Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΔΟΓΜΑΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΔΙΑΛΟΓΟΥΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΤΕΡΟΔΟΞΟΥΣ

  ΑΝΕΥ ΤΟΥ ΔΟΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ,
ΑΔΙΑΝΟΗΤΟΣ Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΠΑΠΙΚΩΝ

πεγράμμισεν καθηγητς Θεολογίας το Α.Π.Θ. κ. Τσελεγγίδης


Παπισμς κα Προτεσταντισμς εναι αρέσεις κα δν ποτελον «κκλησίαν». Μ τν προσθήκην το Φιλιόκβε ες τ Σύμβολον τς Πίστεως ο αρετικο τς Δύσεως «ξέπεσαν» κα φωρίσθησαν κ τς κκλησίας. Τ δόγματα τς Πίστεως εναι καθοριστικ δι τν γιοπνευματικν ζων τν πιστν. Α δογματικα διαφορα μ τος τεροδόξους δν χουν θεωρητικν σημασίαν οτε περιθωριακς κκλησιαστικς συνεπείας λλ καίριον κα θεμελιώδη σωτηριολογικν χαρακτρα. ρνούμενοι ο Παπικο δογματικς τν κτιστον χαρακτρα τς μεταδιδομένης χάριτος τς ερωσύνης δειάζουν κυριολεκτικς τν θεότητα το Χριστο π τν κκλησίαν κα ρνονται ες τν πρξιν τν ποστολικν διαδοχν.

Τὴν Κυριακήν, 14ην Μαρτίου, ὁ καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ.Δημήτριος Τσελεγγίδης ὡμίλησεν εἰς ἐκδήλωσιν τοῦ «Θεολογικοῦ Συνδέσμου Λάρισας», ἀναπτύξας τὸ θέμα: «Ἡ σημασία τοῦ Δόγματος στοὺς διαλόγους μὲ τοὺς ἑτεροδόξους γιὰ τὴν ἐν Χριστῷ ἑνότητα».
Ὁ καθηγητὴς ἔχων ἀντιπαπικὸν καὶ ἀντιοικουμενιστικὸν φρόνημα ἀπέδειξεν ὅτι ὁ Παπισμὸς καὶ ὁ Προτεσταντισμὸς εἶναι αἱρέσεις καὶ δὲν δύνανται νὰ θεωρηθοῦν Ἐκκλησίαι. Ἀκολούθως ἀνέλυσε, διατί τὰ δόγματα τῆς Πίστεώς μας εἶναι ἀπολύτως καθοριστικὰ διὰ τὴν ἁγιοπνευματικὴν ζωὴν τῶν πιστῶν. Συνδέονται δὲ μὲ τὴν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ ἡ μὴ ἀποδοχὴ τῶν δογμάτων σημαίνει ἔκπτωσιν ἐκ τῆς Ἐκκλησίας, κάτι τὸ ὁποῖον συνεπάγεται τὴν ἔκπτωσιν καὶ ἀπὸ τὴν ἐν Χριστῷ ζωήν. «Ἔτσι, αἱ δογματικαὶ διαφοραὶ μὲ τοὺς ἑτεροδόξους δὲν ἔχουν θεωρητικὴ ἁπλῶς σημασία, οὔτε περιθωριακὰς καὶ ἐκκλησιαστικὰς συνεπείας, ἀλλὰ καίριον καὶ θεμελιώδη σωτηριολογικὸν χαρακτῆρα», ἐπεσήμανεν ὁ κ.Τσελεγγίδης.


Ἀκολούθως ὑπεγράμμισεν ὅτι αἱ διαφοραὶ μεταξὺ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τῶν ἑτεροδόξων εἶναι ὁ κύριος λόγος διὰ τὴν ἀποκοπὴν τῶν ἑτεροδόξων ἐκ τῆς μυστηριακῆς κοινωνίας μαζί της. Κατὰ τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἡ δογματικὴ ἀκρίβεια ἀποτελεῖ δείκτην καὶ μαρτυρίαν εὐσεβοῦς φρονήματος. Τὸ Ὀρθοδόξως «θεολογεῖν» συνδέεται λειτουργικῶς μὲ τὴν ἀγάπην, ἡ ὁποία, κατὰ τὸν Ἅγιον Φιλόθεον Κόκκινον -Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως- ἀποτελεῖ καὶ τὸ κριτήριον αὐθεντικότητος τῆς Θεολογίας. Κατὰ συνέπειαν, «ὅταν κάποιος σφάλλει στὴ Θεολογία, δηλαδὴ στὸ δόγμα, ὅταν μὲ ἄλλα λόγια εἶναι ἑτερόδοξος, δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει καὶ νὰ βιώνει τὴν τέλεια ἀγάπη, ποὺ νοεῖται ὡς ἄκτιση ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ», ἐτόνισεν ὁ κ. Τσελεγγίδης καὶ προσέθεσε: «Μάλιστα, κατὰ τὸν Ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας, ἀπόδειξις τῆς ἀγάπης καὶ τελειώτατος τῆς πίστεως ὅρος, τῶν εὐαγγελικῶν δογμάτων ἡ τήρησις καὶ τῶν θείων ἐντολῶν ἡ φυλακή».
Ἀκολούθως ἀνέλυσε πῶς τὸ Ρωμαϊκὸν πνεῦμα ἀπετέλεσε τὸ ἰδεολογικὸν περιβάλλον τοῦ Ρωμαιοκαθολισμοῦ καὶ ἐκυοφόρησε τὸν Παπικὸν θεσμὸν μὲ τὰς συγκεντρωτικὰς καὶ μοναρχικὰς τάσεις. Καὶ ὡς ἐτόνισε:
«Καρπὸς τῶν τάσεων αὐτῶν εἶναι καὶ τὸ διεκδικούμενο ἀπὸ τοὺς πάπες παρανοημένο πρωτεῖο, ποὺ διασάλευσε πρακτικῶς τὴν ἑνότητα τὴ Ἐκκλησίας, ἀφοῦ οἱ πάπες δὲν παραιτήθηκαν ποτὲ ἀπὸ τὴ φιλαρχία καὶ τὴ φιλοπρωτία τους, θέλοντας πάντοτε νὰ ἐπιβάλλουν τὴ διοικητικὴ ἐξουσία τους σ᾽ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία.
Ἔχοντας τὶς παραπάνω θεολογικὲς προϋποθέσεις, οἱ Δυτικοὶ θεολογοῦν στοχαστικῶς, μὲ αὐτονομημένη δηλαδὴ ἀπὸ τὸ Θεὸ τὴ διανοητικὴ διαδικασία. Γι᾽ αὐτὸ καὶ θεολογοῦν πρωτογενῶς μέσα σὲ πλαίσιο πλάνης, ὅπου ζοῦν καὶ δομοῦν τὶς θρησκευτικὲς κοινότητές τους. Ἀντίθετα, οἱ Ἀνατολικοὶ θεολογοῦν ἀπλανῶς, ἐπειδὴ ὁμιλοῦν ταπεινῶς, «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσι», ἐκφραζόμενοι μὲ βάση τὴ χαρισματικὴ ἐμπειρία τῆς θεώσεως «τῶν διαβεβηκότων ἐν θεωρίᾳ»(27), καὶ κάνοντας χρήση τῆς λογικῆς, ποὺ ἔχει καθαρθεῖ ἀπὸ τὰ πάθη, ποὺ ἔχει ἐκλαμπρυνθεῖ καὶ ἐμπλουτιστεῖ μὲ τὴν ἄκτιστη θεοποιὸ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Κατὰ συνέπεια, ὅταν ὀνομάζουμε τοὺς ἑτεροδόξους Ἐκκλησία ἢ ἀδελφὴ Ἐκκλησία, συγχέουμε τὸν κτιστὸ μὲ τὸν ἄκτιστο χαρακτήρα τῆς Χάριτος, συγχέουμε τὸ κτιστὸ ἀνθρώπινο κατασκεύασμα τῶν Δυτικῶν μὲ τὸ μοναδικὸ Θεανθρώπινο σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία.
Οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ χαρακτηρίστηκαν ἀπὸ τὸν κατεξοχὴν θεολόγο τοῦ ἀκτίστου Φωτός, Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, ὡς Ἀρειανοὶ καὶ ὡς Πνευματομάχοι(28), ἐπειδὴ ἀρνοῦνται τὸν ἄκτιστο χαρακτήρα τῆς θείας Χάριτος. Ἡ ἄκτιστη θεία Χάρη, ὡς θεοποιὸς ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι ἐκείνη ποὺ νοηματοδοτεῖ σωτηριολογικῶς τὴν Ἐκκλησία ὡς Θεανθρώπινο σῶμα. Εἶναι ἐκείνη, ποὺ προσδίδει τὸ σωτηριολογικὸ χαρακτήρα σ' ὅλα τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καὶ κάνει κατανοητὸ τὸν ἐκκλησιολογικὸ χαρακτήρα τῆς ἱερωσύνης. Ἀρνούμενοι οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ δογματικῶς τὸν ἄκτιστο χαρακτήρα τῆς μεταδιδόμενης Χάριτος τῆς ἱερωσύνης, ἀδειάζουν κυριολεκτικὰ τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἀρνοῦνται οὐσιαστικὰ στὴν πράξη τὴν ἀποστολικὴ διαδοχή, διατηρώντας ἁπλῶς τὴν τυπικὴ ἐξωτερικὴ συνέχεια μὲ τοὺς Ἀποστόλους. Ἔτσι, ὅταν ἀναγνωρίζουν οἱ Ὀρθόδοξοι τὴν κτιστὴ ἱερωσύνη καὶ τὰ μυστήρια τῶν Δυτικῶν, συγχέουν στὴν πράξη τὸ κτιστὸ καὶ τὸ ἄκτιστο». Τεκμηρίωσε δὲ διατί μὲ τὴν προσθήκην τοῦ Φιλιόκβε οἱ Παπικοὶ καὶ οἱ Προτεστάνται «ξέπεσαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ἀφορίστηκαν ἀπὸ αὐτήν».
Ἀναφερόμενος δὲ εἰς τοὺς Θεολογικοὺς Διαλόγους διὰ τὴν ἑνότητα τῶν «Ἐκκλησιῶν», ἐτόνισεν ὅτι τοῦτο δύναται νὰ συντελεσθῆ μὲ τὸν ἀπαραίτητον ὅρον ὅτι ὅλοι οἱ ἐμπλεκόμενοι πρέπει νὰ ἔχουν ἓν φρόνημα ὡς πρὸς τὴν πίστιν καὶ ἀπόλυτον ταυτότητα. Κατὰ συνέπειαν, ὑπεγράμμισεν, ἡ σημασία τοῦ δόγματος τῆς Ἐκκλησίας διὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου εἶναι προφανής. «Δὲ μπορεῖ νὰ γίνεται ὁποιοσδήποτε Θεολογικὸς Διάλογος, χωρὶς ἀναφορὰ στὸ δόγμα. Ἀποτελεῖ σαφὴ Πατερικὴ θέση, ὅτι δὲν μπρεῖ νὰ προηγεῖται ἡ ἐξέταση κάποιου ἄλλου πράγματος πρὶν ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἐξέταση, ποὺ ἀφορᾶ ἄμεσα τὴν Πίστη. Πρέπει νὰ προηγηθεῖ ἡ ἄρση κάθε διαφωνίας ὡς πρὸς τὴν πίστη, καὶ τότε μόνο νὰ ἀκολουθήση ἡ ὁποιαδήποτε ἔρευνα γιὰ τὰ ἄλλα πράγματα», ἐτόνισεν ὁ κ. Τσελεγγίδης. Καὶ ἐπεσήμανεν. «Ἡ ἀλήθεια δὲν διερευνᾶται μὲ τὴ συμβολὴ τῶν ἑτεροδόξων στὸν Θεολογικὸν Διάλογον "ἐπὶ ἴσοις ὅροις" ἀλλὰ διασφαλίζεται στὴν Ἐκκλησία μὲ τὴ συνέχεια τῆς βιούμενης ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ μέσῳ τῶν φωτοφανειῶν καὶ τῶν Θεοφανειῶν ἀπὸ τοὺς Θεουμένους».
Ἀκολούθως ἐτόνισεν ὅτι ὁ διάλογος μετὰ τῶν ἑτεροδόξων θὰ προσδιορίζεται ἀποφασιστικῶς ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ προσλαμβάνη τὸν χαρακτῆρα τῆς νουθεσίας. Καταλήγων τὴν ὁμιλίαν του, ἀφοῦ ἐτόνισεν ὅτι ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι ἡ «ἐπικινδυνότερη αἵρεση ὅλων τῶν ἐποχῶν», ὑπεγράμμισεν ὅτι τὸ «πνεῦμα τῆς παγκοσμιοποιήσεως συμπορεύεται μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ, ποὺ ὑπηρετεῖται ἄριστα ἀπὸ τὸν βδελυκτὸ οἰκουμενισμό».
Παραθέτομεν τὸ πλῆρες κείμενον τῆς λίαν ἐνδιαφερούσης ὁμιλίας τοῦ κ.Τσελεγγίδη. Αὐτὴ ἔχει ὡς ἀκολούθως:
 
«Πρὶν προχωρήσουμε στὴν πραγμάτευση τοῦ θέματός μας κρίνουμε σκόπιμο νὰ δώσουμε κάποιες ἐννοιολογικὲς διευκρινίσεις.
Λέγοντας δόγματα τῆς πίστεως ἐννοοῦμε ἐκεῖνες τὶς ἀποκεκαλυμμένες ἀλήθειες τῆς πίστεώς μας, ποὺ ἀμφισβητήθηκαν καίρια στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς. Γι᾽ αὐτὸ καὶ διατυπώθηκαν μὲ κάθε σαφήνεια κατεξοχὴν ἀπὸ Οἰκουμενικὲς Συνόδους ἢ ἀπὸ Συνόδους, οἱ ὁποῖες ἔγιναν ἀποδεκτὲς καὶ βιοῦνται στὸ ἑξῆς ἀναμφισβητήτως ἀπὸ τὴ δογματικὴ συνείδηση (1) τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Τέτοιες Σύνοδοι εἶναι λ.χ. ἡ λεγόμενη Η΄ Οἰκουμενική, ἐπὶ Μ. Φωτίου τὸν Θ΄ αἰώνα, ποὺ καταδίκασε τὸ Filioque, ἀλλὰ καὶ οἱ Σύνοδοι ποὺ δικαίωσαν τὴ δογματικὴ διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ γιὰ τὸ χαρακτήρα τοῦ θείου Φωτὸς καὶ τῆς θεοποιοῦ Χάριτος.
Τὰ δόγματα τῆς πίστεως θεμελιώνονται στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ στὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ στὴν ἐν Χριστῷ ἀποκάλυψη, καὶ χαρακτηρίζονται τόσο γιὰ τὴν αἰωνίως ἀδιαμφισβήτητη ὀρθότητά τους ὅσο καὶ γιὰ τὴ διαχρονικὴ ἐπικαιρότητά τους. Ἐξαιτίας τοῦ ἀλάθητου χαρακτήρα τους, τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἐμπνεόμενα ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας, δὲ μποροῦν νὰ τροποποιηθοῦν ἀπὸ κανένα θεσμικὸ φορέα, οὔτε πολὺ περισσότερο ἀπὸ κάποιο μεμονωμένο πρόσωπο, ὅσο σημαντικὸ καὶ ἂν εἶναι αὐτό. Ἂν κάποιος «δόγμα χει διεστραμμένον, κν γγελος , μ πείθου» (2), συνιστᾶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Οὔτε σὲ ἄγγελο τοῦ Θεοῦ δηλαδὴ θὰ πρέπει νὰ ὑπακούει κανείς, ὅταν αὐτὸς διδάσκει διεστραμμένη πίστη.
Ἀντίθετα, ὁ πιστὸς ὀφείλει νὰ προσέχει στοὺς λόγους ἐκείνου, ποὺ ὀρθοτομεῖ τὴν ἀλήθεια, ἀκόμη καὶ ὅταν συμβαίνει αὐτὸς νὰ ἔχει ἀνακόλουθη ὡς πρὸς τοὺς λόγους του ζωή. «Ε δ ρθ διδάσκει», σημειώνει ὁ ἴδιος Ἅγιος, «μ τ βί πρόσεχε, λλ τος ρήμασι» (3).
Τὰ δόγματα τῆς πίστεως εἶναι ἀπολύτως καθοριστικὰ γιὰ τὴν ἁγιοπνευματικὴ ζωὴ τῶν πιστῶν. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁμολογούμενα ἁγιάζουν τὸν ἄνθρωπο. «Τ ρθ δόγματα περ Θεο λεγόμενα γιάζει τν ψυχν» (4), ἔχουν δηλαδὴ καὶ ἁγιαστικὸ χαρακτήρα κατὰ τὸν Χρυσορρήμονα Πατέρα, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν Ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή, ὁ ὁποῖος σημειώνει: «Πς νθρωπος γιάζεται δι τς κριβος μολογίας τς πίστεως» (5). Ἡ ἁγιοπνευματικὴ ζωὴ τῶν πιστῶν, ὡς ἐν Χριστῷ ζωὴ στὸ πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας, δὲν ἐξαντλεῖται βέβαια στὴ διατύπωση τῶν δογμάτων. Ἁπλῶς, ἡ ἀλήθεια τῶν δογμάτων ὁριοθετεῖ μὲ κάθε δυνατὴ ἀκρίβεια τὸ πνευματικὸ περιεχόμενο τῆς ζωῆς τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τὰ δόγματα πρακτικῶς διασφαλίζουν ἀπὸ κάθε παραχάραξη τὴν ἐκκλησιαστικὴ πνευματικὴ ἐμπειρία. Τὰ δόγματα δηλαδὴ εἶναι κανόνες τῆς πίστεως, ποὺ συμπυκνώνουν ταυτόχρονα καὶ τὸ περιεχόμενο ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ δογματικὴ ἀλήθεια νοεῖται καὶ ὡς πλήρωμα ζωῆς. Γι᾽ αὐτὸ καὶ δὲν μπορεῖ σὲ καμία περίπτωση νὰ ὑποβιβάζεται ἢ νὰ παραθεωρεῖται τὸ δόγμα. Ἔτσι, κατανοεῖται γιατί ὁ Α΄ Κανόνας τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὁρίζει, ὅτι ἐκπίπτει καὶ ἀναθεματίζεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν ἀποδέχεται τὰ δόγματά της(6). Ἀπὸ τὰ παραπάνω εἶναι προφανὲς ὅτι τὰ δόγματα τῆς πίστεως συνδέονται ἄρρηκτα μὲ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ ἡ μὴ ἀποδοχὴ τῶν δογμάτων σημαίνει ἔκπτωση ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, πράγμα ποὺ συνεπάγει τὴν ἔκπτωση καὶ ἀπὸ τὴν ἐν Χριστῷ σωτηρία. Ἔτσι, οἱ δογματικὲς διαφορὲς μὲ τοὺς ἑτεροδόξους δὲν ἔχουν θεωρητικὴ ἁπλῶς σημασία οὔτε περιθωριακὲς ἐκκλησιαστικὲς συνέπειες, ἀλλὰ καίριο καὶ θεμελιώδη σωτηριολογικὸ χαρακτήρα.
Θεμελιώδης ὅμως προϋπόθεση γιὰ νὰ ἀνέλθει κάποιος στὸ ὕψος τῶν δογμάτων τῆς πίστεως εἶναι ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος(7). Ὁ ἀκάθαρτος βίος συσκοτίζει τὴ διορατικότητα τῆς διανοίας καὶ ἐμποδίζει ἔτσι τὴν προσέγγιση στὸ ὑψηλὸ περιεχόμενο τῶν δογμάτων(8). Τὰ ὀρθὰ δόγματα τῆς πίστεως ἀποτελοῦν τὸ ἀσφαλὲς θεμέλιο τῆς εὐσέβειας(9). Καὶ τοῦτο εἶναι φυσικό, ἀφοῦ στὴν Ἐκκλησία ἡ εὐσέβεια κατανοεῖται πρωτογενῶς ὡς βιωματικὴ ἔκφραση τοῦ περιεχομένου τῆς πίστεως. Πίστη καὶ ζωὴ στὴν Ἐκκλησία ἀποτελοῦν ἀδιάσπαστη ἑνότητα. Ἡ καθαρότητα τῆς πίστεως καὶ ἡ ὀρθότητα τοῦ βίου συνιστοῦν ἀπὸ κοινοῦ τὴν εὐσέβεια τῶν πιστῶν(10).
Ἡ σωστὴ θεωρητικὰ πίστη ἀλλὰ πρακτικῶς αὐτονομημένη ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, δὲν ἔχει σωτηριολογικὸ χαρακτήρα. Τὸν δραστικὰ σωτηριολογικὸ χαρακτήρα της ἀποκτᾶ ἡ πίστη, ὅταν συνδεθεῖ ἄρρηκτα καὶ λειτουργικὰ μὲ τὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Χωρὶς τὴν ἀνά­λογη πρὸς τὴν πίστη ζωὴ καθίσταται ἀναποτελεσματικὴ σωτηριολογικῶς ἡ μετοχή μας καὶ σ' αὐτὰ τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας(11). Κανένα δηλαδὴ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς σώσει ἀπὸ μόνο του.
Ἡ ὀρθὴ πίστη δὲν ὠφελεῖ σὲ τίποτε, ὅταν ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι διεφθαρμένη. «οὐδὲν γὰρ ὄφελος ἡμῖν εἰς σωτηρίαν, δογμάτων ὑγιῶν, διεφθαρμένης ἡμῖν τῆς ζωῆς»(12). Αὐτὸ ἄλλωστε τὸ πιστοποιεῖ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στὴν Ἐπὶ τοῦ Ὄρους Ὁμιλία του. Σ᾽ αὐτήν, ὁ Χριστὸς δὲν ἀναγνωρίζει ὡς δικούς του ἐκείνους, ποὺ μὲ μόνη τὴν πίστη τους ἔκαναν θαύματα, ἐνῶ δὲν τηροῦσαν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή τους: «οδέποτε γνων μς», τοὺς λέει, «ποχωρεται π μο ο ργαζόμενοι τν νομίαν»(13). Ἀλλὰ καὶ ἀντίστροφα, ὅταν ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι σωστή, αὐτὸς δὲν ἔχει κανένα ὄφελος γιὰ τὴ σωτηρία του ἀπὸ τὴν ἄριστη ζωή του(14).
Στὸ πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας, τὰ δόγματα τῆς πίστεως συνδέονται ὀργανικὰ μὲ τὴ ζωὴ τῶν πιστῶν καὶ ἀλληλοπεριχωροῦνται. Ἡ ἀκρίβεια τῆς ζωῆς «συνυφαίνεται τ τν δογμάτων ρθότητι»(15), κατὰ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸ Χρυσόστομο. Τὰ δόγματα διασφαλίζουν τὴν ὀρθότητα τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας δίνει περιεχόμενο στὴν ἀλήθεια τῶν δογμάτων της. Ἐκεῖνος ποὺ ἀκολουθεῖ μὲ συνέπεια τὰ δόγματα ὀφείλει νὰ τὰ πιστοποιεῖ μὲ τὴν καθαρότητα τοῦ βίου του (16). Ἡ ἀκρίβεια στὸν τρόπο τῆς ζωῆς τοῦ πιστοῦ ἀποτελεῖ μαρτυρία τῶν ὑγιῶν δογμάτων του(17).
Τί γίνεται ὅμως, ὅταν κάποιος ἀπὸ πλευρᾶς τῆς πίστεως βρίσκεται στὴν πλάνη, ἀλλὰ συμβαίνει νὰ προσέχει τὴ ζωή του καὶ νὰ ζεῖ ὀρθά; Στὴν περίπτωση αὐτή, μᾶς διαβεβαιώνει ὁ ἱ. Χρυσόστομος, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς νὰ παραμείνει στὴν πλάνη(18). Κατ᾽ ἀντιστοιχία, παρατηρεῖ ὅτι δὲν εἶναι εὔκολο ἕνας ποὺ ζεῖ μὲ τὴν πονηριὰ νὰ ἀρθεῖ στὸ ὕψος τῶν δογμάτων τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκεῖνος, ποὺ σκοπεύει νὰ ἀναζητήσει τὴν ἀλήθεια, θὰ πρέπει προηγουμένως νὰ καθαρισθεῖ ἀπ᾽ ὅλα τα πάθη του(19). Ἀλλά, καὶ ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὰ πάθη, καὶ ἀπὸ τὴν πλάνη θὰ ἀπαλλαγεῖ καὶ τὴν ἀλήθεια τελικῶς θὰ βρεῖ. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ἐδῶ εἶναι ὁ Ἀπ. Παῦλος, ὁ ὁποῖος ἦταν φοβερὸς πολέμιος καὶ διώκτης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως εἶχε ἀψεγάδιαστη ζωή, ὄχι μόνο δεκτὸς ἔγινε στὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ ὅλους τοὺς ξεπέρασε (20). Κατὰ συνέπεια, ὁ Θεὸς ἕλκει καὶ φέρνει πρὸς τὴν ἀλήθεια ὅσους βρίσκονται στὴν πλάνη, ἀλλὰ εἶναι καθαροὶ ἀπὸ τὰ πάθη (21).
Πῶς ἐξηγεῖται ὅμως τὸ γεγονός, ὅτι κάποιος παραμένει στὴν πλάνη, ἐνῶ φαίνεται πὼς εἶναι καλός, ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος; Στὴν περίπτωση αὐτή, κατὰ τὸ σοφὸ Ποιμενάρχη, ὁ ἐν λόγῳ ἄνθρωπος ἔ­χει ἄλλο πάθος. Ἔχει κενοδοξία ἢ ραθυμία ψυχῆς ἢ ἀδιαφορία γιὰ τὴ σωτηρία του (22). Μὲ τὴν ἀπάντησή του αὐτὴ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἀποδεικνύεται ἄριστος ἀνατόμος τῆς ἁγιοπνευματικῆς ζωῆς.
Οἱ δογματικὲς διαφορὲς ἀνάμεσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ τοὺς ἑτεροδόξους εἶναι ὁ κύριος λόγος γιὰ τὴν ἀποκοπὴ τῶν ἑτεροδόξων ἀπὸ τὴ μυστηριακὴ κοινωνία μαζί της. Ἡ δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἡ δογματικὴ διδασκαλία τῆς μίας καὶ πάντοτε ἀδιαίρετης Ἐκκλησίας, τὴν ὁποία συνεχίζει χωρὶς διακοπή. Ἡ δογματικὴ αὐτὴ διδασκαλία διαφυλάσσεται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀνόθευτη, ὅπως ἀκριβῶς ἐνυπάρχει στὶς Βιβλικὲς ἀποδείξεις (στὴ διατύπωση τῆς ἀποκαλύψεως) στὴν Ἁγ. Γραφὴ καὶ ὅπως ἑρμηνεύτηκε καὶ ἀναπτύχθηκε ἀπὸ τοὺς θεοφόρους Πατέρες στὶς Οἰκουμενικές της Συνόδους.
Κατὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ δογματικὴ ἀκρίβεια ἀποτελεῖ δείκτη καὶ μαρτυρία εὐσεβοῦς φρονήματος. Τὸ ὀρθοδόξως «θεολογεῖν» συνδέεται λειτουργικὰ μὲ τὴν ἀγάπη, ἡ ὁποία, κατὰ τὸν Ἅγιο Φιλόθεο Κόκκινο -Πατριάρχη Κων/πόλεως- ἀποτελεῖ καὶ τὸ κριτήριο αὐθεντικότητας τῆς θεολογίας. «Τος τ τέλειον φθακσι τς τελείας γάπης», σημειώνει, «ταυτησ μέτρον κα τ θεολογεν ς τ μάλιστα γε προσήκειν»(23).
Κατὰ συνέπεια, ὅταν κάποιος σφάλλει στὴ Θεολογία, δηλαδὴ στὸ δόγμα, ὅταν μὲ ἄλλα λόγια εἶναι ἑτερόδοξος, δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει καὶ νὰ βιώνει τὴν τέλεια ἀγάπη, ποὺ νοεῖται ὡς ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Μάλιστα, κατὰ τὸν Ἅγ. Κύριλλο Ἀλεξανδρείας, «πόδειξις τς γάπης κα τελειότατος τς πίστεως ρος, τν εαγγελικν δογμάτων τήρησις κα τν θείων ντολν φυλακ»(24).
Οἱ θεολογικὲς προϋποθέσεις τῶν Ὀρθοδόξων μποροῦν νὰ ἐντοπιστοῦν κυρίως στὴν ἁγιοπνευματικὴ - βιωματικὴ ἐμπειρία τοῦ ἀκτίστου. Οἱ Ὀρθόδοξοι θεολόγοι δηλαδὴ προϋποθέτουν τὴ θεωτικὴ ἐμπειρία ὡς θεμέλιο καὶ νοητὸ ἄξονα τῆς θεολογίας τους. Ἔχουν τὴν ἐμπειρία τῆς θεοπτίας μέσω τῶν φωτοφανειῶν καὶ Θεοφανειῶν. Βιώνουν τὴ χαρισματικὴ σχέση μὲ τὸ Θεὸ διὰ τῆς ἀκτίστου θείας Χάριτος, μέσω τῆς ἴδιας δηλαδὴ τῆς Θεότητας. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ποὺ μποροῦμε νὰ μιλᾶμε κυριολεκτικὰ γιὰ ἄμεση καὶ προσωπικὴ σχέση μὲ τὸν ἴδιο το Θεό.
Ἂν δὲ γνωρίζουμε τὶς ρίζες τῆς Δυτικῆς θεολογικῆς σκέψεως, μὲ ἄλλα λόγια τὸ θεολογικὸ ὑπόβαθρό της, δὲν μποροῦμε νὰ ἑρμηνεύσουμε σωστὰ καὶ σὲ βάθος τὶς δογματικὲς καὶ θεσμικὲς ἀποκλίσεις της ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία, καὶ κατ᾽ ἐπέκταση δὲν μποροῦμε νὰ εἴμαστε μακροπρόθεσμα καὶ γνήσια ἀποτελεσματικοὶ στὸ θεολογικὸ διάλογο μαζί τους μὲ σκοπὸ τὴν ἐν Χριστῷ ἑνότητα.
Οἱ ρίζες τῆς Δυτικῆς θεολογικῆς σκέψεως πρέπει νὰ ἀναζητηθοῦν πρωτίστως στὸν ὑπαρξιακὸ χῶρο τῆς οὐσιαστικὰ ἀλλοτριωμένης ἀπὸ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ ζωῆς τους. Ἡ ἀλλοτριωμένη ἀπὸ τὸ Θεὸ ζωὴ καὶ σκέψη τῶν Δυτικῶν ὀφείλεται στὴν παντελῆ ἐκ μέρους τους ἔλλειψη τῆς χαρισματικῆς ἐμπειρίας τῆς θεώσεως. Οἱ Δυτικοὶ στὸ σύνολό τους, ἐξαιτίας τῆς ὑπεροψίας τους ξέπεσαν πλέον ἀπὸ τὴ θεοπτία, τὴ χαρισματικὴ θέα δηλαδὴ τῆς θείας δόξας. Ὁ Ἅγιος Φιλόθεος ὁ Κόκκινος παρατηρεῖ ὅτι οἱ Δυτικοὶ «διέστησαν τς κκλησίας δι περοψίαν κα τύφον»(25). Ἔτσι, δὲν ἔχουν καὶ γι᾽ αὐτὸ δὲν καταθέτουν ποτὲ βιωματικὴ ἐμπειρία τῆς ἄκτιστης θεοποιοῦ Χάριτος καὶ ἐνεργείας. Δὲ μιλοῦν ποτὲ γιὰ τὸν ἄκτιστο χαρακτήρα τῆς θείας Χάριτος, ἐπιμένοντας μάλιστα δογματικὰ στὸν κτιστὸ χαρακτήρα της. Κατὰ συνέπεια, εἶναι προφανὲς ὅτι δὲ γνωρίζουν τὸ Θεὸ ἐμπειρικῶς. Καὶ ὅποιος δὲ γνωρίζει τὸ Θεὸ ἐμπειρικῶς διὰ τῆς θεοπτίας, ἐκφράζεται στοχαστικῶς γι'αὐτόν. « γρ Θεν μ γνούς», σημειώνει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, «στοχαστικς ποφθέγγεται»(26).
Μὴ ἔχοντας λοιπὸν οἱ Δυτικοὶ ἄμεση καὶ προσωπικὴ πρόσβαση στὸν ἴδιο τὸ Θεὸ μέσω τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας του, ἐπιχειροῦν νὰ τὸν προσεγγίσουν νοητικὰ καὶ στοχαστικά, μέσα ἀπὸ μιὰ αὐτόνομη λογικὴ κατανόηση τῶν Γραφῶν. Στὴ συνέχεια, ἡ θεολογία τους προσδιορίζεται δομικὰ ἀπὸ αὐτονομημένα ἀνθρωπολογικὰ καὶ πολιτισμικὰ δεδομένα, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ θεολογία τους νὰ ἔχει ἔντονα διανοητικό, στοχαστικὸ καὶ δικαιϊκὸ χαρακτήρα.
Οἱ Δυτικοὶ δηλαδή, μετὰ τὴν ἀλλοτρίωσή τους ἀπὸ τὴ χαρισματικὴ ἐμπειρία τῆς θεώσεως, υἱοθέτησαν τὴ ρωμαϊκὴ πολιτικὴ νοοτροπία, ποὺ θεσμοποίησε ἁπλῶς καὶ δευτερογενῶς τὴν ἀλλοτριωμένη ζωή τους. Ἀπὸ τότε τὸ δικανικὸ (νομικὸ) πνεῦμα ἔγινε τὸ βασικότερο χαρακτηριστικὸ τῆς Δυτικῆς θεολογικῆς σκέψεως, ποὺ ἐξακολουθεῖ μέχρι σήμερα νὰ διαρθρώνει καὶ νὰ διαπνέει τὴ Δυτικὴ Θεολογία. Τὸ ρωμαϊκὸ πνεῦμα ἀποτέλεσε τὸ ἰδεολογικὸ περιβάλλον τοῦ Ρωμαιοκαθολισμοῦ, ποὺ κυοφόρησε τὸν παπικὸ θεσμὸ μὲ τὶς συγκεντρωτικὲς καὶ μοναρχικὲς τάσεις του. Καρπὸς τῶν τάσεων αὐτῶν εἶναι καὶ τὸ διεκδικούμενο ἀπὸ τοὺς πάπες παρανοημένο πρωτεῖο, ποὺ διασάλευσε πρακτικῶς τὴν ἑνότητα τὴ Ἐκκλησίας, ἀφοῦ οἱ πάπες δὲν παραιτήθηκαν ποτὲ ἀπὸ τὴ φιλαρχία καὶ τὴ φιλοπρωτία τους, θέλοντας πάντοτε νὰ ἐπιβάλλουν τὴ διοικητικὴ ἐξουσία τους σ᾽ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία.
Ἔχοντας τὶς παραπάνω θεολογικὲς προϋποθέσεις, οἱ Δυτικοὶ θεολογοῦν στοχαστικῶς, μὲ αὐτονομημένη δηλαδὴ ἀπὸ τὸ Θεὸ τὴ διανοητικὴ διαδικασία. Γι᾽ αὐτὸ καὶ θεολογοῦν πρωτογενῶς μέσα σὲ πλαίσιο πλάνης, ὅπου ζοῦν καὶ δομοῦν τὶς θρησκευτικὲς κοινότητές τους. Ἀντίθετα, οἱ Ἀνατολικοὶ θεολογοῦν ἀπλανῶς, ἐπειδὴ ὁμιλοῦν ταπεινῶς, «πόμενοι τος γίοις Πατράσι», ἐκφραζόμενοι μὲ βάση τὴ χαρισματικὴ ἐμπειρία τῆς θεώσεως «τν διαβεβηκότων ν θεωρί»(27), καὶ κάνοντας χρήση τῆς λογικῆς, ποὺ ἔχει καθαρθεῖ ἀπὸ τὰ πάθη, ποὺ ἔχει ἐκλαμπρυνθεῖ καὶ ἐμπλουτιστεῖ μὲ τὴν ἄκτιστη θεοποιό Χάρη τοῦ Θεοῦ. Κατὰ συνέπεια, ὅταν ὀνομάζουμε τοὺς ἑτεροδόξους Ἐκκλησία ἢ ἀδελφὴ Ἐκκλησία, συγχέουμε τὸν κτιστὸ μὲ τὸν ἄκτιστο χαρακτήρα τῆς Χάριτος, συγχέουμε τὸ κτιστὸ ἀνθρώπινο κατασκεύασμα τῶν Δυτικῶν μὲ τὸ μοναδικὸ Θεανθρώπινο σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία.
Οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ χαρακτηρίστηκαν ἀπὸ τὸν κατεξοχὴν θεολόγο τοῦ ἀκτίστου Φωτός, Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, ὡς Ἀρειανοὶ καὶ ὡς Πνευματομάχοι (28), ἐπειδὴ ἀρνοῦνται τὸν ἄκτιστο χαρακτήρα τῆς θείας Χάριτος. Ἡ ἄκτιστη θεία Χάρη, ὡς θεοποιὸς ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι ἐκείνη ποὺ νοηματοδοτεῖ σωτηριολογικῶς τὴν Ἐκκλησία ὡς Θεανθρώπινο σῶμα. Εἶναι ἐκείνη, ποὺ προσδίδει τὸ σωτηριολογικὸ χαρακτήρα σ' ὅλα τα μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καὶ κάνει κατανοητὸ τὸν ἐκκλησιολογικὸ χαρακτήρα τῆς ἱερωσύνης. Ἀρνούμενοι οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ δογματικῶς τὸν ἄκτιστο χαρακτήρα τῆς μεταδιδόμενης Χάριτος τῆς ἱερωσύνης, ἀδειάζουν κυριολεκτικὰ τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἀρνοῦνται οὐσιαστικὰ στὴν πράξη τὴν ἀποστολικὴ διαδοχή, διατηρώντας ἁπλῶς τὴν τυπικὴ ἐξωτερικὴ συνέχεια μὲ τοὺς Ἀποστόλους. Ἔτσι, ὅταν ἀναγνωρίζουν οἱ Ὀρθόδοξοι τὴν κτιστὴ ἱερωσύνη καὶ τὰ μυστήρια τῶν Δυτικῶν, συγχέουν στὴν πράξη τὸ κτιστὸ καὶ τὸ ἄκτιστο. Ἄλλωστε, χωρὶς τὴν ἄκτιστη θεοποιὸ Χάρη κενώνεται οὐσιαστικὰ ἡ Ἐκκλησία, ὡς ἐργαστήριο πραγματικῆς γεφυρώσεως τοῦ χάσματος ἀνάμεσα στὸ κτιστὸ καὶ τὸ ἄκτιστο, ἀλλὰ ἀκυρώνεται καὶ ὁ σκοπός της γιὰ τὴ θέωση τοῦ ἀνθρώπου.
Μὲ τὴν προσθήκη τοῦ Filioque οἱ Δυτικοὶ στὸ σύνολό τους -Ρωμαιοκαθολικοὶ δηλαδὴ καὶ Προτεστάντες- ξέπεσαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἀφορίστηκαν ἐπισήμως ἀπὸ αὐτήν. Τοῦτο προκύπτει ἀπὸ τὴ ρητὴ ἀπόφαση τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (29), ἡ ὁποία ἀναφερόμενη στὸ Σύμβολο Νικαίας - Κωνσταντινουπόλεως σημειώνει: «τέραν πίστιν μηδεν ξεναι προφέρειν, γον συγγράφειν», ἐνῶ ὁ Πρόεδρός της, Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, πρόσθεσε ἑρμηνευτικῶς: «οτε μν πιτρέπομεν αυτος τέροις λέξιν μεψαι τν γκειμένων κεσε μίαν γον παραβναι συλλαβν» (30). Τὴν ἀπόφαση αὐτὴ ἐπικύρωσαν ὅλες οἱ ἑπόμενες Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι προσθέτοντας τοὺς σχετικοὺς ἀναθεματισμούς, τὶς καθαιρέσεις καὶ τοὺς ἀφορισμοὺς στοὺς μὴ συμμορφουμένους στὶς ἀποφάσεις τους.
Ἀντίθετα, οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, ἀφοῦ εἰσήγαγαν ἐπίσημα τὴν κακόδοξη διδασκαλία τοῦ Filioque στὸ Σύμβολο τῆς πίστεως (1014), κατακύρωσαν τὸ Filioque ὡς δόγμα στὴν Δ΄ Σύνοδο τοῦ Λατερανοῦ (1215), στὴ Σύνοδο τῆς Λυὼν (1274) καὶ στὴ Σύνοδο τῆς Φλωρεντίας (1439). Ὅλες αὐτὲς οἱ Σύνοδοι θεωροῦ­νται ὡς Οἰκουμενικὲς ἀπὸ τοὺς Ρωμαιοκαθολικούς. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἑρμηνεύει τὴ μεγάλη δυσκολία τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν γιὰ τὴν ἀφαίρεση τῆς προσθήκης τοῦ Filioque ἀπὸ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως.
Ἐδῶ δὲ σκοπεύουμε νὰ ἀναφερθοῦμε σ᾽ ὅλες τὶς δογματικὲς διαφορές μας μὲ τοὺς ἑτερόδοξους, Ρωμαιοκαθολικούς, Προτεστάντες καὶ Ἀντιχαλκηδονίους, μὲ τοὺς ὁποίους βρισκόμαστε σὲ θεολογικὸ διάλογο. Θὰ προσθέσουμε ἁπλῶς καὶ ἐπιγραμματικὰ μία θεμελιώδη δογματικὴ διαφορά μας μὲ τοὺς Προτεστάντες, ἐπειδὴ αὐτὴ προσκρούει τελείως ξεκάθαρα σὲ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ παρὰ ταῦτα τὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲ μνημονεύεται οὔτε ἀξιοποεῖται στοὺς σχετικοὺς διαλόγους μαζί τους. Πρόκειται γιὰ τὴν ἀπόρριψη τῶν εἰκόνων ἀπὸ τοὺς Προτεστάντες, τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ Ζ΄ Οἰκ. Σύνοδος κατακυρώνει πανηγυρικὰ τὴν ἀποδοχή τους καὶ καταδικάζει μὲ ἀφορισμοὺς ὅσους δὲν τὶς προσκυνοῦν καὶ δὲν ἀποδέχονται τὴ σχετικὴ μὲ αὐτὲς δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.
Καὶ ἐρχόμαστε τώρα νὰ μιλήσουμε γιὰ τὴ σημασία τοῦ δόγματος στοὺς διαλόγους μὲ τοὺς ἑτεροδόξους. Εὐθὺς ἐξαρχῆς πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι ὁ θεολογικὸς διάλογος μὲ τοὺς ἑτεροδόξους ἀποτελεῖ χρέος ἀγάπης τῆς Ἐκκλησίας πρὸς αὐτούς. Ὁ διάλογος αὐτὸς ἔχει σαφῆ σκοπό, ἀλλὰ καὶ συγκεκριμένες ἁγιογραφικὲς καὶ πατερικὲς προϋποθέσεις γιὰ τὴ διεξαγωγή του.
Σκοπὸς τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου εἶναι ἡ ποθητὴ ἑνότητα ἐν Χριστῷ μὲ ὅλους ὅσους ἀποκλίνουν ἀπὸ τὴν «παξ παραδοθεσαν πίστιν» (31). Γιὰ νὰ πραγματοποιηθεῖ ὅμως αὐτὴ ἡ ἑνότητα ἐν Χριστῷ, εἶναι τελείως ἀπαραίτητο τὸ ἕνα φρόνημα ὅλων ὡς πρὸς τὴν πίστη. Στὴν πίστη δὲ μπορεῖ νὰ ὑπάρχει ποικιλία, ἀλλὰ ἀπόλυτη ταυτότητα. Αὐτὸ γίνεται κατανοητὸ καὶ σαφὲς ἀπὸ τὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, οἱ ὁποῖες συνοδεύονται πάντοτε μὲ τὴν ξεκάθαρη καταδίκη τῆς ἑκάστοτε ἑτεροδοξίας καὶ τὴ σαφῆ ἔκπτωση ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ὅσων ἀρνοῦνται νὰ συμμορφωθοῦν μὲ τὶς ἁγιοπνευματικὲς ἀποφάσεις τῶν θεοφόρων Πατέρων, ποὺ τὶς συγκροτοῦν.
Κατὰ συνέπεια, ἡ σημασία τοῦ δόγματος τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴ διεξαγωγὴ τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου εἶναι προφανής. Δὲ μπορεῖ νὰ γίνεται ὁποιοσδήποτε θεολογικὸς διάλογος χωρὶς ἀναφορὰ στὸ δόγμα. Ἀποτελεῖ σαφῆ Πατερικὴ θέση, ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ προηγεῖται ἡ ἐξέταση κάποιου ἄλλου πράγματος πρὶν ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἐξέταση, ποὺ ἀφορᾶ ἄμεσα τὴν πίστη. Πρέπει νὰ προηγηθεῖ ἡ ἄρση κάθε διαφωνίας ὡς πρὸς τὴν πίστη, καὶ τότε μόνο νὰ ἀκολουθήσει ἡ ὁποιαδήποτε ἔρευνα γιὰ τὰ ἄλλα πράγματα. Αὐτὰ ὑποστηρίζει ὁ Μ. Ἀθανάσιος θεμελιώνοντας ἁγιογραφικῶς τὴ θέση του στὸν ἴδιο το Χριστό, ὁ ὁποῖος θεράπευε τοὺς πάσχοντες μόνο μετὰ τὴν ὁμολογία τῆς πίστεώς τους πρὸς Αὐτόν. Σὲ καμία περίπτωση δὲν ἐπιτρέπει τὴν συναρίθμηση ἐν συνόδω Ὀρθοδόξων καὶ ἑτεροδόξων (32).
Μέσα στὸ ἴδιο πνεῦμα καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς ὑποστηρίζει ὅτι ὁ διάλογος μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς γιὰ τὸ Filioque μπορεῖ νὰ γίνει μόνον μετὰ τὴν ἀφαίρεση τῆς προσθήκης του στὸ Σύμβολο τῆς πίστεως (33).
Ἡ ἀλήθεια δὲ διερευνᾶται μὲ τὴ συμβολὴ τῶν ἑτεροδόξων στὸ θεολογικὸ διάλογο «π σοις ροις», ἀλλὰ διασφαλίζεται στὴν Ἐκκλησία μὲ τὴ συνέχεια τῆς βιούμενης ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ μέσῳ τῶν φωτοφανειῶν καὶ τῶν Θεοφανειῶν ἀπὸ τοὺς θεουμένους. Κατὰ συνέπεια, ἂν θέλουμε νὰ κινούμαστε μέσα στὸ πνεῦμα καὶ τὴν πρακτική τοῦ Χριστοῦ, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὁ διάλογος μὲ τοὺς ἑτεροδόξους θὰ πρέπει νὰ προσδιορίζεται ἀποφασιστικὰ ἀπὸ τὴν ἀλήθεια. Στὴν περίπτωση ὅμως αὐτὴ ὁ διάλογος μὲ τοὺς ἑτεροδόξους ὀφείλει νὰ προσλαμβάνει τὸ χαρακτήρα τῆς νουθεσίας -δηλαδὴ τῆς συμβουλῆς- μὲ εὐσπλαχνικό, μὲ παρηγορητικό, μὲ ἐνθαρρυντικὸ καὶ ταπεινὸ τρόπο, χωρὶς φανατισμὸ καὶ μισαλλοδοξία, νὰ γίνεται δηλαδὴ ἐν ἀγάπῃ γιὰ τὴν ἐπάνοδο στὴ βιούμενη ἐν Πνεύματι Ἁγίω ἐκκλησιαστικὴ ἀλήθεια, στὴν πίστη τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ ἀκριβῶς συνιστᾶ ὁ Ἀπόστολος Παῦ­λος λέγοντας: «αρετικν νθρωπον μετ μίαν κα δευτέραν νουθεσίαν παραιτο, τι ξέστραπται τοιοτος ν ατοκατάκριτος» (34). Ἡ πρακτικὴ τῆς νουθεσίας διασφαλίζει τὴν ἀκεραιότητα τῆς ἀγάπης, γιατί τότε πραγματικὰ ἀληθεύουμε «ν γάπ» (35). Ἡ ἀγάπη καὶ ἡ εἰρήνη μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους δὲν εἶναι ἀπροϋπόθετη. Ὅταν οἱ ἄλλοι δὲν εἶναι ὁμόφρονες ὡς πρὸς τὴν εὐσέβεια, εἶναι προτιμότερη ἡ ἀντιπαράθεση ἀπὸ τὴν συμφωνία γιὰ τὸ κακό. Τότε εἶναι προτιμότερο νὰ λυποῦμε τοὺς ἀνθρώπους παρὰ τὸ Θεό, καὶ νὰ μὴ ἀποσιωποῦμε ἐκεῖνα ποὺ διαταχθήκαμε ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ ὁμολογοῦμε. Ἡ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους λοιπὸν ὁριοθετεῖται σαφῶς ἀπὸ τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο αὐτὴ ἐκφράζεται. Ἡ ἀγάπη αὐτὴ περιορίζεται στὴ νουθεσία, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ ἐπαναληφθεῖ μόνο μία ἀκόμη φορά. Εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικὸ τὸ γεγονός, ὅτι τὸν παραπάνω περιορισμὸ στὴν ἐκδήλωση τῆς ἀγάπης πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους μᾶς τὸν ἀπεκάλυψε ὁ Θεὸς μέσα ἀπὸ τὸ σκεῦος τῆς ἐκλογῆς του, τὸν Ἀπόστολο τῶν Ἐθνῶν, τὸν κορυφαῖο ὑμνητὴ τῆς ἀγάπης. Ὁ παραπάνω περιορισμὸς στὴν ἐκδήλωση τῆς ἀγάπης μας πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους διασφαλίζει ταυτόχρονα τὴν παραμονή μας στὰ ὅρια τῆς ὑγιαινούσης πίστεως καὶ τοῦ μὴ χωρισμοῦ μας ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.
Τὴ σύσταση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἀκολούθησε πιστὰ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέχρι καὶ τὸν ΙΘ΄ αἰώνα υἱοθετώντας παράλληλα καὶ τὴν ἀντιρρητικὴ θεολογία, ἡ ὁποία συνήθως περιοριζόταν τὸ πολὺ μέχρι τὸν Γ΄ ἀντιρρητικό της λόγο. Αὐτὸ συναντοῦμε στοὺς ἀντιαιρετικοὺς λόγους τοῦ Μ. Ἀθανασίου κα­τὰ τοῦ Ἀρείου, τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου κατὰ τοῦ Νεστορίου, τῶν Ἁγίων Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ - Θεοδώρου Στουδίτου - Νικηφόρου Κων/πόλεως κατὰ τῶν Εἰκονομάχων, τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ κατὰ τῶν Δυτικῶν Ἀντιησυχαστῶν κ.ἄ. Τὴν ἴδια στάση τέλος τηρεῖ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο διὰ τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου Β΄ ἔναντι τῶν Προτεσταντῶν, μὴ δεχόμενο νὰ συνεχίσει τὸ θεολογικὸ διάλογο πέρα ἀπὸ τὴ Β΄ Ἀπάντηση πρὸς τοὺς Βιττεμβεργίους Λουθηρανοὺς θεολόγους τοῦ ΙΣΤ΄ αἰώνα.
Αὐτὴ ἡ βιβλικὴ καὶ ἁγιοπατερικὴ Παράδοση ἀνατράπηκε ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ Κ΄ αἰώνα μὲ τὶς γνωστὲς πρωτοβουλίες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τὴ συστράτευση σταδιακῶς συνόλης σχεδὸν τῆς Διοίκησης τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὶς ἀρχὲς τοῦ διαχριστιανικοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Συγκεκριμένα, υἱοθετήθηκαν οἱ «ἐπὶ ἴσοις ὅροις» θεολογικοὶ διάλογοι μὲ τοὺς ἑτερόδοξους μὲ χρονικὸ ὅριο, ὅπως ἀντιλαμβανόμαστε, τὴν προσδοκωμένη ἐν Χριστῷ ἑνότητα.
Στὴν ἀκολουθούμενη μέθοδο τοῦ διαλόγου μὲ τοὺς ἑτεροδόξους πρυτάνευσε ἡ μονομερὴς ἐπιλογὴ τῆς διαφημιζόμενης χριστιανικῆς ἀγάπης καὶ ἡ σκόπιμη παρασιώπηση τοῦ δόγματος, μὲ σκοπὸ τὰ δόγματα τῆς πίστεως νὰ μᾶς ἀπασχολήσουν σταδιακῶς, καὶ πάντως ἀργότερα.
Μὲ βάση ὅμως ὅσα παρουσιάσαμε παραπάνω, σχετικὰ μὲ τὴ σημασία τοῦ δόγματος γιὰ τὴν ταυτότητα τῆς Ὀρθοδοξίας, προκύπτουν εὔλογα θεολογικὰ ἐρωτήματα.
Γνωρίζουμε πολὺ καλὰ ἀπὸ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ἐμπειρία τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι τόσο ἡ ἀγάπη ὅσο καὶ ἡ πίστη ἀποτελοῦν καρπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος(36), δηλαδὴ ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἂν λοιπὸν ἡ υἱοθετούμενη ἀγάπη στοὺς διαλόγους μας μὲ τοὺς ἑτεροδόξους ἔχει τὶς παραπάνω προδιαγραφὲς τῆς ἁγιογραφικῆς γνησιότητας, δὲ μπορεῖ σὲ καμία περίπτωση νὰ χωρίζεται ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καὶ τὰ δόγματα τῆς πίστεως. Ἄλλωστε, «π πίστεως ελικρινος γάπη τίκτεται» (37). Δὲν εἶναι δυνατὸν δηλαδὴ ἡ μία ἀπὸ τὶς δύο νὰ ἐνεργεῖ ἐρήμην τῆς ἄλλης ἢ σὲ βάρος τῆς ἄλλης. Δὲ μποροῦν νὰ ἀληθεύουν αὐτονομημένες μεταξύ τους. Ἐκτὸς βέβαια, ἂν πρόκειται γιὰ ἄλλου εἴδους, μὴ εὐαγγελικὴ δηλαδὴ ἀγάπη. Γιατί ἡ εὐαγγελικὴ ἀγάπη, καὶ ὅταν ἀκόμη εἶναι κτιστή, παίρνει τὴν ταυτότητά της ἀπὸ τὴ συμμόρφωση πρὸς τὸ θέλημα καὶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ: « χων τς ντολάς μου κα τηρν ατάς, κενός στι γαπν με», εἶπε ὁ Χριστὸς (38). Ἐδῶ ἐγείρεται τὸ ἐρώτημα: Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ βιώνουμε καὶ νὰ ἐκφράζουμε γνήσια τὴν ἀγάπη τοῦ Εὐαγγελίου, ὅταν παραβιάζουμε ὅσα εἶπε τὸ στόμα τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, καὶ ὅσα βιώθηκαν στὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας γιὰ 19 αἰῶνες;
Ἡ ἐν Χριστῷ ἑνότητα στὴ γνησιότερη, καθαρότερη καὶ βιωματικότερη ἔκφρασή της πραγματοποιεῖται, μόνο ὅταν ἔχει τὶς προδιαγραφές, ποὺ μᾶς ἔδωσε ὁ Χριστὸς στὴν ἀρχιερατικὴ προσευχή του. Πραγματοποιεῖται δηλαδὴ καὶ βιώνεται «ν πάσ ασθήσει» μὲ τὴ μετοχὴ στὴν ἄκτιστη δόξα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ βεβαιώνει ὁ Χριστός, ὅταν λέει: «κγ τν δόξαν ν δέδωκάς μοι δέδωκα ατος, να σιν ν καθς μες ν. γ ν ατος, κα σ ν μοί, να σιν τετελειωμένοι ες ν» (39).
Γιὰ νὰ γίνει ὅμως ὁ ἄνθρωπος μέτοχος τῆς ἄκτιστης δόξας «ν ασθήσει», ὀφείλει νὰ τηρεῖ ὅλες τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, ἐκφράζοντας μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ πρακτικῶς τὴν ἀγάπη του πρὸς τὸ Θεό. Τήρηση τῶν ἐντολῶν σημαίνει ἀπόλυτη συμφωνία μεταξύ μας, ἀφοῦ τότε ἔχουμε ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ φρόνημα, ποὺ εἶναι τὸ φρόνημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐκφράζεται στὸ θέλημά του. Μὲ τὸν πρακτικὸ αὐτὸ τρόπο γινόμαστε ἕνα Πνεῦμα μὲ τὸ Θεό, «τ ν φρονοντες» (40). Γιατί τότε ἐνεργεῖ μέσα μας τὸ Πνεῦμα, ποὺ λάβαμε μὲ τὸ ἅγιο Μύρο. Τότε ζοῦμε τὴ ζωὴ τοῦ Θεοῦ καὶ ὅλα τότε τὰ ἐνεργεῖ ὁ Χριστὸς δι᾽ ἡμῶν, ἀφοῦ εἶναι ἐντός μας αὐτὸς «ν πσι πρωτεύων» (41). Τότε μόνο μποροῦμε οὐσιαστικὰ νὰ δοξάζουμε «ν ν στόματι κα μι καρδία» τὸ ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
Ὅταν ὅμως οἱ ἑτερόδοξοι φρονοῦν διαφορετικὰ ὡς πρὸς τὴν πίστη καὶ μάλιστα φρονοῦν ἀντίθετα μὲ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, ὅπως αὐτὴ ἑρμηνεύτηκε αὐθεντικὰ ἀπὸ τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους, δὲ μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἐν Χριστῷ ἑνότητα μαζί τους. Τὸ ἴδιο θέλημα, ὅταν πρόκειται γιὰ θέματα πίστεως, ἐμφανίζεται ὡς ἡ «τορπίλη» τῆς αἱρέσεως, ποὺ διαλύει τὸ ἑνιαῖο φρόνημα τῆς πίστεως στὴν Ἐκκλησία καὶ ἀκυρώνει τὴν ἐν Χριστῷ ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν. Συμβαίνει ἐδῶ, ὅ,τι συμβαίνει καὶ στὴ συζυγία. Ὅταν δηλαδὴ οἱ σύζυγοι ἔχουν ἴδια θελήματα, ὅταν δὲν τηροῦν μὲ ἀκρίβεια τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, τότε δὲν ἔχουν ἕνα φρόνημα, καὶ δὲν γίνονται ἕνα Πνεῦμα μὲ τὸ Θεὸ καὶ μεταξύ τους, ποὺ εἶναι ὁ κύριος σκοπὸς τοῦ γάμου. Ἔτσι ὅμως οἱ σύζυγοι παραμένουν σαρκικοί, καὶ στὴν καλύτερη περίπτωση ψυχικοί. Κατὰ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο ὅμως οὔτε οἱ σαρκικοί, οὔτε οἱ ψυχικοὶ δέχονται «τ το Πνεύματος το Θεο» (42), ποὺ εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Τὸ τελικὸ καὶ πρακτικὸ ἐρώτημα μπορεῖ νὰ διαμορφωθεῖ ὡς ἑξῆς: Ποιοῦ θέλημα εἴμαστε διατεθειμένοι νὰ κάνουμε; Τοῦ ἑαυτοῦ μας; Τοῦ ὁποιουδήποτε ἄλλου θεσμικοῦ ἢ μὴ θεσμικοῦ προσώπου; Ἢ τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἑρμηνεύεται αὐτὸ τὸ θέλημα αὐθεντικὰ καὶ διαχρονικὰ ἀπὸ τὴ δογματικὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας; Πάντως, ὅπως μᾶς βεβαιώνει ἡ διαχρονικὴ πνευματικὴ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, μόνον ἡ ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ σὲ τελικὴ ἀνάλυση εἶναι νὰ γίνουμε ἕνα μὲ τὸ Θεό, μᾶς κάνει κοινωνοὺς στὴν ἄκτιστη θεία ζωὴ καὶ δόξα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ἤδη ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωή, ὡς πρόγευση καὶ ἀρραβώνας τῆς ἄκτιστης βασιλείας του. Ὅταν δηλαδὴ ἔχουμε ἐνεργὸ μέσα μας τὴ θεία ζωή, τότε ἔχουμε καὶ τὴν πληρέστερη ἑνότητά μας μὲ τοὺς ἄλλους πιστούς.
Θὰ εἴμασταν ἰδιαίτερα εὐτυχεῖς, ἂν ἡ παροῦσα ὁμιλία θὰ μποροῦσε νὰ συμβάλει, ἔστω καὶ ἐλάχιστα, στὴν ὑπακοὴ αὐτὴ τοῦ εὐαρέστου θελήματος τοῦ Χριστοῦ, ὥστε ὅλοι μας νὰ γίνουμε πραγματικῶς καὶ ἐνεργῶς ἕνα ἐν Χριστῷ, σύμφωνα πάντα μὲ τὶς θεμελιώδεις προϋποθέσεις, ποὺ ἐκεῖνος ἔθεσε ἐντός της Ἐκκλησίας του. Γιατί στὸ Θεανθρώπινο σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι μόνον ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, παρέχεται ἡ ἄκτιστη θεία Χάρη καὶ ἡ γνήσια ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, ποὺ βιώνεται πρακτικῶς ὡς σωτηρία, ὡς ζωὴ δηλαδὴ τοῦ ἀνθρώπου ὅμοια μὲ τὴν ἄκτιστη ζωὴ τοῦ Θεοῦ. Πάντως, οἱ ἑτερόδοξοι Ρωμαιοκαθολικοὶ καὶ Προτεστάντες θὰ μποροῦσαν νὰ πιστοῦν κατεξοχὴν ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους, ὅτι ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστη, ἂν αὐτὴ ἡ Χάρη ἦταν ἐνεργὸς στὴ ζωὴ τῶν Ὀρθοδόξων, ὁπότε αὐτοὶ δὲν θὰ ἁμάρταναν, γιατί μόνον ὅταν κανεὶς ἔχει αὐτὴν ἐνεργῶς μέσα του δὲν ἁμαρτάνει. Ἐνῶ ἀντίθετα, «το Θεο μ νεργοντος ν μν, μαρτία πν τ παρ μν γινόμενον» (43), κατὰ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ. Ἡ εὐθύνη μας πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους εἶναι μεγάλη, ἐπειδὴ ἡ ζωή μας δὲν τοὺς πληροφορεῖ γιὰ τὸν ἄκτιστο χαρακτήρα τῆς θείας Χάριτος, ὅταν διαλέγονται μαζί μας. Καὶ ὅταν ἀκόμη τοὺς πείθουμε ἐπιστημονικὰ γιὰ τὴν ὀρθότητα τῶν θεολογικῶν θέσεών μας, δὲν τοὺς ἑλκύουμε γιὰ νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὴν πλάνη τους, ἐπειδὴ συχνὰ ταυτιζόμαστε στὸ ἐπίπεδο τῆς ζωῆς μαζί τους.
Θὰ ἤθελα νὰ ἀναφερθῶ σὲ κάποια λόγια τοῦ μακαριστοῦ Ἁγιορείτη Γέροντα π. Παϊσίου, ποὺ ἀπαντοῦν καίρια στὸν προβληματισμό μας γιὰ τὴν ἀποτελεσματικότητα ἑνὸς διαλόγου μὲ τοὺς ἑτεροδόξους. «Ἂν ζούσαμε πατερικά», λέει ὁ χαρισματοῦχος Γέροντας, «θ εχαμε λοι πνευματικ γεία, τν ποία θ ζήλευαν κα λοι ο τερόδοξοι, κα θ φηναν τς ρρωστημένες τους πλάνες κα θ σώζονταν δίχως κήρυγμα. Τώρα δν συγκινονται π τν γία μας πατερικ Παράδοση, γιατί θέλουν ν δον κα τν πατερική μας συνέχεια, τν πραγματική μας συγγένεια μ τος γίους μας. Ατ πο πιβάλλεται σ κάθε ρθόδοξο εναι ν βάζη τν καλ νησυχία κα στος τεροδόξους, ν καταλάβουν δηλαδ τι βρίσκονται σ πλάνη, γι ν μν ναπαύουν ψεύτικα τν λογισμό τους, κα στερηθον κα σ ατν τν ζω τς πλούσιες δωρες τς ρθοδοξίας κα στν λλη ζω τς περισσότερες κα αώνιες ελογίες το Θεο» (44).
Ἀγαπητοὶ συνάδελφοι,
Ἂν θέλουμε, ὅμως νὰ εἴμαστε ἔντιμοι καὶ εἰλικρινεῖς ἀπέναντι στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, στὴν ὁποία ἀνήκουμε ὀργανικὰ καὶ παραμένουμε ἀγαπητικά, θὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσουμε ἀπεριφράστως ὅτι στὴν ἐποχὴ μας ἔχει διαμορφωθεῖ μιὰ ὀξύμωρη κατάσταση. Ὡς ἐκκλησιαστικὸ πλήρωμα ἐμφανιζόμαστε νὰ τιμοῦμε καὶ νὰ πανηγυρίζουμε κατεξοχὴν ἐκεῖνα τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα παραβιάζονται σήμερα κατὰ προκλητικὸ καὶ ἀσύστολο τρόπο ἀπὸ θεσμικὰ πρόσωπα μὲ τὴν ἔνοχη σιωπὴ τῶν πολλῶν ἢ τὸ χειρότερο μὲ τὴν ἐπιδοκιμασία καὶ ἐνθάρρυνση ὁρισμένων ἐκ τῶν ἐγγὺς καὶ τῶν μακράν.
Ἔχουμε τὴν βεβαία αἴσθηση ὅτι μιὰ βαθιὰ κρίση ὀντολογικοῦ χαρακτήρα ἔχει ἐπηρεάσει βαθύτατα πολλὰ καὶ σημαίνοντα μέλη τῆς Ἐκκλησίας μας. Κατὰ τὴ γνώμη μας, βρισκόμαστε μπροστὰ στὴ μεγαλύτερη καὶ πονηρότερη ἀπειλή, ποὺ βρέθηκε ποτὲ ἡ Ἐκκλησία μας. Ἀναφέρομαι στὸν σύγχρονο Οἰκουμενισμό, τὸν δόλιο ἐχθρό, ποὺ μὲ τὸ πρόσχημα τῆς ἀγάπης ἀπειλεῖ νὰ διαβρώσει ὡς γάγγραινα ὅλο καὶ περισσότερο ἐκλεκτὰ μέλη τοῦ Κυριακοῦ σώματος. Ὁ Οἰκουμενισμὸς ἐμφανίζεται σήμερα ὡς ἡ ἐπικινδυνότερη αἵρεση ὅλων τῶν ἐποχῶν. Ἐδῶ δὲν ἀποδοκιμάζουμε τὸν θεολογικὸ διάλογο, ἀλλὰ τὴ μεθοδολογία καὶ κυρίως τὸ πνεῦμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Μὲ τὸ προσωπεῖο μιᾶς μὴ σαφῶς ἁγιογραφικά προσδιοριζόμενης ἀγάπης ἐκκοσμικεύει τὸ Εὐαγγέλιο, ἐλαχιστοποιώντας τὴ σωτηριολογικὴ σημασία τῶν δογμάτων καὶ παραβιάζοντας προκλητικὰ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες τῶν Οἰκ. Συνόδων.Ἔτσι, εἰσάγει μὲ χριστιανικὸ ἔνδυμα τὸ πνεῦμα τῶν σχέσεων τοῦ κόσμου στὴν Ἐκκλησία. Ἐπειδὴ ὅμως, κατὰ τὴν Ἁγία Γραφή, ὁ κόσμος «κεται ν τ πονηρ», εἶναι προφανὲς ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ πονηροῦ. Καὶ τὸ πνεῦμα αὐτὸ εἶναι σαφῶς πνεῦμα ἀποστασίας καὶ ἀπιστίας πρὸς τὸν Θεό.
Σήμερα τὸ πνεῦμα τῆς παγκοσμιοποιήσεως συμπορεύεται μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ, ποὺ ὑπηρετεῖται ἄριστα ἀπὸ τὸν βδελυκτὸ Οἰκουμενισμό.
Καί, ἐπειδὴ ἡ ἐκκλησιαστικὴ κατάσταση στὶς μέρες μας εἶναι ἐξόχως σοβαρή, «στμεν καλς», ἀδελφοί!

ποσημειώσεις:
1. Δογματικὴ συνείδηση εἶναι ἡ πνευματικὴ γνώση, ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὴ βαθειὰ ἀφομοιωμένη πεῖρα τῆς θείας Χάριτος. Αὐτὴ ὑφίσταται μόνον, ὅταν ἐνοικεῖ ἐνεργῶς μέσα μας ὁ Θεὸς (Βλ. Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, Ἔσσεξ 2005, σ. 239 - 40). Ἑπομένως, ὑπάρχει ὀργανικὴ σχέση καὶ ἄρρηκτη ἑνότητα τῆς δογματικῆς συνειδήσεως καὶ τῆς ἁγιοπνευματικῆς ζωῆς (Βλ. ὅ.π. 179). Ὅταν ἀμβλύνεται ἡ δογματικὴ συνείδηση -καὶ αὐτὸ γίνεται κατεξοχὴν μὲ τὴν ἐκκοσμίκευση καὶ τὴν ὁμογενοποίηση τῆς καθημερινῆς ζωῆς μας μὲ τὴν ἀντίστοιχη ζωὴ τῶν ἑτεροδόξων- μειώνεται καὶ ἡ εὐαισθησία τῶν Ὀρθοδόξων σὲ σχέση μὲ τὰ θεσμοποιημένα δόγματα τῆς πίστεως καὶ τὴν Ἱερὴ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.
2. Πρβλ. Γαλ. 1, 8: «λλ κα ἐὰν μες γγελος ξ ορανν εαγγελίσηται μν παρ εαγγελισάμεθα μν, νάθεμα στω». Βλ. καὶ Πρακτικὰ Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Μαnsi 13, 407 - 408, καὶ τὴν Ἐγκύκλιο τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τοῦ 1848: «Παρ μν οτε Πατριάρχαι οτε Σύνοδοι δυνήθησαν ποτ εσαγαγεν νέα».
3. P.G. 62, 610 ­- 611.
4. Βλ., P.G 59, 443.
5. Πρβλ. Ἁγίου Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, P.G 90, 165Α.
6. Βλ. A΄ Κανὼν Πενθέκτης: «Ε δέ τις τν πάντων μ τ προειρημένα τς εσεβείας δόγματα κρατο κα σπάζοιτο, κα οτω δοξάζοι τε, κα κηρύττοι, λλ ξ ναντίας έναι τούτων πιχειρο, στω νάθεμα, κατ τν δη κτεθέντα ρον π τν προδηλωθέντων γίων κα μακαρίων Πατέρων, κα το χριστιανικο καταλόγου, ς λλότριος ξωνείσθω κα κπιπτέτω».
7. Βλ. P.G. 55, 321 - 322.
8. Βλ. , P.G. 61, 633.
9. Βλ. Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, ΕΠΕ 30, 338.
10. Βλ. P.G 62, 560: «Γύμναζε σεαυτν πρς εσέβειαν, τουτέστι πρς πίστιν καθαρν κα βίον ρθόν. Τοτο γρ στιν εσέβεια».
11. Βλ. P.G 51, 250 - 251.
12. Βλ. P.G. 59, 50. 176. 352. 363.
13. Μθ. 7, 21 - 23, στὸ PG 57, 321.
14. Βλ. P.G. 59, 369: «Οδν γρ φελος βίου καθαρο, δογμάτων διεφθαρμένων. σπερ ον οδ τουναντίον, δογμάτων γιν, ἐὰν βίος διεφθαρμένος».
15. P.G. 48, 811.
16. Βλ P. G. 62, 95.
17. Βλ. P.G. 53, 110 - 158.
18. Βλ. P.G. 57, 243 - 244.
19. Βλ. P.G. 61, 78.
20. Βλ.ΕΠΕ 18, 222 - 224.
21. Βλ. P.G. 57, 243 - 244.
22. Βλ. ΕΠΕ 18, 222 - 224.
23. Βλ. Ἐγκώμιον εἰς τὸν Ἅγιον Δημήτριον, ἔκδ. Δ. Τσάμη, σ. 32 - 37.
24. P.G. 74, 253D.
25. Βλ. Φιλοθέου Κοκκίνου, Λόγος 11, 17, στὸ Β. Ψευτογκά, Φιλοθέου Κοκκίνου, Λόγοι καὶ Ὁμιλίες, Θεσσαλονικεῖς Βυζαντινοὶ Συγγραφεῖς 2, Θεσσαλονίκη 1981, σ. 244. Προϋπόθεση δηλαδὴ τῆς ἑτεροδοξίας εἶναι ἡ ἐσφαλμένη καὶ ἀκάθαρτη ζωή. Εἰδικότερα, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἔπαρση εἶναι ἀκάθαρτος καὶ βδελικτὸς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἐφόσον «κάθαρτος παρ Θε πς ψηλοκάρδιος». (Παροιμ. 16, 5).
26. Λόγος Λ΄, 13, Περὶ ἀγάπης
27. Βλ. Γρηγορίου Θεολόγου, P.G. 36, 13D.
28. Βλ. Πρὸς Ξένην, P.G. 150, 1088Β.
29. Βλ. Ὅρος Πίστεως τῆς Συνόδου, στὸ Ἰωάννου Καρμίρη, Τὰ Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. 1, Ἀθῆναι 1960, σ. 155
30. Βλ. Ἐπιστολὴ Κυρίλλου πρὸς Ἰωάννην Ἀντιοχείας τῷ 433 καὶ ἡ ἐν αὐτὴ Ἔκθεσις πίστεως τῶν «διαλλαγν» τοῦ Ἰωάννου, στὸ Ἰωάννου Ρωμανίδου, Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, (Κείμενα), τόμ. Β΄ Θεσσαλονίκη 42000, σ., 36.
31. Ἰούδ. 1, 3.
32. Μ. Ἀθανασίου, Περὶ τῶν γεγενημένων παρ' Ἀρειανῶν 36, Β.Ε.Π. 31, 260 - 1: «οὐ γὰρ οἷον τὲ συνόδω συναριθμηθῆναι τοὺς περὶ πίστιν ἀσεβοῦντας», σημειώνει ὁ Μ. Ἀθανάσιος, «οδ προκρίνεσθαι πράγματος ξέτασιν τς περ πίστεως ξετάσεως. Χρ γρ πρτον πσαν περ τς πίστεως διαφωνίαν κκόπτεσθαι κα τότε τν περ τν πραγμάτων ρευναν ποιεσθαι. Κα γρ Κύριος μν ησος Χριστς ο πρότερον θεράπευσε τος πάσχοντας, πρν ν δείξωσι κα επωσιν ποίαν πίστιν εχον ες ατόν. Τατα παρ τν Πατέρων μάθομεν...».
33. Βλ. Περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Α΄, 4, 27 - 31, Π. Χρήστου, τ. A΄, σ. 31: « Ἦν οὖν ἄρα τῶν δικαιοτάτων μηδὲ λόγον ἀξιοῦν ὑμᾶς, εἰ μὴ τοῦ προστιθέναι τῷ ἱερῷ συμβόλῳ παύσησθε τῆς δὲ παρ᾽ ὑμῶν προσθήκης παρ᾽ ὑμῶν ἐκβεβλημένης πρότερον, ἔπειτα ζητεῖν, εἰ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἢ οὐχὶ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, καὶ τὸ ἀναφὲν τοῖς θεοφόροις συνδοκοῦν κυροῦν».
34. Τίτ. 3, 10.
35. Ἐφ. 4, 15.
36. Γαλ. 5, 22.
37. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, P.G. 62, 509. Πρβλ. P.G. 62, 174: «οὐδὲν ὄφελος ἀγάπης, πίστεως χωρίς. μᾶλλον δὲ οὐδ᾽ ἂν γένοιτο ἀγάπη ἑτέρως».
38. Ἰω. 14, 21.
39. Ἰω. 17, 22. |
40. Φιλιπ. 2, 2. Πρβλ. Β΄ Κορ. 13, 11 καὶ 4, 2 .
41. Κολ. 1, 18.
42. Α΄ Κορ. 2, 14.
43. Γρηγορίου Παλαμᾶ P.G.151, 416D - 417A.
44. Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Λόγοι, Μὲ πόνο καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο, τόμ. Α΄, Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Σουρωτὴ - Θεσσαλονίκης 1998, σ. 348 - 349».


ΠΗΓΗ:"Ἐν Συνειδήσει",

ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ Π. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ

Διευκρινιστικὴ ἐπιστολὴ τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση πρὸς τὸν εἰδησεογραφικὸ ἱστοχῶρο "Ρομφαία"
Ἀξιότιμοι Κύριοι,

Τὴν Παρασκευή, 3 Ἰουνίου, δημοσιεύσατε στὸν ἱστοχῶρο σας ἄρθρο μὲ τίτλο «Ζήτησαν συγγνώμη πρὶν τὴ δίκη…ἀπὸ τὶς "φιλοπαπικὲς" μοναχές», προερχόμενο ἀπὸ τὴν τοπικὴ ἐφημερίδα τῆς Καρδίτσας «ΑΛΗΘΕΙΑ».

Ἐπειδὴ ὁ «συκοφάντης» τὸν ὁποῖον παρουσιάζει τὸ ἄρθρο ὡς ζητήσαντα συγγνώμη εἷμαι ἐγώ, καὶ δὲν ξέρω γιὰ ποιὸ λόγο δὲν μὲ κατανομάζει ἡ ἐφημερίδα, θεωρῶ ὑποχρέωσή μου ἀπέναντι τῆς ἀλήθειας, ποὺ δὲν παρουσιάζετε ὁλόκληρη, νὰ σᾶς ἐνημερώσω σχετικῶς καὶ νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀναρτήσετε τὰ γραφόμενά μου στὸν ἱστοχῶρο σας.

Οἱ μοναχὲς Διοδώρα καὶ Μαριὰμ μὲ ὁδήγησαν στὰ δικαστήρια γιὰ ἄρθρο ἐπικριτικὸ ποὺ εἶχα γράψει ἐναντίον τους στὴν ἐφημερίδα «Ὀρθόδοξος Τύπος», στὶς 5 Φεβρουαρίου τοῦ 2010 μὲ τίτλο «Φιλοπαπικαὶ μοναχαὶ κατεδίκασαν εἰς φυλάκισιν μέλη Ὀρθοδόξου Σωματείου τῆς Καρδίτσας».

Κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς δίκης (31η Μαΐου), γιὰ νὰ ἀποφευχθεῖ ὁ σκανδαλισμὸς τῶν ἀνθρώπων καὶ ἰδιαίτερα αὐτῶν ποὺ βρίσκονται στὴν αἴθουσα τοῦ δικαστηρίου, ὅταν βλέπουν ρασοφόρους νὰ ἀλληλοκατηγοροῦνται, ἀντὶ νὰ εἰρηνεύουν, βολιδοσκοπήσαμε τὴν πλευρὰ τῶν μηνυτριῶν μοναχῶν, ἂν ἐπιθυμοῦν, νὰ βροῦμε κάποιον τρόπο συμβιβασμοῦ, συνδιαλλαγῆς, ὥστε νὰ ἀνακαλέσουν τὴν εἰς βάρος μου καὶ εἰς βάρος τοῦ «Ὀρθοδόξου Τύπου» μήνυση. Καὶ τὸ πράξαμε αὐτό, διότι πρὸ ὀλίγου καιροῦ τὸ ἴδιο ἔγινε στὴν κατ’ ἔφεση δίκη ἐναντίον Ὀρθοδόξου Σωματείου τῆς Καρδίτσας, τὰ μέλη τοῦ ὁποίου πρωτοδίκως εἶχαν καταδικασθῆ σὲ φυλάκιση, διότι διαμαρτυρήθηκαν διὰ τοῦ τύπου γιὰ φιλοπαπικὲς ἐνέργειες τῶν ἰδίων μοναζουσῶν, οἱ ὁποῖες τοὺς ὁδήγησαν στὰ δικαστήρια. Ἐφάνηκε ὄντως ὅτι ὑπάρχει καὶ τώρα διάθεση συμβιβασμοῦ καὶ εἰρηνεύσεως, ὁπότε οἱ δικηγόροι τῶν δύο πλευρῶν ἀνέλαβαν, καὶ μὲ τὴν ἰδικήν μας συμμετοχή, νὰ συντάξουν τὸ σχετικὸ κείμενο, στὸ ὁποῖο καὶ οἱ δύο πλευρὲς ἔκαναν ὑποχωρήσεις καὶ παραχωρήσεις, μὲ ἐπανειλημμένες φραστικὲς διατυπώσεις, ὥστε νὰ μὴ φαίνεται ὑποχωροῦσα ἡ μία μόνον πλευρά. Ἐμεῖς μάλιστα ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη μὲ τὸν δικηγόρο μου κ. Γεώργιο Γῶγο εἴχαμε θέση ὡς ἀδιαπραγμάτευτη θέση, ὡς κόκκινη γραμμή, τὴν ἐκ μέρους τῶν μοναζουσῶν ἀποκήρυξη τοῦ Παπισμοῦ ὡς αἱρέσεως. Ὅπως εἶχα γράψει καὶ στὸ ἀπολογητικό μου ὑπόμνημα, ἐὰν οἱ μοναχὲς διεκήρυσσαν ὅτι ὁ Παπισμὸς δὲν εἶναι Ἐκκλησία ἀλλὰ αἵρεση, τότε ἐγὼ θὰ ζητοῦσα συγγνώμη καὶ θὰ ἔλεγα ὅτι ἔκανα λάθος. Αὐτὴ ἡ γραμμὴ κυριάρχησε καὶ ἀποτυπώθηκε στὸ κοινὸ κείμενο ποὺ ὑπογράψαμε. Τὸ σημαντικό, ἑπομένως, γεγονὸς σ’ αὐτὴν τὴν δίκη, ποὺ ἀξίζει νὰ προβληθεῖ καὶ νὰ σχολιασθεῖ μετ’ ἐπαίνων γιὰ τὶς μοναχές, εἶναι ὅτι πρώην φιλοπαπικὲς μοναχές, ὅπως προκύπτει ἀπὸ πλῆθος ἐνεργειῶν καὶ γραπτῶν κειμένων, σὲ αἴθουσα ἑλληνικοῦ δικαστηρίου ἀποκηρύσσουν τὸν Παπισμὸ ὡς αἵρεση. Αὐτὴν τὴν ὁμολογία ἐπιζητούσαμε, ἡ Ὀρθοδοξία μᾶς ἐνδιαφέρει, καὶ ὄχι τὸ προσωπικό μας κῦρος καὶ ἡ προσωπική μας ταπείνωση, μολονότι τὸ νὰ ζητεῖ κανεὶς συγγνώμη δὲν εἶναι ὑποτιμητικὸ ἀλλὰ ἀνυψωτικό. Γιὰ τὴν ἀκρίβεια πάντως τῶν πραγμάτων καὶ ἀκριβῶς γιὰ νὰ μὴ δοθεῖ δυνατότητα μονομεροῦς ἐκμεταλλεύσεως, στὸ συνταχθὲν κείμενο συμβιβασμοῦ οὔτε μᾶς ἐζητήθη, οὔτε ἐμεῖς ζητήσαμε συγγνώμη. Ἂν θὰ ἤθελε, λοιπόν, κανεὶς νὰ βάλει κάποιον τίτλο στὸ σχετικὸ ρεπορτάζ, ὁ καταλληλότερος θὰ ἦταν ὁ ἑξῆς: «Ὀρθόδοξες μοναχὲς ἀποκηρύσσουν τὸν Παπισμὸ ὡς αἵρεση, σὲ αἴθουσα ἑλληνικοῦ δικαστηρίου».
Γιὰ τὴν ἀλήθεια τῶν ἀνωτέρω σᾶς παραθέτουμε αὐτούσιο τὸ κείμενο τοῦ συμβιβασμοῦ:

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΚΑΡΔΙΤΣΗΣ

ΔΗΛΩΣΙΣ  καταχωρητέα εἰς τὰ πρακτικὰ

Οἱ ἐγκαλοῦσες, ἀφοῦ ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐπαναλαμβανομένην καὶ σήμερα δήλωση τοῦ πρώτου κατηγορουμένου, ἡ ὁποία περιέχεται εἰς τὸ ὑπόμνημά του παροχῆς ἐξηγήσεως κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν προκαταρτικὴν ἐξέτασίν του εἰς τὴν παροῦσαν ὑπόθεσιν, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποία, «ἂν λοιπὸν οἱ ἐγκαλοῦσες διακηρύξουν δημοσίως ὅτι ὁ παπισμὸς δὲν εἶναι ἐκκλησία, ἀλλὰ αἵρεση, ὅπως διαχρονικὰ πιστεύει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τότε ἐγὼ θὰ ζητήσω συγγνώμη χίλιες φορὲς καὶ urbi et orbi, θὰ διακηρύξω ὅτι ἔκανα λάθος, ὅτι οἱ Μοναχὲς Διοδώρα καὶ Μαριὰμ δὲν εἶναι φιλοπαπικές, εἶναι ὀρθόδοξες, χωρὶς εἰσαγωγικά, ὅτι δὲν εἶναι λύκοι βαρεῖς, ἀλλὰ καλοὶ ποιμένες, δὲν εἶναι σκότος, ἀλλὰ εἶναι φῶς», δηλώνουμε ὅτι θεωροῦμε τὸν παπισμὸν αἵρεσιν, ὅπως πάντοτε πιστεύουμε καὶ πράττουμε ἀπὸ καὶ διὰ τῆς Ὀρθοδόξου Βαπτίσεώς μας καὶ τῆς μοναχικῆς κουρᾶς μας.

Ὁ πρῶτος τῶν κατηγορουμένων δηλώνει τὰ ἑξῆς:

Γιὰ τὰ ἀναγραφόμενα στὸ ἐπίδικο δημοσίευμα (τῆς ἐφημερίδας «Ὀρθόδοξος Τύπος» τῆς 5-02-2010, ἀριθμ.φύλλου 1818/5-02-2010 σελ. 5) ποὺ ἀφοροῦν τὰ πρόσωπα τῶν ἐγκαλουσῶν, δὲν εἶχα προσωπικὴ γνώση καὶ ἀντίληψη, γιατὶ ὀφείλονται σὲ ἐσφαλμένη πληροφόρησή μου ἀπὸ δημοσιεύματα τοῦ τύπου. Σέβομαι τὴν τιμὴ καὶ τὴν ὑπόληψιν τῶν προσώπων τῶν ἐγκαλουσῶν Διοδώρας Μοναχῆς, Καθηγουμένης τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Γεωργίου «Καραϊσκάκη» καὶ Μαριὰμ Μοναχῆς, Προηγουμένης Α’ Ἐπιτρόπου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Δώδεκα Ἀποστόλων «Κόκκινης Ἐκκλησιᾶς». Δὲν εἶχα τὴν πρόθεση μὲ τὸ ἐπίδικο δημοσίευμα νὰ θίξω τὴν τιμὴ καὶ τὴν ὑπόληψίν τους, ἀλλὰ μόνον νὰ στηλιτεύσω τὴν αἵρεση τοῦ παπισμοῦ. Ὅποια λεκτικὴ ὑπέρβασις ἔγινε ἐκ μέρους μου στὸ ἐπίδικο ἄρθρο δὲν εἶχε σκοπὸ νὰ προσβάλει τὶς ἐγκαλοῦσες, τὶς ὁποῖες μαζὶ μὲ τὰ μέλη τῶν μοναστικῶν τους ἀδελφοτήτων Ἁγίου Γεωργίου «Καραϊσκάκη» καὶ Δώδεκα Ἀποστόλων «Κόκκινης Ἐκκλησιᾶς», τιμοῦμε καὶ σεβόμεθα.

Οἱ δὲ λοιποὶ κατηγορούμενοι, Κωνσταντῖνος Σωτηρόπουλος τοῦ Σωτηρίου καὶ Γεώργιος Ζερβὸς τοῦ Πέτρου, δηλώνουν καὶ αὐτοί, ὅτι δὲν εἶχαν πρόθεση νὰ θίξουν τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὑπόληψιν τῶν ἐγκαλουσῶν, ἀλλὰ παρέλειψαν νὰ ἐλέγξουν τὸ κείμενο τοῦ δημοσιεύματος, τὸ ὁποῖον ὑπογράφεται ἀπὸ τὸν πρῶτο κατηγορούμενο, διότι εἶχαν ἐμπιστοσύνη σὲ αὐτόν. Ἀναλαμβάνουν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δημοσιεύσουν τὸ παρὸν εἰς τὴν σελίδα 5 τῆς ἐφημερίδας «Ὀρθόδοξος Τύπος», τῆς ὁποίας ὁ Κωνσταντῖνος Σωτηρόπουλος τυγχάνει ἐκδότης καὶ ὁ δεύτερος Διευθυντὴς σύνταξης.
ΥΠΟΓΡΑΦΕΣ
Μετὰ τιμῆς καὶ εὐχῶν

Πρωτοπρεσβύτερος
Θεόδωρος Ζήσης

Διακοπή μνημοσύνου του πατριάρχου

 († Ιερομονάχου Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, Άγιον Όρος 2004, σ.690-691) 

Ιδιαιτέρως σεβόταν τον Οικουμενικό θρόνο. Αναγνώριζε την πανορθόδοξη αποστολή του και κατανοούσε την δύσκολη θέση που βρίσκεται. Προσευχόταν πολύ και τον υπερασπίστηκε δημόσια σε πολλές περιπτώσεις.  Από το Στόμιο είδαμε τον Γέροντα σφοδρό πολέμιο των αιρέσεων. Στα θέματα της πίστεως ήταν ακριβής και ασυγκατάβατος.  Είχε μεγάλη ορθόδοξη ευαισθησία, γι' αυτό δεν δεχόταν συμπροσευχές και κοινωνία με πρόσωπα μη ορθόδοξα. Τόνιζε: «Για να συμπροσευχηθούμε με κάποιον, πρέπει να συμφωνούμε στην πίστη». Διέκοπτε τις σχέσεις του ή απέφευγε να δη κληρικούς που συμμετείχαν σε κοινές προσευχές με ετεροδόξους. Τα «μυστήρια» των ετεροδόξων δεν τα αναγνώριζε και συμβούλευε οι προσερχόμενοι στην Ορθόδοξη Εκκλησία, να κατηχούνται καλά πριν βαπτισθούν.  Καταπολέμησε τον οικουμενισμό και μιλούσε για το μεγαλείο και την μοναδικότητα της Ορθοδοξίας, την πληροφορία του αρυόμενος από την εν καρδία του θεία χάρι. Ο βίος του αποδείκνυε την υπεροχή της Ορθοδοξίας.  Για ένα διάστημα είχε διακόψει, μαζί με όλο σχεδόν το υπόλοιπο Άγιον Όρος, το μνημόσυνο του πατριάρχου Αθηναγόρα για τα επικίνδυνα ανοίγματά του προς τους Ρωμαιοκαθολικούς. Αλλά το έκανε με πόνο: «Κάνω προσευχή», είπε σε κάποιον, «για να κόβη ο Θεός μέρες από μένα και να τις δίνη στον πατριάρχη Αθηναγόρα, για να ολοκληρώση την μετάνοιά του».  Για τους Αντιχαλκηδονίους (μονοφυσίτες) είπε: «Αυτοί δεν λένε ότι δεν κατάλαβαν τους αγίους Πατέρες, αλλ' ότι οι άγιοι Πατέρες δεν τους κατάλαβαν. Δηλαδή σαν να έχουν αυτοί δίκαιο και τους παρεξηγήσανε».Χαρακτήρισε ως βλασφημία κατά των αγίων Πατέρων την προτεινόμενη κάθαρση των Λειτουργικών βιβλίων από τον χαρακτηρισμό του αιρετικού για τον Διόσκορο και Σεβήρο. Είπε: «Τόσοι άγιοι Πατέρες που είχαν θείο φωτισμό και ήταν σύγχρονοι δεν τους κατάλαβαν και τους παρεξήγησαν, και ερχόμαστε εμείς μετά από τόσους αιώνες να διορθώσουμε τους αγίους Πατέρες; Αλλά και το θαύμα της αγίας Ευφημίας δεν το υπολογίζουν; Και αυτή παρεξήγησε τον τόμο των αιρετικών;». Χωρίς να επιδιώκη να φαίνεται ομολογητής, με τον τρόπο του, αντιδρούσε, μιλούσε και έγραφε σε εκκλησιαστικά πρόσωπα. «Η Εκκλησία», έλεγε, «δεν είναι καράβι του κάθε επισκόπου να κάνει ότι θέλει». Οι αντιδράσεις του αυτές συνωδεύονταν από πολλή προσευχή και αγάπη για την Εκκλησία, αλλά και για τους παρεκτρεπομένους, και προϋπέθεταν απάθεια, διάκριση και άνωθεν φωτισμό.

***  

Τα τρία πλοκάμια του διάβολου
Ο διάβολος έχει τρία πλοκάμια. Για τους φτωχούς τον κουμμουνισμό, για τους πιστούς τον οικουμενισμό και για τους πλουσίους την μασσωνία.


 († Μακαρίου Ιερομονάχου, Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου Λόγοι σοφίας και χάριτος,   Άγιον Όρος, σελ. 73)
 

Εθνικό Μνημόσυνο του Αγωνιστή Παπακώστα Λεωνίδα και Αποκαλυπτήρια της Προτομής του


Ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Κύπρου κ.κ. Χρυσόστομος τέλεσε το εθνικό μνημόσυνο και τα αποκαλυπτήρια της προτομής του αγωνιστή Παπακώστα Λεωνίδα,  1ου Ομαδάρχη της ΕΟΚΑ 1955-59, την Κυριακή, 5 Ιουνίου 2011, στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου στη Χλώρακα.
Τον αγωνιστή της ΕΟΚΑ Παπακώστα Λεωνίδα, τίμησε με την παρουσία του πλήθος κόσμου.

***

Ο Ιερός Ναός Παναγίας Φανερωμένης Λευκωσίας ανακοινώνει την έλευση της Τιμίας Κάρας του Αγίου Τριφυλλίου, πολιούχου Αγίου της Λευκωσίας. 
Το ιερό λείψανο μεταφέρθηκε από την Ιερά Μονή Κύκκου και το συνόδευε ο  Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Μεσαορίας κ. Γρηγόριος.
Η επίσημη υποδοχή της Τιμίας Κάρας έγινε στον ιερό ναό Παναγίας Φανερωμένης την Παρασκευή, 3 Ιουνίου, το απόγευμα. 
Ακολούθησε Εσπερινός, κατά τον οποίο χοροστάτησε ο Επίσκοπος Μεσαορίας κ. Γρηγόριος.
Η Τιμία Κάρα του Αγίου Τριφυλλίου θα παραμείνει στον ιερό ναό Παναγίας Φανερωμένης, για προσκύνημα από τους πιστούς, μέχρι και το απόγευμα της Τρίτης 7ης Ιουνίου.

***
Εσπερινός και Αρχιερατικό Συλλείτουργο
Η Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου, ο Δήμος Λευκωσίας και η Εκκλησιαστική Επιτροπή Φανερωμένης τιμούν τον πολιούχο άγιο της Λευκωσίας, Άγιο Τριφύλλιο.
Το Σάββατο 4 Ιουνίου θα τελεστεί ο Εσπερινός της εορτής του Αγίου Τριφυλλίου, χοροστατούντος του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Καρπασίας κ. Χριστοφόρου.
Την Κυριακή 5 Ιουνίου θα γίνει αρχιερατικό συλλείτουργο (06:30-09:45), του οποίου θα προστεί ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Πάφου κ. Γεώργιος, στο πλαίσιο των εορτασμών συμπλήρωσης 100 χρόνων από τα εγκαίνια του Ιερού Ναού Φανερωμένης. 
***
Ο Βίος του Αγίου
Ο Άγιος Τριφύλλιος είναι ο πρώτος και ο μόνος γνωστός επίσκοπος Λεδρών (Λευκωσίας). Δεν είναι μετά βεβαιότητας γνωστό πότε και που γεννήθηκε, ούτε πότε κοιμήθηκε. Μία εκ των εκδοχών αναφέρει ότι η καταγόταν από τη Ρώμη και πως έζησε στην Κωνσταντινούπολη. Γνωρίζουμε, όμως, ότι σπούδασε νομικά και άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου. Από τα Ιεροσόλυμα, όπου πήγε για προσκύνημα, ήρθε στην Κύπρο για να μαθητεύσει πλησίον του Αγίου Σπυρίδωνος. Ως επίσκοπος ίδρυσε γυναικείο μοναστήρι στη Λευκωσία. Σύμφωνα με το Λεόντιο Μαχαιρά βρισκόταν στην εκκλησία της Οδηγήτριας. Γνωρίζουμε, επίσης, ότι το 343 ο Άγιος Τριφύλλιος συμμετείχε, με άλλους Κύπριους Επισκόπους, στη Σύνοδο της Σαρδικής. Αναφορά για ναό αφιερωμένο στον Άγιο Τριφύλλιο στη Λευκωσία γίνεται από δύο ιστορικές πηγές, ενώ εικόνες του Αγίου υπάρχουν σε ναούς και μοναστήρια σε πολλές περιοχές της Κύπρου. Εν κατακλείδι, η κάρα του Αγίου Τριφυλλίου φυλάσσεται στη Ιερά Μονή Κύκκου

Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΕΙΣ ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ.



Τήν Πέμπτην, 20ήν Μαΐου /2αν Ἰουνίου 2011, ἑωρτάσθη ἐπί τοῦ Ὄρους τῶν Ἐλαιῶν ἡ Δεσποτική ἑορτή τῆς εἰς οὐρανούς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἡ ἑορτή αὕτη ἔλαβε χώραν εἰς τόν τόπον τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου, ἐν ᾧ φυλάσσεται ἐπί πέτρας ἀποτύπωμα τοῦ ποδός Αὐτοῦ καί ἐν ᾧ σήμερον ὑπάρχει τέμενος εἰς τήν θέσιν τῶν ἐρειπίων τῆς Βυζαντινῆς Ἐκκλησίας. Συμφώνως προς τήν κρατοῦσαν προσκυνηματικήν τάξιν ἑκάστη Χριστιανική Κοινότης τελεῖ τήν ἑορτήν τῆς Ἀναλήψεως εἰς τόν ἐξειδιασμένον αὐτῆς ὑπαίθριον χῶρον, ὁ ὁποῖος καί καλύπτεται δι’ ἀντισκήνου στεγάστρου διά προστασίαν ἐκ τοῦ ἡλίου, τῆς κόνεως καί τοῦ ἀέρος.
Εἰς τόν ἐξειδιασμένον αὐτῶν χῶρον ἐτέλεσαν οἱ Ὀρθόδοξοι καί ἐφέτος τήν ἑορτήν αὐτῶν δι’ Ἑσπερινοῦ ἀφ’ ἑσπέρας μετά τήν ἀκολουθίαν τοῦ ἁγιασμοῦ, (λόγῳ τοῦ ὅτι ἡ Ἁγία Τράπεζα τυγχάνει ἐκτεθειμένη),καί μετά τήν ἀνάγνωσιν τῆς Θ’ Πασχαλίου Ὥρας.
Τοῦ Ἑσπερινοῦ προεξῆρξεν ὁ Σεβασμιώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντίνης κ. Ἀρίσταρχος. Μετά τό τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ ὁ Σεβασμιώτατος καί ἡ συνοδεία αὐτοῦ ἐγένοντο δεκτοί διά δεξίωσιν ὑπό τοῦ Ἐπιστάτου τοῦ ἔναντι τοῦ προσκυνήματος τῆς Ἀναλήψεως παρεκκλησίου, μοναχοῦ Ἀχιλλίου, τοῦ ἀνεγερθέντος ὑπό τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιμανδρίτου Ἰωακείμ.
Μετά τοῦτο, ἐτελέσθη εἰς τόν ἐξειδιασμένον χῶρον τῶν Ὀρθοδόξων ἡ ἀκολουθία τοῦ Μικροῦ Ἀποδείπνου μετά τοῦ κανόνος τῆς ἑορτῆς.
Ἐν συνεχείᾳ τούτου, ἐξεκίνησε λιτανεία ἀπό τοῦ προσκυνήματος πρός τήν πλησιόχωρον Ἱεράν Μονήν τῶν Γαλιλαίων Ἀνδρῶν (Galilei viri).
Ἐνταῦθα, ἐντός τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τούτου, παρουσίᾳ τοῦ Μακαριωτάτου Πατρός ἡμῶν καί Πατριάρχου Ἱεροσολύμων κ.κ. Θεοφίλου, ἀνεγνώσθη τό Α’ Ἐῳθινόν Εὐαγγέλιον, ἀνεπέμφθη δέησις καί ἐψάλη ὁ Πατριαρχικός Πολυχρονισμός.
Μετά τοῦτο, ἡ λιτανεία διά τῆς κεντρικῆς ὁδοῦ του Ὄρους τῶν Ἐλαιῶν ἐπέστρεψεν εἰς τό προσκύνημα, ἔνθα καί ἐγένετο ἡ ἀπόλυσις τοῦ Ἀποδείπνου καί ἔληξεν ἡ ἑορτή τῆς Παραμονῆς τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως.
Ἡ ἑορτή ὡλοκληρώθη τήν ἑπομένην, Πέμπτην τῆς Ἀναλήψεως, δι’ Ὄρθρου καί θ. Λειτουργίας, ἧς προεξῆρξεν ὁ αὐτός Σεβασμιώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντίνης κ. Ἀρίσταρχος, τῇ εὐλαβεῖ παρακολουθήσει συνωστιζομένου ἐκκλησιάσματος ἐξ ἐντοπίων Ἀραβοφώνων τοῦ Πατριαρχείου ἐξ Ἱεροσολύμων καί Γαλιλαίας καί πολλῶν προσκυνητῶν.
Διαρκούσης τῆς θ. Λειτουργίας προσῆλθε κατά τήν προσκυνηματικήν τάξιν ἡ Α.Θ.Μ. ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων κ.κ. Θεόφιλος μετά τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου καί προσεκύνησεν εἰς τό προσκύνημα, τήν Ἁγίαν Τράπεζαν, ἐν συνεχείᾳ δέ ἐπεσκέφθη διά δεξίωσιν τόν ἰμάμην τοῦ προσκειμένου τῷ προσκυνήματι Τεμένους.
Μετά ταῦτα, ὁ Μακαριώτατος καί ἡ συνοδεύουσα Αὐτόν Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος ἐπεσκέφθη τό ἔναντι τοῦ προσκυνήματος παρεκκλήσιον τῆς Ἀναλήψεως καί ἐδεξιώθη ὑπό τοῦ Ἐπιστάτου αὐτοῦ, μοναχοῦ Ἀχιλλίου, καί τήν παρακειμένην καί ἑορτάζουσαν Ἱεράν Μονήν τῆς Ἀναλήψεως τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ Διασπορᾷ, ἡνωμένην νῦν μετά τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας.
Τέλος, ἡ Πατριαρχική ὡς καί ἡ Ἀρχιερατική Συνοδεία ἐπεσκέφθη εἰς τήν ἱεράν Μονήν τῶν Γαλιλαίων Ἀνδρῶν (Galilei Viri) τόν ἡγούμενον αὐτῆς Ἀρχιμανδρίτην π. Ἀνθίμον, ὅστις παρέθεσε πρωϊνόν ἐκ γάλακτος, τυροῦ καί ᾠῶν.
Διά τούτων, δόξα τῷ Θεῷ, ἔληξεν ἡ ἑορτή τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας.

***

09/05/2011



Ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων συνελθοῦσα σήμερον, ἡμέραν Δευτέραν, 26ην Ἀπριλίου/ 9ην Μαΐου 2011, εἰς κανονικήν Συνεδρίαν αὐτῆς, ἐπελήφθη μεταξύ ἄλλων θεμάτων καί τῆς ἐπιλύσεως τοῦ προβλήματος τῆς ἀτικανονικῶς εἰς Ἱεριχώ ἀνεγερθείσης Ἐκκλησίας ὑπό τοῦ Πατριαρχείου Ρουμανίας.
Ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος ἐξετάσασα διεξοδικῶς καί εἰς βάθος τό πρόβλημα τοῦτο, ὁμοφώνως καί μετά λύπης ἀπεφάσισε τήν διακοπήν τοῦ μνημοσύνου τοῦ Μακαριωτάτου Πατριάρχου Ρουμανίας κ.κ. Δανιήλ καί τήν καθαίρεσιν τοῦ ἐν Ἱεροσολύμοις ἀντιπροσώπου τοῦ Πατριαρχείου Ρουμανίας Ἀρχιμανδρίτου π. Ἱερωνύμου Κρέτσου.
Οἱ λόγοι διά τήν λῆψιν τοιαύτης ἀποφάσεως εἶναι ὅτι κατά  τά τελευταῖα ἔτη τῆς δεκαετίας τοῦ 1990, τό Πατριαρχεῖον Ρουμανίας ἤρχισε καί ὡλοκλήρωσε τήν ἀνέγερσιν Ναοῦ μετά ξενῶνος εἰς Ἱεριχώ, χωρίς τήν κανονικήν ἔγκρισιν τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων, εἰς τήν δικαιοδοσίαν τοῦ ὁποίου ὑπάγεται ἡ Ἁγία Γῆ.
Τό Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων εὑρέθη εἰς δύσκολον θέσιν ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου. Εἶδε τά κανονικά ὅρια αὐτοῦ, ἐπικυρωμένα ὑπό Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων  νά ἀπειλῶνται αὐθαιρέτως καί ἀπροκαλύπτως ἐν τῇ πράξει.
Τό Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων ἐξήγησεν εἰς τό Πατριαρχεῖον Ρουμανίας ὅτι ὁ ἰσχυρισμός αὐτοῦ ὅτι ἡ Ἐκκλησία αὕτη ἀνηγέρθη διά τούς ἐκ Ρουμανίας προσκυνητάς εἰς τήν Ἁγίαν Γῆν, ἐάν γίνῃ ἀποδεκτός, μετατρέπει τήν δικαιοδοσίαν τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων εἰς ἀνοικτόν πεδίον δι’ ὅλας τάς Ὀρθοδόξους Ἐκκκλησίας δι’ ἀνέγερσιν ναῶν, τινες τῶν ὁποίων ἤδη ἔχουν ζητήσει τοῦτο.
Ἐπειδή, παρά ταῦτα, τό Πατριαρχεῖον Ρουμανίας δέν ἐπέδειξε τήν δέουσαν ἐκκλησιαστικήν εὐαισθησίαν, τό Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων ἔθεσεν εἰς ἀκοινωνησίαν τόν ἀναλαβόντα καί περατώσαντα τήν πρωτοβουλίαν ταύτην, Ἀρχιμανδρίτην Ἱερώνυμον Κρέτσου ἀντιπρόσωπον τοῦ Πατριαρχείου Ρουμανίας εἰς τήν Ἁγίαν Γῆν, προσφάτως δέ πρός ὤθησιν τοῦ προβλήματος πρός ἐπίλυσιν, ἡ Α.Θ.Μ. ὁ Πατήρ ἡμῶν καί Πατριάρχης Ἱεροσολύμων κ.κ. Θεόφιλος ἀπέστειλε πρός τόν Μακαριώτατον Πατριάρχην Ρουμανίας κ.κ. Δανιήλ τήν κάτωθι ἐπιστολήν, ἐν ᾗ ἐκτίθενται ἀναλυτικῶς ὅλαι αἱ πτυχαί τοῦ προβλήματος τούτου καί ἡ στάσις τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων:
Τῷ Μακαριωτάτῳ Πατριάρχῃ τῆς Ὀρθοδόξου Ρουμανικῆς Ἐκκλησίας, Τοποτηρητῇ Καισαρείας, Καππαδοκίας, Μητροπολίτῃ Οὐγγροβλαχίας καί Ἀρχιεπισκόπῳ Βουκουρεστίου κ. Δανιήλ,  ἀδελφῷ ἐν Κυρίῳ ἀγαπητῷ καί συλλειτουργῷ τῆς Ἡμῶν Μετριότητος, ἀσπασμόν ἅγιον ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.
Ἐπί τῶν ἡμερῶν τῶν προκατόχων Ἡμῶν, μακαριστοῦ Πατριάρχου  Ἱεροσολύμων κυροῦ Διοδώρου καί μακαριστοῦ Πατριάρχου Ρουμανίας κυροῦ Θεοκτίστου, ἀνελήφθη ὑπό τοῦ Πατριαρχείου Ρουμανίας πρωτοβουλία ἀνεγέρσεως Ἱεροῦ Ναοῦ εἰς Ἱεριχώ μετ’ οἰκημάτων  ξενῶνος πέριξ αὐτοῦ ἄνευ ἐγκρίσεως καί κανονικῆς ἀδείας  τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἁγίων Τόπων, τοῦ Ἡμετέρου δηλονότι Πατριαρχείου τῶν Ἱεροσολύμων.
Αἱ ἐνστάσεις καί διαμαρτυρίαι τοῦ ἡμετέρου Πατριαρχείου δέν ἠδυνήθησαν νά ἀνακόψουν τήν ἀνέγερσιν τοῦ ἐν λόγῳ Ναοῦ. Αὗται τοὐναντίον ἠγνοήθησαν καί ὁ Ναός ἐτελειώθη καί σήμερον μάλιστα λειτουργεῖται.
Ἡ Ὑμετέρα λίαν τετιμημένη καί περισπούδαστος Ἡμῖν Μακαριότης, διακρινομένη ἐπί Θεολογικῇ καταρτίσει καί παιδείᾳ οὐκ ὀλίγῃ, ἐπίσταται καλῶς  ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη ἀποτελεῖ κατάφωρον παραβίασιν τῆς Εὐαγγελικῆς ἀρχῆς, τιθεμένης ὑπό τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου, «φιλοτιμουμένου εὐαγγελίζεσθαι οὐχ ὅπου ὠνομάσθη Χριστός, ἵνα μή ἐπ’ ἀλλότριον θεμέλιον οἰκοδομῇ» (Ρωμ. 15, 20), ὡς καί τῶν ἱερῶν Κανόνων, 31ου τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, 5ου τῆς Συνόδου Ἀντιοχείας καί 10ου Καρθαγένης, καταδικαζόντων τήν πῆξιν ἑτέρου θυσιαστηρίου, ἐν καταφρονήσει τοῦ οἰκείου ἐπισκόπου. Τό ἐπιχείρημα ὅτι ἡ Ρουμανική Ἐκκλησία ἐπιθυμεῖ νά ἔχῃ ἴδιον αὐτῆς  Ναόν εἰς τήν Ἁγίαν Γῆν, δέν εὐσταθεῖ, καθ’ ὅτι αὕτη ἔχει Ναόν εἰς Ἱεροσόλυμα καί καθ’ ὅτι ἡ Ἁγία Γῆ ἔχει ἀνατεθῆ πρός διαφύλαξιν καί διαποίμανσιν εἰς τό Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων ὑπό τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁρισάσης διά τοῦ 7ου κανόνος αὐτῆς «τόν ἐν Αἰλίᾳ ἐπίσκοπον τιμᾶσθαι καί ἔχειν τήν ἀκολουθίαν τῆς τιμῆς», τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁρισάσης διά τῆς Ζ΄ Πράξεως αὐτῆς: «Ἰουβενάλιον, τόν ὁσιώτατον ἐπίσκοπον τῶν Ἱεροσολύμων τάς τρεῖς Παλαιστίνας ὑπό τήν ἰδίαν ἐξουσίαν ἔχειν» καί τῆς Πενθέκτης, διά τοῦ 36ου κανόνος αὐτῆς συγκαταλεξάσης τόν Θρόνον τῆς Ἱεροσολυμιτῶν πόλεως μεταξύ τῶν Πρεσβυγενῶν Πατριαρχείων.
Ἐάν καί αἱ ἄλλαι Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι ἀκολουθήσουν τό παράδειγμα τοῦτο τῆς Ὀρθοδόξου Ρουμανικῆς Ἐκκλησίας, τότε θά ἔχωμεν εἰς τήν Ἁγίαν Γῆν ἀντιπροσωπείας δέκα τριῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὅπερ ἔσται παράδειγμα αὐθαιρέτου Ὀρθοδόξου πολυφωνίας καί πολυαρχίας, δυσκόλως διοικητικῶς οἰκονομουμένης καί εἰς ἀντίθεσιν ἐρχομένης πρός ὅσα συνεφωνήθησαν ὑφ’ ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εἰς τήν Δ’ Προσυνοδικήν Διάσκεψιν τῆς Γενεύης τοῦ ἔτους 2009.
Τό Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων ἀντιμετώπισε μετά λύπης βαθείας ἀλλά καί μετ’ ἀνεκτικότητος καί μετριοπαθείας πολλῆς τήν ἐντός τῶν κόλπων αὐτοῦ ἐμφυτευθεῖσαν ἀντικανονικήν ταύτην κατάστασιν, διό καί περιωρίσθη ὅπως θέσῃ εἰς ἀκοινωνησίαν μόνον τόν πρωτεργάτην αὐτῆς, Ὁσιολογιώτατον Ἀρχιμανδρίτην π. Ἱερώνυμον Κρέτσου, χωρίς νά καθαιρέσῃ τοῦτον ἤ νά διακόψῃ τό μνημόσυνον τῆς Ρουμανικῆς Ἐκκλησίας ἐν τοῖς Διπτύχοις, ὅπερ  ἐδικαιοῦτο νά πράξῃ.
Ἀναμείναντες  ἐφ’ ἱκανόν χρόνον καί μάλιστα ἐπί τετραετίαν ἀπό τῆς σύν Θεῷ ἐκλογῆς τῆς Ὑμετέρας Μακαριότητος εἰς τόν τετιμημένον Θρόνον τοῦ Πατριαρχείου τῆς Ρουμανίας καί μή ἰδόντες οὐσιαστικήν τινα κίνησιν παῤ Αὐτῆς πρός ἐπίλυσιν τοῦ προβλήματος τούτου, ἐκ τῶν πραγμάτων κινούμεθα, ὅπως Ἡμεῖς ἐγείρωμεν τοῦτο, ἵνα ἄνευ οὐδεμιᾶς περαιτέρω χρονοτριβῆς θεραπευθῇ καί ἐπουλωθῇ ἡ ἀνοικτή αὕτη πληγή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, συνῳδά τοῖς θείοις καί ἱεροῖς κανόσι, καί ἵνα μή φθάσωμεν εἰς τό ἀπευκταῖον τῆς καθαιρέσεως τοῦ Ἀρχιμανδρίτου π. Ἱερωνύμου ἤ τῆς διακοπῆς τοῦ μνημοσύνου τῆς ἀδελφῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας.
Ἐπί τούτοις, ἀσπαζόμενοι αὐτήν ἀπό τοῦ Παναγίου καί Ζωοδόχου Τάφου φιλήματι ἁγίῳ, διατελοῦμεν.
Ἐν τῇ Ἀγίᾳ Πόλει Ἱερουσαλήμ  ‚βιαʹ  Ἰανουαρίου κζ΄.
Τῆς Ὑμετέρας πεφιλημένης Μακαριότητος
Ἀγαπητός ἐν Χριστῷ ἀδελφός,

ΘΕΟΦΙΛΟΣ  Γ´
Πατριάρχης Ἱεροσολύμων

Ἀνταποκρινόμενος ὁ Πατριάρχης Ρουμανίας κ.κ. Δανιήλ ἀπέστειλεν ὡς ἀντιπρόσωπον αὐτοῦ ἐπί τοῦ θέματος τήν Παρασκευήν πρό τοῦ Λαζάρου,  2αν / 15ην Ἀπριλίου 2011, τόν Θεοφιλέστατον Ἐπίσκοπον  Campineanul  κ. Κυπριανόν, κομίζοντα μεθ’ ἑαυτοῦ ἐπιστολήν.
Εἰς τήν ἐπιστολήν ταύτην οὐδόλως ἐπιδεικνύεται ἡ διάθεσις διά τήν κανονικήν ἐπίλυσιν τοῦ προβλήματος καί τήν διατήρησιν τῆς ἐν Χριστῷ ἑνότητος, ἀπεναντίας δι’ ἀδυνάτων καί ἀβασίμων ἐπιχειρημάτων καταβάλλεται ἡ προσπάθεια νομιμοποιήσεως καί παγιώσεως τῆς δημιουργηθείσης καταστάσεως.
Πρός διαφύλαξιν καί προστασίαν τῶν κανονικῶν προσκυνηματικῶν καί ποιμαντικῶν δικαιωμάτων τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων εἰς τήν Ἁγίαν Γῆν ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος προέβη εἰς τήν ὀδυνηράν μέν, ἀναγκαίαν δέ ἀπόφασιν ταύτην, εὐχομένη ἐν τῷ μεταξύ διά τήν ἐν σεβασμῷ τῆς ἐκκλησιαστικῆς τάξεως ἀποκατάστασιν τῆς διακοπείσης κανονικῆς καί ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας.
Διευκρινίζεται ὅτι παρά τήν διακοπήν τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας, οἱ ἐκ Ρουμανίας εὐσεβεῖς προσκυνηταί εἶναι εὐπρόσδεκτοι εἰς τά Πανάγια Προσκυνήματα καί τάς Ἱερᾶς Μονάς τοῦ Πατριαρχείου.
Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας.


Πηγή: Πατριαρχείον Ιεροσολύμων

http://www.jp-newsgate.net/gr/2011/05/09/3352/#more-3352

HOLD ON TO OUR FAITH WHICH IS ETERNAL AND DEFINITE

Saint Luke Archbishop of Crimea

* ...the spiritual world cannot be investigated using the same methods as the material world. Those methods are completely unsuitable for investigating the spiritual world... There are phenomena that science will never be able to explain because it does not use the appropriate methods...

Can scientific study tell us how the great prophet Isaiah foretold the most important events in Christ's life 700 years before His birth? Can it explain the saints' gift of clairvoyance and tell us through which natural methods they acquired this grace and how they were able, as soon as they saw someone, to understand their heart and read their mind? Without waiting for a question from their visitor, they would give them an answer to what was troubling them. Let them explain to us how the saints foretold great historical events that later took place exactly the way they had prophesied...

...Do not be scandalized when you hear what is said against our faith, since the ones that say these things do not comprehend its essence... Always remember the fundamental principle that the first Christians knew well. They considered miserable the man who had knowledge of all the sciences but had no knowledge of God. Contrarily, they considered the one who knew God blessed, even if he knew nothing of what pertains to man.

Guard over this truth as if it were the greatest of your heart's treasures. Proceed forward and do not look to the right or to the left. Let not what is heard against our faith make us loose our way. Let us keep our faith which is an eternal and definite truth. Amen.

Teachings of Saint Luke of Crimea
Edition 'Orthodoxos Kypseli'
Thessaloniki

H αιτία των συμφορών μας

Γιατί τραβάμε όσα τραβάμε ? Για την αποστασία, για την προδοσία, ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ

Είναι αναπόδραστη νομοτέλεια, η απο­στασία από την Ορθόδοξο Πίστι να ακολουθήται από εθνικές συμφορές.


Νόμος 1609 / 1986 (ΦΕΚ Α΄1986) υπέρ των εκτρώσεων (από το 1986 έως το 2010 κατακρεουργήθηκαν 7.600.000 ελληνόπαιδα).
Αποποινικοποίηση της μοιχείας.
Αυτόματο διαζύγιο.
Υποβιβασμός της Πίστεως και των Παραδόσεων του Γένους μας στο Σύνταγμα της Πατρίδος μας.
Θέσπιση πολιτικού γάμου και για ορθοδόξους χριστιανούς και αναγκαστική επιβολή δύο επιθέτων στους συζύγους, χωρίζοντας τη γυναίκα από την υπόλοιπη οικογένεια.
Κατάργηση του Σταυρού από τη σημαία.
Απάλειψη του θρησκεύματος από τις ταυτότητες.
Κατάργηση της προσευχής και της επάρσεως της Σημαίας στα σχολεία.
Κατάργηση της ορκωμοσίας των βουλευτών και των δημοτικών αρχόντων.
Απαγόρευση της εξομολογήσεως στα σχολεία.
Κατάργηση του ομολογιακού χαρακτήρα του μαθήματος των θρησκευτικών.
Θέσπιση – εκ πλαγίου – πολιτικού γάμου ομοφυλοφίλων και καθημερινή «πλύση εγκεφάλου» από τα Μ.Μ.Ε. για το ότι είναι απόλυτα φυσιολογική η ομοφυλοφιλία και ρατσισμός οποιαδήποτε στηλίτευσή της, ακόμη και με το Ευαγγέλιο.
Θέσπιση πολιτικής κηδείας και καύσεως σωμάτων βαπτισμένων χριστιανών.

Ιδού και η χαριστική βολή, η έσχατη προδοσία της Ορθοδοξίας :
Η ΜΝΗΜΟΝΕΥΣΗ ΤΟΥ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΥ ΝΑΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΤΟ ΦΑΝΑΡΙ ΩΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΟΝ ΝΟΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 2006





Πηγή : Ευχαριστούμε τον αδελφό μας Sotirio

ΑΘΕΪΑ, Η ΣΙΩΠΗ ΔΙΑ ΤΗΝ ΠΙΣΤΙΝ

Τοῦ κ. Στεργίου Σάκκου,
Ὁμοτ. Καθηγητοῦ Α.Π.Θ.

Εἶναι γεγονός ὅτι ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος δέν πολυενδιαφέρεται γιά τά πνευματικά καί μάλιστα γιά τά δογματικά θέματα, πού ἀποτελοῦν τό θεμέλιο καί τήν πηγή τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί τῆς σωτηρίας. Ἡ σημερινή κουλτούρα καί γενικότερα ἡ περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα ὄχι μόνο εὐνοεῖ μιά τέτοια νοοτροπία ἀλλά καί ἐξωθεῖ σʼ αὐτήν. Ἄλλωστε τό στίγμα τοῦ «φονταμενταλισμοῦ» καί ἡ μομφή τῆς μισαλλοδοξίας συνοδεύουν ἀνεξέλεγκτα κάθε προσπάθεια γιά τήν διατήρηση τῶν παραδεδομένων ἀξιῶν, πού ἀποτελοῦν τά θεμέλια τοῦ πολιτισμοῦ καί τῆς πνευματικῆς μας οἰκοδομῆς. Κάτω ἀπό ὅλες αὐτές τίς ἔμμεσες πιέσεις ὁ σημερινός ὀρθόδοξος χριστιανός ἀβασάνιστα ἀποδέχεται τά δελεαστικά κηρύγματα Οἰκουμενισμοῦ, αὐτοῦ τοῦ ὁδοστρωτήρα καί ἰσοπεδωτῆ τῶν δογμάτων, καί περνᾶ στά «ψιλά γράμματα» τίς δογματικές διαφορές. Ὡστόσο, εἶναι λάθος καί παράπτωμα πνευματικό νά ἀδιαφοροῦμε γιά τά δόγματα· νά τά θεωροῦμε σχολαστική ἐνασχόληση τῶν θεολόγων, ἀνούσιο καί ἐνοχλητικό πονοκέφαλο γιά μᾶς τους «ἁπλούς χριστιανούς». Τήν θεμελιακή σημασία τοῦ δόγματος καί τήν στενή σχέση του με τήν καθημερινή μας ζωή ἐκφράζει ἡ Ἐκκλησία μας ποικιλοτρόπως, ἀκόμη καί μέ τήν διάταξη τῶν πέντε πρώτων Κυριακῶν τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, τήν ὁποία ἤδη διανύουμε. Οἱ δύο πρῶτες Κυριακές, τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, διατρανώνουν τό ὀρθόδοξο δόγμα καί τήν κυριαρχία του ἀπό τά χρόνια τῆς εἰκονομαχίας μέχρι τόν καιρό τῶν παπικῶν αὐθαιρεσιῶν. Ἡ τέταρτη Κυριακή καί ἡ πέμπτη, ὅπου προβάλλονται ἀντίστοιχα οἱ μορφές τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος, «δοτοῦ τῷ Κυρίῳ ἐκ κοιλίας μητρός», καί τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, ἐξαγνισμένης μέ την συγκλονιστική της μετάνοια καί με τό αἷμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, παρουσιάζουν τήν ἐν Χριστῷ ζωή. Κι ἀνάμεσα στίς δύο δυάδες, ἡ Κυριακή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως δείχνει πῶς ὁ σταυρός, σύμβολο καί χαρακτηριστικό γνώρισμα τῆς Ὀρθοδοξίας, συμπλέκει καί ἑνώνει τό δόγμα μέ τήν ζωή, τήν ἀγάπη μέ την ἀλήθεια. Τό κατακόρυφο δοκάρι του ἑνώνει τόν οὐρανό μέ τήν γῆ ἀποκαλύπτοντας τήν μοναδική ἀλήθεια, τήν πίστη πού ἑνώνει τον ἄνθρωπο μέ τόν Θεό· τό ὁριζόντιο συνάζει ὅλα τά μήκη καί πλάτη τῆς γῆς ἐφαρμόζοντας τήν ἐν Χριστῷ ἀγάπη. Ἄν εἶναι ἀδύνατο νά σταθεῖ ὁ σταυρός χωρίς τό κατακόρυφο δοκάρι του, εἶναι ἐξίσου ἀκατόρθωτο νά ὑπάρξει στόν κόσμο ἀγάπη πραγματική χωρίς πίστη ἀληθινή. Παράγγελμα καί ἀπαίτηση τῆς
ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ διαφύλαξη τῆς ὀρθοδόξου πίστεως ἀπό κάθε παραχάραξη καί μάλιστα ἀπό τήν παπική κακοδοξία, πού τόσο ἔντονη θέλει νά κάνει τήν παρουσία της στίς μέρες μας. Αὐτό ἐπισημαίνουν πατέρες καί διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας, μέσα στούς ἕνδεκα αἰῶνες πού μεσολάβησαν ἀπό τήν ἀπόσχιση τῶν παπικῶν μέχρι σήμερα. Χωρίς ἐμπάθεια καί κακία ἀλλά μέ σεμνότητα καί παρρησία καταδικάζουν τήν παπική αἵρεση. Ἔχω γράψει γι' αὐτό παλαιότερα. Ἐδῶ θά σταθῶ μόνο στό ὄνομα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης. Μέ σθένος ὁἍγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς ξεσκέπασε τόν φιλοπαπικό θεολόγο Βαρλαάμ τόν Καλαβρό, ἕνα εἶδος οὐνίτη ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Φαινόταν δεινός θεολόγος ὁ Βαρλαάμ. Καί ὅπως παλαιότερα, στήν ἐποχή τοῦ Μ. Ἀθανασίου, ὁ κακόδοξος Ἄρειος εἶχε ἐντυπωσιάσει καί προσεταιρισθεῖ σπουδαῖες προσωπικότητες, ἔτσι καί τώρα ὁ Βαρλαάμ εἶχε θαμπώσει και εἶχε καταστήσει θαυμαστές του διακεκριμένους θεολόγους τῆς Ἀνατολῆς. Κατόρθωσε μάλιστα να ἀναλάβει αὐτός τήν διαχείριση τῶν συζητήσεων μέ τήν παπική Δύση κι ἐνῶ προωθοῦσε τά παπικά συμφέροντα, εἶχε κερδίσει τήν συμπάθεια ἀκόμη καί τοῦ αὐτοκράτορα καί αὐτοῦ τοῦ Πατριάρχη. Δέν
ἦταν λίγοι οὔτε ἄσημοι ἐκεῖνοι πού ἐπηρεασμένοι ἀπό τόν Βαρλαάμ στράφηκαν ἐναντίον τοῦ ἁγίου Γρηγορίου. Ἀσυμβίβαστος καί ἀκαταγώνιστος ἐκεῖνος, καταδικάζει ἔντονα τήν «ἔκφυλον προσθήκην» τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ. Ἀποδοκιμάζει τίς παπικές κακοδοξίες καί καλεῖ ὅλους τούς πιστούς νά ἐπαγρυπνοῦν στά θέματα τῆς πίστεως. Δέν δικαιολογεῖται ἀδιαφορία ἤ σιωπή ὅταν «πίστις τό κινδυνευόμενον». Ἡ σιγή, λέγει, σέ θέματα πίστεως εἶναι τρίτο εἶδος ἀθεΐας μετά ἀπό τήν ἄρνηση τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀπόρριψη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ποιά ἀπήχηση εἶχε στήν ζωή και παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀγώνας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου φαίνεται ἀπό τό γεγονός ὅτι, ὅπως ἤδη ἀνέφερα, ἡ Ἐκκλησία θέσπισε να τιμᾶται ἡ μνήμη του ὄχι μόνο κατά τήν ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του, 14 Νοεμβρίου, ἀλλά καί κατά τήν δεύτερη Κυριακή τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς. Κι ἐνῶ τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, μέ τήν ἀναστήλωση τῶν ἁγίων εἰκόνων ἡ Ἐκκλησία πανηγυρίζει τήν νίκη της ἐναντίον τῶν αἱρέσεων τῶν ὀκτώ πρώτων αἰώνων, τήν Κυριακή τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ γιορτάζει την κατατρόπωση τῆς αἱρέσεως τοῦ παπισμοῦ, πού πάσχισε νά στηλώσει τήν εἰκόνα τοῦ παπα-πλανητάρχη. Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι τήν μεγάλη αὐτή ἡμέρα δέν τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία κάποιον ἀπό τούς ἀρχαίους μεγάλους πατέρες καί θεολόγους της, ὅπως Μ. Ἀθανάσιο, Μ. Βασίλειο, Γρηγόριο Θεολόγο κ.ἄ., διότι στήν δική τους ἐποχή δεν εἶχε ἀποσκιρτήσει ἀκόμη ἡ Δύση, ἀνῆκε στήν μία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἀργότερα οἱ παπικοί προσπαθώντας νά στηρίξουν τό θεμελιῶδες καί κυρίαρχο δόγμα τους περί πρωτείου τοῦ πάπα, πού πρόβαλε σάν ἀθεμελίωτος ἑτοιμόρροπος μιναρές, προσκόλλησαν σ᾿ αὐτό σάν ἀντερείσματα ἕνα ὁλόκληρο «ἀστερισμό» αἱρετικῶν δο γμάτων. Ἔτσι ἀποστασιοποιήθηκαν καί ἀποκόπηκαν ἀπό την Ὀρθοδοξία. Τιμᾶται, λοιπόν, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς ὡς ἐκφραστής και ἐνσαρκωτής τῆς Ὀρθοδοξίας, διότι κατατρόπωσε τόν παπισμό, πού ἐκείνη τήν ἐποχή εἶχε ἤδη διαμορφώσει τίς αἱρετικές του πλάνες. Μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ἔμμεσα ὁ Παλαμᾶς καταδίκασε καί κατατρόπωσε καί τίς πολυάριθμες παραφυάδες τοῦ προτεσταντισμοῦ, ὁ ὁποῖος ὡς ἀντίδραση πρός τόν παπισμό ἀναφάνηκε στό προσκήνιο τῆς ἱστορίας. Ἄν θέλουμε, λοιπόν, σήμερα νά ἀναγνωρίζουμε στόν
ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ καί γενικά στούς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας την θέση πού τούς ἀνήκει, ὀφείλουμε νά κρατοῦμε καί νά διακηρύττουμε τήν δική τους πίστη. Μόνο ἡ
Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία κρατᾶ ἀκέραια καί ἀνόθευτη τήν διδασκαλία καί τόν τρόπο τῆς σωτηρίας. Τά ἄλλα χριστιανικά συστήματα καί οἱ ἄλλες λεγόμενες χριστιανικές ὁμολογίες, ὅσο ποσοστό ἀλήθειας καί ἄν διατηροῦν, ἐφόσον δέν συνδέονται ὀργανικά μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, εἶναι πλάνες. Ἀδικοῦμε τήν Ὀρθοδοξία καί προσβάλλουμε τήν ἀλήθεια, ὅταν ὀνομάζουμε «ἀδελφές Ἐκκλησίες» τίς ποικιλώνυμες χριστιανικές ὁμολογίες. Ἀλλά καί τούς ἴδιους τούς αἱρετικούς βλάπτουμε και ἀδικοῦμε, ὅταν τούς δημιουργοῦμε τήν ἐντύπωση ὅτι βρίσκονται στήν ἀλήθεια, ἐνῶ εἶναι ἐκτός Ὀρθοδοξίας. Ἐπίκαιρο καί διαχρονικό τό μήνυμα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου ἠχεῖ ὡς ἐγερτήριο σάλπισμα ἐπισημαίνοντας τά τρία εἴδη ἀθεΐας πού μᾶς ἀπειλοῦν καί σήμερα: Εἶναι ἀθεΐα νά ἀρνεῖσαι τόν Θεό. Ἀθεΐα νά μή πιστεύεις ὀρθόδοξα στον Ἰησοῦ Χριστό, νά εἶσαι αἱρετικός. Ἀθεΐα νά εἶσαι ὀρθόδοξος καί νά μή ἀγωνίζεσαι γιά τά ὀρθόδοξα δόγματα.