ΕΥΑΓΡΙΟΣ – ΔΗΜΟΦΙΛΟΣ: ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ;

Αξιότιμε κύριε Χατζηνικολάου

Με σεβασμό προς το πρόσωπό σας και την πρόσφατη συμβολή σας στο ζήτημα των λεγόμενων «παράλληλων επισκόπων», θα μου επιτρέψετε ορισμένες διευκρινίσεις αναφορικά με την περίπτωση του Ευάγριου και του Δημόφιλου, οι οποίοι –κατά τη γνώμη σας– υπήρξαν ταυτόχρονα επίσκοποι Κωνσταντινούπολης. Η εκκλησιαστική και ιστορική πραγματικότητα, ωστόσο, όπως μαρτυρείται από τις πηγές, δεν φαίνεται να επιβεβαιώνει την εν λόγω παραλληλία.

Κατ’ αρχάς, ο Δημόφιλος είχε καθαιρεθεί από τη Σύνοδο της πόλης του Αρίμινου το έτος 359 – γεγονός αναμφισβήτητο, όπως και εσείς ομολογείτε. Το 370, με τη στήριξη του τότε αιρετικού αυτοκράτορα, οι αρειανοί, οι οποίοι δεν είχαν αποδεχθεί την καθαίρεσή του γι’ αυτό και τον μετέθεσαν από την επισκοπή της Βέροιας και τον εγκατέστησαν στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης.

Κατά το ίδιο έτος, ο άγιος Ευστάθιος Αντιόχειας χειροτονεί τον Ευάγριο ως επίσκοπο Κωνσταντινούπολης, θεωρώντας τον θρόνο κενό· και αμέσως μετά έχουμε την εξορία και των δύο αυτών ανδρών υπό του τότε αιρετικού αυτοκράτορα Ουάλη.  Η πράξη αυτή (της χειροτονίας του Ευάγριου) στηρίζεται στη θεολογική και κανονική θέση ότι η καθαίρεση σημαίνει την αφαίρεση της ιεροσύνης, (είναι γνωστό ότι αυτό λένε οι Οικουμενικές Σύνοδοι). Συνεπώς, η εκκλησιαστική πραγματικότητα του 370 δεν μαρτυρεί ύπαρξη δύο ισότιμων και κανονικών επισκόπων, αλλά έναν κανονικά χειροτονημένο ορθόδοξο επίσκοπο τον Ευάγριο, σε αντίθεση προς έναν ήδη  καθαιρεμένο τον Δημόφιλο.

Εύλογα, βέβαια, γεννάται το ερώτημα: εφόσον η καθαίρεση συνεπάγεται – όπως ορθώς σημειώθηκε – την αφαίρεση της ιεροσύνης, πώς είναι δυνατόν ο μέγας Θεοδόσιος να αντιμετωπίζει τον Δημόφιλο ως επίσκοπο λίγο πρίν την δευτέρα Οικουμενική Σύνοδο; 

Η απάντηση εντοπίζεται εντός της εκκλησιαστικής παράδοσης: η εξήγηση είναι ότι προηγήθηκε αποκατάσταση - κανονική τακτοποίηση του Δημόφιλου από την πλευρά των ορθόδοξων. Η εκκλησιαστική πράξη προβλέπει, όταν πρόκειται για περιπτώσεις καθαιρεμένων και στην περίπτωσή μας για λόγο αίρεσης, ή και εκτός Εκκλησίας αιρετικών προσώπων, ότι προκειμένου να αναλάβει κάποιος εκ νέου επισκοπικά (ή και μη, αλλά πάντως ιερατικά) καθήκοντα· οφείλει προηγουμένως να έχει μετανοήσει και να έχει ομολογήσει την ορθόδοξη πίστη. Εν συνεχεία, απαιτείται η αποδοχή του από την Εκκλησία και η κανονική αποκατάσταση - τακτοποίηση της ιεροσύνης του και στον τόπο στον οποίο θα τοποθετηθεί ως κληρικός. Παρόμοιες περιπτώσεις έχουμε συναντήσει τόσο σε καθαιρεμένους για λόγο αίρεσης κληρικούς όσο και σε πρόσωπα εκτός Εκκλησίας, όπως πρώην παπικούς, οι οποίοι έγιναν δεκτοί  σε κοινωνία ακόμη και άνευ χειροτονίας κατ’ οικονομία. [Βλ. του μεγάλου Βασιλείου επιστολή 263 ¨τοις Δυτικοις¨  όπου αναφέρεται σε μία τέτοιου είδους περίπτωση  του πνευματομάχου Ευστάθιου Σεβάστειας. Η περίπτωση του Ευστάθιου, μάλιστα, παρουσιάζει δομική ομοιότητα με αυτήν του Δημόφιλου· και στους δύο διαπιστώνεται καθαίρεση, στη συνέχεια υποκριτική μετάνοια, και τελικώς η Εκκλησία προβαίνει – για λόγους ενότητας – σε αποδοχή και αποκατάσταση. Κατά συνέπεια, η κατανόηση της μίας περίπτωσης προσφέρει ερμηνευτικό κλειδί και για την άλλη].

Και πρέπει να προστεθεί εδώ, στην αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή δεν υπάρξει αυτή η κανονική αποκατάσταση – τακτοποίηση του καθαιρεμένου κληρικού· τότε οι ορθόδοξοι οι οποίοι έστω μόνο θα συμπροσευχηθούν μαζί του καθιστούν τους εαυτούς τους ακοινώνητους από τους υπόλοιπους ορθόδοξους και πρέπει να καθαιρεθούν και αυτοί. Είναι γνωστό ότι ισχύει η κανονική αρχή «ο κοινωνών ακοινωνήτω ακοινώνητος έστω και αυτός».  Ο δε 11 Αποστολικός Κανόνας εν προκειμένω είναι σαφής και προστάζει: «Εί τις καθηρημένω, Κληρικός ών, Κληρικώ συνεύξηται, καθαιρείσθω και αυτός». 

Το ουσιώδες, λοιπόν, ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: πότε επήλθε η αποκατάσταση – κανονική τακτοποίηση του Δημόφιλου; Έλαβε χώρα πριν από τη χειροτονία του Ευάγριου, οπότε πράγματι θα μιλούσαμε για παράλληλους επισκόπους; Ή συνέβη μεταγενέστερα, οπότε και δεν μπορεί να γίνει λόγος για τέτοια παραλληλία, καθότι η καθαίρεση του Δημόφιλου εξακολουθούσε να ισχύει κατά τη χειροτονία του Ευάγριου;

Η απάντηση είναι καθαρή και λογικά αναπόδραστη: δεν δύναται η αποκατάσταση του Δημόφιλου να είχε προηγηθεί της χειροτονίας του Ευάγριου. Διότι, σε μία τέτοια περίπτωση, δεν θα υφίστατο καμία ανάγκη χειροτονίας νέου επισκόπου· ο Δημόφιλος, ήδη μετανοημένος και αποδεκτός από τους ορθόδοξους, θα είχε επανέλθει στη θέση του επισκόπου κανονικώς και σε κοινωνία. Συνεπώς, η ύπαρξη της χειροτονίας του Ευάγριου τεκμηριώνει από μόνη της ότι ο Δημόφιλος κατά το έτος 370 δεν είχε αποκατασταθεί εκ μέρους των ορθόδοξων επισκόπων  στην ιεροσύνη  και  στον τόπο του.

Η αποκατάσταση του Δημόφιλου πραγματοποιήθηκε μετά την εξορία του Ευάγριου. Μόνο τότε ο Δημόφιλος κατέστη «δεκτός» εν τη Εκκλησία, και αυτό υπό την προϋπόθεση μετάνοιας και ορθόδοξης ομολογίας – αν και προσχηματικής (βλ. το απόσπασμα του μεγάλου Βασιλείου παρακάτω) –. Επομένως, δεν νοείται παραλληλία επισκόπων στο κρίσιμο χρονικό σημείο της χειροτονίας του Ευάγριου, αφού τότε ο θρόνος ήταν ουσιαστικά και κανονικά εν χηρεία.

Ακριβώς επ’ αυτού, ο μέγας Βασίλειος, στην επιστολή 48 «Ευσεβείω επισκόπῳ Σαμοσάτων», αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Η δε Κωνσταντινούπολις έχει τον Δημόφιλον πολύν ήδη χρόνον, ως και αυτοί ούτοι  απαγγελούσι και προκεκήρυκται πάντως τη οσιότητί σου. Και τι περί αυτόν πλάσμα [=false appearance (= ψεύτικη εμφάνιση), λεξικὀ Lampe]  ορθότητος και ευλαβείας παρά πάντων συμφώνως των αφικνουμένων θρυλείται, ως και τα διεστώτα της πόλεως μέρη εις ταυτόν συνελθείν και των πλησιοχώρων τινάς των επισκόπων την ένωσιν καταδέξασθαι».

Ο Δημόφιλος, δηλαδή, προσποιήθηκε τον ορθόδοξο, και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να πεισθούν κάποιοι πιστοί και κάποιοι επίσκοποι των περιχώρων και να ενωθούν μαζί του. Ο άγιος Βασίλειος δεν αναφέρει ρητώς πότε έγινε αυτό· ωστόσο, εκ των συμφραζομένων και των ιστορικών δεδομένων, συνάγεται ότι πρόκειται για γεγονός μεταγενέστερο της εξορίας του Ευάγριου, όπως ήδη τεκμηριώθηκε.

Περαιτέρω, ούτε γίνεται λόγος ρητώς για καθαίρεση ή αποκατάσταση του Δημόφιλου· πλην όμως αυτά εννοούνται, καθώς η καθαίρεσή του είναι αναντίρρητη και δεδομένη. Το αναγνωρίζετε άλλωστε και εσείς, σεβαστέ κύριε Χατζηνικολάου, στο άρθρο σας. Να ο λόγος για τον οποίο ο μέγας Θεοδόσιος, το έτος 379, θεωρεί τον Δημόφιλο ως επίσκοπο Κωνσταντινούπολης· διότι, επαναλαμβάνεται, υπήρξε αποκατάστασή του η οποία έλαβε χώρα μετά την εξορία του Ευάγριου.

Επομένως, το συμπέρασμα είναι σαφές: κατά την χειροτονία του Ευάγριου το 370, δεν υφίσταται καμία παραλληλία επισκόπων στην Κωνσταντινούπολη. Ο θρόνος, από εκκλησιολογικής άποψης, ήταν χηρεύων.

Και έτσι έχόντων των πραγμάτων ερχόμαστε στους δύο λόγους που αναφέρετε για να αποδείξετε ότι η περίπτωση Δημόφιλου - Ευάγριου αποτελεί περίπτωση παράλληλων επισκόπων.

 ·       «πρώτον δεν δύναται να θεωρηθή άκυρος η χειροτονία του Δημοφίλου το 370 και επομένως ούτε εν χηρεία ο θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως κατά την περίοδο 370-380, "διότι αρχαίον ην έθος το δέχεσθαι τους από αιρετικών χειροτονηθέντας" και εξής». 

 Εδώ χρειάζεται μία θεμελιώδης διάκριση, την οποία δυστυχώς παραβλέπετε, αγαπητέ κύριε Χατζηνικολάου: Άλλο πράγμα η χειροτονία και άλλο η καθαίρεση. Συγκεκριμένα:

 Η χειροτονία του Δημόφιλου δεν αμφισβητείται· ήταν έγκυρη, ή καλύτερα ενυπόστατη. Κανείς δεν ισχυρίζεται το αντίθετο. Ωστόσο, ακριβώς επειδή η χειροτονία του ήταν έγκυρη που δι’ αυτής έλαβε την ιεροσύνη ο Δημόφιλος, μπορούσε και να του αφαιρεθεί (η ιεροσύνη) μέσω έγκυρης και νόμιμης καθαίρεσης – η οποία και έγινε στη Σύνοδο της πόλης του Αρίμινου το 359. Η καθαίρεση δεν ακυρώνει τη χειροτονία (δεν σημαίνει ότι δεν έγινε ποτέ), αλλά έχει ακριβώς το νόημα της αφαίρεσης της ιεροσύνης που με τη χειροτονία έλαβε[1].

Το αν «ἀρχαῖον ἦν ἔθος» να γίνονται δεκτοί όσοι χειροτονήθηκαν από αιρετικούς όταν υπάρχει καθαίρεση όπως εν προκειμένω αφορά την αποδοχή μετά από αποκατάσταση – όχι τη χρονική στιγμή πριν από αυτήν.

 Επομένως, η βάση του συλλογισμού σας είναι εσφαλμένη, και όλα τα επόμενα που εξαρτώνται από αυτήν καταλήγουν επίσης εσφαλμένα. Η σωστή θεμελίωση του επιχειρήματος πρέπει να γίνει ως εξής:

 Δεν δύναται να θεωρηθή άκυρη η καθαίρεση του 359 του Δημόφιλου – όπως ἐσφαλμένως γράφετε περί ακυρότητα της χειροτονίας του – και εφόσον δεν υπήρξε αποκατάστασή του από τους ορθόδοξους μέχρι και την εξορία του Ευάγριου το 370, ο θρόνος της Κωνσταντινούπολης ήταν εν χηρεία κατά την χειροτονία του ορθόδοξου Ευάγριου. Κατά συνέπεια, δεν υπήρξαν παράλληλοι επίσκοποι το έτος 370. Η χειροτονία του Ευάγριου τελέσθηκε επί χηρεύοντος επισκοπικού θρόνου ως προς τους ορθόδοξους.

Αντιθέτως, μετά την εξορία του Ευάγριου και εφόσον υπήρξε αποκατάσταση του Δημόφιλου, έστω και εξαιτίας υποκριτικής μετάνοιας, τότε πράγματι ο θρόνος δεν ήταν εν χηρεία· αλλά αυτό αφορά μεταγενέστερο στάδιο, όχι τη χρονική στιγμή της χειροτονίας του Ευάγριου.

Το ερώτημα, επαναλαμβάνω, δεν είναι αν ήταν έγκυρη η χειροτονία του Δημόφιλου – αυτό είναι δεδομένο. Αλλά αν ισχύει η καθαίρεσή του κατά την χειροτονία του Ευάγριου το 370, δηλαδή αν ο Δημόφιλος είχε αποκατασταθεί μέχρι τότε. Και η απάντηση, όπως αποδείχθηκε, είναι όχι.

Συνεπώς, και η αναφορά σας στον Δοσίθεο – «διότι ἀρχαῖον ἦν ἔθος τὸ δέχεσθαι τοὺς ἀπὸ αἱρετικῶν χειροτονηθέντας» – ναι μεν αληθής, αλλά αφορά την μεταγενέστερη αποδοχή του Δημόφιλου μετά την αποκατάστασή του και όχι την κατάσταση πριν από τη χειροτονία του Ευάγριου. Αυτή η αποδοχή, όπως ήδη τεκμηριώθηκε, είχε την αναγκαία προϋπόθεση μετάνοιας και ορθόδόξης ομολογίας, αν και υποκριτικής – όπως και στην περίπτωση του Ευστάθιου Σεβάστειας, για την οποία ο μέγας Βασίλειος γράφει στην επιστολή 263 «τοις Δυτικοίς».

 ·      «Δεύτερον, εάν το 380 ο Δημόφιλος εθεωρείτο όντως καθηρημένος, όπως υποστηρίζει ο πατήρ Ευγένιος, ο Αυτοκράτωρ Άγιος Θεοδόσιος, ο οποίος εξεδίωξε τον Δημόφιλον επειδή ήτο αιρετικός, δεν θα επεκαλείτο την αίρεση του Δημόφιλου δια να τον εκβάλλη του θρόνου, αλλ’ ως πολιτική αρχή και εγγυητής της εννόμου τάξεως εις την Αυτοκρατορίαν, θα επεκαλείτο την καθαίρεσιν του 359 και θα έλεγεν εις αυτόν: "εφόσον είσαι καθηρημένος, φύγε από τον θρόνο". Αντ’ αυτού όμως του είπεν: " ή προσθέσθαι τω ομοουσίω ή της πόλεως εξιέναι όπερ μάλλον εποίησεν "».

 Ο μέγας Θεοδόσιος δεν μπορούσε να επικαλεστεί την καθαίρεση του Δημόφιλου διότι υπήρχε η αποκατάσταση του μετά την εξορία του Ευάγριου και δια τούτο του ζήτησε να ακολουθήσει την ορθόδοξη πίστη. ( Έγραψα παραπάνω αρκετά γι’  αυτό  ας ανατρέξει ο αναγνώστης ).

Δεν συμφωνούν λοιπόν αγαπητέ κύριε Χατζηνικολάου τα επιχειρήματα σας με τις πηγές ως προς την περίπτωση Δημόφιλου – Ευάγριου ως προς την ύπαρξη παράλληλων επισκόπων. Οι πηγές θέλουν τον Ευάγριο να χειροτονήθηκε σε επισκοπή στην οποία είχαν εγαταστήσει καθαιρεμένο επίσκοπο οι αρειανοί. ( Επαναλαμβάνεται και εδώ ότι, η αποκατάστασή του στην ιεροσύνη και στον τόπο του από τους ορθόδοξους συνέβη μετά την εξορία του Ευάγριου).

 Μετά της εν Χριστώ αγάπης

Νικόλαος Τριανταφύλλου



[1] Αλλά και αν εκληφθεί η καθαίρεση όχι ως αφαίρεση «αλλ’ ως αργήν μένειν και μη εις ενέργειαν και πράξιν βαλλομένην» την ιεροσύνη, (βλ. οσίου Νικοδήμου, Πηδάλιον, σελ. 29). Και πάλι στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουμε, ότι ο θρόνος ήταν κενός. Ο δικαίως καθαιρεμένος για αίρεση κληρικός δεν χάνει μεν την ιεροσύνη του αλλά δεν μπορεί να την ενεργήσει. Άλλωστε όλες οι σύνοδοι εφόσον πρώτα καθαιρούσαν μετά χειροτονούσαν και εγκαθιστούσαν νέους κληρικούς στους τόπους των καθαιρεμένων. Αυτὸ δείχνει ότι εξελάμβαναν τους θρόνους εν χηρεία. Και στην περίπτωσή μας ο Δημόφιλος ήταν δικαίως καθαιρεμένος για αίρεση που δεν είχε αποκατασταθεί στην ιεροσύνη και στον τόπο του από τους ορθόδοξους τουλάχιστον μέχρι την εξορία του Ευάγριου. 

 

Ο Παλαιός των Ημερών -- του Σταύρου Ασλανίδη

Μέρος Α΄

Δύο σχολαστικές ερμηνείες συγκρούονται για την – σε αυτούς «ξένη» – υπεράνω των αισθητών κατάσταση της θέωσης.

Σήμερα το όραμα του Δανιήλ ερμηνεύεται κατά κανόνα με δύο σχολαστικές θεωρίες, οι οποίες, επιφανειακά ή κατ’ επίφασιν, αντιμάχονται μεταξύ τους. Καθεμιά καυχάται ότι κατέχει την αλήθεια και προσπαθεί να αποδείξει το ψέμα της άλλης. Το παράξενο είναι ότι ο καθένας τους βλέπει το πρόβλημα, αλλά μόνο στον άλλον· διακρίνει τη σχολαστική διάθεση μόνο στην απέναντι πλευρά. Ενώ αμφότεροι διαιρούν τον Θεό, αμφότεροι κατηγορούν τους άλλους ότι Τον διαιρούν. Κι ενώ έχουν καρφωμένο στο μυαλό τους το ψέμα, βλέπουν το καρφί στο μάτι του άλλου. Ωστόσο χρειάζεται άνωθεν βοήθεια για να δουν μέσα τους, «ἐν τῷ φωτὶ ἰδεῖν φῶς», ώστε να προσεγγίσουν την απάντηση πέρα από τη σχολαστική ερμηνεία.

Διαστρεβλώνουν τον απλό Θεό, Τον κάνουν σύνθετο, απρόσιτο και ακατάληπτο. Τον παρουσιάζουν συμβολικό και Τον μετατρέπουν σε άθροισμα θεών, οι οποίοι, με ξεχωριστά πρόσωπα, προβάλλονται σε εικόνες. Τον ένα Θεό, είτε Τον ερμηνεύουν ως τρεις ατομικές μονάδες, είτε διαχωρίζουν τη μία υπόσταση του Χριστού σε δύο χωριστές φύσεις. Αρνούνται να σεβαστούν την αλήθεια ότι ο Θεός δεν είναι σύνθεση κανενός, δεν διαιρείται σε κομμάτια και είναι ο μόνος πραγματικά και πάντοτε Απερίγραπτος. Παραβλέπουν ότι αποκαλείται “Ἀσχημάτιστος” όχι για σχολαστικούς ή σωματικούς λόγους· -πρέπει να Τον αφήνουμε έξω από τους φυσικούς νόμους και συνήθειες, διότι ο Απερίγραπτος Θεός σημαίνει παντελή άγνοια εκ μέρους μας – γι’ αυτό και στερείται κάθε συμβόλου.

Ο αόρατος άγγελος, η ψυχή και το πνεύμα του ανθρώπου είναι κτιστές υπάρξεις και αυτά μπορούν να συμβολιστούν. Ας μη συγχέουν κάποιοι, τα δεύτερα με τα πρώτα· το γεγονός ότι στα κτιστά αποδίδονται συμβολικά σχήματα δεν σημαίνει πως μπορούμε να κάνουμε το ίδιο στα πρόσωπα του Θεού. Τα ατομικά σύμβολα και η τριπρόσωπη παράσταση δηλώνουν τριθεΐα.

Μόνο τα κτιστά όντα έχουν διαστάσεις, τοπικό περιορισμό, χρόνο εμφάνισης, σύμβολα και κοινωνική θέση στον κόσμο. Ο Θεός είναι “ὁ Ὤν”, ο μόνος άκτιστος. Δεν έχει ορισμό, καθορισμό, σύμβολο, όνομα ή αντιπροσώπους, παρά μόνον τον Χριστό. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι ο μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων· Αυτός είναι η “ὁδός”, η “Θύρα”, ο “Αρχιερέας”, το ενυπόστατο “Σύμβολο”, το “ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα” και η μόνη “εἰκών” του Πατρός. Κάθε άλλος «θεός» ή «σύμβολο» δίπλα στη μοναδική μορφή Του εκφράζει χριστομαχία. Μόνον Αυτός, χωρίς παράλληλες ενέργειες και σύμβολα, μας έφερε τη σωτηρία, δηλαδή την ενυπόστατη κοινωνία ανθρώπου και Θεού.

«Εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Πατρός».

Εντούτοις οι άνθρωποι, χωρίς τη χάρη του Θεού, ρέπουν στην πλάνη και στην αμαρτία. Από τα προϊστορικά χρόνια θέλουν να έχουν μορφή, εικόνα, είδωλο του Θεού τους· επιζητούν με κάθε τρόπο την οικειότητα μαζί Του.

Ας επανέλθουμε, λοιπόν, για να δούμε τι πράττει και πώς ερμηνεύει καθεμιά από τις δύο ομάδες.

Η πρώτη σχολαστική ομάδα «κομματιάζει» τον Τριαδικό Θεό. Θέτει αυτοτελώς τον Πατέρα· εισάγει την ατομική Του υπόσταση αυτόνομα στον χρόνο και στον χώρο. Μαζί Του – δίπλα ή χωριστά Του και πάντως με αυτόνομη, ή κατ’ άλλους μερικώς αυτόνομη, παρουσία – πλαισιώνουν τη μορφή που αποδίδεται στον Πατέρα, τοποθετώντας δίπλα Του τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Αν θελήσουμε να αποδώσουμε εικαστικά τη διάταξή τους, θα λέγαμε ότι σχηματίζεται μια σαφής τριάδα, με ξεκάθαρο «προσωπικό χώρο» για καθέναν: ο ένας βρίσκεται εδώ, ο άλλος είναι εκεί και, παραπέρα, τοποθετείται το Άγιο Πνεύμα.

Η ομάδα αυτή, ενώ η ίδια τεμαχίζει τον Θεό σε τρία ατομικά πρόσωπα, εντούτοις παρατηρεί και κατηγορεί τη δεύτερη ομάδα, η οποία ερμηνεύει το όραμα του Δανιήλ υποστηρίζοντας σαν ερμηνεία, τον διαχωρισμό των δύο φύσεων του Χριστού. Με άλλα λόγια, η πρώτη ομάδα προσπερνά επιπόλαια τον εαυτό της, το γεγονός ότι η ίδια αποδέχεται χωριστά τα θεία πρόσωπα και παρουσιάζει αυτοτελώς τον Πατέρα και τον Υιό, ενώ διαμαρτύρεται όταν κάποιοι άλλοι «διαιρούν» τον Χριστό στα δύο, σύμφωνα με τις δύο φύσεις Του.

Η δεύτερη ομάδα, με τη σειρά της, ερμηνεύει «αθεολόγητα» το όραμα του Δανιήλ. Υποστηρίζει ότι αποκαλύπτεται εκεί η έλευση και η ένωση των δύο φύσεων του Χριστού: δήθεν φαίνεται ο «Υιός του ανθρώπου», να πλησιάζει και να κάθεται στα δεξιά από τον «άσαρκο Υιό του Θεού», που είναι – κατά την ερμηνεία τους – ο «Παλαιός των Ημερών». Έτσι, ενώ και οι ίδιοι ασεβούν χωρίζοντας το πρόσωπο του Χριστού στα δύο, εναντιώνονται στην πρώτη ομάδα. Έτσι, περιορίζουν την υπεράσπιση της αλήθειας στην μισή πλάνη των άλλων, κρύβοντας την άλλη μισή που είναι σε αυτούς: τους ενοχλεί μόνο η ερμηνεία που ξεχωρίζει τα τρία πρόσωπα και εικονίζει τον Πατέρα αυτοτελώς.

Ωστόσο ούτε οι μεν, ούτε οι δε, κατορθώνουν να ξεφύγουν από ολόκληρο τον σχολαστικισμό και από την υποδούλωσή τους στη λογική. Δεν μπορούν να πιστέψουν ότι υπάρχει και μία άλλη, μη λογικά κατανοητή, ερμηνεία. Δεν αντιλαμβάνονται ότι άλλο είναι η ύπαρξη των τριών προσώπων – Πατήρ, Υιός, Πνεύμα –, άλλο η ένωση των δύο φύσεων του Χριστού – Θεϊκή και ανθρώπινη φύση - και άλλο το Απρόσιτο και το Απερίγραπτο του Θεού. Αυτή η διαφορά μάς υποχρεώνει να δεχθούμε ότι κανείς δεν μπορεί να Τον προσεγγίσει· κι ενώ μένουμε μακριά Του, μπορούμε, διά της μίας και μοναδικής “Γέφυρας”, του ενός “Μεσίτη”, να έχουμε το ένα “Όνομά” Του, τη μία “Εικόνα” Του, τη μία “Προσκύνησή” Του, μπορούμε χριστοκεντρικά να προσεγγίζουμε τον Όλο Θεό.

Στο όραμα, λοιπόν, του Δανιήλ φαίνεται μόνον η πνευματική διάσταση των δύο «υπάρξεων» του Θεού. Αυτή η δυάδα της ύπαρξης του Θεού και όχι της διαίρεσης Του, φαίνεται είτε αναφερόμαστε στα τρία πρόσωπά Του είτε στις δύο φύσεις του Χριστού. Ούτε στην πρώτη ούτε στη δεύτερη περίπτωση διασαλεύεται η ενότητα του Θεού, η μορφή, το όνομα και η μοναδική προσκύνηση του Θεού. Μιλάει πάντοτε για αυτήν την Μονάδα του Θεού η υμνολογία, αν τη δει κανείς συνολικά και όχι αποσπασματικά. Άλλοτε αναφέρεται στον Πατέρα και στον Υιό Του, άλλοτε στη θεϊκή και στην ανθρώπινη φύση του Χριστού.

Έτσι τα λόγια του οράματος δεν «κομματιάζουν» τον Θεό, αλλά μιλούν για το μυστήριο της αδιαιρέτου διακρίσεώς Του. Σε καμία περίπτωση, με κανένα σύμβολο και σε κανέναν βαθμό, τα λόγια αυτά δεν εισέρχονται στο «είναι» του Θεού – στο ποιος είναι ο Θεός. Απλά τονίζουν ότι υπάρχει Τριαδικός Θεός και ότι, κατά την ύπαρξή Του, έχει τρία πρόσωπα. Επιπλέον προαναγγέλλουν ότι θα έρθει ο Μεσσίας τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος και, κατά την ύπαρξή Του, θα έχει – αχώριστα – ενωμένες τις δύο φύσεις σε ένα πρόσωπο.

Όλα αυτά συνιστούν πράγματι μια τρέλα: ενώ οι δύο ερμηνείες συμπλέουν μεταξύ τους και διαδίδουν τα ίδια ψεύδη, η «πόλωση» τους, αντί να τους οδηγήσει στο ράγισμα και στον προβληματισμό των ιδίων, αυτοί σχίζουν και συνθέτουν τον Θεό τους· και, σαν να μην αρκεί αυτό, αλληλοαφορίζονται!

Τελικά, όμως, είναι περισσότερα αυτά που τους ενώνουν απ’ όσα δήθεν τους διαφοροποιούν. Στις ουσιαστικές αρχές συμφωνούν μεταξύ τους: διαχωρίζουν, τεμαχίζουν και περιγράφουν σχολαστικά τον Θεό τους, ενώ η φαινομενική διαφωνία έγκειται μόνο στο πού εντοπίζεται η διαίρεση και ποιος είναι ο «συμβολικά» περιγραπτός Θεός. Στην πρώτη περίπτωση διαιρούν τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδας, στη δεύτερη τις δύο φύσεις του Χριστού. Στη μία περίπτωση εικονίζεται ο Πατήρ, στην άλλη ο Υιός. Έτσι, η «διαφωνία» τους, δεν είναι εποικοδομητική, δεν συμβάλει στο να θεραπεύσει, αλλά προσθέτει πλάνη στην πλάνη. Αδιαμαρτύρητα παραδέχονται και οι δύο ότι υπάρχει, έστω, ένα πρόσωπο του Θεού που μπορεί να φανερωθεί, να εικονιστεί και να προσκυνηθεί ατομικά· η διαφορά τους είναι στο ποια είναι η ονομασία Του! Η μία ομάδα λέει ο ασώματος πατέρας και η άλλη η ασώματος φύση του Χριστού!

Η αιτία της πλάνης σε αμφότερες τις δύο ομάδες, είναι η έλλειψη σεβασμού στο άρρητο του Θεού. Όπως συμβαίνει σε κάθε ιστορικό γεγονός, η σχολαστική ερμηνεία θέλει να ξέρει και για τον Θεό «ποιος είναι ποιος» και ποιες οι κινήσεις του. Έτσι στέκονται και στον «Παλαιό των Ημερών» – δίνει αυθαίρετες ερμηνείες στα σημεία που η διήγηση τα καλύπτει με γνόφο – . Ενώ η Γραφή τα προσπερνά με υποτυπώδη αναφορά, επειδή ακριβώς πρόκειται για μυστήριο, εκείνοι κομπάζουν ότι μπορούν να τα ερμηνεύσουν, να τα καταστήσουν απλά και κατανοητά σε όλους και να αποδώσουν το περιστατικό με κάθε λεπτομέρεια. Έτσι τολμούν να ερμηνεύουν τα άρρητα, αποπειρώνται να μας πούνε “ποιος είναι ποιος”, “ποια είναι η θέση του καθενός προσώπου” και ποια η “συνολική εικόνα” Του. Έτσι, εξιχνιάζουν τα «ἀνερμήνευτα» ρήματα της Αγία Γραφής και ταυτοποιούν σχολαστικά τα πρόσωπα του Θεού, ρυθμίζοντας – δήθεν – το βίωμα και την παρουσία Του!

Η διαφορά των δικών τους ερμηνειών, από ό,τι λέμε εμείς, είναι ότι εμείς επιμένουμε στο να προηγείται και να οδηγεί την ερμηνεία το δόγμα. Ο Τριαδικός Θεός είναι πάντοτε απερίγραπτος, με τρία πρόσωπα αδιαίρετα, ομοούσια και με μία φύση. Επιπλέον ο Χριστός είναι περιγραπτός, «κατελθὼν ἐξ οὐρανοῦ» για τη σωτηρία μας, έφερε την δυνατότητα και Αυτός είναι η όραση του Θεού, έχοντας δύο φύσεις «ἀδιαιρέτως» σε ένα πρόσωπο. « Ἐξ Αὐτοῦ, δι’ Αὐτοῦ καὶ εἰς Αὐτὸν» είναι η σωτηρία. Ο Χριστός δεν είναι αποκομμένο πρόσωπο – το ένα από τα τρία-, αλλά είναι πλήρης Θεός: στο πρόσωπό Του προσκυνείται: ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα.


Η εικονική παράσταση

Συμπερασματικά, καθεμιά ομάδα κατέχει τη μισή αλήθεια και όλο το ψέμα. Η μία ισχυρίζεται ότι στην Παλαιά Διαθήκη φάνηκε ο Πατήρ, η άλλη ότι φάνηκε ο Υιός – κι υπάρχουν κι άλλοι που λένε ότι άλλοτε φάνηκε ο ένας Θεός, άλλοτε ο άλλος. Αμφότερες πάντως αποδέχονται ότι το όραμα μπορεί να αποδοθεί εικαστικά με ένα γέροντα που έχει στα δεξιά του, ένα νεότερο, τον Χριστό. Συμφωνούν ότι ο ένας εικονιζόμενος είναι «κατάλευκος» και ονομάζεται «Παλαιός των Ημερών», ενώ στον νεότερο σχηματίζουν το φωτοστέφανο Του με ένα σταυρό.

Ενώ οι ίδιοι δεν παραδέχονται ότι ομοδοξούν, εντούτοις τούς προδίδει η αποδοχή της ίδιας εικόνας. Έτσι ακόμα και η κοινή παραδοχή μιας παράστασης με τους δύο άντρες, επιβεβαιώνει την ομοπιστία τους, αποδεικνύοντας ότι μόνο επιφανειακή είναι η διαφωνία τους.

Οι μεν λένε: «Δεχόμαστε την εικόνα των δύο στον θρόνο, διότι εκφράζει τη διάκριση Πατρός και Υιού». Οι δε λένε: «Δεχόμαστε την ίδια εικόνα, αλλά ο “Παλαιός των Ημερών” είναι ο Υιός, ενώ ο νεότερος συμβολίζει την ανθρώπινη φύση του Χριστού». Και οι δύο, λοιπόν, κρατούν την ίδια εικόνα· η μόνη διαφορά δηλώνεται στις επιγραφές του φωτοστέφανου Τους! Και οι δύο κομματιάζουν τον Θεό και, ενώ διαφωνούν για το πού αναφέρεται η διαίρεση, συνασπίζονται γύρω από μια διαιρεμένη παράσταση. Συμφωνούν και προσκυνούν και οι δύο, πλήθος «θεών» – . Ο γέροντας στα αριστερά, ο νεαρότερος στα δεξιά. Διαφωνούν στο “ποιος είναι ποιος”· συμφωνούν στην σχολαστική ερμηνεία, αποπειρώνται και οι δύο στο να πουν “ποιος είναι ποιος”. Οι μεν δέχονται διαίρεση στα τρία πρόσωπα, οι δε στις δύο φύσεις. Έτσι αμφότεροι αποδέχονται την αισθητή παράσταση δύο ανδρών· οι μεν λένε ότι εικονίζεται ο Πατήρ και ο Υιός, οι δε ότι εικονίζεται ο Υιός και η ανθρώπινη φύση του Χριστού.

Δεν παρατίθεται αντίγραφο της εν λόγω παράστασης, διότι αποτελεί ύβρη προς τον Θεό. Αντίθετα λέμε: «Εἷς ὁ Θεός» – Αυτός είναι Απρόσιτος και Αΐδια ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα· Αυτός, ο «Παλαιός των Ημερών», ο «Παντοκράτωρ»· και η προσκύνηση Του, αναφέρεται πάντοτε και μόνο σε Εκείνον.

Η κατάρρευση του δυτικού αιρετικού Χριστιανισμού

Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός διαβεβαίωσε πως η Εκκλησία Του δεν θα καταλυθεί ποτέ, διότι, «πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματθ.16,18). Το ότι οι «εκκλησίες» της δυτικής χριστιανοσύνης καταρρέουν και σβήνουν σημαίνει σαφέστατα ότι  δεν είναι η Εκκλησία του Χριστού! Οι αιρέσεις και τα σχίσματα έχουν ημερομηνία λήξης, σε αντίθεση με την αληθινή Εκκλησία, η οποία, σύμφωνα με τον Ιερό Χρυσόστομο: «αὕτη δὲ ὑπὲρ τῶν οὐρανῶν ἀναβέβηκε. τοιοῦτον ἔχει μέγεθος ἡ ᾿Εκκλησία· πολεμουμένη νικᾷ· ἐπιβουλευομένη περιγίνεται· ὑβριζομένη, λαμπροτέρα καθίσταται· δέχεται τραύματα, καὶ οὐ καταπίπτει ὑπὸ τῶν ἑλκῶν· κλυδωνίζεται, ἀλλ’  οὐ καταποντίζεται· χειμάζεται, ἀλλὰ ναυάγιον οὐχ ὑπομένει· παλαίει, ἀλλ’ οὐχ ἡττᾶται· πυκτεύει, ἀλλ’ οὐ νικᾶται…»[13]! Δεν θα σβήσει στους αιώνες, διότι ο Χριστός, «ἐστιν ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος, τῆς ἐκκλησίας» (Κολ.1,18) και είναι αιωνίως παρών σε αυτή «πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ.28,20)! Εφόσον ο Χριστός είναι αιωνίως ακατάλυτος, και η Εκκλησία Του, το Πανάγιο Σώμα Του, είναι ακατάλυτη!

ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΓΚΛΩΒΙΣΜΟΝ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΕΩΣ -- Γράφει ἡ κ. Δάφνη Βαρβιτσιώτη, ῾ Ιστορικὸς

῾Ελλάς καί «Kοινωνική Kατοικία»:                                                                                                                                            Πρός τό παρόν, ἡ ῾ Ελλάς ἀντιμετωπίζει τό ζήτημα τῆς στεγάσεως τοῦ ἀτέρμονος ἀριθμοῦ λαθρομεταναστῶν (μουσουλμάνων, ὡς ἐπί τό πλεῖστον), μέ τίς προτεινόμενες ἀπό τόν νομάρχη κ. Σγουρό ἀναγκαστικές ἀπαλλοτριώσεις ἐγκαταλελειμμένων δημοσίων καί ἰδιωτικῶν ἀκινήτων, μέ τήν πολυδάπανη μετατροπή ἄδειων στρατοπέδων σέ «κέντρα ὑποδοχῆς καί κράτησης» —και τήν κρατική συντήρησή τους εἰς τό διηνεκές—, μέ (μάταιες) ἐκκλήσεις πρός τήν Ε.Ε. καί μέ (ἀκόμα πιό μάταιες καί ἐξευτελιστικές) ἐπικλήσεις πρός τήν Τουρκία. Αὔριο, πῶς μέλλει νά ἀντιμετωπίσει τό ἀενάως διογκούμενο πρόβλημα τῆς «Κοινωνικῆς Κατοικίας» καί πῶς μέλλει νά διασφαλίσει τήν «κοινωνική συνοχή» τῆς χώρας; Μήπως ἡ σωτήρια λύσις θα προκύψει μέσῳ τῆς «ἰσόρροπης» ἀνακατανομῆς τῶν στοιχείων τοῦ—χρηματοδοτηθέντος ἀπό την Ε.Ε. καί ἐφαρμοσθέντος στά κράτη – μέλη της— Κτηματολογίου; Μέ γνώμονα τίς σημερινές ἀσφυκτικές, ἀνελεύθερες καί ἐπικίνδυνες συνθῆκες διαβιώσεως στήν ῾Ελλάδα, τίθεται καί τό ἑπόμενο καίριο ἐρώτημα: ὅταν πραγματοποιηθεῖ πλήρως ἡ πρόβλεψις τοῦ Ο.Η.Ε., ἤ ὅταν ἐφαρμοσθεῖ ἡ νέα στεγαστική πολιτική τῆς Ε.Ε., ἤ ὅταν ἐπισυμβοῦν τά λεχθέντα, τό 2001, ὑπό ῾ Αγιορειτῶν μοναχῶν στόν μακαριστό Θεόκλητο Διονυσιάτη, πόσος ζωτικός χῶρος θα ἀπομείνει στούς μειονοτικούς, πλέον, ὀρθοδόξους ῾Ελληνες, για τήν ἄσκηση τῆς ἐλευθερίας τῆς βουλήσεώς τους (ἐάν, βεβαίως, ἐπιβιώσουν);


Ο ΠΡ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ: ΥΠΟΔΕΧΤΗΚΑΤΕ ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ ΤΟΝ ΑΦΟΡΙΣΜΕΝΟ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟ!

 Γράφει ο Μητροπολίτης πρώην Καλαβρύτων Αμβρόσιος σε επιστολή του στο ΕΚΚΛΗΣΙΑ ONLINE – Ἡ θερμοτάτη ὑποδοχή τοῦ Πρωθυπουργοῦ κ. Κυριάκου Μητσοτάκη εἰς τό Ἅγιον Ὄρος ἐπλήγωσε βαθύτατα την ἀρχιερατικήν μας καρδίαν. Μέχρι χθές τό Ἁγιώνυμον Ὄρος ἦτο γνωστόν διά τήν αὐστηρότητα τῶν ἠθῶν του, διά τήν μεγάλην ἀφοσίωσιν εἰς τόν Σωτῆρα Χριστόν καί διά τήν προάσπισιν τῆς ἀμωμήτου πίστεως ἡμῶν, ἤτοι τῆς Ἁγιωτάτης Ὀρθοδοξίας μας!

Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡμεῖς ὁ ἀνάξιος δοῦλος τοῦ Χριστοῦ, κατά τήν 25ην Ἀπριλίου τοῦ ἔτους 2020, ἡμέραν Σάββατον, ἀφωρίσαμεν τον Πρωθυπουργόν καί δύο εἰσέτι Κυβερνητικά Πρόσωπα.

Αἰφνιδίως, καί δυστυχῶς, σήμερα ὅλα ἄλλαξαν! Οἱ ἁγιώτατοι Ἁγιορεῖτες Πατέρες μας ΜΕΤΑ ΠΑΣΗΣ ΛΑΜΠΡΟΤΗΤΟΣ ὑποδέχονται ἐπισήμως εἰς τό Πρωτᾶτον τόν ΑΦΩΡΙΣΜΕΝΟΝ Πρωθυπουργόν τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος σύν τοῖς ἄλλοις ἀνεγνώρισεν ἐπισήμως καί ἐνομοθέτησεν τόν ΓΑΜΟΝ ΤΩΝ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΩΝ, ἀλλοιώνονας τό περιεχόμενον τῆς Ἠθικῆς Διδασκαλίας τῆς Μητρός Ἐκκλησίας! Σημειώνουμε δέ καί τό γεγονός, ὅτι ἕνας ἐξ αὐτῶν Ἡγούμενος κάποιας Ἱερᾶς Μονῆς ἐπί πλέον ΑΣΠΑΣΘΗΚΕ ΤΟ ΧΕΡΙ τοῦ κ. Μητσοτάκη!!!!!!

Φαίνεται, λοιπόν, ὅτι ὅλοι αὐτοί οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες, ἔχουν λησμονήσει τό γεγονός ὅτι κατά τήν 25ην Ἀπριλίου τοῦ ἔτους 2020, ἡμέραν Σάββατον, ἡμεῖς ἀφωρίσαμεν α) τόν κ. Κυριάκον Μητσοτάκην, β) τήν καν Νίκην Κεραμέως καί

γ) τόν κ. Νικόλαον Χαρδαλιᾶν! μέ τά ἑξῆς λόγια, τά ὁποῖα εἶναι ἕνα μέρος τοῦ Ἀφορισμοῦ:
«Οφειλετικώς προνοούμενοι
του πνευματικού συμφέροντος σύμπαντος του Ορθοδόξου Πληρώματος,
αφορίζομεν
και εκκόπτομεν τούτους τέλεον του Σώματος της Μητρός ημών Εκκλησίας προδόταςς και πολεμίους της αμωμήτου Ημών Πίστεως και της Εκκλησίας του Χριστού !
Αφωρισμένοι είησαν παρά της Υπεραγίας, Ομοουσίου, Ζωοποιού και αδιαιρέτου Τριάδος, του ενός τη φύσει Θεού κυρίου Παντοκράτορος, ως και παρά της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, της και Τρυπητής επονομαζομένης,

Κατηραμένοι, ασυγχώρητοι, και μετά θάνατον άλυτοι και τυμπανιαίοι έστωσαν,
Κληρονομήσειεν την λέπραν του Γιεζή και την αγχόνην του προδότου Ιούδα. Σχισθείσα η γη καταπίοι αυτούς ως τον Δαθάν και Αβειρών.
Είησαν υπόδικοι τω αιωνίω αναθέματι και υπέκαυμα της ατελευτήτου κολάσεως,
Έχοιεν δε και τας αράς απάντων των Οικουμενικών Συνόδων και λοιπών αγίων Πατέρων.
Ο δε Θεός της υπομονής και της παρακλήσεως δώη ημίν το αυτό φρονείν εν αλλήλοις, κατά Χριστόν Ιησούν, ίνα ομοθυμαδόν και εν ενί στόματι δοξάζωμεν τον Θεόν και Πατέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού (Ρωμ. 1,5), Ού η χάρις και το άπειρον έλεος είησαν μετά πάντων υμών. Αμήν»!
Ταῦτα πάντα, ὡς φαίνεται, εἴτε ἠγνόησαν, εἴτε ἐλησμόνησαν οἱ σεβάσμιοι Ἁγιορεῖτες Καθηγούμενοι καί λοιποί Πατέρες, ὁπότε, ἐπαναλαμβάνομεν, καί ὑπεδέχθησαν μετά πάσης λαμπρότητος ΕΝΑΝ ΑΦΩΡΙΣΜΕΝΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΝ!

Ἡ συμπεριφορά των αὐτή ἐπλήγωσε τήν ἀρχιερατικήν μας ψυχήν, ὁπότε ἠναγκάσθημεν νά ἀποστείλωμεν εἰς τόν Γέροντα Ἀβραάμ Λαυριώτην, τόν Πρωτεπιστάτην τοῦ Ἁγίου Ὄρους τό κάτωθι μήνυμα:

Αἴγιον, τῇ 5ῃ Ίουλίου 2025

Ὁσιώτατε Γέροντα π. Ἀβραάμ Λαυριώτη,
Πρωτεπιστάτα τοῦ Ἁγίου Ὄρους,
Παρακαλῶ νά δεχθῆτε τά βαθύτατα συλλυπητήριά μου διά τό γεγονός, ὅτι ὑπεδέχθητε μετά πάσης ἐπισημότητος τόν Πρωθυπουργόν κ. Κυριάκον Μητσοτάκην, ὁ ὁποῖος ΕΙΝΑΙ ΑΦΩΡΙΣΜΕΝΟΣ ἀπό τήν ἐλαχιστότητά μου διά τήν ἀσεβεστάτην συμπεριφοράν του πρός τήν Ἁγίαν μας Ἐκκλησίαν!
Ἐπίσης μέ Νόμον ἀνεγνώρισε τόν γάμον τῶν ὁμοφυλοφίλων!
Εἶσθε ΕΝΑΣ ΠΡΟΔΟΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ!

Ὁ Μητροπολίτης

  • Ὁ πρ. Καλαβρύτων καί Αἰγιαλείας ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ
    Ταῦτα, λοιπόν, γράφομεν διά τήν ἱστορίαν καί ἱκετεύομεν τόν Πανοικτίρμονα Κύριον νά φωτίζῃ τούς Ἁγιορεῖτες Πατέρες, ὥστε νά μή προδίδουν τήν Ἁγίαν Ὀρθοδοξίαν μας!

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

  • Ο πρ. ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ ΚΑΙ ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ

Πρωτοπρεσβύτερος π. Θεόδωρος Ζήσης :

Η χώρα μας, είναι βέβαιο, ότι περνά δεινή κρίσι. Ελάχιστοι μυωπάζοντες ή τυφλοί δεν την βλέπουν. Όλοι οι άλλοι, κι’ ας μη το ομολογούν δημοσία, το πιστεύουν. Γιατί δεν μπορεί να μη δοκιμάζουν στη ζωή και στη συνείδησή των τους τρομακτικούς κραδασμούς των αλυσιδωτών εκρήξεων που ανατινάζουν εκ βάθρων την πατροπαράδοτη δομή της ζωής μας. Μερικοί παρά ταύτα εφησυχάζουν, περιμένοντας μοιρολατρικά τις εξελίξεις. Άλλοι ανησυχούν μεν, αλλά κρύβουν την ανησυχίαν των από καιροσκοπισμό και υστεροβουλία. Άλλοι αγωνιούν, αλλά περιμένουν τον «από μηχανής θεό», που θα φέρει την κάθαρση της τραγωδίας μας. Και ελάχιστοι υψώνουν την φωνή τους και κρούουν τον κώδωνα της αφύπνισης. Αυτούς συνήθως οι … τους περιλούουν με ύβρεις, τους κολλούν ετικέττες, τους απευθύνουν τη μομφή ότι κινδυνολογούν. Στην καλοστημένη αυτή παγίδα έχουν πέσει πολλοί μέχρι σήμερα με τη σιωπή τους. Και αυτό θέλουν οι τερμίτες, για να επιδίδονται ανενόχλητοι στο διαβρωτικό τους έργο. Έτσι όμως κορυφώνεται η αγωνία των σκεπτομένων εμπρός στο χαλασμό που χωρίς τη δέουσα αντίσταση προχωρεί για να λεηλατήσει και ό,τι απέμεινε όρθιο. Και η ευθύνη των κάθε λογής ηγετών αυτού του τόπου διαγράφεται πελώρια ενώπιον της ιστορίας. Γι’ αυτό και διακινδυνεύουμε σήμερα για άλλη μια φορά να μιλήσουμε ξεκάθαρα αλλά και υπεύθυνα για την διαμορφωμένη κατάσταση που όλοι μας ζούμε καθημερινά. Ο μέσος έλληνας που ζη στην Ελλάδα γεύθηκε τη θαλπωρή της οικογένειας, προσευχήθηκε στην ηρεμία της Εκκλησίας, γιόρτασε τα πανηγύρια της ελληνορθόδοξης παράδοσης, έμαθε στο σχολείο γράμματα και απέκτησε ήθος. Μεγάλωσε τις πιο πολλές φορές μέσα στη φτώχεια, αλλά θέλησε να εξασφαλίσει στα παιδιά του μιάν άνετη ζωή. Τα σπούδασε με θυσίες, τους μετέδωσε τις αρχές του, και πύργωσε μέσα του το όραμα της επιτυχίας των στη ζωή. Αυτός ο ίδιος έλληνας μπορεί να είναι βουτηγμένος στα πάθη και στην αμαρτία, όμως τηρεί όσο μπορεί στην κοινωνική του συμπεριφορά βασικές ηθικές αρχές και διατηρεί ευαισθησίες που τον ξεχωρίζουν από πολλούς άλλους. Δεν ανέχεται μέσα στο σπίτι του την αναρχία του πολυδιασπασμένου οικογενειακού αυτονομισμού, ούτε στη δημόσια ζωή την προκλητική αμοραλιστική παραβίαση βασικών κανόνων ηθικής, και ευπρέπειας. Αυτός είναι ο μέσος έλληνας, που δεν έχει διαβρωθή ακόμη από δήθεν «μοντέρνες» ιδέες ή δεν έχει διαβρωθή ακόμη τόσο, ώστε να ανέχεται ή να επικροτεί την αλλοτρίωση και τον αμοραλισμό. Εν τούτοις τα τελευταία τούτα χρόνια ζούμε όλοι μας την ανέλπιστη έκπτωση των αξιών, την αφόρητη φτώχεια του ήθους. Η οικογένεια τείνει προς διάλυση. Προκλητικά παραδείγματα από ψηλά κατερειπώνουν την πατροπαράδοτη αντίληψη της ζωής. Τα παιδιά μας βρίσκονται στο έλεος των δημαγωγών και των προαγωγών, οι θεσμοί πολιτικοί και εκκλησιαστικοί, δεινοπαθούν. Η διαφθορά επεκτείνεται σε πολλά επίπεδα, τα παιδιά μας απειλούνται από τα ναρκωτικά. Δολοφονήθηκαν στις ψυχές των τα ιδανικά, έμειναν αθωράκιστα στην επέλαση του αλάστορα. Στα σχολεία κομπάζει η αθεΐα, η γλωσσική πενία καθιερώνεται, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης εκτροχιάζονται, η χυδαιότητά των εκχύνεται μέσα στο οικογενειακό μας άσυλο. Ο νέος τρόπος ζωής σαν μόδα επηρεάζει τους ανερμάτιστους, η νεολαία πληρώνει το πιο βαρύ τίμημα. Όλα αυτά δεν είναι τυχαία, ούτε αναμενόμενα εξελικτικά φαινόμενα μιάς  μεταβιομηχανικής εποχής. Είναι συμπτώματα βαθειάς σήψεως και κρίσεως. Και οφείλονται σε συγκεκριμένες επιλογές συγκεκριμένων ανθρώπων και συστημάτων. Τώρα όμως είναι η ώρα του λαού! Δεν ωφελεί σε τίποτε η επανάληψη του γνωστού στίχου του εθνικού μας ποιητή για τον καλόπιστο και πάντα προδωμένο λαό. Πρέπει επί τέλους και ο λαός να κάνει τις δικές του επιλογές. Ελεύθερα, αδέσμευτα, συνειδησιακά. Με κίνητρο τη σωτηρία του τόπου, το μέλλον των παιδιών του. Δεν είμαστε λαός κάφρων ούτε στερούμεθα παραδόσεως και ιστορίας. Η ελεύθερή μας θέληση που έχουμε μας επιτρέπει να αποφαινόμαστε για την πορεία μας. Και το υπέρτατο αυτό δώρο, μας χρεώνει με ευθύνη. Την ίδια αυτή ευθύνη που σήμερα κινεί την γραφίδα μας…

Η μικτή μονή του Έσσεξ Αγγλίας : Το βδέλυγμα των Οικουμενιστών!

 Όταν ο Μέγας Αρσένιος είπε εις την Ρωμαία συγκλητική που του ζήτησε να προσεύχεται γι αυτήν: «είθε ο Θεός να εξαλείψει το μνημόσυνό σου από την σκέψι μου» και αυτό ο Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας Θεόφιλος το ανέλυσεν ότι δεν εννοούσε ο Άγιος κάτι το κακό αλλά δεν ήθελε να την φέρνη εις την σκέψιν, καθ’ ότι ο διάβολος, είπε, πολεμεί τους μοναχούς δια των γυναικών. Τώρα εάν οι μοναχοί της ωραίας Αγγλίας είναι ανώτεροι του Μεγάλου Αρσενίου και δεν πολεμούνται πλέον διά των γυναικών, τότε είναι άξιοι προσκυνήσεως. Αλλά κι άξιοι προσκυνήσεως εάν είναι, το ότι το παράδειγμα των αγίων αυτών δημιουργεί προηγούμενον εις την Εκκλησίαν, αυτό και μόνον νομίζω είναι ένας λόγος να τους παρακαλέσωμεν να διορθώσουν τα του οίκου των.

«Μήτε ἐν ἀνδρώω Μοναστηρίω γυνή, μήτε ἐν γυναικείω ἀνήρ, καθευδέτω. Παντὸς γὰρ προσκόμματος καὶ σκανδάλου ἔξω εἶναι δεῖ τοὺς πιστοὺς καὶ πρὸς τὸ εὔσχημον καὶ εὐπρόσεδρον τῷ Κυρίῳ, τὸν ἑαυτῶν εὐθετίζειν βίον. εἰ δὲ τις τοῦτο πράξοι, εἴτε Κληρικός εἴη, εἴτε λαϊκός, ἀφοριζέσθω.
(ΜΖʼ Ἱεροῦ Κανόνος Στʼ Οἰκουμενικῆς Συνόδου).

«Ἀπό τοῦ παρόντος ὁρίζομεν μὴ γίνεσθαι διπλοῦν Μοναστήριον, ὅτι σκάνδαλον καὶ πρόσκομμα τοῖς πολλοῖς γίνεται τοῦτο... Μὴ διαιτάσθωσαν ἐν ἑνί Μοναστηρίω. Μοναχοί καί Μοναχαί. μοιχεία γὰρ μεσολαβεῖ τὴν συνδιαίτησιν. Μὴ εχέτω Μοναχός παρρησίαν πρὸς Μονάστριαν ἤ Μονάστρια πρὸς Μοναχόν, ἰδία προσομιλεῖν. Μὴ κοιταζέσθω Μοναχός ἐν γυναικίω Μοναστηρίω, μηδέ συνεσθιέτω Μονάστρια κατὰ μόνας...»
(Κ΄ Ἱεροῦ Κανόνος Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου).

Η  Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος κατεδίκασαε το 1987 διὰ συνοδικοῦ δικαστηρίου εἰς τὴν ἐσχάτην ποινήν τῆς καθαιρέσεως τὸν ἱερομόναχον Ἄγγελον Ἀναστασίου, μὲ πρωτίστην κατηγορίαν «τὴν σύμπηξιν μικτῆς μοναστικῆς ἀδελφότητος» ἐν Ἀθήναις .....

Ένας αδελφός ρώτησε κάποιον Γέροντα:

“Ποιο καλό πράγμα υπάρχει, για να το κάνω και να βρω ζωή μέσα σ΄αυτό;” 


Και είπε ο Γέροντας:
 

“Ο Θεός γνωρίζει το καλό. Όμως άκουσα ότι κάποιος από τους πατέρες ρώτησε τον αββά Νισθερώο τον μεγάλο, τον φίλο του αββά Αντωνίου:”
 

“Ποιο θεωρείται έργο καλό για να το κάνω;”
 

Κι εκείνος του είπε:
 

“Όλες οι αρετές δεν είναι ισοδύναμες; Η αγία Γραφή λέει ότι ο Αβραάμ υπήρξε φιλόξενος και είχε τον Θεό μαζί του. Ο Ηλίας αγαπούσε την ησυχία και ο Θεός ήταν μαζί του. Ο Δαβίδ ήταν ταπεινός και ο Θεός ήταν μαζί του. Ό,τι λοιπόν καταλαβαίνεις
 
να θέλει η ψυχή σου που είναι σύμφωνο με το θέλημα του Θεού, αυτό κάνε και κράτα άγρυπνη την καρδιά σου”.
 

Δὲν πρέπει νὰ ἀγνοήσουμε τὰ προβλήματα, ποὺ ἔχουν δημιουργήσει στὴ Χώρα μας οἱ μετανάστες. Αὐτὰ εἶναι:

— Ἡ ἐνίσχυση τοῦ προβλήματος τῆς ἀνεργίας γιὰ τοὺς ντόπιους, ἀφοῦ οἱ συγκεκριμένοι πληθυσμοὶ ἀποτελοῦν φτηνὴ ἐργατικὴ δύναμη. 

— Ἡ ἔξαρση τῶν φαινομένων κοινωνικῆς παθογένειας π.χ. βία καὶ ἐγκληματικότητα, κλῖμα καχυποψίας χαλάρωση τῆς κοινωνικῆς συνοχῆς. 
— Ἡ ἑτερογένεια τοῦ πληθυσμοῦ, ἀδυναμία οὐσιαστικῆς ἐπικοινωνίας καὶ συνεργασίας.
 
— Ἡ ὑπονόμευση τῆς ὀρθῆς καὶ εὔρυθμης λειτουργίας τῶν κοινωνικῶν καὶ πολιτικῶν θεσμῶν.
 
— Κυρίως ὅμως καὶ κατεξοχήν, ἐλλοχεύει ὁ κίνδυνος τῆς ἐθνολογικῆς ἀλλοίωσης τῆς Πατρίδος μας, ἀλλὰ καὶ ἡ ἔκρηξη τοῦ θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ.
 
Ἀλήθεια πῶς μποροῦμε νὰ κοιμόμαστε ἥσυχοι, ὅταν οἱ κατὰ καιροὺς δηλώσεις τῶν διαφόρων μουσουλμάνων ἡγετῶν εἶναι τόσο δηκτικὲς καὶ
 
προκλητικές; Ὁ πρώην πρόεδρος τῆς Τουρκίας Τ. Ὀζάλ, ποὺ διαλαλοῦσε τὴν ὀθωμανικὴ δόξα, εἶχε πεῖ: «Θὰ ἐξισλαμίσουμε τὴν Εὐρώπη…». Καὶ κάποτε
 
ἄλλοτε: «Δὲν λησμονοῦμε ὅτι ἡ προέλαση τῶν Τούρκων σταμάτησε μπροστὰ στὴ Βιέννη».
 
Ὁ ἡγέτης τῆς Λιβύης Μαουμὰρ Καντάφι δήλωσε: «Ὑπάρχουν σημάδια ὅτι ὁ Ἀλλὰχ θὰ χαρίσει τὴ νίκη στὸ Ἰσλὰμ μέσα στὴν Εὐρώπη».
 
Καὶ ὁ Ἰρανὸς 
Arsbam Momeni διακηρύττει: «Ὁ Ἰσλαμισμὸς δὲν ἀστειεύεται οὔτε διαπραγματεύεται, ἀλλὰ καὶ δὲν διανοεῖται νὰ ὑποχωρήσει. 
Ὅταν χύνεται τὸ αἷμα τῶν ἀπίστων ἀπὸ τοὺς μουσουλμάνους, οἱ τελευταῖοι πηγαίνουν κατευθεῖαν στὸ παράδεισο... χρειάζεται νὰ χύνεται συν
εχῶς αἷμα ἀπίστων» (Ἰσλάμ, Ἱστορία, Ἐπεκτατισμὸς καὶ Βία, σελ. 135). 
Πῶς μποροῦμε νὰ ἡσυχάζουμε, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν τῆς Τουρκίας Νταβούντογλου, ποὺ ἐπιθυμεῖ τὴν παλαιὰ ἐπιρροὴ τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας στὴν Εὐρώπη, στὴν Μεσόγειο καὶ στὴ Μέση Ἀνατολὴ ἔχει γράψει στὸ νέο του βιβλίο: «Εἶναι ἀδιανόητο νὰ βρίσκεται στὴν κυριαρχία τῆς Ἑλλάδος τὸ Αἰγαῖο καὶ νὰ μὴ τὸ ἔχει ἡ Τουρκία, γιὰ μᾶς αὐτὸ εἶναι τελειωμένο!».
 
Σύμφωνα μὲ αὐτὸ τὸ πνεῦμα ἡ τουρκικὴ «μαφία» δουλεμπορίας, ποὺ δρᾶ στὴν περιοχὴ τοῦ Αἰγαίου, εἶναι αὐτὴ ποὺ ἐπωφελεῖται καὶ ἀποκομίζει
 
τεράστια κέρδη ἀπὸ τὴν ὅλη ὑπόθεση, καθὼς ἀπαιτεῖ 3.000 καὶ 7.000 εὐρὼ
 
κατ᾽ ἄτομο γιὰ τὴ διαφυγή του. Τὸ πρόβλημα συνεπῶς λαμβάνει ἀνησυχητικὲς διαστάσεις, ὅταν στὴ Χώρα μας φιλοξενοῦνται πάνω ἀπὸ 2.500.000 μουσουλμάνοι καὶ ὁ ἀριθμὸς βαίνει ἀνεξέλεγκτα.
 
Ποιά, ὅμως, εἶναι ἡ στάση τῶν ἑλληνικῶν κυβερνήσεων ἀπέναντι στὸ πρόβλημα αὐτό;
 
Εἶναι ἀνθελληνικὴ καὶ προδοτική. Δυστυχῶς ἡ πολιτεία θέλει νὰ δώσει ψῆφο τουλάχιστον σὲ 643.000 ἀλλοδαπούς. Καὶ ἐὰν δοθεῖ ἡ Ἑλληνικὴ ὑπηκοότητα σὲ κάθε παιδὶ ἀλλοδαπῶν, ποὺ γεννιέται στὴν Ἑλλάδα, ἂς σκεφτοῦμε τί πρόκειται νὰ συμβεῖ. Παραχωροῦνται δηλαδὴ τὰ ἐθνικὰ δικαιώματα σὲ ὅποιον γεννηθεῖ στὴν Ἑλλάδα, εἴτε εἶναι ἀπὸ τὸ Πακιστάν, εἴτε ἀπὸ τὴν Τουρκία, εἴτε ἀπὸ τὴν Ἰνδία κ.ο.κ. Χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουμε πέφτουμε θύματα τοῦ γεωπολιτικοῦ ὅπλου τῆς Νέας Τάξης, ποὺ ἐπιζητεῖ μὲ τὴν λαθρομετανάστευση τὴ
 διάσπαση τῆς ἐθνικῆς συνοχῆς καὶ τὴν ἀποδυνάμωση τῆς Ἑλλάδος. 
Ἡ Τουρκία μὲ τὶς εὐλογίες τῶν Η.Π.Α. χρησιμοποιοῦν τὴν λαθρομετανάστευση γιὰ τὴν ἀλλοτρίωση τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν ἰσοπέδωση τῶν ἱερῶν θεσμῶν.

Πρωτοπρεσβύτερος π. Θεόδωρος Ζήσης :

Το θέμα της κοινωνίας με τους αιρετικούς, ως και της εν συνεχεία κοινωνίας με τους κοινωνούντες, οι οποίοι με την πράξη τους αυτή αποβαίνουν ακοινώνητοι, είναι το μείζον και επείγον θέμα στην σημερινή εκκλησιαστική ζωή. Το εκκλησιαστικό σώμα νοσεί επικίνδυνα· υπεύθυνοι για την νόσο είμαστε όλοι, όχι μόνον οι κοινωνούντες με τους ετεροδόξους, αλλά και όσοι κοινωνούμε με τους κοινωνούντες· η εκτροπή και η παράβαση μοιάζει με τα συγκοινωνούντα δοχεία, με την μόλυνση του περιβάλλοντος, η οποία δεν περιορίζεται στον προκαλούντα την μόλυνση. Μνημονεύοντας τους πατριάρχες, αρχιεπισκόπους και επισκόπους στις ιερές ακολουθίες, συμμετέχουμε στην οικουμενιστική αποστασία.

Ἡ ἀποτείχισις ἀπό μή κεκριμένους αἱρετικούς εἶναι δόγμα -- τοῦ Δημητρίου Χατζηνικολάου, πρ. Ἀν. Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Ἰωαννίνων

1. Εισαγωγή

Ἡ Ὀρθοδοξία καί ἡ Ἑλλάς βάλλονται πανταχόθεν, κυρίως ἐκ τῶν ἔσω καί δή ὑπό τῶν Οἰκουμενιστῶν «ψευδεπισκόπων» (ὅρος τοῦ ΙΕ' Κανόνος τῆς ΑΒ' Συνόδου) καί τῶν ψευδο-πολιτικῶν. Τά κτυπήματα εἶναι σφοδρά καί ἀλλεπάλληλα, ὅπως π.χ. ἡ προώθησις τῶν θανατηφόρων «ἐμβολίων», ἡ νομιμοποίησις τοῦ «γάμου» τῶν ὁμοφυλοφίλων (πού συνιστᾶ αἵρεσιν), ἡ ἐπιβολή τῆς εἰκονομαχικῆς αἱρέσεως «γκανζούφ» (πρβλ. τά πρόσφατα γεγονότα εἰς τήν «ἀντεθνικήν τερατοθήκην»), ὁ ψηφιακός ὁλοκληρωτισμός, ἡ ἀντικατάστασις τοῦ πληθυσμοῦ μέ ἰσλαμιστάς «πρόσφυγας» κ.ἄ. Ἄν ὑπῆρχεν Ὀρθόδοξος Ἱεραρχία εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, τίποτε ἀπό αὐτά δέν θά συνέβαινεν. Ἐάν π.χ. τό 2024 συμπεριεφέρετο προληπτικῶς (preemptive behavior), ὅπως ὑπαγορεύει ἡ Θεωρία Παιγνίων, καί ἠπείλει ὅτι θ’ ἀφώριζε τούς βουλευτάς πού θά ἐψήφιζον τόν «γάμον» τῶν ὁμοφυλοφίλων, αὐτός δέν θά ἐψηφίζετο! Ὄχι μόνον δέν τό ἔπραξεν, ἀλλά δέχεται καί εἰς κοινωνίαν αὐτούς τούς αἱρετικούς, θέτουσα ἑαυτήν ὑπό τό ἀνάθεμα τῶν Οἰκ. Συνόδων, κατά τό γνωστόν «ὁ μή λέγων ἀνάθεμα τοῖς αἱρετικοῖς ἀνάθεμα ἔστω» (Ε' Οἰκ. Σύνοδος). Ἐκτός τούτου, κηρύσσει παλαιάς καί νέας αἱρέσεις, συντάσσεται δέ ἀναφανδόν -- κατά τήν αἵρεσιν τοῦ Σεργιανισμοῦ -- μέ τούς Φασίστας πού ἐξουσιάζουν τόν κόσμον καί ἀφαιροῦν συνεχῶς θεμελιώδεις ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου, μέ τήν ἐπιβολήν τῆς ψηφιακῆς ταυτότητος καί τοῦ «προσωπικοῦ ἀριθμοῦ», μέ τήν ἐπικειμένην κατάργησιν τῶν μετρητῶν καί τήν ἐπιβολήν τοῦ ψηφιακοῦ εὐρώ κ.λπ. δῆθεν χάριν ... τῆς «εὐκολίας τῶν συναλλαγῶν», ἀλλ’ εἰς τήν πραγματικότητα διά νά ἐλέγχουν πλήρως τούς πάντας καί ν’ ἀποκλείουν ἀπό παντοῦ ὅσους δέν εἶναι «καλοί μαθηταί» τοῦ Σατανισμοῦ, τόν ὁποῖον αὐτοί ἐπιβάλλουν! Μία Ὀρθόδοξος Ἱεραρχία θά συνετάσσετο μέ τό Παύλειον «τιμῆς ἠγοράσθητε· μὴ γίνεσθε δοῦλοι ἀνθρώπων» (Α' Κορ. 7:23) καί θ’ ἀνέτρεπε ὅλ’ αὐτά τά δεινά.

 

Δυστυχῶς, ὁ λαός δέν ἀντιδρᾶ εἰς τήν ἀποστασίαν τῶν «ἡγετῶν» του ἀπό τόν Θεόν, ἀπό τά Ἑλληνικά ἰδεώδη καί ἀπό αὐτήν ταύτην τήν λογικήν. Παρακολουθεῖ τά γεγονότα μέ ἀπορίαν καί, εἰς τήν καλυτέραν περίπτωσιν, προβαίνει εἰς συλλαλητήρια, ἀρθρογραφίαν καί ἄλλας ἀναποτελεσματικάς διαμαρτυρίας, ὄχι ὅμως καί εἰς τήν ἁγιοπατερικήν καί σωτήριον ἀντίδρασιν, πού εἶναι ἡ ἀποτείχισις ἀπό ψευδεπισκόπους τοῦ τύπου Βαρθολομαίου, Ἱερωνύμου κ.ἄ. Διότι κατά τά τελευταῖα 100 περίπου ἔτη, εἷς ἑσμός ψευδολόγων καί αἱρετικῶν, κληρικῶν καί λαϊκῶν, ἔχουν κατορθώσει νά πείσουν τόν ἀκατήχητον λαόν ὅτι ἡ ἀποτείχισις ἀπό αὐτούς εἶναι σχίσμα καί αἵρεσις! Ἡ φοβερά αὐτή διαστροφή τῆς Ἀληθείας ἐπανελήφθη κατά κόρον μετά τήν ἐκθρόνισιν τοῦ κ. Τυχικοῦ ἀπό τήν Ἱ. Μητρόπολιν Πάφου καί οἱ Οἰκουμενισταί ζητοῦν πλέον λιβέλλους κατά τοῦ «ἀποτειχισμοῦ» [sic]! Μέ τήν τερατώδη αὐτήν διαστροφήν οἱ Οἰκουμενισταί ἀπορρίπτουν τό Ὀρθόδοξον δόγμα τῆς ἀποτειχίσεως!

 

2. Οἱ Οἰκουμενισταί ἀπορρίπτουν ὅλα τά δόγματα τῆς Ὀρθοδοξίας!

Ἀλλ’ οἱ Οἰκουμενισταί δέν ἀπορρίπτουν μόνον τό δόγμα τῆς ἀποτειχίσεως, ἀλλά τήν Ὀρθοδοξίαν  ἐν τῷ συνόλῳ Της! Ὅπως μαρτυροῦν οἱ ἴδιοι εἰς τά ἐπίσημα ἔγγραφά των (βλ. Πατριαρχικάς Ἐγκυκλίους τοῦ 1902 καί τοῦ 1920), εἰς ὁμιλίας, δηλώσεις, ἄρθρα καί βιβλία των, καί βεβαίως μέ τάς πράξεις των, ἀπορρίπτουν ἐμμέσως, πλήν σαφῶς, τό Σύμβολον τῆς Πίστεως, τό ὁποῖον λέγει ὅτι Μία εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ὀρθόδοξος. Αὐτό προκύπτει ἀπό τάς βλασφήμους πράξεις των, ὅπως: (1) αἱ συμπροσευχαί καί τά συλλείτουργα μέ αἱρετικούς· (2) αἱ συμφωνίαι ἑνώσεως μέ τούς Μονοφυσίτας (Σαμπεζύ, 1991) καί τούς παπικούς (Μπαλαμάντ, 1993)· (3) ἡ συμμετοχή των εἰς τό «Παγκόσμιον Συμβούλιον Ἐκκλησιῶν» (Π.Σ.Ε.), ὅπου ἔχουν εἰσαγάγει τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ὡς ἰσότιμον μέλος, δεχόμενοι ὅτι ἀπό μόνη Της δέν εἶναι πλήρης καί μόνον ἐν τῇ ἑνώσει Της μέ τάς ἑκατοντάδας τῶν αἱρετικῶν «ἐκκλησιῶν» θά καταστῇ πλήρης («Διακήρυξις τοῦ Τορόντο», 1950)· (4) ἡ ἐπίσημος ἀναγνώρισις τῶν ψευδο-εκκλησιῶν αὐτῶν «μέ τήν ἱστορικήν των ὀνομασίαν» (Κολυμβάρι, 2016), π.χ. ἡ ἀναγνώρισις τοῦ Παπισμοῦ ὡς «Καθολικῆς ’Εκκλησίας», ἐνῷ τοιαύτη λέγεται καί εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία· (5) ἡ «ἄρσις» τοῦ σχίσματος τοῦ 1054 (βλ. παρ. 4Β τοῦ ἐπισήμου ἀνακοινωθέντος μέ τίτλον Joint Catholic-Orthodox Declaration of His Holliness Pope Paul VI and the Ecumenical Patriarch Athenagoras I, https://w2.vatican.va/content/paul-vi/en/speeches/1965/documents/hf_p-vi_spe_19651207_common-declaration.html, 7-12-1965, καθώς καί New York Times τῆς 8-12-1965, ἡ ὁποία ἀναφέρει ὅτι «ἡ Ἀκοινωνησία ἐκμηδενίζεται», τοὐτέστιν ὅτι τό σχίσμα αἴρεται)· κ.ἄ. Διό καί ὁ Οἰκουμενισμός ἔχει καταγνωσθῆ καί καταδικασθῆ ὡς παναίρεσις ὑπό τοπικῶν τινων Συνόδων, ὅπως ὑπό τῆς ὑπό τόν Ἅγιον Φιλάρετον Ρωσσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς (ΡΟΕΔ, 1983), ὑπό συγχρόνων ἁγίων, ὅπως τοῦ Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς (+1979), ὑπό πολλῶν Ὀρθοδόξων θεολόγων κ.ἄ.

            Παρά ταῦτα, οἱ ἐξ Ὀρθοδόξων Οἰκουμενισταί συνεχίζουν νά ἐγκληματοῦν ἐναντίον τῆς Ὀρθοδοξίας! Διδάσκουν π.χ. ὅτι ὅλαι αἱ θρησκεῖαι ἀποτελοῦν διαφορετικά «μονοπάτια» πού ὁδηγοῦν εἰς τόν Θεόν (Ἀθηναγόρας, Βαρθολομαῖος, Ἐλπιδοφόρος κ.ἄ.), καθυβρίζοντες ἔτσι ἐμμέσως, πλήν σαφῶς, ὡς ψεύτην καί ἀπατεῶνα τόν Χριστόν, ὁ Ὁποῖος ἐδίδαξεν ὅτι Αὐτός εἶναι ἡ μόνη Ὁδός διά νά φθάσῃ ὁ ἄνθρωπος εἰς τόν Θεόν (Ἰω. 14:6). Διδάσκουν ἐπίσης καί ὅτι ὁ Χριστός δέν εἶχε δῆθεν τήν ἀναμαρτησίαν εὐθύς ἐξ ἀρχῆς, ἀλλά τήν κατέκτησε: «ἡ ἀναμαρτησία τοῦ Κυρίου ἔπρεπε νά βιωθεῖ κατά τόν πιό ὑπαρξιακό τρόπο ἀπό τούς πιστούς ὡς ἠθική νίκη τοῦ Θεανθρώπου πού κατακτήθηκε βῆμα πρός βῆμα μέσα ἀπό τόν ἀγῶνα καί τήν πάλη τῶν δύο φύσεων καί τῶν δύο θελήσεων» (Στυλιανός «Αὐστραλίας», περ. τῆς Ἱ. Ἀρχιεπισκοπῆς Αὐστραλίας Φωνή τῆς Ὀρθοδοξίας, τ. 9, ἀρ. 12, Δεκ. 1988, ἡ ἔμφασις εἰς τό πρωτότυπον). Διδάσκουν καί ὅτι πρέπει νά καταργηθοῦν τά «πεπαλαιωμένα Ἑλληνικά ἐνδύματα» (‘old Greek garments’), ἤτοι τά δόγματα τῆς Τριαδικότητος τοῦ Θεοῦ, τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του κ.ἄ., καί ν’ ἀντικατασταθοῦν μέ νέα, πού νά εἶναι περισσότερον πιστευτά ἀπό τόν σύγχρονον ἄνθρωπον! (Ἰάκωβος «Ἀμερικῆς», New York Times, 25-9-1967, σελ. 40.) Διδάσκουν ἀκόμη ὅτι «στά ἱερά τζαμιά λατρεύεται ἀπό τό Κοράνι ὁ Θεός» (Θεόδωρος «Ἀλεξανδρείας», 2020, βλ. ἄρθρον μέ  τίτλον «Μεγαλύτερη βλασφημία από Αρχιερέα δεν ακούστηκε ποτέ! Περισσότερο Κόπτης και υιός της Πανθρησκείας ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας», https://katanixi.gr/perissotero-koptis-para-orthodoxos-o-p/). (Σημείωσις: Τά εἰσαγωγικά εἰς τούς ὡς ἄνω τίτλους σημαίνουν ὅ,τι σημαίνει καί ἡ λέξις «ψευδεπίσκοπος» εἰς τόν ΙΕ' Κανόνα τῆς ΑΒ' Συνόδου.)

Αὐτά ἀποτελοῦν μικρόν μόνον δεῖγμα κηρυττομένων αἱρέσεων καί βλασφήμων πράξεων συγχρόνων «προκαθημένων» Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον δέν ἐδιώχθησαν, ἀλλ’ ἀντιθέτως ἐφρόντισαν νά διωχθοῦν ὅσοι τούς ἤλεγξαν δι’ αὐτά τά κακουργήματά των! Οἱ δέ «ὀρθοφρονοῦντες συντηρητικοί» συνεχίζουν νά κοινωνοῦν μετά τῶν ὡς ἄνω αἱρετικῶν, συνεχίζουν νά εἶναι μέλη τοῦ «Π.Σ.Ε.», νά μή καταγγέλλουν ἐμπράκτως (δι’ ἀποτειχἰσεως) τήν ψευδο-σύνοδον τοῦ Κολυμβαρίου κ.λπ. Ἀλλ’ ὡς γνωστόν, ἡ ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ αἱρετικούς σημαίνει συμμετοχήν εἰς τήν πίστιν καί τά κακουργήματά των κατά τῆς Ὀρθοδοξίας. Συνεπῶς, ὅλοι οἱ κοινωνοῦντες μετ’ αὐτῶν εἶναι ὑπόδικοι διά σχίσμα καί αἵρεσιν ἐνώπιον Πανορθοδόξου Συνόδου, ἀληθοῦς βεβαίως καί ὄχι ψευδοῦς, ὅπως ἐκείνης τοῦ Κολυμβαρίου.  Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἕπεται ὅτι ψεύδονται ἀσυστόλως οἱ ἐξ Ὀρθοδόξων Οἰκουμενισταί, ὅπως ὁ «Κύπρου» Γεώργιος, πού, ὡς ἄλλος Καϊάφας, διαρρηγνύει τά ἱμάτιά του ὅτι κρατεῖ δῆθεν τήν Ὀρθόδοξον Πίστιν καί ἄρα δέν δικαιολογεῖται ἡ ἀποτείχισις ἀπό αὐτόν!  

3. Ἡ ἀποτείχισις ἀπό μή κεκριμένους αἱρετικούς εἶναι δόγμα

Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας διά τήν ἀποτείχισιν ἀπό  μ ή  κ ε κ ρ ι μ έ ν ο υ ς  Πανορθοδόξως αἱρετικούς «ἐπισκόπους», ἀκόμη καί ἀπό «ἑτερόφρονας»(!), συνοψίζεται ἄριστα ὑπό τοῦ Ἁγίου Μάρκου Εὐγενικοῦ ὡς ἑξῆς: «Ἅπαντες οἱ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι, πᾶσαι αἱ Σύνοδοι καί πᾶσαι αἱ θεῖαι Γραφαί φεύγειν τούς ἑ τ ε ρ ό φ ρ ο ν α ς παραινοῦσι καί τῆς αὐτῶν κοινωνίας διΐστασθαι» (Patrologia Graeca ἤ, ἐν συντομίᾳ, P.G., τ. 160, σ. 101). Διότι εἶναι ἐντολή Κυρίου: «Ὁ δὲ εἰσερχὸμενος διὰ τῆς θύρας ποιμήν ἐστι τῶν προβάτων. Τούτῳ ὁ θυρωρὸς ἀνοίγει, καὶ τὰ πρὸβατα τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούει ... καὶ τὰ πρὸβατα αὐτῷ ἀκολουθεῖ, ὅτι οἴδασι τὴν φωνὴν αὐτοῦ· ἀ λ λ ο τ ρ ί ῳ  δ ὲ  ο ὐ  μ ὴ  ἀ κ ο λ ο υ θ ή σ ω σ ι ν, ἀλλὰ  φ ε ύ ξ ο ν τ α ι   ἀ π'  α ὐ τ ο ῦ,  ὅ τ ι   ο ὐ κ   ο ἴ δ α σ ι   τ ῶ ν   ἀ λ λ ο τ ρ ί ω ν   τ ὴ ν   φ ω ν ή ν» (Ἰω. 10:2-5). Ὁ Κύριος ἔχει προικίσει τούς πάντας νά διακρίνουν τόν ἀληθῆ ἀπό τόν ἀλλότριον ποιμένα: «Πᾶς ἄνθρωπος, τό διακρίνειν παρά Θεοῦ εἰληφώς, κολασθήσεται, ἐξακολουθήσας ἀπείρῳ ποιμένι, καί ψευδῆ δόξαν ὡς ἀληθῆ δεξάμενος· τίς γάρ κοινωνία φωτί πρός σκότος;» (Μ. Ἀθανασίου, P.G. 26, σ. 1321). Ὅποιος, λοιπόν, προσποιεῖται ὅτι δέν ἀντιλαμβάνεται τάς αἱρέσεις πού διδάσκει ὁ «ποιμήν» του, ἔστω καί ἀπό ἀπειρίαν ἤ ἀμάθειαν, καί ἀντί ν’ ἀκούσῃ τήν φωνήν τῆς συνειδήσεώς του καί τούς Πατέρας πού πάντοτε ἀποστέλλει ὁ Θεός διά νά διαφωτίσουν τόν πιστόν λαόν καί ν’ ἀποτειχισθῇ ἀπό αὐτόν, ἐπιλέγει νά παραμείνῃ εἰς κοινωνίαν μέ αὐτόν, ἐπειδή δέν ἔχει ἀκόμη καταδικασθῆ Συνοδικῶς, θά κολασθῇ. Δηλαδή, ἡ ἀποτείχισις ἀπό μή καταδικασθέντας αἱρετικούς «ποιμένας» εἶναι ὑποχρεωτική. Διό καί ὁ Ὁμολογητής Ἅγιος Μελέτιος Γαλησιώτης, ὁμοῦ μετά τοῦ συν-ομολογητοῦ του Γαλακτίωνος, ἐνώπιον τοῦ ἑνωτικοῦ αὐτοκράτορος Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου, ὁ ὁποῖος τούς ἐβασάνιζε διά νά δεχθοῦν τόν «πάπαν» καί νά κοινωνήσουν μέ τούς ἑνωτικούς (τούς τότε Οἰκουμενιστάς), «τρανῶς ὡμολόγουν τοῦ τῶν πατέρων εἶναι  δ  ό  γ  μ  α  τ  ο  ς   καί   μ ή   κ ο ι ν ω ν ε ῖ ν   α ἱ ρ έ σ ε ι, πρός τῶν πατέρων ἀριδήλως καί  π ρ ό  τοῦ γενέσθαι ἀπελεγχθείσῃ» (Δοσιθέου Ἱεροσολύμων, «Τόμος Χαρᾶς», σελ. 573, ἡ ἔμφασις προσετέθη). Ὑπάρχουν, βεβαίως, πάμπολλα ἀκόμη ἁγιογραφικά καί ἁγιοπατερικά χωρία, πού διδάσκουν ὅτι ἡ ἀποτείχισις ἀπό μή κεκριμένους ἑτερόφρονας εἶναι δόγμα, ἄρα ὑποχρεωτική. Ἄς ἀναφέρωμεν ἄλλα δύο:

 

(i) «Τίς δέ κοινωνία φωτί πρός σκότος; τίς δέ συμφώνησις Χριστῷ πρός Βελίαλ; ἤ τίς μερίς πιστῷ μετά ἀπίστου; ... διό  ἐ ξ έ λ θ ε τ ε  ἐκ μέσου αὐτῶν καί ἀ φ ο ρ ί σ θ η τ ε, λέγει Κύριος, καί ἀκαθάρτου μή ἅπτεσθε» (Β´ Κορ. 6:14-18, ἡ ἔμφασις προσετέθη).

(ii) «Οἵτινες τήν ὑγιῆ πίστιν προσποιοῦνται ὁμολογεῖν, κοινωνοῦσι δέ τοῖς  ἑ τ ε ρ ό φ ρ ο σ ι, τούς τοιούτους, εἰ μετά παραγγελίαν μή ἀποστῶσι, μή μόνον ἀκοινωνήτους ἔχειν, ἀλλά μηδέ ἀδελφούς ὀνομάζειν» (Μ. Βασίλειος, P.G., τ. 160, σ. 101, ἡ ἔμφασις προσετέθη). Σημειωθήτω ὅτι καί ὁ Μ. Βασίλειος δέν ὁμιλεῖ ἐδῶ διά κεκριμένους αἱρετικούς, ἀλλά διά «ἑτερόφρονας»!

 

Τό συμπέρασμα ὅτι ἡ ἀποτείχισις ἀπό μή κεκριμένους Πανορθοδόξως αἱρετικούς εἶναι δόγμα ἔχει δύο σοβαράς συνεπείας. Πρῶτον, ὁ ἐκ μέρους τῶν Οἰκουμενιστῶν χαρακτηρισμός τῆς ἀποτειχίσεως ὡς «αἵρεσις» καθιστᾶ αὐτούς αἱρετικούς  κ α ί  διά τόν ἐπιπλέον αὐτόν λόγον. Δεύτερον, ὁ ἐκ μέρους τῶν «Δυνητιστῶν» χαρακτηρισμός τῆς ἀποτειχίσεως ὡς δῆθεν «δυνητικῆς» καθιστᾶ καί αὐτούς αἱρετικούς.

 

4. Ἡ αἵρεσις τοῦ  «Δυνητισμοῦ»

Διά τήν αἵρεσιν τοῦ «Δυνητισμοῦ», τό «δεκανίκι» τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἔχομεν γράψει ἀρκετά εἰς προηγούμενα ἄρθρα μας. Ἐν συντομίᾳ, ἡ αἵρεσις αὐτή ἀρνεῖται τό Ὀρθόδοξον δόγμα τῆς ὑποχρεωτικῆς ἀποτειχίσεως ἀπό τούς μή κεκριμένους  Π α ν ο ρ θ ο δ ό ξ ω ς  Οἰκουμενιστάς καί διδάσκει τό ἀλλόκοτον δόγμα, ὅτι  δ ύ ν α ν τ α ι  δῆθεν οἱ πιστοί νά κοινωνοῦν ταυτοχρόνως καί μέ τήν Ὀρθοδοξίαν (Χριστόν) καί μέ τόν Οἰκουμενισμόν (Διάβολον) ἕως ὅτου κατακριθοῦν οἱ Οἰκουμενισταί ὑπό Πανορθοδόξου Συνόδου! Σχεδόν ὅλοι οἱ «ἐπίσκοποι» καί «θεολόγοι» ἀσπάζονται τόν «Δυνητισμόν». Αὐτή εἶναι ἡ αἰτία πού ἔχουν καμφθῆ αἱ Ὀρθόδοξοι ἀντιστάσεις καί ὁ Οἰκουμενισμός ἔχει κατακυριεύσει σχεδόν ὁλόκληρον τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν. 

 

Οἱ «Δυνητισταί» ἑστιάζουν εἰς τόν 15ον Κανόνα τῆς ΑΒ' Συνόδου, τόν ὁποῖον θεωροῦν «δυνητικόν», καί παραθεωροῦν τήν ὡς ἄνω κρυσταλλίνην διδασκαλίαν τοῦ δόγματος τῆς ἀποτειχίσεως! Ὁ ἐν λόγῳ Κανών ἀσχολεῖται μέ δύο κατηγορίας ἀποτειχιζομένων κληρικῶν ἀπό τούς προϊσταμένους των  π ρ ό  συνοδικῆς διαγνώσεως: (α) μέ αὐτούς πού ἀποτειχίζονται προφάσει ἐγκλήματός τινος πού φέρεται νά ἔχῃ διαπράξει ὁ προϊστάμενός των, χωρίς ὅμως καί νά ἔχῃ κηρύξει δημοσίως κάποιαν αἵρεσιν· καί (β) μέ αὐτούς πού ἀποτειχίζονται ἐπειδή ὁ προϊστάμενός των ἐκήρυξε δημοσίως αἵρεσίν τινα κατεγνωσμένην ὑπό Συνόδων ἤ Πατέρων. Κανών λέγει ὅτι οἱ μέν πρῶτοι κάμνουν σχίσμα, οἱ δέ δεύτεροι εἶναι ἄξιοι τιμῆς. Δέν ἀσχολεῖται μέ τούς μή ἀποτειχιζομένους. Αὐτοί δέν ἐμπίπτουν εἰς τό θέμα του, τό ὁποῖον  δ έ ν  εἶναι τί δέον γενέσθαι ἐν καιρῷ κηρυσσομένης αἱρέσεως. Ὅστις νομίζει ὅτι αὐτό εἶναι τό θέμα τοῦ Κανόνος καί προσπαθεῖ νά τόν χαρακτηρίση εἴτε ὡς δυνητικόν εἴτε ὡς ὑποχρεωτικόν, ἐνῷ δέν εἶναι οὔτε τό ἕν οὔτε τό ἄλλο, τόν παρερμηνεύει. Δύναται κάποιος νά ἐπικαλεσθῇ τόν Κανόνα προκειμένου ν’ ἀποτειχισθῇ, ἀλλά  δ έ ν  δύναται νά τόν ἐπικαλεσθῇ διά νά  μ ή  ἀποτειχισθῇ!

Ὅπως ἀναφέρουν οἱ ἱστορικοί (βλ. π.χ. Ἀρχιμ. Β. Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστική ἱστορία: ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι σήμερον, Ἐκδ. Παπαδημητρίου, Β՛ ἔκδ., Ἀθῆναι, 1959, σ. 345-349), ἡ ΑΒ՛ Σύνοδος (861) συνεκλήθη διά δύο λόγους. Πρῶτον, διότι εἶχεν ἀναβιώσει ἡ ἤδη καταδικασθεῖσα ὑπό τῆς Ζ՛ Οἰκ. Συνόδου (787) αἵρεσις τῆς εἰκονομαχίας καί οἱ εἰκονομάχοι ἐδίωκον τούς Ὀρθοδόξους, φθάσαντες εἰς τό σημεῖον νά τούς φονεύουν διά μαχαίρας κατά τήν Α՛ συνεδρίαν τῆς Συνόδου (Πηδάλιον, σ. 344). Δεύτερον, διότι οἱ Ὀρθόδοξοι ἦσαν τότε διῃρημένοι εἰς δύο ἀντιμαχομένας, ἀλληλοϋβριζομένας, ἀλληλοκαθῃρουμένας καί ἀλληλοαναθεματιζομένας μερίδας: τούς «Ζηλωτάς», οἱ ὁποῖοι ἐστήριζον τόν Ἰγνάτιον, καί τούς «Πολιτικούς», οἱ ὁποῖοι ἐστήριζον τόν Φώτιον. Οἱ μέν ἦσαν ἐχθροί τῆς ἀρξαμένης ἀναγεννήσεως τῶν γραμμάτων, οἱ δέ θιασῶται αὐτῆς· οἱ μέν ἐπολέμουν τάς ἐπεμβάσεις τῆς πολιτείας εἰς τά ἐκκλησιαστικά, οἱ δέ ἦσαν ὑπέρ αὐτῶν ἤ τοὐλάχιστον ἠνείχοντο αὐτάς· οἱ μέν ἐστιγμάτιζον δημοσίως τάς ἠθικάς παρεκτροπάς, οἱ δέ ἦσαν ἐπιεικεῖς. Διά τούς λόγους αὐτούς, ὑπῆρχε μέγας διχασμός καί πολλαί ἀλληλοκαθαιρέσεις καί ἀλληλοαναθεματισμοί, ἄρα καί πολλαί ἀποτειχίσεις. Συνεπῶς, ὑπῆρχε τότε ἡ ἀδήριτος ἀνάγκη ν’ ἀποφανθῇ ἡ ΑΒ՛ Σύνοδος πότε ἐπιτρέπεται ἡ ἀποτείχισις (ὅταν ἐγίνετο λόγῳ τῆς εἰκονομαχίας) καί πότε ὄχι (ὅταν ἐγίνετο διά λόγους ἀναγεννήσεως τῶν γραμμάτων, ἠθικῆς κ.λπ.).

Αὐτός ἀκριβῶς ἦτο ὁ σκοπός τοῦ ΙΕ՛ Κανόνος: διέκρινε τούς ἀποτειχιζομένους εἰς δύο κατηγορίας καί τούς μέν ἐπῄνεσε τούς δέ κατέκρινε. Δέν ἠσχολήθη μέ τούς μή ἀποτειχιζομένους, καθότι τό θέμα του δέν ἦτο τί δέον γενέσθαι ἐν καιρῷ αἱρέσεως. Ὁ «Δυνητισμός», ὅτι δηλαδή ὁ ΙΕ՛ Κανών ἐπιτρέπει δῆθεν εἰς τόν πιστόν νά μή ἀποτειχίζηται πρό συνοδικῆς διαγνώσεως ἀπό μίαν κατεγνωσμένην ὑπό Πατέρων ἤ Συνόδων αἵρεσιν πού κηρύσσεται «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ», καί ἐν γνώσει του νά κοινωνῇ μέ αὐτήν, ἀντιβαίνει εἰς τό δόγμα τῆς ἀποτειχίσεως καί παραχαράσσει ὠμῶς τόν ἐν λόγῳ Κανόνα. Ὅσον δέν κατανοεῖται τό οὐσιῶδες αὐτό γεγονός, ὅτι τό θέμα τοῦ Κανόνος ἦτο ἀποκλειστικῶς καί μόνον οἱ ἀποτειχισμένοι, πρός ἐξάλειψιν τοῦ μεγάλου διχασμοῦ καί τῶν ταραχῶν, καί  ὄ χ ι  τό τί δέον γενέσθαι ἐν καιρῷ αἱρέσεως, καί γίνεται προσπάθεια νά ἑρμηνευθῇ εἴτε ὡς δυνητικός εἴτε ὡς ὑποχρεωτικός, ἀναποδράστως θά παρερμηνεύηται.

 

5. Σύνοψις - συμπεράσματα

Ἡ ἀποτείχισις ἀπό «ἀλλοτρίους ποιμένας», πρίν ἀκόμη αὐτοί κατακριθοῦν Πανορθοδόξως, εἶναι δόγμα Πίστεως καί, ὡς ἐκ τούτου, ὑποχρεωτική, ἐνῷ ὁ «Δυνητισμός» εἶναι αἵρεσις. Οἱ Οἰκουμενισταί, οἱ ὁποῖοι ἐσχάτως διατείνονται ὅτι ἡ ἀποτείχισις εἶναι «αἵρεσις», καθίστανται αἱρετικοί  κ α ί  διά τόν ἐπιπλέον αὐτόν λόγον. Αἱ προϋποθέσεις πού θέτει ὁ ΙΕ' Κανών τῆς ΑΒ' Συνόδου διά τήν ἀποτείχισιν, ὅτι δηλαδή ἡ αἵρεσις πρέπει νά κηρύσσηται δημοσίως καί νά ἔχῃ ἤδη καταγνωσθῇ ὑπό Συνόδων ἤ Πατέρων, ὑπάρχουν διά τόν Οἰκουμενισμόν. Διότι κηρύσσεται παρρησίᾳ καί ἐπισήμως ἐπί 100 καί πλέον ἔτη ὑπό «πατριαρχῶν», «ἀρχιεπισκόπων» κ.ἄ. εἰς παγκόσμιον ἐπίπεδον, ἔργοις καί λόγοις, καί ἔχει κατακριθῆ ὑπό Συνόδων καί Πατέρων, ὅπως ὑπό τῆς ΡΟΕΔ (1983), ὑπό τοῦ Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς κ.ἄ., αἱ δέ ἐπί μέρους αἱρετικαί δοξασίαι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἔχουν καταδικασθῆ ὑπό Οἰκ. Συνόδων. Συνεπῶς, ψεύδονται ἀσυστόλως οἱ πολέμιοι τῆς ἀποτειχίσεως πού ἰσχυρίζονται ὅτι πρόκειται διά μή κατεγνωσμένην αἵρεσιν.

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΗΝΑ

«…ὕπαγε, καί ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι». Ἡ Ὀρθόδοξος πίστις ὄντως εἶναι ἡ δύναμις, ἡ νικήσασα τόν κόσμον τῆς ἁμαρτίας. Πίστις εἰς τό μυστήριον τῆς θείας Οἰκονομίας, τῆς θείας Ἐνανθρωπήσεως. Πίστις στόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ὡς τόν μοναδικό Σωτῆρα τοῦ κόσμου.

Ὁ Μεσσίας δέν εἶναι προσωπολήπτης· ὅσοι Τόν ἔλαβον, ἔδωκεν αὐτοῖς τέκνα Θεοῦ γενέσθαι. Ἡ ἑνότητα τῆς πίστεως καί ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἁρμόζει τά διεστῶτα, καταργεῖ τίς ἔχθρες μεταξύ τῶν ἀνθρώπων καί ἀναδεικνύει τούς Ὀρθοδόξους πιστούς υἱούς τοῦ Θεοῦ, κατά Χάριν θεούς, ἁγίους.

Οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, κατ’ ἐξοχήν τό δέκατο κεφάλαιο αὐτῶν, καταδεικνύουν τοῦ λόγου τό ἀληθές. Τό συμπέρασμα ἀπό τήν ἀνάγνωση τοῦ δεκάτου κεφαλαίου τῶν Πράξεων, μαρτυρεῖ, μέ μάρτυρα ἀληθινό τόν Ἀπ. Πέτρο ὅτι ὁ Θεός δέν εἶναι προσωπολήπτης.

Σήμερα ἀκούσαμε ἀδελφοί μου, τήν πίστη καί τήν ὁμολογία τοῦ Ἑκατοντάρχου, τήν ὁποίαν ὁ Μεσσίας ἐπήνεσε ἐνώπιον πάντων· αὐτός ἅδραξε τήν ἄκτιστον Χάριν καί τοῦ δωρήθηκε ἡ ἴασις τοῦ δούλου του. Ταυτόχρονα, ἁγία γερόντισσα, ἀκούσαμε ὅλοι καί τό παράπονο τοῦ Ἰησοῦ, ὅσον ἀφορᾶ τήν σκληροκαρδία τῶν ὁμοεθνῶν Του Ἰουδαίων.

Ὁ Χριστός, ἦλθε στόν κόσμο «ἵνα σωθεῖ ὁ κόσμος δι’ Αὐτοῦ». Ἔγινε τέλειος ἄνθρωπος, παρ’ ἐκτός ἁμαρτίας, ὥστε νά ἀπαλλάξει τό γένος τῶν ἀνθρώπων ἀπό κάθε τί τό ἁμαρτωλό, ἄπιστο, διαβολικό· γιά νά δωρίσει τήν λυτρωτική ἀναστάσιμη χαρά καί εἰρήνη· νά θεραπεύσει ὁλόκληρο τόν νοῦ, τή διάνοια, τή συνείδηση, τήν καρδιά, τή βούληση τοῦ πλάσματός Του καί νά καταστήσει καθ’ ἕνα ἄνθρωπο οἰκτίρμονα, καθώς οἰκτίρμων εἶναι ὁ Τριαδικός Θεός.

Ὁ Ἑκατόνταρχος, χριστιανοί μου, παρ’ ὅτι εἰδωλολάτρης ἔδειξε ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ καί ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων, σπλάχνα οἰκτιρμῶν πρός τόν δοῦλό του καί ἀπέσπασε τόν ἔπαινο τοῦ Ἰησοῦ, πού φανέρωσε ὅτι ἡ πίστις αὐτοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ ὑπερεῖχε αὐτῆς τῶν Ἰουδαίων. Ἔτσι, δικαιωματικά ἐλογίσθη ἡ πίστις αὐτή εἰς δικαιοσύνην καί τόν κατέταξε, διά τῆς Χάριτος, τέκνον τοῦ Ἀβραάμ ὁμολογητήν καί σεσωσμένον.

Ἡ Θεανθρώπινη αὐτή συνάντηση, ἀδελφοί, ἐπεκτάθηκε διά τοῦ Εὐαγγελίου καί τῆς ταμειούχου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τό κήρυγμα καί σέ ὅλους αὐτούς πού ὡς τότε δέν γνώριζαν τόν ἀληθινόν Θεόν. Τοιουτοτρόπως, οἱ «θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν», δύνανται διά τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως νά μήν εἶναι πλέον ἐχθροί τοῦ Θεοῦ, δηλαδή νά μήν ἐχθρεύονται  τά θεῖα.

Διαφορετικά, ἀλίμονον, ζῶντας μέσα στόν ἄνθρωπο ἡ ἁμαρτία, σταδιακά ἐνσωματώνεται στή διάνοιά του, στή λογική του. Τότε, Θεός φυλάξοι, κάθε κακό γίνεται καί λογικό καί φυσικό καί ἀναγκαῖο· (Πολιτισμός δῆθεν καί πρόοδος) ἐνῶ ὁ Θεός καί τό θεῖον ἀγαθό, γίνονται στήν σκληρή καί σκοτεινή καρδιά, μή ἀποδεκτά καί ὑβρίζονται.(βλέπε ἐσχάτως Ἐθνική Πινακοθήκη, Γιουροβίζιoν, καί ἄλλα εὐτράπελα· αὐτό κι ἄν εἶναι κατάντημα)!!

Ἀπό τέτοιο κακό, κακό πού μπορεῖ νά ἀφανίσει τά πάντα, ἐλευθερώνει ὁ Χριστός μέ τόν φιλάνθρωπο θάνατο, τόν θρίαμβό Του καί τήν Ἀνάστασή Του καί τήν Ἀνάληψή Του. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο προσλαμβάνουν θεῖο νόημα καί ὕπαρξη καί ἡ ζωή τῶν ἀνθρώπων. Ἀποδεικνύεται δέ, ὅτι ὁ Τριαδικός Θεός καί ὁ Θεάνθρωπος Χριστός, ὁ Σωτήρ ἡμῶν, εἶναι στήν οὐσία, ἡ μόνη λογική, τό μόνο νόημα τῆς ἀνθρωπίνης ὀντότητας καί τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς, ἀλλά καί ὅλων τῶν κτισμάτων τοῦ Δημιουργοῦ καί Πλάστου.

Γι’ αὐτό καί ὁ ἅγιος Ἀπόστολος εὐαγγελίζεται στά μέλη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας: «νυνί δέ ἀποκατήλλαξεν ἐν τῷ σώματι τῆς σαρκός αὐτοῦ διά τοῦ θανάτου»[1]· σᾶς συμφιλίωσε δηλαδή μέ τόν Θεό, μέ τό θεῖο ἀγαθό, μέ τόν θεῖο νοῦ, γιά νά πάψετε νά εἶστε φίλοι τοῦ κακοῦ, ὑμνητές τῆς πλάνης καί ἐχθροί τοῦ Θεοῦ.

Ἡ ἄκτιστος θεία Χάρις, οἱ ἀπαιτούμενες θεῖες δυνάμεις, ὁ ἁγιασμός, ἡ ἀλήθεια, ἐνυπάρχουν στό θεανθρώπινο σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἤτοι στην ἁγίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν. Ἀπ’ Αὐτήν, τήν καθαγιασμένη Πηγή, εἶναι φυσικό νά ἀπορρέουν ἄμωμες σκέψεις, φιλότιμες πράξεις, αἰσθήσεις καί ἐπιθυμίες πού θά λαμπρύνουν, θά ὀμορφαίνουν τήν ζωήν ἑκάστου ἀνθρώπου μεταβάλλοντάς τον, σέ τέλειον, δίκαιον καί φιλάνθρωπον, φιλότιμον δι’ ἑαυτόν καί ἀλήλλους.

Ὅλα αὐτά εἶναι δυνατόν νά πραγματοποιηθοῦν, χριστιανοί μου, ἐάν παραμείνουμε στήν Ὀρθόδοξον πίστιν καί παράδοσιν, στό Ὀρθόδοξο ἦθος.

Ἄν, δηλαδή, τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, οἰκοδομήσει τόν οἶκο τῆς ψυχῆς μας καί κτίζουμε ἐπάνω στά αἰώνια, ἀκλόνητα θεμέλια τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ, τῶν Ἀποστόλων, τῶν μαρτύρων, τῶν ὁσίων καί πάντων τῶν ἁγίων.

Οἱ Ἅγιοι τῶν ἡμερῶν μας, Πορφύριος, Παΐσιος, Ἰάκωβος, Εὐμένιος, κ.ἄ., μᾶς παρέδωσαν αὐτήν τήν ἀλήθεια πού και οἱ ἴδιοι ἐβίωσαν.

Τό λοιπόν, ἀδελφοί, Ὀρθόδοξοι χριστιανοί, ἀπό ἐμᾶς ἐξαρτᾶται, νά μήν παραδώσουμε τά ἅγια τοῖς κυσίν καί νά μήν θέσουμε τούς μαργαρῖτες ἐνώπιον τῶν χοίρων. Οἱ καιροί σήμερα, πολύ πονηροί καί δόλιοι. Ὁ Χριστός χάριζε καί χαρίζει, ἄνωθεν δωρεές, ἀποκαλῶντας τόν καθένα μέ τό ὄνομά του. Τεχνητά σκουπίδια καί ἀριθμοί πού προσπαθοῦν νά καταργήσουν τήν ἐν Χριστῷ σωτηρία, δέν ἔχουν καμμία θέση στήν Ὀρθὀδοξη Ἑλλάδα μας. Ὁ νοῶν νοείτω καί ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω.

Στόν Θεόν Ἰησοῦν, ἡ Βασιλεία, ἡ Δόξα καί τό Κράτος εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν.



[1](Κολας.1, 21-22)

Ἅγιος Ἡσύχιος ὁ Πρεσβύτερος (Λόγος πρὸς Θεόδουλον):

«Τυφλώνεται ὁ νοῦς μὲ τὰ ἑξῆς τρία πάθη: τὴν φιλαργυρία, τὴν κενοδοξία καὶ τὴν ἡδονή. Ἡ γνώση καὶ ἡ πίστη, ποὺ εἶναι σύντροφοι τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, ἀπὸ τίποτε ἄλλο δὲν ἀδυνάτισαν παρὰ ἀπὸ τὶς τρεῖς αὐτὲς κακίες. Ὁ θυμὸς καὶ ἡ ὀργὴ καὶ οἱ πόλεμοι καὶ οἱ φόνοι καὶ ὅλος ὁ κατάλογος τῶν λοιπῶν κακῶν ἐξ αἰτίας τῶν προηγουμένων αὐτῶν παθῶν ἰσχυροποιήθηκαν πάρα πολὺ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων». 

Δύσκολον κατόρθωµα π. Διονύσιος Τάτσης

Κανένας δὲν μπορεῖ νὰ ἰσχυριστεῖ ὅτι ὁ δρόμος τῆς ἁγνότητας εἶναι εὔκολος. Ἔχει πολλὲς δυσκολίες καὶ πολλοὺς πειρασμούς. Αὐτὸ βέβαια δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι ἀκατόρθωτος ἢ ὁδηγεῖ σὲ κατήφεια καὶ ἀπόγνωση. Κάθε ἄλλο. Εἶναι πορεία ποὺ δίνει χαρὰ καὶ τρέφει ἐλπίδα σωτηρίας. Δημιουργεῖ ψυχικὴ εὐφορία καὶ μεταφέρει τὰ ἐνδιαφέροντα τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ἀναφερόμενος στὶς δυσκολίες τοῦ ἀγώνα τῆς ἁγνότητας καὶ τὰ μέσα ποὺ χρειάζονται, γιὰ νὰ ἔχει διάρκεια καὶ ἐπιτυχία, λέει τὰ ἑξῆς: «Γνωρίζω τὴ μεγάλη δυσκολία τοῦ πράγματος, γνωρίζω τὴν ἔνταση αὐτῶν τῶν ἀγωνισμάτων, γνωρίζω τὴ σκληρότητα τοῦ πολέμου. Χρειάζεται ψυχὴ ἀγωνιστική, ἀποφασιστικὴ καὶ ριψοκίνδυνη, γιὰ νὰ νικήσει κανεὶς τὶς σαρκικές ἐπιθυμίες. Γιατὶ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ περπατάει κανεὶς πάνω στὰ ἀναμμένα κάρβουνα καὶ νὰ μὴ καίγεται, νὰ βαδίζει πάνω στὸ ξίφος καὶ νὰ μὴ πληγώνεται. Τόσο μεγάλη δηλαδὴ εἶναι ἡ δύναμη τῆς ἐπιθυμίας, ὅση εἶναι ἡ δύναμη τῆς φωτιᾶς καὶ τοῦ σιδήρου. Ἂν ἑπομένως ἡ ψυχὴ δὲν εἶναι ἀνάλογα προετοιμασμένη, ὥστε νὰ μὴ ὑποχωρεῖ μπροστὰ στὶς ἀπαιτήσεις τῆς σαρκικῆς ἐπιθυμίας, θὰ αὐτοκαταστραφεῖ γρήγορα. Χρειαζόμαστε λοιπὸν σκέψη καθαρὴ σὰν τὸ διαμάντι, μάτι ἀκοίμητο, μεγάλη ὑπομονή, ἰσχυρὰ ψυχικὰ τείχη, ἐξωτερικοὺς τοίχους καὶ μοχλούς, ἄγρυπνους καὶ γενναίους φύλακες, καὶ πρὶν ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὴν ἄνωθεν βοήθεια. Γιατί, «ἐὰν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος δὲν φυλάξει τὴν πόλη, μάταια ἀγρύπνησαν οἱ φρουροί της». Πῶς λοιπὸν θὰ ἑλκύσουμε τὴ βοήθεια αὐτή; Ὅταν συνεισφέρουμε ὅλα ὅσα ἐξαρτῶνται ἀπὸ μᾶς, δηλαδὴ καθαρὴ σκέψη, ἐντατικὴ νηστεία καὶ ἀγρυπνία, ἀκριβὴς τήρηση τῶν νόμων, ἐφαρμογὴ τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ βασικότερο ἀπὸ ὅλα νὰ μὴ ξεθαρρεύουμε μὲ τὸν ἑαυτό μας. Ἡ μάχη διεξάγεται μὲ μιὰ βιολογικὴ ἀνάγκη, ὁ ζῆλος μας πρέπει νὰ ἀποβλέπει πρὸς τὸν ἀγγελικὸ βίο, ὁ δρόμος μας εἶναι παράλληλος πρὸς τὸν δρόμο τῶν ἀγγελικῶν δυνάμεων. Τὸ χῶμα καὶ ἡ στάχτη ἀγωνίζονται νὰ ἐξισωθοῦν μὲ τοὺς ἀγγέλους, ποὺ ζοῦν στὸν οὐρανό καὶ ἡ φθορὰ συναγωνίζεται τὴν ἀφθαρσία» (Βασιλείου Δ. Χαρώνη, Παιδαγωγικὴ ἀνθρωπολογία Ἰω. Χρυσοστόμου, τόμος Α´, 1993, σελ. 329 -330).