Πῶς ἦν δυνατὸν νὰ ἐξαρτῶνται οἱ ἀπόστολοι ἀπὸ τοῦ Πέτρου, ὅστις ἐξ ἴσου πρὸς τοὺς ἄλλους ἀπεστέλλετο εἰς τὸ κήρυγμα, ὅπως ἱδρύσωσι τὴν Ἐκκλησίαν καὶ διδάξωσι τὴν λατρείαν τοῦ Χριστοῦ ἐν τοῖς ἔθνεσιν, ἀφοῦ ἕκαστος ἔμελλε νὰ ἐνεργῇ ἀνεξαρτήτως ἀπὸ τῶν λοιπῶν; Ἀλλὰ τὶς ἡ χρεία τοῦ πρωτείου τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, ἀφοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι δευτερεῖα, διὰ τὴν διασπορὰν τῶν ἀποστόλων; Τὶς ἡ χρεία τῆς ὑπεροχῆς τοῦ Πέτρου, ἀφοῦ ἕκαστος ἀπόστολος ἰδίαν εἶχεν ἀποστολήν; Τὶς ἡ χρεία ἱεραρχικῆς βαθμολογίας μεταξὺ τῶν ἀποστόλων, ἀφοῦ ἐν τῇ διασπορᾷ ἔμελλον νὰ ἀποθάνωσι μακρὰν ὁ εἰς τοῦ ἄλλου; Τὶς ἡ χρεία τῆς δυνάμεως τοῦ Πέτρου, ἀφοῦ ὁ Κύριος ὑπεσχέθη εἰς τοὺς ἀποστόλους, ὅτι ἔσεται μετ᾿ αὐτῶν πάσας τὰς ἡμέρας, ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος; Βεβαίως οὐδεμία χρεία ὅλων τούτων τῶν φανταστικῶν προσόντων τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, ὅστις ἐξ ἅπαντος θὰ διαμαρτύρηται κατὰ τῆς τοιαύτης ὑπεροχῆς. Ἐὰν τὰ προσόντα τοῦ Πέτρου, οἷα ἀξιοῖ ἡ ῥωμαϊκὴ Ἐκκλησία, ἦσαν ἀληθῆ, τὸ πνεῦμα τοῦ εὐαγγελίου θὰ καθίστατο λίαν προβληματικὸν καὶ ἀδιανόητον, διότι θὰ παρουσίαζε σύγχυσιν ἐννοιῶν καὶ σύγκρουσιν ἀρχῶν· θὰ ἦτο ἀκατανόητος ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσότητος, καὶ ἰσότητος μέχρι ταπεινώσεως καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς ἀνισότητος, μέχρι ἡγεμονίας καὶ ὑπεροψίας. Ἐὰν διετάσσετο τοιαύτη ὑπεροχὴ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, πῶς θὰ ἠδυνάμεθᾳ νὰ νοήσωμεν τὸ ἑξῆς χωρίον τοῦ Εὐαγγελίου; «Οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν· οὐχ οὕτω δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ᾿ ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος, καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος· καὶ γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐχ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι, καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν» (Μαρκ. ι´ 42-45)· καὶ ἵνα ἀφήσωμεν τὰ πολλὰ χωρία, διότι δὲν θὰ ἐπαρκέση ὁ χρόνος, ἐρωτῶμεν. Πῶς θὰ ἐπληροῦτο ὁ σκοπὸς τῆς ἀποστολῆς τῶν ἀποστόλων μὴ ἐχόντων κοινωνίαν μετὰ τοῦ ἀνωτάτου ἀποστόλου, παρ᾿ οὗ θὰ ἐλάμβανε κῦρος τὸ ἀποστολικὸν αὐτῶν κήρυγμα; Ἀλλ᾿ ἀφοῦ συνέστησεν ἱεραρχίαν μεταξὺ τῶν ἀποστόλων καὶ ἀνέδειξε τὸν Πέτρον ἀνώτατον ἀπόστολον καὶ ἡγεμόνα, διατὶ ὁ Κύριος νὰ μὴ γνωστοποιήσῃ τοῦτο καὶ τοῖς λοιποῖς μαθηταῖς, λέγων αὐτοῖς· «ἰδοὺ καθίστημι Πέτρον τουτονὶ ποιμένα ὑμῶν καὶ ἄρχοντα καὶ ἡγεμόνα· αὐτὸς ποιμανεῖ ὑμᾶς αὐτοῦ ἀκοῦσασθαι· καὶ πᾷς ὅστις παρακούσει αὐτοῦ ἐξολοθρευθήσεται»; Τοῦτο ἔπρεπε νὰ ποιήση τε γνωστὸν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ὁ Σωτήρ, ἐὰν ὄντως καθίστα αὐτὸν ποιμένα ποιμένων καὶ ἄρχοντα τῶν ἀποστόλων· ἀλλὰ δυστυχῶς ἢ εὐτυχῶς οὐδὲν τοιοῦτον εἴρηκε, καὶ ἑπομένως οὐδεμίαν ἱεραρχίαν ἀποστολικὴν συνέστησε, διὸ οὐδ᾿ ὑπάρχει τις φόβος ἀπωλείας τῷ μῇ πειθομένῳ τῷ διαδόχῳ τοῦ Πέτρου, εἶπερ ἔστι τοιοῦτος ὁ ἐπίσκοπος Ῥώμης.
Ευχή Αγ. Εφραίμ του Σύρου :
Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καὶ ἀργολογίας μή μοι δῷς.
Πνεῦμα δὲ ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καὶ ἀγάπης, χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ.
Ναί, Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα, καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου, ὅτι εὐλογητὸς εἶ, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Πνεῦμα δὲ ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καὶ ἀγάπης, χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ.
Ναί, Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα, καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου, ὅτι εὐλογητὸς εἶ, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Α΄ ΔΙΔΑΧΕΣ ΑΓ. ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ.
Η αγάπη, αδελφοί μου, έχει δύο ιδιώματα, ένα να δυναμώνη τον άνθρωπον εις τα καλά και άλλο να τον νεκρώνη εις τα κακά. Στοχασθήτε: είναι μία μητέρα και έχει το παιδί της. Παίρνει ψωμί να φάγη, κλαίει το παιδί της. Ευθύς αλησμονά το ψωμί δια να το παρηγορήση. Από τι παρακινείται η μητέρα; Από την αγάπην οπού έχει εις το παιδί της. Νυστάζει η μητέρα και θέλει να κοιμηθή. Κλαίει το παιδί της. Ευθύς αλησμονά τον ύπνον δια να το παρηγορήση. Από τι παρακινείται; Από την αγάπην. Είναι άρρωστη η μητέρα, κλαίει το παιδί της. Ευθύς αλησμονά την αρρωστίαν δια να παρηγορήση το παιδί της. Από τι παρακινείται; Από την αγάπην. Εγώ πιάνω το σπαθί να σε φονεύσω. Ανίσως και σε αγαπώ, ευθύς η αγάπη μου νεκρώνει τα χέρια. Θέλω να σε κλέψω, η αγάπη δεν με αφήνει. Θέλω να σε προδώσω, να σε φονεύσω, να σε κατατρέξω ή ό,τι άλλο κακό να σου κάμω. Η αγάπη δεν με αφήνει να σου κάμω κανένα κακόν, ευθύς με νεκρώνει. Εγώ λέγω πως σε αγαπώ, μα θέλεις να αγαπώ και το παιδί σου και τότε είναι αληθινή η αγάπη. Ειδέ να λέγω πως εσένα σε αγαπώ και το παιδί σου να μισώ, δεν είναι αληθινή η αγάπη οπού έχω εις εσένα, είναι ψεύτικη. Εγώ λέγω πως τον Θεόν τον αγαπώ οπού δεν τον βλέπω, εσένα οπού σε έχω αδελφόν και σε βλέπω δεν σε αγαπώ. Λοιπόν είμαι ψεύτης. Δια τούτο, αδελφοί μου, ανίσως και θέλωμεν να σωθούμεν να μη ζητήσωμεν εδώ εις τον κόσμον κανένα άλλο πράγμα παρά αυτήν την αγάπην να έχωμεν εις τον Θεόν και εις τους αδελφούς μας.
Συνεχίζεται.
Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς. ερμηνεία του 15ου Κανόνος από το νέο βιβλίο του, που μόλις κυκλοφόρησε.
Εἶναι θαυμάσια καί καταλυτική ἡ διδασκαλία τοῦ Μ. Ἀθανασίου εἰς τό θέμα τῆς ἐπικοινωνίας ἐκκλησιαστικῶς με αἱρετικούς, μή καταδικασθέντες ὑπό Συνόδου. Ὁ λόγος πού ἐγράφη ἡ ἐπιστολή ἦτο ὁ ἑξῆς: Ὑπῆρχαν κάποιοι προφανῶς κληρικοί, οἱ ὁποῖοι εἶχαν τά φρονήματα τοῦ Ἀρείου καί περιήρχοντο τά μοναστήρια λέγοντας ὅτι ἤρχοντο ἐκ μέρους τῶν Ὀρθοδόξων καί μέ τόν σκοπό τῆς ἐξαπατήσεως ἤθελαν νά ἐπικοινωνήσουν ἐκκλησιαστικῶς οἱ μοναχοί μέ αὐτούς. Ἄλλοι πάλι διεβεβαίωναν ὅτι δέν εἶχαν τό φρόνημα τοῦ Ἀρείου, ἀλλά συμπροσηύχοντο μέ τούς Ἀρειανούς χάριν οἰκονομίας. Ὁ ἅγιος ἀπαγορεύει τήν ἐπικοινωνία μέ ὅλους αὐτούς, τήν θεωρεῖ δούρειο ἵππο καί αἰτία σκανδάλου και προσχώρησι στήν αἵρεσι. Καί δι’ ἐκείνους πάλι πού ἐξωτερικά ὁμολογοῦν τήν ὀρθόδοξο πίστι, ἀλλά ἐπικοινωνοῦν μέ τούς αἱρετικούς, παραγγέλλει νά μήν ἔχουν ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία, ἐφ’ ὅσον δέν διορθώνονται. Συνοψίζεται δέ ἡ διδασκαλία αὐτή τοῦ ἁγίου εἰς τήν περίφημη φράσι του «ὧν τό φρόνημα ἀποστρεφόμεθα, τούτους ἀπό τῆς κοινωνίας προσήκει φεύγειν».
Εἶναι ἄξιον ἰδιαιτέρας προσοχῆς τό ὅτι παντοῦ οἱ ἅγιοι ὁμιλοῦν γιά τό φρόνημα κάποιου προκειμένου περί ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας καί ὄχι γιά τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ εὐθύνη αὐτή ἐπιβαρύνει τον κάθε Ὀρθόδοξο. Φυσικά ἄν οἱ μοναχοί αὐτοί περίμεναν τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου, ὄχι διά τήν αἵρεσι ἀλλά διά τούς συγκεκριμένους αἱρετικούς, καί μάλιστα τήν περίοδο αὐτή πού ἐπικρατοῦσε σχεδόν παντοῦ ἡ αἵρεσις, θά εἶχαν ἀσφαλῶς μείνει νυχτωμένοι στό σκότος τῆς αἱρέσεως. Τό ὅτι ὁ ἅγιος δέν περιμένει τήν ἀπόφασι Συνόδου διά νά διακόψη τήν ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία, ἀλλά διδάσκει ὅτι ἕκαστος εἶναι ὑπεύθυνος διά νά κρίνη τό φρόνημα αὐτῶν μέ τούς ὁποίους ἐπικοινωνεῖ ἐκκλησιαστικά φαίνεται και ἀπό τό τέλος τῆς διδασκαλίας του πρός τούς μοναχούς πού λέγει: «Οὕτω γάρ διατελοῦντες καθαράν τήν πίστιν διατηρήσητε». Ἄν ὅμως οἱ μοναχοί ἐπερίμεναν τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου διά νά ἀποτειχισθοῦν ἀπό ὅλους αὐτούς, το μόνο πού θά κατώρθωναν θά ἦταν τό νά μή διωχθοῦν χάριν τῆς πίστεως, πλήν ὅμως ἡ πίστις των δέν θά ἦτο καθαρή, ἀλλά νοθευμένη καί κίβδηλη, ἐξαιτίας τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας. Τί θά ἔλεγε ἄραγε στούς σημερινούς μοναχούς καί μάλιστα τούς Ἁγιορεῖτες διά τόν Πατριάρχη των, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀρχηγός τῆς αἱρέσεως καί νυμφαγωγός τῆς Ὀρθοδοξίας πρός τόν Παπισμόν; Μήπως νά περιμένουν ἀπόφασι Συνόδου, ἤ τό λεγόμενο «κοινό ποτήριο», διά νά ἀποτειχισθοῦν; Ὅλα αὐτά φαίνεται ὅτι εἶναι σήμερα προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις καί προπέτασμα καπνοῦ, προκειμένου νά μή σηκώσωμε τό βάρος τῆς ὁμολογίας, τό ὁποῖον εἶναι ὁ διωγμός. Στό θέμα τῆς ἀπομακρύνσεως τῶν Ὀρθοδόξων ἀπό τούς αἱρετικούς ποιμένες πρέπει νά τοποθετήσωμε καί την συμφωνία πού ἔκανε ὁ Μ. Ἀθανάσιος καί ὁ αὐτοκράτωρ Κωνστάντιος. Ὁ αὐτοκράτωρ, μετά τήν ἀποκατάστασι τοῦ ἁγίου εἰς τήν Ἀλεξάνδρεια, ἐζήτησε ἀπό αὐτόν νά παραχωρήση εἰς τούς Ἀρειανούς τῆς Ἀλεξανδρείας ἕνα ναό, διά νά συγκεντρώνονται αὐτοί ἐκεῖ καί νά τελοῦν τά μυστήριά των. Ὁ ἅγιος τότε ὑποσχέθηκε νά τό κάνη αὐτό, ἐφ’ ὅσον καί ὁ αὐτοκράτωρ παρέδιδε στήν Κωνσταντινουπολι ἕνα ναό, διά νά συγκεντρώνωνται οἱ Ὀρθόδοξοι ἐκεῖ καί νά
τελοῦν τά ὀρθόδοξα μυστήρια. Καί ἀπό αὐτό τό γεγονός καταδεικνύεται ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι στήν Κωνσταντινουπολι αὐτήν τήν χρονική περίοδο δέν ἐπικοινωνοῦσαν μέ τούς αἱρετικούς ἐπισκόπους και κληρικούς, πρίν αὐτοί καταδικασθοῦν ἀπό Σύνοδο, καί προτιμοῦσαν νά μείνουν χωρίς ναό, διότι ὅλους τούς εἶχαν καταλάβει οἱ αἱρετικοί. Αὐτό, σέ ἀνάλογο περίπτωσι, το ἀναφέρει ὡς γεγονός ὁ ἅγ. Θεόδωρος ὁ Στουδίτης:
«....Παράδειγμα, τό τόν ἅγιον Ἀθανάσιον ὑπό Κωνσταντίου τοῦ βασιλέως παρακαλούμενον μίαν ταύτην χάριν παρασχέσθαι, τοῦ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ἕνα ναόν παραδοῦναι τοῖς Ἀρειανοῖς εἰς τό συνάγεσθαι,κατανεῦσαι, ἄνπερ ἐν Κωνσταντινουπόλει
λήψοιτο καὐτός τήν αὐτήν χάριν, τοῦ συνάγεσθαι τούς ὀρθοδόξους ἐν ἑνί ναῷ κατεχομένῳ ὑπό Ἀρειανῶν» (Φατοῦρος 549, 833,47).
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)