O Άγιος Ειρηναίος γράφει ότι: «Ἰωάννης ὁ τοῦ Κυρίου μαθητὴς ἐν τῇ Ἐφέσῳ πορευθεὶς λούσασθαι καὶ ἰδὼν ἔσω Κήρινθον ἐξήλατο τοῦ βαλανείου μὴ λουσάμενος, ἀλλ' ἐπειπών · “Φύγωμεν, μὴ καὶ τὸ βαλανεῖον συμπέσῃ, ἔνδον ὄντος Κηρίνθου τοῦ τῆς ἀληθείας ἐχθροῦ.” Καὶ αὐτὸς δὲ ὁ Πολύκαρπος Μαρκίωνί ποτε εἰς ὄψιν αὐτῷ ἐλθόντι καὶ φήσαντι· «Ἐπιγίνωσκε ἡμᾶς», ἀπεκρίθη · «Ἐπιγινώσκω, ἐπιγινώσκω τὸν πρωτότοκον τοῦ Σατανᾶ.» Τοσαύτην οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτῶν ἔσχον εὐλάβειαν πρὸς τὸ μηδὲ μέχρι λόγου κοινωνεῖν τινι τῶν παραχαρασσόντων τὴν ἀλήθειαν , ὡς καὶ Παῦλος ἔφησεν · «Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼςὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος».
Τα ονόματα των Προσώπων του Θεού, ως αναφορά της ύπαρξης Τους και ως διαπροσωπική προσέγγιση Του.
Κύριε Κυπριανέ … αυτή η μελέτη είναι μια ακόμη απάντηση σε προηγούμενης ερώτηση σας…. https://orthodox-voice.blogspot.com/2023/05/blog-post_65.html
Για τα Τρία Πρόσωπα του Θεού δεν ξέρουμε κάτι άλλο, παρά
μόνο αυτά που διδαχθήκαμε από τον Κύριο. Αυτός είναι ο μόνος που γνωρίζει
τα πάντα για την φύση και τα Πρόσωπα του Θεού. Ο Κύριος μας φανέρωσε τα
όσα ξέρουμε σχετικά με την Θεότητα, ενώ εμείς πέραν αυτών, δεν γνωρίζουμε
απολύτως τίποτε. Αυτός μας δίδαξε λίγα πράγματα και αυτά είναι τόσα, όσα μπορούσαμε και χρειαζόμασταν να μάθουμε. Μας είπε για τον
πατέρα Του, μας δήλωσε ότι Αυτός ο ίδιος είναι ο Υιός και μας δίδαξε για το
Άγιο Πνεύμα που εκπορεύεται από τον Πατέρα Του. Μας δίδαξε την διάκριση τους κατά
τα Υποστατικά Ιδιώματα και το Αχώριστο Τους κατά το Θεός και την Θεότητα
Του. Μας γνώρισε την Τριαδική ύπαρξη των Προσώπων, εντούτοις πρόσθεσε το
Αδιαίρετο του Θεού και ότι κανένας δεν μπορεί να βίωση οντολογικά, κάτι από όλα
αυτά. Έτσι λοιπόν εμείς με πίστη και χωρίς εμπειρική ή χωρίς κάποια άλλη γνώση,
φέρουμε και μεταφέρουμε την διδαχθείσα πίστη που αναφέρεται στην Τριάδα του
Θεού.
Όλη την Αλήθεια για τα Δόγματα του
Θεού την είπε ο Κύριος, αλλά επειδή οι άνθρωποι τα άκουγαν και δεν τα
κατανοούσαν, οι πατέρες της Εκκλησίας μας τα είπαν πιο αναλυτικά και τα
διάδωσαν σε όλο τον κόσμο. Οι άγιοι και τα μέλη της Μυστηριακής ζωής της
Εκκλησίας, τα κατανόησαν καλά μέσα από τον φωτισμό τους, την Πεντηκοστή. Στη
συνέχεια κήρυξαν τα δόγματα, όπως το Δόγμα της Τριαδικής Μονάδας και της
Ενέργειας του Θεού. Έτσι λοιπόν, αν και η διάκριση των Προσώπων του Θεού είναι
εμπειρικά άγνωστη από τα κτίσματα, εντούτοις μπορεί και εκφράζεται μόνο λεκτικά
η διαίρεση Του Θεού σε Τριάδα, επαναλαμβάνοντας με πίστη τα όσα διδαχθήκαμε από
τον Κύριο και το σύνολο του κηρύγματος του Χριστού. Ωστόσο αυτό δεν εκφράζεται
ως δικό μας βίωμα, αλλά ως επανάληψη των λόγων του Κυρίου ως σύντομη δική μας
ομολογία της Δογματικής Αλήθειας. Διδαχθήκαμε από τον Κύριο για τρία κατά
την ύπαρξη Πρόσωπα. Αυτά είναι χωριστά με ένα Υποστατικό Ιδίωμα.
Τα πρόσωπα του Θεού διακρίνονται όταν
γίνεται αναφορά στη Πατρότητα και στη Εκπόρευση του Πατρός, στη γέννηση του
Υιού και στο Εκπορευόμενο του Αγίου Πνεύματος. Με άλλα λόγια η "ουσία" με την συνύπαρξη ή τη
επισήμανση του "υποστατικού ιδιώματος" δηλώνει το Πρόσωπο. Επιπλέον
στη σάρκωση διακρίνεται ο Υιός και Λόγος του Θεού από τα άλλα δύο Πρόσωπα γιατί
το διδαχθήκαμε και όχι επειδή το καταλάβαμε ή το είδαμε. Έτσι λοιπόν Υπόσταση
του Θεού είναι η φύσης (ουσία) Του με το υποστατικό της ιδίωμα·
Ἡ γάρ ὑπόστασις οὐδέν ἕτερον ἐστιν ἢ φύσις
μετά τῶν ἰδιωμάτων, ὥστε τό ἐκ τῆς φύσεως τινός ἢ τινων καί ἐκ τῆς ὑποστάσεως
ἢ τῶν ὑποστάσεων εἶναι ἀνάγκη· πρός τῶ μηδ᾿ ἁπλῶς εἶναι τῆς θείας φύσεως ἴδιον
τό προβάλλειν· ἦ γάρ ἄν καί τό πνεῦμα προέβαλλεν ἕτερον ἢ ἑαυτό, τῆς αὐτῆς
κοινωνοῦν φύσεως. Μάρκου Ευγενικού. (P.O. 17, 369).
«Ὑπόστασιν δέ ὁρίζουσιν, οὐσίαν μετά ἰδιωμάτων.
Διό ἑκάστη ὑπόστασις, ἔχει καί τό κοινόν
τῆς οὐσίας, καί τό ἴδιον τῆς ὑποστάσεως». Φιλοκαλία τομ.β΄ σ.227 (88)
Επιπλέον τα κατά την ύπαρξη τους
περιγραφόμενα Πρόσωπα ονομάστηκαν μόνο Χριστοκεντρικά. Έτσι ονομάστηκε ο
Πατέρας Του και Αυτός καλείται ο Υιός Του. Ονομάστηκε το Πνεύμα Του και Αυτός
καλείται ο Λόγος Του. Απουσιάζει μια ονομασία που να αποδίδει ονομαστικά την
σχέση του Πατέρα με το Άγιο Πνεύμα. Δεν υπάρχει ονομασία που σημειοδοτεί Αυτόν
που εκπορεύει και Αυτόν που εκπορεύεται. Επιπλέον τονίζεται ότι μόνο για να
πληροφορούσουν τις τρις χωριστές υπάρξεις μας δόθηκαν οι τρις ονομασίες και
μόνο σαν υπάρξεις χρησιμοποιούνται οι ονομασίες Πατέρας, Υιός και Άγιο Πνεύμα.
Δεν μας δόθηκαν και ούτε παρομοιάζονται με κανένα από τα ατομικά ονόματα των
κτιστών υποστάσεων. Είναι “πρωτάκουστα”, “ξένα” και χρησιμοποιούνται “έξω” από
κάθε κτιστή πρακτική η τριάδα των ονομάτων του Θεού. Σημειώνεται και τονίζεται
ότι αυτές οι τρεις ονομασίες του Θεού, δεν είναι αλλά και ούτε έχουμε την
εξουσία να τις χρησιμοποιούμε ως “διαπροσωπικά” ονόματα. Για παράδειγμα στο όνομα κάθε κτίσματος,
αντιστοιχεί η Υπόσταση Του, ωστόσο στο Θεό στο όνομα Πατέρας εισακούει Όλος ο
Θεός.
Πιο αναλυτικά με τα ονόματα της
ύπαρξης των Προσώπων του Θεού, έχουν μπει ως έκφραση του λόγου, αναφερόμαστε σε
αυτά, τα ομολογούμε και περιγράφουμε τον χωρισμό τους κατά το υποστατικό Ιδίωμα
τους. Ωστόσο πέραν από αυτά δεν επεκτείνουμε την χρήση τους, δεν μοιάζουν με
κανένα άλλο όνομα των κτισμάτων, τα λαμβάνουμε ξεχωριστά και μονογενώς, περιορίζονται
κατά την Τριαδική μονάδα του Θεού και γενικά οι ονομασίες των Προσώπων του Θεού
δεν λαμβάνονται όπως στα κτίσματα, δηλαδή Αριστοτελικός. Μάθαμε την ύπαρξη της
Τριάδας του Θεού με τα ονόματα Της:
«Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις
οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον
σου τετηρήκασι». (Ιω. 17,6).
Εντούτοις η προσέγγιση αλλάζει
εντελώς, όταν αναφερόμαστε διαπροσωπικά στον Θεό. Διαπροσωπικά ή
βιωματικά ή εμπειρικά συναντάμε τον Τριαδικό Θεό ΠΑΝΤΑ στη Μονάδα ή ως
Αδιαίρετη Τριάδα. Ποιο αναλυτικά η προσέγγιση του Θεού είναι συγκεκριμένη και η
Θεολογία της δίνει την σημασία που έχουν τα ονόματα Πατέρας, Υιός και Άγιο
Πνεύμα. Άλλες φορές στην κάθε ονομασία αναφέρεται στη Υπόσταση του Θεού, άλλη
φορά στον Πλήρη Θεό και άλλοτε στην Θεότητα (Ενέργεια) Του. Ποιο συγκεκριμένα
λέμε:
· Όταν συναντάμε, κοινωνούμε, γευόμαστε ακούμε ή
βλέπουμε τον Θεό τον προσεγγίζουμε κατά την Ενέργεια. Αυτή είναι Αδιαίρετη και
προσεγγίζεται στη Μονάδα. Ως προς την πηγή της είναι μία. Η Ενέργεια Του Θεού
προσεγγίζεται από τους καθαρούς και με την Πρόνοια του Θεού, υψηλά και πάνω από
τις Αισθήσεις. Η Ενέργεια του Θεού, δεν είναι, ούτε έχει αισθητό σύμβολο, επειδή
Αυτή είναι Άρρητη. Αυτό μας το δίδαξε αναλυτικά ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς όταν
οι ενάντιοι λέγαν ότι ήταν κτιστό σύμβολο το Άκτιστο Φως της Μεταμόρφωσης.
«Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί
τόν Θεόν ὄψονται» (Ματθ. ε΄, 8).
· Αν συναντήσουμε κάτι από τον Θεό αισθητά, αυτό
γίνεται στο Πρόσωπο του Μεσίτη Χριστού.
«Εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς
Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός. Ἀμήν» (ευχή).
· Όταν πάλι τονίζεται το Άρρητο του Θεού αυτό το λέμε
και πάλι στην Μονάδα Του. Έτσι οι γραφές λένε ότι δεν μπορούμε να Τον
συναντήσουμε, να κοινωνήσουμε, να Τον γευτούμε, να Τον ακούσουμε ή να Τον
δούμε. Τον Θεό ποτέ και κανένας δεν μπορεί να τον προσεγγίσει κατά την Ουσία
Του, δηλαδή κατά το “είναι“ Του και τις Υποστάσεις Του παρά μόνο κατά την
Ενέργεια Του.
«Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε» Ιωάννης 1:18
«Θεὸν οὐδεὶς πώποτε τεθέαται» Α΄ Ιωάννου 4:12
Προσοχή! Στα τροπάρια συχνά
εμφανίζεται συνδυασμός από τα προαναφερθέντα. Τιμούμε, ευχαριστούμε, δοξάζουμε
τον Θεό και αυτό το κάνουμε και με τους δύο τρόπους προσέγγισης. Πιστεύουμε
και ομολογούμε την τριάδα των Προσώπων κατά το Υποστατικό Ιδίωμα. Προσεγγίζουμε
Αδιαίρετα την Μονάδα των Προσώπων κατά το Θεός και κατά την Θεότητα
τους.
Έχουμε λοιπόν μια διακριτή δυάδα
προσέγγισης του Θεού. Στην μία ομολογούμε και αναφέρουμε τα τρία χωριστά
Πρόσωπα ως υπάρξεις, μια πληροφορία που μας άφησε στις Διαθήκες Του ο Χριστός.
Μάθαμε λοιπόν από τον Κύριο την ύπαρξη του Θεού και τις Υποστάσεις Του. Ωστόσο
αυτό δεν μεταφέρεται και στην άλλη προσέγγιση. Στη διαπροσωπική μορφή της,
επανέρχεται το Αδιαίρετο, για αυτό τον λόγο δεν εικονίζουμε, δεν προσκυνούμε
και δεν εορτάζουμε τα Πρόσωπα του Θεού χωριστά, σε ατομικές Μονάδες, ούτε
χωριστά σε αριθμητική Τριάδα. Σε αυτήν την περίπτωση, μιλούμε
διαπροσωπικά στον Θεό, τον παρακαλούμε, τον δοξάζουμε, τον ευχαριστούμε, τον
τιμούμε και τον Προσκυνούμε στην Μονάδα του. Εδώ ο Θεός λαμβάνεται και είναι
Ομότιμος, Ομόδοξος, και έχει Μία Προσκύνηση.
Διαπροσωπικά και αισθητά πάλι,
λαμβάνουμε μόνο τον Χτιστό. Ο Κύριος είναι μεριζόμενος και μη διαιρούμενος.
Αυτός είναι Πλήρης Θεός, Αυτόν εικονίζουμε, Αυτόν Προσκυνούμε, Αυτόν Τιμάμε και
Αυτόν εορτάζουμε. Αυτός είναι ο Πλήρης Θεός και Αυτός είναι ο μόνος Μεσίτης του
Θεού. Κάθε αισθητό σύμβολο του Θεού είναι από, διά και προς Αυτόν. Σε αντίθετη
περίπτωση με αυτά:
Όποιος
· εκφράζει χωρισμένη και διαιρεμένη την Αγία Τριάδα,
· παρουσιάζει αριθμητικά ή ατομικά τις Υποστάσεις του
Θεού,
· ονομάζει, εορτάζει, συμβολίζει διαπροσωπικά τις
Υποστάσεις του Θεού,
· τιμάει, ευχαριστεί και δοξάζει σχισμένα από την
Μονάδα τα Πρόσωπα του Θεού και κυρίως
· εικονίζει και προσκυνάει τριτοπρόσωπο Θεό,
αυτός κηρύσσει Τριθεϊσμό
και Χριστομαχία και όχι μόνο. Επιπλέον αυτός παρακάμπτει ή
ματαιώνει την σταυρική πορεία των πιστών. Ο Σταυρός και η καθαρότητα που φέρει,
σταματάει να είναι προϋπόθεση και η
όραση του Θεού. Έτσι κατά τους ενάντιους, δίνεται το ύψιστο Δώρο, της θέας και
της Προσκύνησης του Θεού, αδιάκριτα, σε ξεκούραστους και στην παρούσα ζωή.
Είναι μια Δωρεά που δίνεται γενναιόδωρα σε μη κοπιάζοντας και αμαρτωλούς.
Ωστόσο ας μείνουμε στην Αλήθεια. Η
όραση Του Θεού είναι ο στόχος της επίγειας ζωής, είναι η Δωρεά και ο καρπός του
Αγίου Πνεύματος, είναι η τιμητική προσέγγιση και η κοινωνία με τον Θεό. Είναι
πρόκληση που κάποιοι απερίσκεπτα και άφρονα πιστεύουν, ότι αυτό δίνεται εξ
αρχής. Προκλητικά παρακάμπτεται η μία Αλήθεια ότι η όραση του Θεού αναφέρεται
μόνο στην Μία Ενέργεια του Θεού, γίνεται Εμπειρικά και όχι αισθητά, και μόνο με
σεβασμό και φόβο Θεού. Η όραση του Θεού είναι η κατάσταση της Θέωσης
και αυτή η εμπειρία είναι προσωπική, μόνο δική τους και δεν μεταφέρεται. Αυτή
είναι πάνω από τις αισθήσεις, Άρρητη. Μας μίλησαν μόνο για την ύπαρξη της, δεν
μας την περιέγραψαν, δεν την εικονίζουμε και δεν την προσκυνούμε…
Συμπερασματικά κάποιοι ασεβείς,
κοντά στην εκκλησία, αλλάξανε την Θεολογία της Τριαδικότητας του Θεού,
αμφισβήτησαν την Πληρότητα του Χριστού ως Θεού, προσθέτοντας και άλλα πρόσωπα
δίπλα του και τέλος, διαστρέψαν την κατάσταση της Θέωσης ζωγραφίζοντας το
Άρρητο και προσκυνώντας το!!! Αλλοίμονο!!! Ποτέ δεν υπήρξε ποιο δόλια αίρεση.
Η υμνολογία της Εκκλησία με σεβασμό στο
Δόγμα της Τριαδικής μονάδας μας μιλάει για τρία ασύγχυτα Πρόσωπα που πάντα
προσεγγίζονται Αδιαίρετα στη Μονάδα Του. Ας μιλήσουμε και ποιο συγκεκριμένα για την Θεολογία δύο
ευχών της υμνολογίας μας:
· «Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι» (ευχή).
«Δόξα»:
Κάθε διαπροσωπική αναφορά στο Θεό
γίνεται στη Μονάδα του επειδή είναι Αδιαίρετος. Έτσι έχουμε το Ομόδοξο, το
Ομότιμο, την Μία Προσκύνηση. Ο Θεός έχει Μία Αρχή.
«Πατρὶ
καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι»:
Εδώ η ευχή μας ομολογεί την ύπαρξη
της Τριάδας. Τα πρόσωπα είναι ασύγχυτα και χωριστά σύμφωνα με το κάθε
Υποστατικό τους Ιδίωμα. Αυτό ποτέ δεν αλλάζει και ποτέ δεν συμπτύσσεται στην
Μονάδα. Αυτό που αλλάζει είναι ότι εμείς λόγο της κτιστότητας μας τον
προσεγγίζουμε διαπροσωπικά ή εμπειρικά ή βιωματικά Αδιαίρετα και πάντα στην
Μονάδα. Η υμνολογία δεν αναφέρεται σε τριπλή δόξα, ούτε σε τρεις ατομικές
Υποστάσεις.
· Προσκυνούμε
«Πατέρα, Υἱόν καί Ἅγιον Πνεῦμα, Τριάδα ὁμούσιον καί ἀχώριστον».
«Πατέρα,
Υἱόν καί Ἅγιον Πνεῦμα»:
Με
τα τρία ονόματα αναφέρεται στην
ύπαρξη της Τριάδας.
«Τριάδα
ὁμούσιον καί ἀχώριστον»:
Εδώ
τονίζεται ότι διαπροσωπικά ο
Τριαδικός Θεός είναι Αδιαίρετος και τον τιμούμε στην Μονάδα Του.
· Τρεῖς ὑποστάσεις ὑμνοῦμεν θεαρχικάς, ἑνιαίας
φύσεως, ἀπαράλλακτον μορφήν» (υμνολογία).
Η υμνολογία μας λέει την Θεολογία
Της και το πως να την κατανοούμε.
Περισσότερα στο θέμα βλ. : https://orthodox-voice.blogspot.com/2023/03/blog-post_25.html
Υ.Γ. Κάθε
τριτοπρόσωπη μορφή του Θεού εμπεριέχει τις τρεις πλάνες (δεν αφήνει καμία πλάνη
που να μην την συμπεριλαμβάνει). Κηρύσσει Τριθεΐα, Χριστομαχία και διαστρέφει
τον Πνευματικό αγώνα!!! Η μόνη διαφορά μεταξύ της λεγόμενης Εικόνας της Αγίας
Τριάδας με τους τρεις αγγέλους και αυτής με τους δύο άντρες και την περιστερά
είναι ότι η δεύτερη κηρύσσει επιπλέον το φιλιόκβε.
Προς Θεού. Δεν γράφονται αυτά
εναντίον, ούτε υπάρχει κάποιας σκιά μομφής, στην εικόνα της φιλοξενίας του
Αβραάμ. Η εικόνα αυτή και σεβαστή είναι και προσκυνάται. Ωστόσο η θέση της στο
ναό είναι μαζί με της άλλες παραστάσεις της Παλαιάς Διαθήκης και όχι σαν
αναπαράσταση του Θεού με τρία Πρόσωπα. Ο Χριστός πραγματικά είναι ο Μεγάλης
Βουλής Άγγελος του Θεού. Αλλά ο Πατέρας και το Άγιο Πνεύμα ποιανού είναι
άγγελοι;;; Επιπλέον η Θεοφάνια είναι Μία και την πληρότητα Της την γευτήκαμε
μετά την Πεντηκοστή και όχι πριν τον Χριστό, πριν τον νόμο … στον Πατριάρχη
Αβραάμ. Αναφέρομαι σε ορθοδόξους χριστιανούς και ζητάω να σεβαστούμε την
Πεντηκοστή...Αλλά αυτό το θέμα είναι μεγάλο και δεν θα ερμηνευθεί εδώ.
Ο χρυσοχόος
Κάποτε οι μοναχοί ανέθεσαν σε ένα Xιώτη χρυσοχόο να επενδύσει με χρυσό ένα μέρος της ιερής εικόνας (της Παναγίας της Νιαμονίτισσας ) , για να την προφυλάξουν από τη φθορά. Ο εκκλησιάρχης την τοποθέτησε στον κυρίως ναό , και ο τεχνίτης άρχισε την εργασία του με ευλάβεια.
- Ελαφρά χτύπα, ελαφρά. Να ʼ χης την ευχή μου, γιατί η εικόνα είναι παλαιά!
Σηκώνει τα μάτια ο χρυσοχόος και βλέπει μια μεγαλόπρεπη γυναίκα με ολόχρυση φορεσιά. Δεν πρόλαβε να τη ρωτήσει ποια ήταν , γιατί μπήκε αμέσως στο ιερό βήμα από τη νότια πύλη. Τρέχει να την προφθάσει, αλλά Εκείνη είχε εξαφανιστεί. Μπαίνει στο ιερό , και τότε αναγνωρίζει στη μορφή της πλατυτέρας τη γυναίκα, που πριν λίγο του είχε φανερωθεί.
H επί Γης στρατευομένη Εκκλησία δεν ζη την ζωήν των Αγίων Αποστόλων!
Ενώ η Εκκλησία τιμά τους Αγίους Αποστόλους (γιατί αυτό επιβάλλει το πνευματικόν χρέος), ωστόσο η επί Γης στρατευομένη Εκκλησία δεν ζη την ζωήν των Αγίων Αποστόλων! Ορθότατα παρατηρεί ο Άγιος Ιουστίνος(Πόποβιτς) ότι «η ζωή των πιστών εις την Εκκλησίαν δεν είναι άλλο παρά η κατά την χάριν του Αγίου Πνεύματος Θεανθρωποποίησις αυτών ήτοι εν-χρίστωσις και χριστοποίησις αυτών». Ας είμεθα ειλικρινείς, παρατηρούνται τα γνωρίσματα αυτά εις την ζωήν των λαϊκών, των Κληρικών, των Επισκόπων; Και το ακόμη τραγικώτερον, που εξάγεται από τα άγια γραπτά του Αγίου Ιουστίνου:
Πρωτοπρ. Θεόδωρος Ζήσης: «Η οργή του Θεού έχει καταλάβει την Εκκλησία εδώ και πολλές δεκαετίες.
Ο Παπισμός και ο Οικουμενισμός θριαμβεύουν. Τότε ο Μ. Αθανάσιος και οι άλλοι Πατέρες κατενόησαν τον κίνδυνο, που περιέγραφε το όραμα του Μ. Αντωνίου. Τώρα βλέπουμε να μολύνονται οι ναοί και τα θυσιαστήρια από συμπροσευχές και συλλείτουργα με τους «αλόγους» αιρετικούς και ενισχύουμε την μόλυνση και την επαινούμε, συλλακτίζοντες κι εμείς μέσα εις τα Άγια των Αγίων. Αν παρακολουθήση κανείς οικουμενίστικα συλλείτουργα και συμπροσευχές, σαν αυτό που έγινε στην Καμπέρα, στην Ζ’ Γενική Συνέλευση του Παγκόσμιου Συμβουλίου των δήθεν Εκκλησιών, και σαν αυτά που γίνονται συχνά με τη συμμετοχή ιερέων ομοφυλοφίλων που τολμούν και κρατούν το «Άγιο» Δισκοπότηρο και γυναικών επισκόπων και ιερειών, η εικόνα υπερβαίνει και το όραμα του Μ. Αντωνίου. Μόνη ελπίδα για να επανεύρη η Εκκλησία την ομορφιά της είναι η σύσταση και συμβουλή του Μ. Αντωνίου:
«Μόνον μη μιάνετε εαυτούς μετά των Αρειανών». Μόνο να μη μιανθούμε από την κοινωνία μας με τον Παπισμό και Οικουμενισμό, με τους φιλοπαπικούς και οικουμενιστάς Ορθοδόξους. Επειδή μέχρι τώρα δεν το επράξαμε δυναμικά και αποφασιστικά, γι’ αυτό παρατείνει ο Θεός επί έτη την οργή του, την αιχμαλωσία των Ορθοδόξων στην παναίρεση του Οικουμενισμού. Μέχρι πότε επίσκοποι, ιερείς, μοναχοί και λαϊκοί θα επιτρέπουμε τα άλογα κτήνη, τους αιρετικούς, να λακτίζουν και να μιαίνουν τα Ιερά και τα Άγια της Ορθοδοξίας; Όσο απρακτούμε και βρίσκουμε διάφορες προφάσεις πνευματικοφανείς, το βδέλυγμα της ερημώσεως θα ίσταται εν τόπω αγίω».
π. Γεωρ. Μεταλληνός:
«Ἀντὶ ἡ Ὀρθοδοξία νὰ ἐπηρεάζει σωτηριολογικὰ τὸν μὴ Ὀρθόδοξο κόσμο, ἐφθάσαμε στὴν ἀποδοχὴ στὴν πράξη τῆς ‘βαπτισματικῆς Θεολογίας’, τῆς ‘Θεολογίας τῶν ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν’ (πρβλ. συμφωνίας Balamand 1993), τῆς ‘κοινῆς διακονίας’ τῆς ‘διευρυμένης Ἐκκλησίας’ καὶ τοῦ ‘πολιτιστικοῦ πλουραλισμοῦ’, ὅπως ὀρθότατα ἔχει ἐπισημανθεῖ…Ὁ Οἰκουμενισμὸς σ’ ὅλες τὶς διαστάσεις καὶ ἐκδοχὲς του ἔχει ἀποβεῖ ἀληθινὴ βαβυλώνιος αἰχμαλωσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ ὅλων των τοπικῶν ἡγεσιῶν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μὲ ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις, ποὺ δέχονται ὅμως ἀφόρητη πίεση. Ἡ καύχηση καὶ ὁ αὐτοθαυμασμὸς τῶν οἰκουμενιστῶν μας γιὰ μιὰ δῆθεν νέα ἐποχή, ποὺ ἄνοιξε τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο μὲ τὶς πατριαρχικὲς ἐγκυκλίους τῶν ἐτῶν 1902, 1904, καὶ 1920, δὲν δικαιώνονται, διότι αὐτὸ ποὺ κατορθώθηκε εἶναι νὰ νομιμοποιήσουμε τὶς αἱρέσεις καὶ τὰ σχίσματα τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ».
Η ΥΨΗΛΟΤΕΡΗ ΑΡΕΤΗ.
Στον ΝΕ´ Λόγον του ο
« Η μετάνοια είναι η υψηλότερη από όλες τις αρετές και το έργον της δεν μπορεί να τελειώση, παρά μόνον την ώρα του θανάτου. Γι᾽ αυτό η μετάνοια είναι απαραίτητη σε όλους πάντοτε και κανένα όριον τελειώσεως της μετανοίας δεν υπάρχει…».
Γιὰ τὸ «Σύμφωνο Ἐλεύθερης Συμβίωσης» Ὁμοφύλων
http://www.ecclesiagoc.gr
Καὶ μάλιστα μὲ τὴν διαδικασία προωθήσεως ἐπείγοντος νομοθετήματος, παραμονὲς τῶν μεγάλων Ἑορτῶν τῆς Χριστιανοσύνης, ὡσὰν αὐτὸ νὰ ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον σοβαρὰ καὶ πιεστικὰ ζητήματα τῆς δύσμοιρης Πατρίδος μας, ἡ ὁποία στενάζει ὑπὸ τὸ βάρος ἀπεχθοῦς οἰκονομικῆς κρίσεως, ἐνῶ εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ κύριο πρόβλημά της εἶναι τὸ δημογραφικό.
Καὶ ἀντὶ νὰ ἐνισχυθῆ ὁ θεοΐδρυτος θεσμὸς τῆς οἰκογενείας καὶ νὰ στηριχθοῦν μάλιστα οἱ ὀλίγοι ἡρωϊκοὶ πολύτεκνοι, μέσῳ τοῦ νέου νομοθετήματος καταφέρεται καίριο πλῆγμα κατὰ τοῦ Μυστηρίου τοῦ Γάμου καὶ τῆς Οἰκογενείας καὶ δίδεται στὴν νεότητα ἕνα χείριστο πρότυπο, ὡς μία νόμιμη καὶ κανονικὴ ἐπιλογὴ ζωῆς.
Διότι, ἡ ἀνηθικότητα προβάλλεται ὡς φυσικὸς τρόπος ζωῆς, ἡ διαστροφὴ ἀναγνωρίζεται ὡς κάτι τὸ φυσιολογικό, καὶ τὰ πάθη τῆς ἀτιμίας, κατὰ τὴν θεία Γραφή, νομιμοποιοῦνται, γιὰ νὰ ἀλλάξη δῆθεν πρὸς τὸ καλύτερο ἡ ζωὴ χιλιάδων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐπέλεξαν τὸν παρὰ φύσιν τρόπο ζωῆς, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα πρόκειται γιὰ μία πρωτοφανῆ ἐξαχρείωση τῆς κοινωνίας.
Μόνον την μορφή του Κυρίου μας προστάζει να αγιογραφούμε η Αγία Ζ΄Οικουμενική Σύνοδος στον δογματικό της Όρο,όχι του Πατρός.
΄΄.. ὁρίζομεν σὺν ἀκριβείᾳ πάσῃ καὶ ἐμμελείᾳ παραπλησίως τῷ τύπῳ
τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ
σταυροῦ ἀνατίθεσθαι τὰς σεπτὰς καὶ ἁγίας εἰκόνας τὰς ἐκ
χρωμάτων καὶ ψηφίδος καὶ
ἑτέρας ὕλης ἐπιτηδείως ἐχούσης ἐν ταῖς ἁγίαις τοῦ θεοῦ
ἐκκλησίαις, ἐν ἱεροῖς
σκεύεσι καὶ ἐσθήσεσι, τοίχοις τε καὶ σανίσιν, οἴκοις τε καὶ
ὁδοῖς, τήν τε τοῦ κυρίου
καὶ θεοῦ καὶ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰκόνα, τῆς
ἀχράντου δεσποίνης ἡμῶν
τῆς ἁγίας θεοτόκου τιμίων τε ἀγγέλων καὶ πάντων
ἁγίων καὶ ὁσίων ἀνδρῶν
– ὅσῳ γὰρ συνεχῶς διὰ εἰκονικῆς ἀνατυπώσεως ὁρῶνται... ἡ
γὰρ τῆς εἰκόνος τιμὴ ἐπὶ
τὸ πρωτότυπον διαβαίνει, καὶ ὁ προσκυνῶν τὴν εἰκόνα
προσκυνεῖ ἐν αὐτῇ τοῦ ἐγγραφομένου
τὴν ὑπόστασιν.΄΄Mansi,XIII,377-381
Xαρίλαος
Ι.Στουρα΄ί΄της.
Θεολόγος.
Dimitrios Katsouras
ΕΡΧΕΤΑΙ ἕνα νέο Βιβλίο μας, μία νέα ἔκδοση-ντοκουμέντο μέ ἄγνωστα καί ἀδημοσίευτα μέχρι τώρα στοιχεῖα γιά ἕναν σύγχρονο ὅσιο καί ὁμολογητή Ἱεράρχη (+1963), ἑξήντα ἔτη ἀπό τήν ὁσιακή κοίμησή του, τιμῆς καί εὐγνωμοσύνης ἕνεκεν.
Ένας αδελφός ρώτησε κάποιον Γέροντα:
“Ποιο καλό πράγμα υπάρχει, για να το κάνω και να βρω ζωή μέσα σ΄αυτό;”
Και είπε ο Γέροντας:
“Ο Θεός γνωρίζει το καλό. Όμως άκουσα ότι κάποιος από τους πατέρες ρώτησε τον αββά Νισθερώο τον μεγάλο, τον φίλο του αββά Αντωνίου:”
“Ποιο θεωρείται έργο καλό για να το κάνω;”
Κι εκείνος του είπε:
“Όλες οι αρετές δεν είναι ισοδύναμες; Η αγία Γραφή λέει ότι ο Αβραάμ υπήρξε φιλόξενος και είχε τον Θεό μαζί του. Ο Ηλίας αγαπούσε την ησυχία και ο Θεός ήταν μαζί του. Ο Δαβίδ ήταν ταπεινός και ο Θεός ήταν μαζί του. Ό,τι λοιπόν καταλαβαίνεις
να θέλει η ψυχή σου που είναι σύμφωνο με το θέλημα του Θεού, αυτό κάνε και κράτα άγρυπνη την καρδιά σου”.
Δεν υπάρχει κάτι άλλο κοινό ανάμεσα στον Θεό και τους ανθρώπους.
Του Ασλανίδη Σταύρου.
Ο Θεός και η Θεολογία είναι Απλή. Υπάρχει ένας κανόνας που
συνέχεια διαστρεβλώνεται.
Ότι
έχει ο Άκτιστος Θεός δεν το έχει κανένα Κτίσμα.
Ο
Θεός είναι, Άχρονος, Αναλλοίωτος, Απερίγραπτος, δεν έχει “ξένα” Σύμβολα, δεν
έχει “ξένα” ονόματα, δεν είναι αριθμητικά μετρήσιμος. Είναι Άναρχος,
Απερίγραπτος, Άπειρος…
Ότι
έχει ή κτίση δεν το έχει ο Θεός.
Υπήρχε
αυτή απόσταση, η κατάρα, ο Θάνατος και το χάος πριν να Σαρκωθεί, να Σταυρωθεί
και να Αναστηθεί ο Κύριος. Η αμαρτία δεν έχει οντότητα αλλά είναι κάθε τι που
απομακρύνει από την Μία Οδό σωτηρίας.
Ω
του Θαύματος!
Μόνο
ένας δρόμος ενώνει το Άκτιστο με το κτιστό. Ο Χριστός είναι η άνωση αυτών των
Δύο. Ενώνει το Άκτιστο και το Κτιστό. Αυτός είναι η γέφυρα και μακριά από
Αυτόν, όχι μόνο Προσκύνηση αλλά δεν υπάρχει παντελώς Σωτηρία. Εντούτοις όχι
μόνο Κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο Κύριος, αλλά και την ημέρα της Πεντηκοστής,
Αυτός έδωσε και άφησε στη γη το σώμα Του, ζωντανό και το μοιράζει αμέριστα,
μέσα από τα Μυστήρια Της, έως της συντέλειας του Κόσμου. Από Αυτόν, δια Αυτού
και προς Αυτόν τα Πάντα. Αυτό μας είπε και το δοχείο του Αγίου Πνεύματος
Παύλος:
Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ
Χριστός· ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός
με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ. (Γαλ. 2,20).
Β’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Η ΚΛΗΣΙΣ ΤΩΝ
ΠΡΩΤΟΚΟΡΥΦΑΙΩΝ
ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
ΜΗΝΑ
Ὁ σκοπός καί τό
νόημα τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Ἐνανθρωπήσεως καί ὁ σκοπός τῆς δικῆς μας προσωπικῆς
εὐθύνης, συνίσταται στήν ἀποδοχή τοῦ μηνύματος τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας· καί τῆς
συγκατάθεσης τῆς καρδιᾶς στήν κλήση. Πῶς συμβαίνει αὐτό; Διά τῆς ὑπακοῆς ἐν
Χάριτι, πρός τόν Πατέρα. Μαρτυρεῖ ὁ Πατήρ ὅτι: «οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός,
ἐν ᾦ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε».
Ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς
εἶναι τό στέρεον ἔδαφος, πού δυνάμεθα ἀσφαλῶς να ἀκουμπήσουμε. Μέ τήν ἀποδοχή τῆς
πίστεως καί τῆς κλήσεως, γνωρίζουμε ποιός εἶναι ὁ Μεσσίας καί ποῖον εἶναι τό ἔργο
πού τοῦ ἀνέθεσε ὁ Θεός νά τελειώσει· δηλαδή, ἡ ἐξουδετέρωσις τοῦ κεντριοῦ, πού
μεταφέρει τό δηλητήριο τῆς πλάνης στόν κόσμο καί θανατώνει αἰώνια τούς
φίλαυτους, ἀπειθεῖς.
Ὑπάρχει ὁ ἄνθρωπος,
γιατί ὑπάρχει ὁ Θεός· καί σώζεται ὁ ἄνθρωπος, γιατί ὑπάρχει ὁ Θεάνθρωπος, πού
νίκησε τόν διάβολο, τήν ἁμαρτία, τόν θάνατο. Ἡ φιλαυτία, ἡ ὀλιγοπιστία, ἡ ἀπιστία,
ἡ ἀκηδία, ἡ ἀχαριστία, ἡ ἐκμετάλλευση τοῦ πλησίον, εἶναι οἱ κακίες πού κλείνουν
τίς καρδιές καί ἐξουδετερώνουν τήν κλήση τοῦ Πατρός διά Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι,
πού κλήθηκαν σήμερα, ὅπως ἀκούσαμε στό Εὐαγγέλιο, ἦταν ξένοι ἀπό αὐτές τίς
κακίες. Δέν ὑπῆρχαν αὐτά τά φαντάσματα, πού φτιάχνει ὁ διάβολος στίς ὑπερήφανες
καρδιές καί τίς σκοτώνει. Ταπεινοί, ὄντες, δέχτηκαν τήν ἄνωθεν δωρεάν, ἄκουσαν
τήν φωνή τοῦ Χριστοῦ καί «ἀφέντες ἄπαντα,
ἠκολούθησαν Αὐτόν». Συνοδοιπόροι μέ τόν Ἰησοῦν, μέ ἔνδυμα τήν ταπείνωση καί τήν
πραότητα, ἀσκήθηκαν ἐφ’ ὅρου ζωῆς στήν ἀρετή καί τήν μετάνοια. Συνέπεια, στό
τέλος, ἦταν νά συμφιλιωθοῦν μέ τόν Πατέρα, διά Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι,
πού εἶναι ὁ τελικός σκοπός καί στόχος τῆς θείας Οἰκονομίας.
Συνεπῶς, ἀδελφοί
μου, ποιά εἶναι ἡ κλήση ἑκάστου χριστιανοῦ; Ἐν προκειμένῳ σήμερα τῶν
Πρωτοκορυφαίων Ἁγίων Ἀποστόλων; Τοῦτό ἐστιν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ ἀγιασμός ἡμῶν.
Ὁ καθένας νά πληρωθεῖ «εἰς πᾶν πλήρωμα τοῦ Θεοῦ». Νά «ἐνδυθεῖ» τόν Χριστόν.[1] Ὁ κάθε Ἀπόστολος,
μέ τήν ἀποδοχή τῆς κλήσεως, εἶναι ἐκεῖνος, πού, ὄντως, πληρώθηκε μέ κάθε
πλήρωμα τοῦ Θεοῦ, πού ἐνδύθηκε ὅλος τόν Χριστόν, πού βρίσκεται ὅλος μέσα Του, μέ
ὅλη τήν καρδιά, ὅλη τήν ψυχή, ὅλο τό εἶναι του. Στό πρόσωπο τοῦ κάθε Ἀποστόλου
καί δι’ Αὐτῶν, ὅλων ἡμῶν, ἀποτυπώνεται, τό τί σημαίνει νά ζεῖς καί νά κατέχεις ἐπαξίως,
τήν ὀρθόδοξη Ἀποστολική κλήση (βλέπε Ἐφεσ. 4, 1-2).
Ἐντούτοις, σέ ὅσους
φυτευτεῖ μέσα τους αὐτή ἡ κλήση, ζοῦν μέ εἰλικρινή μετάνοια, παίρνοντας
συνοδοιπόρους τήν προσευχή καί τήν ἐγκράτεια, πού ἐλευθερώνει ἀμέσως ἀπό τήν
δουλεία τῶν παθῶν. Χορηγεῖ εἰρήνη στίς ψυχικές δυνάμεις καί καθαρίζει τήν
καρδιά μέ δάκρυα, γεμίζοντάς την γαλήνη, μέ τήν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Τίποτε ἄλλο, δέν φτερώνει τόσο τήν ψυχή, στόν ἔρωτα τοῦ Θεοῦ καί στήν ἀγάπη τῶν
ἀνθρώπων, ὅσο ἡ ταπεινοφροσύνη, ἡ κατάνυξη καί ἡ καθαρή προσευχή.
Πάντοτε ὁ
Χριστός τόνιζε στούς Ἁγίους Ἀποστόλους: «Φύλαγε καλά τήν παρακαταθήκη, τῆς
πλουτοποιοῦ παραδόσεως»· «Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ ὅτι πρᾷός εἰμι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ»,
μέσα στήν ὁποία ἔχουν κατατεθεῖ, οἱ ἀπόκρυφοι θησαυροί τῆς ἀγάπης, τῆς
δικαιοσύνης καί φυλάγονται τά μαργαριτάρια τῆς κατανύξεως. Ἐκεῖ, ὁ Βασιλεύς
Χριστός ὁ Θεός, ἀναπαύεται. Καί μοιράζει τίς δωρεές τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἑκατονταπλασίονα,
χαρίζοντας τά μεγάλα ἀξιώματα· ἀλλά καί πέραν αὐτῶν, τόν λόγο τῆς γνώσεώς Του, τήν
ἀπόρρητη σοφία Του καί τήν ἕνωση μαζί Του, γιά νά συμβασιλεύουν μέ Αὐτόν, στήν
Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί Πατέρα, ὅπως ὁ ἴδιος παρακάλεσε τόν Πατέρα Του, λέγοντας:
«Πατέρα, θέλω αὐτοί πού μού ἔδωσες νά εἶναι ὅπου εἶμαι κι ἐγώ».[2]
Μέ ἄλλα λόγια,
σεβαστή γερόντισσα, οἱ Ἀπόστολοι καί δι’ αὐτῶν οἱ Ὀρθόδοξοι χριστιανοί, ἔχουν
κληθεῖ νά ζήσουν, σύν καί ἐν τῷ σαρκωθέντι Θεῷ, τῷ Κυρίῳ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστῷ· νά
ζήσουν σύν καί ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ, ἐφ’ ὅσον αὐτή ἀποτελεῖ «τό σῶμα αὐτοῦ»
καί τό «πλήρωμα» Ἐκείνου, τοῦ «τά πάντα ἐν πᾶσι πληρωμένου».[3]
Συνεπῶς ἡ κλήση
τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί δι’ Αὐτῶν, τοῦ κάθε πιστοῦ ὀρθοδόξου, εἶναι νά
πραγματώσει στόν ἑαυτό του, τό περί τοῦ ἀνθρώπου, αἰώνιο σχέδιο τοῦ Θεοῦ·[4] καί οἱ
χριστιανοί ὀρθόδοξοι ἀδελφοί, πραγματοποιοῦν αὐτό το σχέδιο, ζώντας σύν τῷ
Χριστῷ, σύν καί ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ.
Ὁ χριστιανός εἶναι
χριστιανός, τηρῶντας τίς διδαχές τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ἀκριβῶς, καί ζῶντας τά
μυστήρια τῆς Ἀγίας Ἐκκλησίας, ἁγιαζόμενος, λέγοντας μέ παρρησία στόν Χριστό: «ἰδού
ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καί ἠκολουθήσαμέν σοι»· γιατί «ὁ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ ἕν
πνεῦμά ἐστι».[5]
Μία καρδιά, μία
ψυχή, μία βούληση, ἕνα σῶμα καί μία κεφαλή. Τοῦτ’ ἔστιν ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία
καί Παράδοσις· πέραν αὐτῶν τό ἀπόλυτο μηδέν. «Πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων,
ὁμολογήσω κἀγώ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν ουρανοῖς».[6]
Λοιπόν κι ἐμεῖς ἀδελφοί
μου, ὁμολογοῦμε ἔμπροσθεν πάντων, ἀγγέλων καί ἀνθρώπων ὅτι στόν Μεσσίαν, Ἰησοῦν,
ἀνήκει ἡ Δόξα, ἡ Βασιλεία, τό Κράτος, ἡ Λατρεία, ἡ προσκύνησις, εἰς τούς αἰῶνας.
Ἀμήν.
Oικουμενιστική ερμηνεία του ΙΕ κανόνα της ΑΒ Συνόδου
Kύριε διαχειριστά του ιστολογίου -ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΦΩΝΗ
Σας αποστέλλω το παρακάτω κείμενο
και σας παρακαλώ να το δημοσιεύσετε, ώστε να τεθεί στην κρίση των αναγνωτών του
ιστολογίου σας.Το κείμενο είναι απόσπασμα απόσπασμα από εργασία (2016) του
θεοφιλεστάτου επίσκοπου (τότε)Αβύδου Κύριλλο. που αφορά την
ερμηνεία του ΙΕ κανόνα της ΑΒ Συνόδου.
Αποτελεί μια ακόμα απόδειξη
της προσπάθειας που γίνεται, ειδικά μετά την Κολυμπάριο Σύνοδο του 2016, με
σκοπό σκοπό την οφθαλμοφανέστατη διαστρέβλωση της ορθοδόξου Θεολογίας.
---------------------------------------------------------------------------------------------
------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Στην
αρχή του άρθρου του ο Θεοφιλέστατος γράφει τα εξής;
«Είναι
στ᾽ αλήθεια οι συγκροτήσαντες την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης επίσκοποι,
αιρετικοί; Είναι ο Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος, ο Αλεξανδρείας Θεόδωρος, ο
Αθηνών Ιερώνυμος, ο Τιράννων Αναστάσιος, οι υπόλοιποι Προκαθήμενοι,
Μητροπολίτες και Επίσκοποι των Ορθοδόξων Εκκλησιών, οι οποίοι συμμετείχαν και
υπέγραψαν τα κείμενα και ιδιαίτερα το κείμενο για τις σχέσεις της Ορθοδόξου
Εκκλησίας προς το λοιπό Χριστιανικό κόσμο αιρετικοί; ….
.Η
βαρύτατη και πολύ άδικη ταυτόχρονα κατηγορία είναι: Η απόφαση της Συνόδου
καταργεί την Εκκλησιολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας και δέχεται την ύπαρξη Εκκλησιών
εκτός της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Τα κείμενα της
Συνόδου δεν ομιλούν για αιρετικούς, αλλά απλά για ετεροδόξους. Η αποδοχή
Εκκλησιών εκτός της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας
σχετικοποιεί την αλήθεια και οδηγεί διά του οικουμενισμού στην Πανθρησκεία .
Έχουν σχέση τα κείμενα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου με τη βαπτισματική
Θεολογία, τη θεωρία των κλάδων και τον Οικουμενισμό της ενσωμάτωσης;;;;;;
Ο ΙΕ´ Κανόνας της Πρωτοδευτέρας (861) και η
οικουμενιστική ερμηνεία.
Για
αυτούς τους κύριους λόγους, απαντώντας θετικά στα παραπάνω ερωτήματα, κάποιοι
σύγχρονοι «μαχητές» υπέρ της Ορθοδοξίας και της εκκλησιαστικής καθολικότητας,
ταυτίζοντες εαυτούς με τον Άγιο Αθανάσιο, το Μάξιμο τον Ομολογητή, το Θεόδωρο
Στουδίτη, το Μάρκο τον Ευγενικό και πολλούς άλλους, θεωρούν, ότι μπορούν να
επικαλούνται το δεύτερο σκέλος του ιε´ κανόνα της Πρωτοδευτέρας
Συνόδου (861) του διαλαμβάνοντος.
|
«...Οι
γαρ δι᾽ αίρεσίν τινα, παρά των αγίων συνόδων η Πατέρων κατεγνωσμένην, της
προς τον πρόεδρον κοινωνίας εαυτούς διαστέλλοντες, εκείνου την αίρεσιν
δηλονότι δημοσία κηρύττοντος και γυμνή κεφαλή επ᾽ εκκλησίας διδάσκοντος, οι
τοιούτοι, ου μόνον τη κανονική επιτιμήσει ουχ υποκείσονται, προ συνοδικής
διαγνώσεως εαυτούς της προς τον καλούμενον επίσκοπον κοινωνίας
αποτειχίζοντες, αλλά και της πρεπούσης τιμής τοις ορθοδόξοις αξιωθήσονται» |
Οι
σύγχρονοι «μαχητές» της Ορθοδοξίας, ενώ κατηγορούν τους επισκόπους τους για
αίρεση, δεν οδηγούνται ουσιαστικά σε αποτειχισμό, όπως προβλέπει το γράμμα, το
πνεύμα αλλά και η ερμηνεία του συγκεκριμένου κανόνα, γιατί ο κανόνας προβλέπει
την έξοδο από μια αιρετική Εκκλησία, της οποίας ηγείται ένας αιρετικός
Πατριάρχης και τη διακοπή της κοινωνίας μαζί του με διάσπαση της
εκκλησιαστικής ενότητας.
Εκείνοι,
ενώ προβαίνουν στην εκκλησιολογικά απαράδεκτη διακοπή του μνημοσύνου του
Επισκόπου, στον οποίο ανήκουν −και όχι του Πατριάρχου, τον οποίο ούτως η άλλως
δε μνημονεύουν και δεν οφείλουν να μνημονεύουν− επιθυμούν να παραμένουν, να
λειτουργούν και να κηρύττουν στον Ι. Ναό, στην Ι. Μονή η Σκήτη, όπου
ευρίσκονται, προκειμένου να δραστηριοποιούνται στο ποίμνιο του «αιρετικού»
−υποτίθεται− επισκόπου. Ταυτόχρονα στις πανομοιότυπες δηλώσεις «αποτείχισής»
τους −όχι τυχαία βεβαίως− σπεύδουν να δηλώσουν κατηγορηματικά ότι δε
δημιουργούν σχίσμα, ούτε προσχωρούν σε κάποια άλλη σχισματική Εκκλησία. Έτσι η
όλη στάση των "ανεπισκόπων" κληρικών έχει περισσότερο το χαρακτήρα
μιας διαμαρτυρίας προς επιβολή των θεολογικών τους απόψεων παρά τη δημιουργία
σχίσματος με διάσπαση της εκκλησιαστικής ενότητας, ενώ ούτως η άλλως ισχύει η
επισήμανση και η προτροπή του Αγ. Θεοδώρου του Στουδίτου , «παν γαρ το ακέφαλον
και άναρχον άτακτον και στασιώδες, ου λυτρωθείημεν». Η προσπάθειά τους αυτή που
ανάγει στην αντιφατικότητα των προσώπων τους θυμίζει τη λαική παροιμία, «και η
πίττα σωστή και ο σκύλος χορτάτος»!
Είναι
προφανές ότι, εάν και όποτε ήθελε εφαρμοστεί η ακρίβεια του κανόνα στο πρώτο
του σκέλος, τότε η διακοπή του μνημοσύνου του Πατριάρχου και η διάσπαση της
εκκλησιαστικής ενότητας θα έπρεπε, όταν αυτά βεβαίως πράγματι συντρέχουν υπό
τις προϋποθέσεις που θέτει ο κανόνας, να οδηγούν στην καθαίρεση:
|
«Ώστε, ει τις
πρεσβύτερος η επίσκοπος η μητροπολίτης τολμήσειεν αποστήναι της προς τον
οικείον πατριάρχην κοινωνίας και μη αναφέροι το όνομα αυτού, κατά το
ωρισμένον και τεταγμένον εν τη θεία μυσταγωγία, αλλά προ εμφανείας συνοδικής
και τελείας αυτού κατακρίσεως σχίσμα ποιήσει τούτον ώρισεν η αγία σύνοδος
πάσης ιερατείας παντελώς αλλότριον είναι, ει μόνον ελεγχθείη τούτο
παρανομήσας» |
Όταν
όμως δεν υπάρχει προγενέστερη συνοδική καταδίκη του Πατριάρχη για αίρεση, ο
κανόνας στο πρώτο του σκέλος δεν μπορεί να έχει εφαρμογή. Προφανέστατα ο
κανόνας δεν έχει εφαρμογή σε Πρεσβυτέρους και Επισκόπους μη υπαγομένους στην
άμεση δικαιοδοσία του Πατριάρχου, γιατί στην περίπτωση αυτή οι εν λόγω
Πρεσβύτεροι και Επίσκοποι δε μνημονεύουν, ούτε υποχρεούνται, ούτε δικαιούνται
να μνημονεύουν του ονόματος του Πατριάρχου κατά τη Θ. Λειτουργία. Για το λόγο
αυτό, την έλλειψη δηλ. προγενέστερης συνοδικής καταδίκης του Πατριάρχου, οι
σύγχρονοι «αμύντορες» της Ορθοδοξίας θεωρούν (εσφαλμένα), ότι δικαιούνται να
επικαλούνται το δεύτερο σκέλος του κανόνα που δικαιολογεί τον αποτειχισμό στην
περίπτωση που ο Πατριάρχης κηρύσσει την αίρεση «γυμνή τη κεφαλή». Στην
περίπτωση αυτή, όταν όντως πρόκειται για «ψευδεπίσκοπο και ψευδοδιδάσκαλο»
Πατριάρχη, στην πραγματικότητα «ου σχίσματι την Εκκλησίαν κατέτεμον, αλλά
σχισμάτων και μερισμών την εκκλησίαν εσπούδασαν ρύσασθαι»
Στην περίπτωσή μας κατ᾽ αρχήν οι σύγχρονες
«αμύντορες» της Ορθοδοξίας θα έπρεπε απαραιτήτως να δείξουν, ποια αίρεση
κηρύσσεται από Πατριάρχη "γυμνή τη κεφαλή" σήμερα, ποιες Συνόδους και
ποιους Πατέρες και ποιες αιρέσεις εννοεί η Σύνοδος που συνήλθε το 861 και εάν σ᾽
αυτές τις κατηγορίες μπορούν να εντάσσωνται οι σύγχρονοι ετερόδοξοι, (οι οποίοι
ασφαλώς και δεν υπήρχαν κατά το χρόνο θέσπισης του κανόνα, ενώ στην Ανατολή δεν
είχε καταδικασθεί μέχρι τότε ούτε η κακοδοξία του Filioque, είναι δε
χαρακτηριστικό ότι ακόμα και κατά τη μεταγενέστερη Σύνοδο του 879/80
καταδικάζεται −εξ αφορμής βεβαίως του flioque− η οιαδήποτε προσθήκη στο Σύμβολο
Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως και όχι αυτή καθ᾽ εαυτή η περί Filioque διδασκαλία). Οι
επικαλούμενοι σήμερα τον κανόνα δε διασπούν την εκκλησιαστική ενότητα με το να
εντάσσονται η να δημιουργούν μια νέα (ορθόδοξη γι᾽ αυτούς) Εκκλησία και να
καθίστανται αληθινά σχισματικοί, κάτι που δικαιολογείται στην περίπτωση
Πατριάρχου κηρύττοντος αίρεση «γυμνή τη κεφαλή, δηλ. απροκάλυπτα και
"παρρησία", όπως ερμηνευτικά παρατηρεί ο Αγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης. Το
να θεωρεί κάποιος ότι η προσπάθεια προσέγγισης των ετεροδόξων διά του διαλόγου
συνιστά αίρεση, αυτό ως επιχείρημα στερείται σοβαρότητας. Περαιτέρω, είναι
προφανές, ότι η εφαρμογή τόσο του πρώτου, όσο και του δευτέρου σκέλους του
κανόνα προϋποθέτει Πρεσβυτέρους, Επισκόπους και Μητροπολίτες υπαγομένους στην
άμεση δικαιοδοσία του Πατριάρχου, κάτι που δε συντρέχει στην περίπτωσή μας,
όπως ήδη έχει μνημονευθεί.
Όλα
αυτά σημαίνουν, ότι δε συντρέχουν τα πραγματικά γεγονότα που συνιστούν τον
ειδικό όρο άρσεως του αδίκου του εκκλησιαστικού αδικήματος που περιγράφει ο ιε´
Κανόνας της Πρωτοδευτέρας στο τελευταίο σκέλος του. Ήδη από την εποχή του Αγίου
Κυπριανού Καρθαγένης, τον κατ᾽ εξοχήν Θεολόγο του σχίσματος, η έννοια του
σχίσματος και η διάρρηξη της εκκλησιαστικής ενότητας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη
με την δημιουργία ετέρας Εκκλησίας έξω από τα κανονικά όρια της ήδη υπαρχούσης.
Τούτο ορίζει επίσης και ο συναφής προς τον 15. κανόνα της Πρωτοδευτέρας 31ος
. κανόνας των Αποστόλων ο οποίος για την εφαρμογή του απαιτεί "...ο
πρεσβύτερος καταφρονήσας του ιδίου Επισκόπου ... θυσιαστήριον έτερον
πήξη..."
Σχετικά
με την εφαρμογή του ιε´ κανόνα της Πρωτοδευτέρας σε σχέση με τη σύγχρονη
συγκυρία μπορούν να γίνουν οι εξής παρατηρήσεις:
Α.
• Το πλάτος της γενικής εννοίας της αίρεσης στον ιε´ κανόνα δεν μπορεί εξ
αντικειμένου να περιλαμβάνει μεταγενέστερες χρονολογικά κακοδοξίες. Είναι
αντικειμενικά αδύνατο να ήταν αυτή η βούληση των Πατέρων της Πρωτοδευτέρας, αφού
δεν υπήρχαν μέχρι τότε οι σύγχρονοι ετερόδοξοι. Η εφαμογή του κανόνα
προϋποθέτει "αίρεσίν τινα παρά των αγίων συνόδων ή Πατέρων
κατεγνωσμένην", όπως ήσαν οι υπό των προηγηθέντων Οικουμενικών Συνόδων
καταδικασθείσες αιρέσεις. Kατά το χρόνο της θεσπίσεως του κανόνα (861) δεν είχε
συνοδικώς καταδικασθεί ούτε η κακοδοξία του Filioque, η οποία ασφαλώς υπήρχε
στη Δύση.
Εξ
άλλου ουδέποτε μια τέτοια διδασκαλία έγινε δεκτή στην Ανατολή, ώστε να υπάρχει
η υποψία, ότι ο κανόνας θεσπίστηκε για το λόγο αυτό. Δεδομένων των περιορισμών
και των προϋποθέσεων που θέτει το δεύτερο σκέλος του κανόνα και δεδομένου του
γεγονότος ότι η επίκληση και εφαρμογή του είναι κατά το μάλλον η ήττον άγνωστη
στην εκκλησιαστική γραμματεία, θα έπρεπε κανείς να μπορεί να αποδείξει, ότι αποτελούσε
βούληση των Πατέρων που τον θέσπισαν, να έχει εφαρμογή σε οποιαδήποτε
μεταγενέστερη «κατεγνωσμένη» κακοδοξία κάτι που δεν μπορεί ποτέ να συμβεί, αφού
μετά τη Ζ´ Οικουμενική Σύνοδο, δεν υπάρχει άλλη Οικουμενική Σύνοδος στην
Ορθόδοξη Εκκλησία, ώστε να ισχύει ο εξαιρετικός όρος άρσεως του αδίκου και στην
περίπτωση αυτή. (Η ανάλυση όμως του σχετικού επιχειρήματος των
«νέο-ομολογητών» και η σύνδεσή του με θεμελιώδεις αρχές του Εκκλησιαστικού
Ποινικού Δικαίου, κρίνεται εδώ περιττή, δεδομένου ότι το β´ σκέλος του ιε´
κανόνα της Πρωτοδευτέρας στην παρούσα συγκυρία εκ πολλών άλλων λόγων δεν μπορεί
να έχει εφαρμογή).
Σε
κάθε περίπτωση οι Πατέρες της Πρωτοδευτέρας θέτοντας την προϋπόθεση της
«κατεγνωσμένης» κακοδοξίας, έθεταν ως όρο, είτε την προϋπάρχουσα καταδίκη της
αιρέσεως από Οικουμενική Σύνοδο, είτε την ύπαρξη ενός Consensus Patrum, εάν
βέβαια οι Πατέρες που εννοεί ο κανόνας μπορούν να διακριθούν από τους Πατέρων
των Οικουμενικών Συνόδων, πράγμα που δεν υπάρχει σήμερα ούτε ως προς την
εκτίμηση του εάν οι Ρωμαιοκαθολικοί είναι αιρετικοί ή σχισματικοί, ούτε ως προς
το γενικώτερο προσδιορισμό των σχέσεων με τους ετεροδόξους, κατά τρόπο ενιαίο
στον ορθόδοξο χώρο. Σκοπός των Πατέρων της Πρωτοδευτέρας ήταν η διασφάλιση
της ενότητας, για την αντιμετώπιση της αίρεσης και όχι ο διχασμός των Ορθοδόξων
μεταξύ τους. Για το λόγο αυτό έθεσαν ως απαραίτητη προϋπόθεση αυτή την
ασφαλιστική δικλείδα. Εκτός τούτου ο οιοσδήποτε, ο οποίος επικαλείται το
συγκεκριμένο κανόνα, θα έπρεπε κυρίως να μπορεί να καταδείξει, ποια κακοδοξία
των ετεροδόξων έχει υιοθετηθεί από Πατριάρχη και κηρύσσεται δημοσία.
Β.
Οι σήμερον αποτειχιζόμενοι −ευτυχώς ελάχιστοι− δε δημιουργούν σχίσμα, όπως ήδη
έχει επισημανθεί, διασπώντες την εκκλησιαστική ενότητα, γιατί κάτι τέτοιο
προϋποθέτει την πήξη άλλου θυσιαστηρίου εκτός της κανονικής Εκκλησίας. Ο
Καθηγητής Σπ. Τρωιάνος επισημαίνει: «Στενή σχέση με το σχίσμα έχει το αδίκημα
της παρασυναγωγής. Στο πρώτο είναι αναγκαία η παρουσία μεταξύ των δραστών ενός
τουλάχιστον επισκόπου, ενώ το δεύτερο διαπράττεται από πρεσβύτερο». Ο Καθηγητής
Γ. Πουλής19 αναφερόμενος στο σχίσμα παρατηρεί: «Το ιδιάζον χαρακτηριστικό του
αδικήματος αυτού είναι ότι ως αυτουργός η τουλάχιστον ως άμεσος συνεργός
νοείται κληρικός με το βαθμό του επισκόπου. Και τούτο προφανώς, γιατί το σχίσμα
εμπεριέχει μια έστω υποτυπώδη οργανωτική δομή, η οποία αναγκαίως για να
λειτουργήσει χρειάζεται επίσκοπο προκειμένου να καθιερώσει ναούς, να
χειροτονήσει κληρικούς κ.λ.π. Διαφορετικά, όταν κατά κανόνα την αυτουργική
δράση αναπτύσσει πρεσβύτερος, στοιχειοθετείται το κανονικό αδίκημα της
παρασυναγωγής». Οι αποτειχιζόμενοι, παρότι και κατά τη δήλωσή τους, δε
δημιουργούν σχίσμα, επικαλούνται κανόνα που προϋποθέτει το σχίσμα…..
Γ.
Η Πρωτοδευτέρα Σύνοδος ως αιρετικούς εννοεί κατ᾽ εξοχήν τους Εικονομάχους ,
αυτός δε είναι άλλωστε ο λόγος για τους οποίους συνεκλήθη (εκτός της
επικυρώσεως της εκθρονίσεως (858) και καθαιρέσεως (859) του Πατριάρχου Ιγνατίου
και της αναγνωρίσεως της εκλογής και χειροτονίας του Φωτίου ως Πατριάρχου
Κωνσταντινουπόλεως). Η εικονομαχία αποτελούσε τότε κακοδοξία "παρά των
αγίων συνόδων η Πατέρων κατεγνωσμένην". Η απλή ανάγνωση του κανόνα πείθει,
ότι στρέφεται κατά υπολοίπων «ζηλωτών» μοναχών και κληρικών, για να προληφθεί
εκ μέρους τους μια νέα εικονομαχική αντίδραση. Ο κανόνας δεν προσβλέπει σε
μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά σε μια διάσπαση της εκκλησιαστικής ενότητας από
ομάδες προσώπων, κάτι που δε συντρέχει στην περίπτωσή μας.
Δ,
Οι διεξαγωγή σήμερα κατόπιν πανορθοδόξων αποφάσεων θεολογικών διαλόγων ουδόλως
σημαίνει ότι η ορθόδοξη πλευρά υιοθετεί τις δογματικές αποκλίσεις των
συνομιλητών της. Σε μια τέτοια περίπτωση δε θα ήταν απαραίτητος ο διάλογος. Εάν
ο θεολογικός διάλογος μετά των ετεροδόξων καθ᾽ εαυτός αποτελεί
"αίρεση" και μάλιστα "παναίρεση", σ᾽ "αυτήν" έχει
περιπέσει η Εκκλησία και οι Πατέρες της από αρχαιοτάτων χρόνων.
Ε.
Ουδεμία κακοδοξία των ετεροδόξων κηρύσσεται "δημοσία" από Πατριάρχη,
όπως απαιτεί ο κανόνας. Σε ο,τι αφορά τα εγκριθέντα κείμενα στην Κρήτη, θα
καταδειχθεί κατωτέρω, ότι αυτά όχι μόνο δεν συνιστούν απόκλιση από την
παραδεδομένη δογματική διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αλλά αντίθετα
εμμένουν σ᾽ αυτή.
ΣΤ.
Οι κανόνες ιγ´, ιδ´, και ιε´ της Πρωτοδευτέρας αναφερόμενος στη διακοπή
μνημοσύνου, ο μεν πρώτος του Επισκόπου υπό πρεσβυτέρου η Διακόνου, ο δεύτερος
του Μητροπολίτου υπό του Επισκόπου και ο τρίτος του Πατριάρχου υπό
Μητροπολιτών, Επισκόπων και Πρεσβυτέρων, δικαιολογεί μόνον, στην τρίτη
περίπτωση, δηλ. μόνο σε περίπτωση αίρεσης του Πατριάρχου τη διακοπή μνημοσύνου,
υπό τους περιοριστικούς όρους, ότι αυτή είναι κατεγνωσμένη υπό Συνόδων και
Πατέρων και κηρύσσεται δημοσία, παρρησία, «γυμνή τη κεφαλή», από εκείνους, οι
οποίοι υποχρεούνται να τον μνημονεύουν. Ο 13. κανόνας της Πρωτοδευτέρας −όπως
και 31. των Αποστόλων, ο οποίος για την εφαρμογή του απαιτεί εκτός από τη
διακοπή μνημοσύνου και τη δημιουργία σχίσματος, κάτι που δε συντρέχει στην
παρούσα συγκυρία, είναι σημαντικός, γιατί αποκλείει κάθε αυθαίρετη προ
συνοδικής καταδίκης πράξη εναντίον του Μητροπολίτου υπό Πρεσβυτέρων η Μοναχών:
|
«Ο γαρ εν
πρεσβυτέρου τάξει τεταγμένος και των μητροπολιτών αρπάζων την κρίσιν, και προ
κρίσεως αυτός κατακρίνων, όσο το επ᾽ αυτώ, τον οικείον πατέρα και επίσκοπον,
ούτος ουδέ της του πρεσβυτέρου εστίν άξιος τιμής η ονομασίας. Οι δε τούτω
συνεπόμενοι, ει μεν των ιερωμένων είέν τινες, και αυτοί της οικείας τιμής
εκπιπτέτωσαν· οι δε μοναχοί η λαικοί, αφοριζέσθωσαν παντελώς της Εκκλησίας,
μέχρις αν την προς τούς σχισματικούς συνάφειαν διαπτύσαντες, προς τον οικείον
επίσκοπον επιστραφείεν». |
Ο
ιε´ κανόνας της Πρωτοδευτέρας, όπως ήδη έχει γραφεί, δεν παρέχει δικαίωμα
διακοπής μνημοσύνου Πατριάρχου σε πρεσβυτέρους, οι οποίοι ανήκουν στη
δικαιοδοσία άλλου Μητροπολίτου. Κάτι τέτοιο θα καταργούσε την καθολικότητα της
τοπικής Εκκλησίας, θεμελιώδη αρχή της Ορθοδόξου Εκκλησιολογίας. Είναι δηλ.
προφανές, ότι οι Πατέρες της Πρωτοδευτέρας ήθελαν να αποτρέψουν μια
καταχρηστική άσκηση της διακοπής του μνημοσύνου, γι᾽ αυτό έθεσαν τον εξαιρετικό
όρο άρσεως του αδίκου μόνο στην περίπτωση ενός αιρετικού Πατριάρχου, μόνο όταν
η αίρεση είναι «κατεγνωσμένη», μόνο όταν αυτή κηρύσσεται δημοσία και μόνο, όταν
η διακοπή μνημοσύνου γίνεται από εκείνους, οι οποίοι έχουν υποχρέωση να τον
μνημονεύουν.
Ο
13. κανόνας της Πρωτοδευτέρας −όπως και 31. των Αποστόλων, ο οποίος για
την εφαρμογή του απαιτεί εκτός από τη διακοπή μνημοσύνου και τη δημιουργία
σχίσματος, κάτι που δε συντρέχει στην παρούσα συγκυρία, είναι σημαντικός, γιατί
αποκλείει κάθε αυθαίρετη προ συνοδικής καταδίκης πράξη εναντίον του
Μητροπολίτου υπό Πρεσβυτέρων η Μοναχών: «Ο γαρ εν πρεσβυτέρου τάξει τεταγμένος
και των μητροπολιτών αρπάζων την κρίσιν, και προ κρίσεως αυτός κατακρίνων, όσο
το επ᾽ αυτώ, τον οικείον πατέρα και επίσκοπον, ούτος ουδέ της του πρεσβυτέρου
εστίν άξιος τιμής η ονομασίας. Οι δε τούτω συνεπόμενοι, ει μεν των ιερωμένων
είέν τινες, και αυτοί της οικείας τιμής εκπιπτέτωσαν· οι δε μοναχοί η λαικοί,
αφοριζέσθωσαν παντελώς της Εκκλησίας, μέχρις αν την προς τους σχισματικούς
συνάφειαν διαπτύσαντες, προς τον οικείον επίσκοπον επιστραφείεν».
Ζ.
Για την κρίση των Πρεσβυτέρων, οι οποίοι μεμονωμένα και αυτοβούλως παύουν να
μνημονεύουν στη Θ. Λειτουργία το Μητροπολίτη τους, αρκεί και μόνο η εφαρμογή
του στ´ Γάγγρας. Εκτός αυτού του κανόνα μπορεί να έχει εφαρμογή και ο 31.
κανόνας της Πενθέκτης: «Τους εν ευκτηρίοις οίκοις, ένδον οικίας τυγχάνουσι, λειτουργούντας
η βαπτίζοντας κληρικούς, υπό γνώμην τούτο πράττειν του κατά τόπον επισκόπου
ορίζομεν· ώστε, ει τις κληρικός μη τούτο παραφυλάξη, καθαιρείσθω». (Ταυτόχρονα
όμως θα πρέπει να τονίσει κανείς, ότι η εφαρμογή των κανόνων ανήκει στην κρίση
της Εκκλησίας και μόνον αυτής, η οποία οφείλει να χρησιμοποιήσει κάθε
ποιμαντικό μέσο προς σωφρονισμό των παρεκτραπέντων και να διαπιστώσει, εάν,
κατά περίπτωση, πληρούται η υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του
αδικήματος).
Ο
ιε´ κανόνας της Πρωτοδευτέρας, όπως ήδη έχει γραφεί, δεν παρέχει δικαίωμα
διακοπής μνημοσύνου Πατριάρχου σε πρεσβυτέρους, οι οποίοι ανήκουν στη
δικαιοδοσία άλλου Μητροπολίτου. Κάτι τέτοιο θα καταργούσε την καθολικότητα της
τοπικής Εκκλησίας, θεμελιώδη αρχή της Ορθοδόξου Εκκλησιολογίας. Είναι δηλ.
προφανές, ότι οι Πατέρες της Πρωτοδευτέρας ήθελαν να αποτρέψουν μια
καταχρηστική άσκηση της διακοπής του μνημοσύνου, γι᾽ αυτό έθεσαν τον εξαιρετικό
όρο άρσεως του αδίκου μόνο στην περίπτωση ενός αιρετικού Πατριάρχου, μόνο όταν
η αίρεση είναι «κατεγνωσμένη», μόνο όταν αυτή κηρύσσεται δημοσία και μόνο, όταν
η διακοπή μνημοσύνου γίνεται από εκείνους, οι οποίοι έχουν υποχρέωση να τον
μνημονεύουν.
Η.
Ενώ οι ιεροί κανόνες δεν παρέχουν σε Πρεσβυτέρους κανένα δικαίωμα να διακόπτουν
το μνημόσυνο του Μητροπολίτου τους για κανένα λόγο προ συνοδικής αυτού
καταδίκης (ιγ´ Πρωτοδευτέρας), το επιχείρημα των αποτειχιζομένων, ότι πράττουν
αυτό, επειδή −υποτίθεται− ο Μητροπολίτης τους ευρίσκεται σε επικοινωνία με
άλλους −υποτίθεται−
«αιρετικούς»
Μητροπολίτες η Πατριάρχες, είναι κανονικά αβάσιμο, εάν όχι φαιδρό. Ακόμα και
εάν θεωρηθεί, ότι ο Μητροπολίτης τους (επι)κοινωνεί με άλλους όντως αιρετικούς
Μητροπολίτες η Πατριάρχες, δε θα μπορούσε ασφαλώς να του καταλογισθεί το
αδίκημα της αίρεσης, επειδή δεν πληρούται η υποκειμενική υπόσταση του
αδικήματος της αίρεσης, του
Μητροπολίτου
προφανώς ευρισκομένου σε πλάνη.
Εφαρμόζοντας
όμως το «ιδιοφυές» επιχείρημα των «νεομολογητών» της Ορθοδοξίας, θα μπορούσε, η
μάλλον θα έπρεπε, και ο οιοσδήποτε ρώσσος, βούλγαρος, γεωργιανός και
αντιοχειανός πρεσβύτερος να διακόψει την εκκλησιαστική κοινωνία με το δικό του
Μητροπολίτη, γιατί εκείνος, ο Πατριάρχης και η Εκκλησία, στην οποία ανήκει,
έχουν εκκλησιαστική κοινωνία με τους «αιρετικούς» Πατριάρχες και Μητροπολίτες
των υπολοίπων 10 αυτοκεφάλων Εκκλησιών! Υπάρχει μεγαλύτερη παράνοια από το να
υποστηρίζει κανείς κάτι τέτοιο; Υπάρχει έστω και μία τέτοια περίπτωση στον
κόσμο ολόκληρο; Γιατί οι 4 Ορθόδοξες Εκκλησίες συνεχίζουν την εκκλησιαστική
κοινωνία με τις υπόλοιπες 10, οι οποίες συμμετείχαν στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο
της Κρήτης, εάν οι 10 Προκαθήμενοι των Εκκλησιών που συμμετείχαν είναι
«αιρετικοί»; Τόση η
παράνοια!!!
Ανεξάρτητα
όμως από την παντελώς ατυχή ερμηνευτική προσέγγιση στον ιε´ κανόνα της
Πρωτοδευτέρας από τους «αποτειχιζομένους», υπάρχει το σπουδαιότερο, υπάρχει το
πρόβλημα ουσίας: Εισάγει η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Κρήτης μια νέα
Εκκλησιολογία αποκλίνουσα από την ορθόδοξη δογματική διδασκαλία;……..
Είναι σημαντική η επισήμανση του Αγ.
Γρηγορίου του Παλαμά στο συνοδικό Τόμο της Συνόδου του 1351: «...έτερόν εστίν η
υπέρ της ευσεβείας αντιλογία και έτερον η της πίστεως ομολογία· και επί μεν της
αντιλογίας ουκ ανάγκη περί τας λέξεις ακριβολογείσθαι τον αντιλέγοντα, ως και
μέγας φησί Βασίλειος, επί δε της ομολογίας ακρίβεια διά πάντων τηρείται και
ζητείται...». Λίγο παρακάτω ο ίδιος συνοδικός Τόμος επισημαίνει: «…ουδέ γαρ
περί των ονομάτων, κατά τον Θεολόγον ζυγομαχήσωμεν, κίνδυνον ουδένα ειδότες περί
τας λέξεις, έως αν ο νούς υγιαίνειν δοκή… ου γαρ εν ρήμασιν ημίν, αλλ᾽ εν
πράγμασιν η αλήθεια τε και ευσέβεια, κατά τον Θεολόγον Γρηγόριον». Αποδεικτέον
λοιπόν είναι, εάν τα κείμενα της Συνόδου ακριβολογούν διά των λέξεων δηλούντες
την αλήθειαν των πραγμάτων και εάν οι υπέρ της «ευσεβείας» αντιλέγοντες όχι
απλά μόνο δεν ακριβολογούν, κάτι που θα ήταν επιτρεπτό, αλλά λανθάνουν.
επιμέλεια κειμένου:
πρωτοπρεσβυτερος Δημήτρις Αθανασίου