σε εγκατέλειψαν! Κανείς δε σε υπερασπίζεται!
 
Ούτε η μάνα που σε γέννησε δε φωνάζει!
 
Όλοι, όλοι σε εγκατέλειψαν!!! Κι ο Θεός σε εγκατέλειψε!!!!
 
-Μπορούσες να χεις γίνει Βασιλιάς τους!
 
Δεν θέλησες. Θέλησες να τους κερδίσεις ελεύθερους!!!
 
Ποτέ κανείς δε τους κέρδισε όταν ήταν ελεύθεροι.
 
Ούτε ο Θεός στον παράδεισο!
 
Κι από κει του τους άρπαξα. Οι άνθρωποι δε θέλουν λευτεριά.
 
Θέλουν ψωμί και καμουτσίκι! Παραδέξου την ήττα σου!
 
Ήταν τόσο δυνατές οι φωνές μέσα μου που λιποθύμησα. Ποτέ δε θα συχωρέσω τον εαυτό μου που λιποθύμησα. Όταν συνήρθα, έτρεξα με όσες δυνάμεις μου είχαν απομείνει προς την κορφή του φοβερού λόφου.
 
Τον είχαν σταυρώσει. Βρισκόταν εκεί κρεμασμένος πάνω σε κείνο το σατανικό μηχάνημα που είχε εφεύρει η ανθρώπινη κακία. Με δυο τεράστια καρφιά να χουν τρυπήσει τα χέρια του. Στον καρπό. Και άλλα δυο στα πόδια του. Σε εκείνα τα πόδια που δυο μέρες πριν είχα λούσει με τα μύρα και τα δάκρυά μου. Κρεμόταν από τα χέρια και τα πλευρά του έκλειναν από το βάρος του κορμιού.
 
Πίεζε τα πόδια του πάνω στα καρφιά για να ανασηκώσει το κορμί για να δώσει λίγο χώρο στο στήθος του να ανοίξει και να πάρει αέρα.
 
Μα αυτό του προκαλούσε αφόρητο πόνο.
 
Πόνο που δεν τον καταλάβαινες από μορφασμούς αλλά από τον ιδρώτα που ανέβλυζε εντονώτερα εκείνες τις στιγμές. Έπειτα αφηνόταν πάλι να πέσει μα σε λίγο η ανάγκη για ανάσα ήταν τόσο μεγάλη που πίεζε ξανά να ανασηκωθεί.
 
Ήθελα να φωνάξω, να κραυγάσω και να τα βάλω με όλους: με τους ανθρώπους που τον κατεδίκασαν σε εκείνο το φοβερό μαρτύριο, με τους ανθρώπους που ανακάλυψαν το μαρτύριο αυτό.
 
Τέλος ... ναι, τέλος με το Θεό που τους επέτρεπε να φέρονται έτσι.
 
Ήξερα για ένα Θεό δίκαιο και τιμωρό.
 
Ένα Θεό που επέτρεπε να λιθοβολιστεί ένας άνθρωπος μόνο και μόνο αν παρέβαινε το Μωσαϊκό νόμο. Πού ήταν λοιπόν αυτός ο Θεός;
 
Φοβόμουν να ξεστομίσω το λόγο, τον έδιωχνα από τη σκέψη μου όταν άκουσα τη φοβερή κουβέντα από το στόμα του.
 
Βγήκε σαν παράπονο, σα λυγμός και σαν αίνιγμα: Ελωΐ, ελωΐ λαμά σαβαχθανί;
 
Ώστε ένιωθε εγκαταλελειμμένος;
 
Δεν είχε λοιπόν ένα μυστικό τρόπο να επικοινωνεί με εκείνον που θεωρούσε Πατέρα του; Δεν ήταν λοιπόν μόνο του μυαλού μου κείνοι οι Πειρασμοί;
 
Άκουσα κάτι ανόητους να μιλάνε για τον Ηλία μα δεν απάντησα.
 
Εκείνον που βρίσκεται στον πόνο συχνά τον περιγελούν οι άνθρωποι.
 
Ίσως έτσι να θεωρούν ότι ξορκίζουν το κακό από κοντά τους.
 
Μαζί με τους άλλους άκουσα και τον ένα ληστή να μιλά. Βαριανάσαινε, αφού δεν μπορούσε να πάρει αέρα. Τούτο δεν τον εμπόδισε να περιγελά.
 
Είχε ένα ύφος άγριο και μοχθηρό. Ένιωθε πως επιτέλους εκείνος κι ο Ραββί ήταν το ίδιο.
 
“Τι διαφορά κι αν έζησα καλά ή όχι;
 
Ληστής εγώ, δάσκαλος εκείνος, σε διπλανούς σταυρούς καταντήσαμε.
 
Τίποτε δεν υπάρχει. Η ζωή είναι παράλογη”.
 
Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω πόσα άκουγα έξω και πόσα μέσα στο κεφάλι μου.
 
Σα σφυριά με χτυπούσαν οι λέξεις.
 
Τότε άκουσα τον άλλο ληστή να του απαντάει. Είχε κρατήσει λίγη από την ανθρωπιά του.
 
Λίγες σταγόνες δικαιοσύνης και αυτοσυνειδησίας.
 
-Δεν φοβάσαι το Θεό που βρίσκεσαι στην ίδια τιμωρία. Εμείς καλά να πάθουμε αλλά τούτος εδώ; Ετούτος τίποτα κακό δεν έχει κάνει.
 
Ύστερα μάζεψε όσες δυνάμεις του δινε ο λιγοστός αέρας στα πνευμόνια του και γύρισε το βλέμμα στο Ραββί.
 
Το βλέμμα του είχε γίνει παιδικό.
 
Πώς μπορεί να κρυφτεί τόσα χρόνια στο πρόσωπο ενός ληστή ένα παιδί;
 
Μα τώρα εκείνος ο φοβερός ληστής είχε γίνει ξανά ένα παιδί.
 
Ένα παιδί που νιώθει πως έκανε λάθος, πως δεν αντέχει να στενοχωρεί άλλο τον πατέρα.
 
Ένα παιδί που θυμάται και συνειδητοποιεί πως τα πράγματα θα μπορούσαν να πάνε καλύτερα.
 

Και που ελπίζει, με μια παράλογη ελπίδα, πως μπορούν να πάνε καλύτερα.
 

-Κύριε, θυμήσου με στη Βασιλεία σου!
 

Ήταν ο λόγος που βγήκε από το στόμα του.
 
Ένιωσα κάτι να με σκίζει εκείνη τη στιγμή.
 
Ό,τι έλεγε ο ληστής ήθελα να το πω κι εγώ.
 
Ό,τι ένιωθε εκείνος ήταν και δική μου σκέψη. Όπως πονούσε εκείνος, πονούσα κι εγώ.
 

Όσο έλπιζε εκείνος έλπιζα κι εγώ.
 
Κράτησα την ανάσα μου καθώς ο Ραββί ετοιμάστηκε με κόπο να απαντήσει.
 

-Αλήθεια σου λέω, σήμερα κιόλας θα σαι μαζί μου στον Παράδεισο.
 

Και χαμογέλασε.
 
Χαμογέλασε με κείνο το θλιμμένο του πρόσωπο κι ένιωσα για πρώτη φορά πως μας χαμογελούσε ο Θεός.
 
Εκείνος ο αυστηρός Θεός που μας είχε δείξει την έξοδο του Παραδείσου ήταν εκεί και για πρώτη φορά χαμογελούσε.
 
Είχε τα χέρια του ανοιχτά σαν αγκαλιά. Σαν τη μεγαλύτερη αγκαλιά του κόσμου έτοιμη να μας δεχτεί πάλι πίσω, όχι γιατί τα καταφέραμε, όχι γιατί γίναμε αυτό που έπρεπε αλλά γιατί με πάθος, με πάθος μεγαλύτερο από αυτό που κυνηγούσα εγώ το Ραββί, μας αγαπούσε.
 

Στα χρόνια που ακολούθησαν, πολλές φορές, με ζήλεια, το ληστή τον θυμήθηκα...
 


Συνεχίζεται.

Κυριακή των Βαΐων:


 Την τελευταία Κυριακή της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής εορτάζουμε τη θριαμβευτική είσοδο του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα κατά την οποία ο λαός έκπληκτος από το θαύμα της ανάστασης του Λαζάρου που είχα προηγηθεί υποδέχτηκε τον Χριστό κρατώντας κλαδιά φοινίκων και βάγια. Σε ανάμνηση εκείνης της υποδοχής κρατάμε κι εμείς αυτή τη μέρα κλαδιά δάφνης υποδεχόμενοι τον Κύριο όχι σαν ένα θριαμβευτή, κοσμικό βασιλιά, όπως τον φαντάζονταν οι Ιουδαίοι, αλλά σαν αιώνιο, πνευματικό βασιλιά. Η είσοδος, όμως, του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα ήταν και η αρχή της πορείας Του προς το Πάθος. Ήδη οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι είχαν αποφασίσει τη θανάτωσή Του και ο Ιούδας την προδοσία. Γι’ αυτό και η Κυριακή των Βαΐων είναι ταυτόχρονα και η έναρξη της Μεγάλης Εβδομάδας. Αυτό είναι εμφανέστερο στον Εσπερινό όπου η Εκκλησία στολίζεται πένθιμα, οι ιερείς φορούν σκουρόχρωμα άμφια ενδεικτικά πένθους, μπροστά στην Ωραία Πύλη τοποθετείται η εικόνα του Νυμφίου στην οποία ο Χριστός φέρει ακάνθινο στεφάνι και τα τροπάρια μας εισάγουν
«Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός` και μακάριος ο δούλος, όν ευρήσει γρηγορούντα` ανάξιος δε πάλιν, όν ευρήσει ραθυμούντα. Βλέπε ούν, ψυχή μου, μή τω ύπνω κατενεχθης, ίνα μή τω θανάτω παραδοθής και της βασιλείας έξω κλεισθής` αλλά ανάνηψον κράζουσα` Άγιος, άγιος, άγιος ει ο Θεός` διά της Θεοτόκου ελέησον ημάς.»
Ο Νυμφίος Χριστός θα έρθει ξαφνικά στη μέση της νύχτας. Ευτυχισμένος θα είναι ο δούλος που ο Κύριος θα τον βρει να αγρυπνά, ανάξιος, όμως, θα είναι εκείνος που θα τον βρει να είναι αμελής. Πρόσεχε, λοιπόν, ψυχή μου να μην καταληφθείς από (πνευματικό) ύπνο, για να μην παραδοθείς στο θάνατο (της αμαρτίας) και μείνεις έξω απ’ τη Βασιλεία (των Ουρανών). Αλλά φρόντισε να συνέλθεις και φώναξε: Άγιος, Άγιος, Άγιος είσαι Συ ο Θεός` με τη βοήθεια της Θεοτόκου ελέησέ μας.

Ο Κοσμάς :


3.
ο αγαπητός Misha έγραψε:


όταν ο γερων Εφραιμ ο Φιλοθείτης μετεβη στην Αμερική τελη της δεκαετιας του 1980 στην αρχή ενετάχθη στην Ρωσική Εκκλησία της Διασποράς...μετά από επίμονη συμβουλή του γέροντος Πορφυρίου μετακινήθηκε στη δικαιοδοσια του Οικ.Πατριαρχειου σωζοντας έτσι κυριολεκτικά την ελληνορθόδοξη δικαιοδοσια στις ΗΠΑ,που φυλλοροουσε λόγω της εκκοσμικεύσεως και των ηθικών σκανδάλων.


Δεν γνωρίζω, αν ο γέροντας Πορφύριος είχε συμβουλεύσει ποτέ τον π. Εφραίμ Φιλοθεΐτη να μετακινηθεί από τη Ρωσική Σύνοδο της Διασποράς στο Πατριαρχείο. Όμως, για να το λέει ο αδελφός
Misha, έτσι θα είναι.
Εκείνο όμως, το οποίο γνωρίζω εγώ, και ας μου συγχωρηθεί αυτό που θα πω, είναι ότι όταν ο π. Εφραίμ προσχώρησε στη Ρωσική Σύνοδο της Διασποράς και το Πατριαρχείο ετοίμαζε την καθαίρεσή του, έκρινε σκόπιμο να στείλει στην Αθήνα ένα μοναχό του, και να ζητήσει τη γνώμη μου, λόγω της κάποιας ενασχόλησής μου σε κανονικοδογματικά ζητήματα, για τη σκέψη του να προσχωρήσει στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, προκειμένου ν΄ αποφύγει την ενδεχόμενη καθαίρεσή του από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ο π. Εφραίμ, υποθέτω, γνώριζε την εκτίμησή μου στο πρόσωπό του από τις θετικές τηλεοπτικές εκπομπές μου για το έργο του στην Αμερική από ελληνικό κανάλι της Νέας Υόρκης. Ο απεσταλμένος μοναχός ζήτησε να μαγνητοφωνήσει τη γνώμη μου, πράγμα το οποίο και δέχτηκα. Φυσικά, τον απέτρεψα να προσχωρήσει στα Ιεροσόλυμα, γιατί δεν θα μπορούσε ούτε με τον τρόπο αυτό να αποφύγει την καθαίρεσή του, την οποία ήθελε οπωσδήποτε να αποφύγει. Ύστερα, πληροφορήθηκα ότι επέστρεψε στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Κων/πόλεως.

Πορεία προς το πάθος


Η είσοδος του Χριστού στα Ιεροσόλυμα σηματοδοτεί την φανέρωση του ως βασιλιά, ο οποίος πορεύεται προς το Πάθος. Είναι βασιλιάς γιατί πορεύεται προς το Πάθος και πορεύεται προς το Πάθος γιατί είναι ο αληθινός βασιλιάς. Αναφέρει χαρακτηριστικά ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «διά τούτο αυτόν βασιλέα καλώ, επειδή βλέπω αυτόν σταυρούμενον, βασιλέως γάρ εστι το υπέρ των αρχομένων αποθνήσκειν».
Ο Χριστός ως Βασιλιάς, δεν ενδύεται με οποιαδήποτε διακριτικά εξουσίας, αλλά «έρχεται καθήμενος επί πώλον όνου». Η πραότητά του συνταιριάζει απόλυτα με την ταπείνωσή του. Το πουλάρι είναι η εικόνα της ειρήνης. Η ειρήνη που φέρνει ο Χριστός είναι η προσφορά του εαυτού του. Έτσι ακριβώς, σ’ αυτή τη διάσταση ειρήνευσε τον άνθρωπο, όταν τον ένωσε με την κοινωνία της αγάπης και της ζωής του Θεού.
Η αληθινή ειρήνη είναι η έκφραση της αγάπης και της ταπείνωσης του Χριστού. Μόνο στον ταπεινό μπορεί να εμφωλεύει η ειρήνη και να μεταβάλλεται σε βίωμα και ζωή. Αντίθετα, όποιος διακατέχεται από εγωισμό και φιλαυτία, εμφανίζει συμπτώματα διαταραχών στον εσωτερικό του κόσμο, με έκδηλες ορέξεις για κυριαρχία επί των συνανθρώπων του.
Ο Χριστός θυσιάζει τον εαυτό του «υπερ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας». Αυτή τη σωτηρία ποθεί κατά βάθος ο λαός, όταν υποδέχεται θριαμβευτικά τον Χριστό στα Ιεροσόλυμα. Αντίθετα, η κυριαρχία του εγωισμού εκβάλλει στο «άρον, άρον, σταύρωσον αυτόν». Έτσι έγινε τότε με τον όχλο και οι μεταπτώσεις αυτές συνεχίζονται μέχρι σήμερα.
Αγαπητοί αδελφοί, η Εκκλησία μάς προσκαλεί σε μια ευλογημένη συνοδοιπορία με τον Χριστό. Τον Κύριο και Σωτήρα μας. Μέσα από τις ιερές ακολουθίες, την κατανυκτική υμνολογία και την περιγραφή των γεγονότων από τους ιερούς ευαγγελιστές, μάς καλεί να υποδεχθούμε και εμείς τον ερχόμενο Βασιλέα: «Εξέλθετε έθνη, εξέλθετε και λαοί και θεάσασθε σήμερον, τον Βασιλέα των Ουρανών ως επί θρόνου υψηλού, επί πώλου ευτελούς, την Ιερουσαλήμ προσεπιβαίνοντα». Η υποδοχή αυτή μάς καθιστά δεκτικούς των βαθύτερων βιωμάτων του Πάθους και της Ανάστασης του Κυρίου μας. 

http://www.churchofcyprus.org.cy/

Aπορρίπτομεν ως «μόλυσμα» το των Λατίνων ράντισμα


+Μοναχός Θεόκλητος Διονυσιάτης

Το φως και η χαρά του αγίου Πάσχα και η δύναμις και η ωραιότης, ως άκτιστοι θείαι ενέργειαι, μεταποιούν και αυτά τα μέλη μας, εις φως και ωραιότητα και δύναμιν και πλούτον, ως λέγει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος. Αλλοιούνται αι αισθήσεις μας επί το θείον και γινόμεθα ολόκληροι φως. Και ο νους μας πλέων εις το φως της Αναστάσεως του Χριστού, γίνεται ένα φως όμοιον με το φως της Αναστάσεως του Χριστού. Και τότε πληρούμεθα ευδαιμονίας και θείας γλυκύτητος. Το πρόσωπόν μας λάμπει, όπως το πρόσωπον του ηγαπημένου Ιησού. Και τότε αισθανόμεθα εαυτούς, όπως λέγει ο άγιος Συμεών, ωραιοτέρους απ’ όλους τους ωραίους. Πλουσιωτέρους απ’ όλους τους πλουσίους. Και δυνατωτέρους απ’ όλους τους αυτοκράτορας… Ιδού ποία η σημασία της Αναστάσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και ποία η ανύψωσις του ανθρώπου μέχρι θεώσεως. Και αυτή η θέωσις αρχίζει από την ιεράν κολυμβήθραν μόνης της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Χωρίς την «συνταφήν» εν τω αγίω ύδατι της κολυμβήθρας, όπου θάπτεται ο παλαιός άνθρωπος και αναδύεται ο καινός, πεπληρωμένος χάριτος και φωτός, «ενδυόμενος τον Χριστόν» δια του αγίου Χρίσματος, αναγέννησις δεν υπάρχει. Ούτε απαλλαγή ενοχής εκ της προπατορικής αμαρτίας, ούτε μετάδοσις του αγίου Πνεύματος τελείται, ούτε «ενσωμάτωσις» εν τω μυστικώ Σώματι του Χριστού ενεργείται, ούτε σωτηρίας τις αξιούται. Τα μυστηριώδη αυτά τελεσιουργούνται αρρήτως μόνον εν τη Καθολική και Αποστολική Ορθοδόξω Εκκλησία! Δια τούτο φοβούμεθα παν το έξω της Εκκλησίας κείμενον. Και δια τούτο απορρίπτομεν ως «μόλυσμα» το των Λατίνων ράντισμα, ως απεφήνατο ο μέγιστος των Κανονολόγων της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης.

Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ του Αγίου Ιουστίνου (Πόποβιτς)


Εν  τη  θεία  Ευχαριστία  όλη  η  Εκκλησία.


Η λειτουργική αυτή και ευχαριστιακή «ανάμνησις» μας υπενθυμίζει όλον το Θεανθρώπινον έργον της σωτηρίας του κόσμου το τελεσθέν υπό του Κυρίου Ιησού. Κατά τον θεόπνευστον λόγον του αγίου Δαμασκηνού: «η τελετή των αγίων μυστηρίων πάσαν πληροί την πνευματικήν και υπερφυή οικονομίαν της του Θεού Λόγου σαρκώσεως» (Ι. Δαμασκηνού, PG, 95, c. 408).                                                                                                                   
Αυτή η αγιοευχαριστιακή «ανάμνησις» είναι, εις την πραγματικότητα, ιερά και μυστηριακή παράδοσις εις ημάς αυτού του Κυρίου Ιησού εν όλη τη πληρότητι της Θεανθρωπότητός Του. Διότι ουδέν άλλο της Καινής Διαθήκης μας δίδει τόσον καθολικώς τον Κύριον Ιησούν όσον η θεία Ευχαριστία και η θεία Κοινωνία. αυτή μας Τον δίδει ολόκληρον, τον Αιώνιον, ζώντα και ζωοποιούντα τα πάντα και δη πάντοτε τον αυτόν, διότι «Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας» (Εβρ. 13, 8). Δια της θείας Κοινωνίας βιούμεν όλον το Θεανθρώπινον έργον της σωτηρίας ως ιδικόν μας, πρωτίστως δε τον πανσωστικόν θάνατόν Του και την Ανάστασίν Του. Διότι αυτά μας εισάγουν εις αυτήν την καρδίαν και εις την ιδίαν την αιωνιότητα της θεανθρωπίνης σωτηρίας. Δι΄ αυτό ευαγγελίζεται ο άγιος Απόστολος «οσάκις γαρ αν εσθίητε τον άρτον τούτον, τον θάνατον του Κυρίου καταγγέλλετε, άχρις ου αν έλθη» (Α΄ Κορ.  11, 26).   

Come, receive the light


For those who are thirsting for the same Church which Christ established nearly 1966 years ago, come and drink of the knowledge that the Orthodox Church is that one and same Church. For those who hunger for the fullness of the original Christian Faith, come and partake of the wisdom of nearly 2000 years of unbroken theology. For those who have felt a sense of something missing in their prayer life, come and experience the depth of Orthodox praise and devotion and feel the real presence of Jesus Christ. For those who have never seen true worship, come and participate in the Divine Liturgy and see heaven united to the earth.




Orthodox Holy Week observance starts Sunday

Looking back, the Rev. Stephen Powley can see many signs that led him away from his Protestant evangelical faith and toward the Orthodox Church, where he believes he finally learned and understood the whole story of Christianity.

He proposed to the young woman who would become his wife following a secret "deal with God" he made during an impromptu visit to a friend's Greek Orthodox church in 1976, on the Friday before Pascha — the Orthodox version of Easter. Although he was deeply moved by the service (and the startling way his silent plea was answered), it would be nearly a decade before they attended (again as guests) a Pascha service that convinced him he'd gone to the wrong seminary.
By that time, he was pastor at a large Evangelical charismatic church, but had become "restless" and very interested in exploring the roots of Christianity, which in most seminaries starts at the Reformation. He wanted to know what happened in the 16 centuries prior to the split that resulted in Catholicism and many of the other major religions the world knows today.
His studies took him back to the Orthodox church, which members believe was created by Jesus and his apostles and which has continued — with no changes in doctrine or liturgy — since then.
"I came out of that service feeling like I had truly celebrated the Resurrection for the first time in my life. It was incredible," Powley said.

(Νow Father Sephen Powley is at St. John Greek Orthodox Church, Pueblo City in Colorado USA).

Αν δεν υπήρχαν "Παλαιοημερολογίτες"...



(σ. σ. η "Ορθόδοξη Φωνή" ακολουθεί την τοπική "Εκκλησία" του Καναδά της οποίας "Ποιμένας" είναι ο Αρχιεπίσκοπος Καναδά κ. Σωτήριος. Ο διαχειριστής αυτής της ιστοσελίδας ανεβάζει άρθρα που νομίζει ότι πρέπει να παρουσιάζονται, ασχέτως αν μερικοί δυσφορούν...).

"μείζονα πλοῦτον ἡγησάμενος τῶν Αἰγύπτου θησαυρῶν τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ Χριστοῦ" (Εβρ. 11, 26)


"Παλαιοημερολογίτες". Μια λέξη που προκαλεί στον κόσμο, που ακολουθεί το νέο ημερολόγιο, δυσφορία και ένα ειρωνικό χαμόγελο. Οι πολλοί - οι αδιάφοροι - τους θεωρούν κάτι αντίστοιχο με τους ταλιμπάν. Μούχλα, συντηρητικότητα και αυστηρότητα. Οι απλοϊκοί χριστιανοί, φοβισμένοι από τα λόγια των γεροντάδων και των δεσποτάδων, τους λογαριάζουν σαν σχισματικούς, εκτός Εκκλησίας. Οι πιο ενημερωμένοι, στέκονται στις ακρότητες, που παντού υπάρχουν εν τέλει, και τους αντιμετωπίζουν ως ακραίους, ως κίνδυνο. Οι οικουμενιστές τους βλέπουν με αηδία, φοβούμενοι όμως και την επαφή μαζί τους, μήπως και ξεφυτρώσει κανένας νέος Καραγιαννίδης με την ψαλίδα ή κανένας ζηλωτής μοναχός με ένα υπέρβαρο Πηδάλιον και τους το φέρει στο κεφάλι. Οι αντιοικουμενιστές, αυτοί και αν δεν θέλουν να ακούν για "παλαιοημερολογίτες"! Ο φόβος μην χαρακτηριστούν και αυτοί από τους υπολοίπους ως "παλαιοημερολογίτες" τους τρομάζει τόσο πολύ, που προτιμούν να μένουν κοινωνικοί με τους οικουμενιστές.
Ο τρόμος αυτός αντικατοπτρίζεται στην έκφραση του γνωστού π. Επιφανίου Θεοδωρόπουλου "Αχ, να μην υπήρχαν αυτοί οι παλαιοημερολογίτες τί θα έκανα;". Τί θα έκανε φυσικά το γνωρίζουμε. Αυτό που έκαναν πάντοτε οι Ορθόδοξοι εν καιρώ αιρέσεως: Διακοπή κοινωνία με τους νεοφανείς αιρετικούς. Μα πως ο π. Επιφάνιος θα αποτειχιζόταν από τον προβατόσχημο Αθηναγόρα, χωρίς να υπήρχε ο κίνδυνος να θεωρηθεί ώσπερ εκείνοι οι τελώνηδες, οι "παλαιοημερολογίτες";
Φυσικά όμως και δεν αντιμετώπιζαν όλοι οι νεοημερολογίτες έτσι τους αδελφούς τους. Ο διακριτικός και χαρισματικός Γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος, ακόμη και όταν στηλίτευε τις "παλαιοημερολογιτικές" ακρότητες (συνήθως μετά από φλογερά επιχειρήματα κατά του νέου ημερολογίου)  ήξερε να διακρίνει ότι αυτές δεν εκφράζουν το σύνολο των Ορθοδόξων που ακολουθούν το Πάτριο ημερολόγιο, αλλά ορισμένους μόνο εξ αυτών, τις πράξεις και ιδέες των οποίων καταδικάζουν και οι νουνεχείς και ζηλωτές με επίγνωση αγωνιζόμενοι "Παλαιοημερολογίτες".
Συγκεκριμένα γράφει ο αείμνηστος Γέρων στο φυλλάδιο "Εγερτήριον Σωτήριον Σάλπισμα" (1959):
"Επαινώ την στάσιν και εμμονήν των παλαιοημερολογιτών εις τας Πατρικάς παραδόσεις, διότι η εισαγωγή του νέου ημερολογίου εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν έγινεν απερισκέπτως, αντικανονικώς και παρανόμως...(όμως) δε δύναμαι να αφήσω απαρατήρητον, ανεξέλεγκτον και ακατηγόρητων τον, ου κατ' επίγνωσιν, ζήλον ενίων παλαιοημερολογιτών, τον φανατισμόν, τας υπερβολάς, τας παρεκτροπάς και τας πλάνας εις τας οποίας υπέπεσαν... και άλλα πολλά τα οποία παραλείπω, διά να μη λυπήσω τους νομίμως και μετά συνέσεως και διακρίσεως αγωνιζομένους".
Και ο φωτισμένος Γέρων ήξερε καλώς το πόσο καλό έκανε στην Ορθοδοξία αυτή η εμμονή στα Πάτρια των νομίμως και μετά συνέσεως και διακρίσεως αγωνιζομένων "Παλαιοημερολογιτών". Η αλλαγή του ημερολογίου ήταν απλά μονάχα ένα μέρος του νεωτεριστικού σχεδίου. Θα ακολουθούσαν και τα υπόλοιπα μέρη, όπως η αλλαγή του Πασχαλίου, η κατάργηση του ράσου και των νηστειών, η δευτερογαμία των ιερέων και ο γάμος των επισκόπων, η λειτουργική "αναγέννηση" και όλα τα προς συζήτηση θέματα της τότε σχεδιαζομένης Οικουμενικής Συνόδου, η οποία θα είχε υλοποιήσει ήδη τις αιρετικές καινοτομίες, αν δεν υπήρχαν "Παλαιοημερολογίτες".
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η αποτυχία της επιδιωκόμενης, υπό του αποδεδειγμένως μασώνου Πατριάρχου Βασιλείου του Γ΄, αλλαγής και του Πασχαλίου, αποτυχία η οποία οφείλεται στον αγώνα των "Παλαιοημερολογιτών". Γράφει η "Καθολική" (όργανο των εν Ελλάδι παπικών) περί της αυτής απόρριψης της αλλαγής του Πασχαλίου από την νεοημερολογιτική Ιεραρχία της Ελλάδος:
"Η Ιερά Σύνοδος της Ελλάδος, ως προκύπτει εκ της άνω απαντητικής επιστολής, αναγνωρίζη μεν το λάθος του Πασχαλίου και αποδέχεται εκθύμως την διόρθωσιν αυτού, αλλά υπό όρους. Οι όροι ούτοι μαρτυρούσι οπωσδήποτε, αντιθέτως προς την σθεναράν και αξιέπαινον στάσιν του Οικουμενικού Πατριάρχου, ποιάν τινα δειλίανπηγάζουσαν προφανώς εκ του φόβου ενδεχομένης επαναλήψεως των γνωστών Ημερολογιακών σκηνών" (Νοέμβριος 1928).
Ναι, αγαπητοί! Χωρίς "παλαιοημερολογίτες" θα είμασταν ήδη φράγκοι. Αυτό το κίνημα της ευσεβείας απετέλεσε μέγα φράγμα στα κακόδοξα ρεύματα των καινοτομιών, απετέλεσε φόβητρο για τους εργαζομένους την ανομίαν ψευδορθοδόξους. Αυτή η φρουρά των "Παλαιοημερολογιτών" κράτησε τις νοητές Θερμοπύλες της Πίστεως. Και οι ακρότητες και η αμάθεια πολλών εξ αυτών δεν μειώνει ουδόλως την αξίαν της Ορθοδόξου Ενστάσεώς των.
Ο πόλεμος κατά των "Παλαιοημερολογιτών" και από τους νεοημερολογίτες αντιοικουμενιστές, τους λεγόμενους και συντηρητικούς,
 εκτός από ότι τους κατατάσει στην ίδια μερίδα με τους εξ ορθοδόξων οικουμενιστές (με τους οποίους κοινωνούν ανερυθριάστως, γινόμενοι έτσι υποκριτές, αφού ενώ μιλούν για "τα δύο άκρα" κοινωνούν με το ένα!), αφαιρεί από αυτούς την μοναδική ευκαιρία να αντιδράσουν μελλοντικώς στους επερχόμενους νεωτερισμούς. Έτσι όταν θα προδοθεί η Ορθοδοξία διά Οικουμενι(στι)κής Συνόδου, θα βρεθούν μπρος σε ένα αδιέξοδο και θα πέσουν στην ίδια την παγίδα που έφτιαξαν.
Ας προσέχουμε λοιπόν τις γενικεύσεις και την κατάκριση
 και ας περιπατούμε με διάκριση και κατ' επίγνωση ζήλο και ας μη μένουμε κοινωνικοί με τους αιρετικά φρονούντες ούτε μια ώρα.

Καλή Ανάσταση!

ΠΑΣΧΑ ΡΩΜΕΪΚΟ


Αλέξ. Παπαδιαμάντης.

Ὁ μπαρμπα-Πύπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, εἶχεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων καὶ μεγεθῶν, ὅλα ἐκ παλαιοῦ χρόνου καὶ ὅλα κατακαίνουργια, τὰ ὁποῖα ἐφόρει ἐκ περιτροπῆς μετὰ τοῦ εὐπρεποῦς μαύρου ἱματίου του κατὰ τὰς μεγάλας ἑορτὰς τοῦ ἐνιαυτοῦ, ὁπόταν ἔκαμνε δύο ἢ τρεῖς περιπάτους ἀπὸ τῆς μιᾶς πλατείας εἰς τὴν ἄλλην, διὰ τῆς ὁδοῦ Σταδίου. Ὁσάκις ἐφόρει τὸν καθημερινὸν κοῦκόν του, μὲ τὸ σάλι του διπλωμένον εἰς ὀκτὼ ἢ δεκαὲξ δίπλας ἐπὶ τοῦ ὤμου, συνήθιζε νὰ κάθηται ἐπί τινας ὥρας εἰς τὸ γειτονικὸν παντοπωλεῖον, ὑποπίνων συνήθως μετὰ τῶν φίλων, καὶ ἦτο στωμύλος καὶ διηγεῖτο πολλὰ κ᾽ ἐμειδία πρὸς αὐτούς.

H συνέχεια, “κλικ’’ πιο κάτω στο: Read more

ΟΤΙ ΗΓΑΠΗΣΕ ΠΟΛΥ (Γ΄)

Αλεξανδρεύς

http://anastasiosk.blogspot.ca/

Χαμένη καθώς τριγυρνούσα μέσα στους δρόμους πέρασα το πρώτο κύμα, τον πρώτο πειρασμό. Τότε δεν ήξερα πως θα ακολουθούσαν κι άλλοι. Ξεκίνησε σαν μια επίμονη φωνή. Την έδιωχνα, ερχόταν πάλι.
 
-Καλά να πάθεις! Τι δουλειά είχες εσύ μ' Αυτόν; Τι ζήταγες στο σπίτι του Φαρισαίου; Κάνεις λάθη! Έκανες ένα ακόμα. Το μεγαλύτερο ίσως. Γιατί δεν γυρίζεις πίσω; Είσαι πόρνη. Φαντάστηκες πως με τα νομίσματά σου θα ξεπληρώσεις το βίο σου;
 
Κι Εκείνος που πίστεψες ποιος ήταν;
 
Ένας αγύρτης!
 
Ένας χαμένος! Σε λίγο θα χάσει τη ζωή Του. Κι εσύ; Εσύ τι θα κάνεις; Πάλι με τους χαμένους; Είχες κάτι. Μια σταθερή δουλειά. Εντάξει όχι την καλύτερη. Εντάξει, εντάξει τη χειρότερη. Αλλά τώρα, τι έχεις;
 
Τώρα δεν έχεις τίποτε.
 
Τα έχασες όλα.
 
Βούιζαν οι φωνές σα σφήκες μέσα στο κεφάλι μου, τόσο δυνατά, τόσο επίμονα που άρχισα ασυναίσθητα να κουνάω τα χέρια, να κουνάω το κεφάλι για να τις διώξω.
 
Έκλαιγα. Τα μάτια μου πλημμύριζαν δάκρυα με μια ένταση που ποτέ δεν είχα ξαναζήσει. Πονούσα.
 
Τον αγαπούσα και θα τα περνούσα όλα αγόγγυστα για χάρη Του φτάνει μόνο να είχα τη βεβαιότητα της ύπαρξής Του.
 
Σε λίγο λυγμοί ανατάραζαν το κορμί μου ολάκερο, ένιωθα να συντρίβομαι από το πελώριο “γιατί” που μου εξακόντιζε κείνος που μου ψιθύριζε -λάθος που κραύγαζε και κάγχαζε και επαιρόταν μέσα στο μυαλό μου.
 
Ήθελα να φωνάξω μα ήταν ξημέρωμα. Θα με μάζευε η περίπολος κι εγώ θα χανα οριστικά την ελπίδα να Τον ξαναδώ. Δάγκωσα τα χείλη με δύναμη και μούγκρισα από τον πόνο ως τα κατάβαθά μου. Όχι από τον πόνο των χειλιών. Από τον άλλο...
 
Ύστερα σωριάστηκα στο χώμα, υγρό από την πρωινή πάχνη, μη θέλοντας να συνεχίσω τη ζωή μου. Τότε Τον άκουσα ξανά.
 
¨Η αγάπη σου είναι το κλειδί σου” ξανά 'πε.
 
Τον είδα να χαμογελά και να χάνεται μέσα στην αχλύ του πρωινού, εκείνου του πρωινού, παραμονή Πάσχα.
 
Έξω από την αυλή του πραιτωρίου στάθηκα με τις ώρες. Δεν με ένοιαζε το να μη μπω μέσα. Σιγά το μίασμα. Τι σημασία είχε πια το Πάσχα; Έχανα ό,τι είχα και μια γιορτή θα με έκανε να σταματήσω; Μα οι άλλοι;
 
Α! Οι άλλοι έμειναν απέξω. Ήτανε μίασμα λέει να μπουν μέσα στο πραιτώριο, να βρεθούν μαζί με τους Ρωμαίους παραμονή τέτοιας γιορτής.
 
Μα την πίστη μου είμαστε περίεργος λαός.
 
Μας νοιάζει το Πάσχα και το Σάββατο, μετράμε τα βήματά μας και το μήκος του φορέματός μας και σκοτώνουμε αλύπητα ό,τι πιο ευγενικό έβγαλε η φυλή μας.
 
Δεν τρώμε χοιρινά, μα τρέχουμε να κυλιστούμε σα γουρούνια στα κρεβάτια του αγορασμένου έρωτα.
 

Είμαστε ικανοί να σταματήσουμε την άνοιξη αν τύχει κι έρθει λάθος μέρα.
 
Είμαστε ξεχωριστοί, τάχα, και μας αξίζει κάθε εύνοια του ουρανού μόνο και μόνο γιατί το λέει το αίμα μας.
 
Κουνάμε στον αγέρα το όνομα του Μωυσή και του Αβραάμ για να ξορκίσουμε κάθε υποψία ότι μοιάζουμε με τους υπόλοιπους ανθρώπους.
 
Δουλωθήκαμε στους Ρωμαίους και περιμένουμε πάντα ένα βασιλιά για να μας σώσει. Κι ωστόσο οι άρχοντές μας γίνανε ένα με τους κατακτητές.
 
Πίνουν και τρώνε μαζί -δεν εννοώ φυσικά πως κάθονται στο ίδιο τραπέζι, όχι- απλά τρώνε και πίνουνε μαζί το αίμα του λαού.
 
Κι ο λαός; Ο λαός καταπίνει ό,τι του σερβίρουν. Του αρέσει το δόλωμα του “ξεχωριστού”. Τσιμπάει πάντα. Είμαστε λέει ξεχωριστοί. Εγώ βέβαια στο επάγγελμά μου πάντα τους ξεχωρίζω τους συμπατριώτες μου πελάτες...
 
..........................................................................................................................................................
 
Όπως απλώνει το λάδι πάνω στο νερό της θάλασσας. Έτσι άπλωσε στο πλήθος που μαζεύτηκε έξω από το πραιτώριο το μίσος κι η κακία. Δεν χρειάστηκαν πάνω από πεντέξι ακροβολισμένους φαρισαίους για να απλωθεί το δηλητήριο. Κοίταγα το πρόσωπο μιας μεσόκοπης γυναίκας πως άλλαξε σιγά-σιγά.
 
Όταν ήρθε ήταν κουρασμένη, ξενυχτισμένη. Φαινόταν καθαρά πως την τραβούσε μια περιέργεια. Μια περιέργεια σχεδόν παθολογική που έχουμε όλοι μας σαν πρόκειται να δούμε να αλλάζει η μοίρα ενός ανθρώπου προς το χειρότερο. Ένας πελάτης μου, Έλληνας, που του άρεσε να μου κάνει μάθημα κάθε φορά που ερχότανε μαζί μου (ίσως να νόμιζε πως έτσι ησύχαζε λίγο τις ενοχές του) έλεγε πως κι ο δικός του λαός είχε αυτό το ενδιαφέρον.
 
Είδα εκείνη τη γυναίκα να ξυπνά σιγά σιγά, το πρόσωπό της να χάνει την περιέργεια που μεταβαλλόταν σε μίσος. Σε λίγο με στριγγή φωνή κραύγαζε: “Πάρτον, πάρτον και σταύρωσέ τον”. Το πλήθος την ακολούθησε και σε λίγο το ρυθμικό “πάρτον-πάρτον” έμοιαζε με τον ήχο των καρφιών που καρφώνονταν στα χέρια και τα πόδια Εκείνου.
 
Την έβλεπα να φωνάζει και μόλο που δεν την ήξερα πίστευα πως κάπου την έχω ξαναδεί. Και τότε... Τότε θυμήθηκα! Τι βάσανο είναι στον άνθρωπο η μνήμη! Ήταν εκείνη η ίδια γυναίκα.... Στάθηκα δίπλα της και ψιθύρισα: “Ωσανά, ωσανά υιός Δαυίδ”!
 
Πώς άκουσε τη φωνή μου; Θα ταν η ψυχή της που την ακούμπησε στα αυτιά της. Με κοίταξε με βλέμμα τρομαγμένο. Ύστερα πήρε δύναμη από τα “άρον, άρον” που άκουγε γύρω της. Με κοίταξε μ' οργή.
 
“Οι άνθρωποι κάνουν λάθη, είπε. Καλό είναι που το καταλάβαμε. Που καταλάβαμε την αλήθεια!”
 

Εγώ την Αλήθεια την έβλεπα μπροστά μου.
 
Στεκόταν εκεί στο μπαλκόνι του Πιλάτου. Ματωμένος, με το χιτώνα να χει κολλήσει πάνω στο κορμί, με το μέτωπο γεμάτο πηγμένα αίματα, με δυο μάτια γεμάτα πόνο αλλά και βεβαιότητα. Κρατούσε το κορμί τεντωμένο με την αρχοντιά ενός πρίγκιπα κι ωστόσο είχε το βλέμμα του στοργικού πατέρα. Μας κοίταζε όπως ένας πατέρας κοιτάζει ένα παιδί που ατακτεί, που δεν ξέρει τι ζητά.
 

Ήταν εκεί, θύμα της κακίας μας και μαζί ελεγκτής μας.
 

Ήταν υπέροχος και άθλιος, ήταν αξιολύπητος κι αξιοζήλευτος.
 

Ήταν άνθρωπος στην ομορφιά και στην κατάντια του.
 
 
Συνεχίζεται.