Ο Κερκύρας ρίχνει το γάντι… Ζητά σύγκληση Ιεραρχίας για τον Π.Α. (Ολόκληρη η επιστολή προς τους Μητροπολίτες)

«Προς

Την Διαρκή Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος
Εις Αθήνας
Κοινοποίησις: Άπαντας τους Αρχιερείς της Εκκλησίας της Ελλάδος

Με βαθύτατο σεβασμό εις την Αγίαν ημών Εκκλησία και το κανονικό της σύστημα, αλλά και με έντονο αίσθημα ποιμαντικής ευθύνης και ανείπωτης αγωνίας για το πολύπαθο ποίμνιό μας, οφείλουμε να εκφράσουμε την βαθιά μας θλίψη και την κατηγορηματική μας διαφωνία επί της πρόσφατης γνωμοδότησης της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου αναφορικά με τον νέο Προσωπικό Αριθμό Πολίτη (από τούδε και εις το εξής με την συντομογραφία Π.Α.).

Η εν λόγω γνωμοδότηση, πέραν της πρόδηλης θεσμικής υπέρβασης των ιερών ορίων της αρμοδιότητας του οργάνου, εγείρει σοβαρότατα δογματικά, θεολογικά, κανονικά και εκκλησιολογικά ζητήματα, τα οποία θίγουν τον πυρήνα της ορθόδοξης πίστης και της χριστιανικής ανθρωπολογίας. Αυτά τα ζητήματα απαιτούν άμεση, ενδελεχή και πνευματικά φωτισμένη εξέταση από το ανώτατο συλλογικό όργανο της Εκκλησίας της Ελλάδος, την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας.

Ο Προσωπικός Αριθμός Πολίτη (Π.Α.) θεσπίστηκε με τον Νόμο 4727/2020 (ΦΕΚ Α' 188/23.09.2020), με τίτλο «Ψηφιακή Διακυβέρνηση της χώρας και άλλες διατάξεις».

Σύμφωνα με το Άρθρο 11 του νόμου αυτού, ο Π.Α. ορίζεται ως ο μοναδικός αναγνωριστικός αριθμός κάθε φυσικού προσώπου που γεννιέται στην Ελλάδα ή αποκτά ελληνική ιθαγένεια. Ο αιτιολογικός του σκοπός, όπως αναφέρεται στην κυβερνητική επιχειρηματολογία, είναι η απλοποίηση των συναλλαγών των πολιτών με το Δημόσιο και την ιδιωτική ζωή, η καταπολέμηση της γραφειοκρατίας και η ενίσχυση της διαλειτουργικότητας των κρατικών συστημάτων.

Πρακτικά, ο Π.Α. προβλέπεται να αντικαταστήσει σταδιακά τον Αριθμό Δελτίου Ταυτότητας (Α.Δ.Τ.), τον Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.) και τον Αριθμό Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης (Α.Μ.Κ.Α.), ενοποιώντας όλες τις πληροφορίες για κάθε πολίτη σε έναν και μοναδικό αριθμό.

Από θεολογικής σκοπιάς, η θέσπιση ενός τέτοιου καθολικού και μοναδικού αριθμού εγείρει σοβαρότατες ανησυχίες. Η Ορθόδοξη θεολογία, βασισμένη στην Πατερική παράδοση, διδάσκει ότι ο άνθρωπος είναι πρόσωπο, μοναδικό και ανεπανάληπτο, πλασμένο «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν» του Θεού (Γεν. 1:26).

Η γνωμοδότηση περί «μη ανησυχίας» για τον νέο Προσωπικό Αριθμό Πολίτη από την Διαρκή Ιερά Σύνοδο, η οποία δόθηκε στη δημοσιότητα, βασίστηκε στην εκτίμηση ότι δεν υφίσταται θεολογικό πρόβλημα με τον Π.Α., δεδομένου ότι ο Π.Α. είναι απλώς ένα διοικητικό μέτρο που αποσκοπεί στην απλοποίηση των διαδικασιών και δεν θίγει την πίστη ή την πνευματική ζωή του ανθρώπου.

Ωστόσο, αυτή η γνωμοδότηση χαρακτηρίζεται από βαθιά θεολογική αστοχία και επιφανειακή προσέγγιση αφού η γνωμοδότηση της Δ.Ι.Σ. παρέλειψε να εξετάσει την ευρύτερη πνευματική διάσταση του Π.Α.: την δυνατότητα καθολικού ελέγχου, την αποπροσωποποίηση, την αλλοίωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και την υπονόμευση της ελευθερίας της συνειδήσεως.

Η απειλή βρίσκεται στην αόρατη δουλεία που μπορεί να επιφέρει η πλήρης διαφάνεια και καταγραφή της ζωής του ανθρώπου. Η Εκκλησία οφείλει να προστατεύει την πνευματική ακεραιότητα των πιστών της και όχι να περιορίζεται σε μια νομικίστικη ή επιφανειακή ανάγνωση των κινδύνων.

Η πρώτη και πλέον κραυγαλέα ένσταση εστιάζεται στην κανονική και εκκλησιολογική αναρμοδιότητα της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου να αποφανθεί επί ενός τόσο κρίσιμου ζητήματος, το οποίο άπτεται των πνευματικών δικαιωμάτων και της ελευθερίας εν Χριστώ των πιστών.

Η Δ.Ι.Σ., όπως ορίζεται από τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (Ν. 590/1977) και ειδικότερα από τον Κανονισμό 339/2021 (ΦΕΚ 165/Α/2022), αποτελεί ένα επιτελικό όργανο διαχείρισης τρεχουσών εκκλησιαστικών υποθέσεων και όχι ένα όργανο με θεμελιώδη δικαιοδοσία λήψης αποφάσεων επί δογματικών, κανονικών, λειτουργικών ή κοινωνικών ζητημάτων που επηρεάζουν το σύνολο του σώματος της Εκκλησίας.

Σύμφωνα με το κανονικό δίκαιο και το άρθρο 4 του Ν. 590/1977, η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας είναι το ανώτατο νομοθετικό και διοικητικό όργανο της Εκκλησίας της Ελλάδος, το οποίο ασκεί την ανώτατη εκκλησιαστική εξουσία και αποφασίζει περί παντός ζητήματος αφορώντος εις την Εκκλησία και εις τον κλήρο και τον λαό. Η δύναμή της πηγάζει από την αποστολική διαδοχή και την συνοδικότητα, την οποία ο Χριστός παρέδωσε στους Αποστόλους και η οποία εκφράζεται πληρέστερα στην σύναξη όλων των Αρχιερέων.

Αντίθετα, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος όπως περιγράφεται στο άρθρο 6 του ιδίου νόμου, έχει περιορισμένες αρμοδιότητες, κυρίως διοικητικής και εκτελεστικής φύσεως, και ουδέποτε δύναται να υποκαταστήσει το κύρος και τη βούληση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας σε ζητήματα με ευρύτερη θεολογική, κανονική, λειτουργική ή κοινωνική βαρύτητα που άπτονται της σωτηρίας των ψυχών.

Ο Κανονισμός 339/2021 είναι σαφής ως προς τις αρμοδιότητες της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας να εκφέρει κρίση περί «κανονικών, διοικητικών, νομικών ή και κοινωνικών θεμάτων ευρείας σημασίας».

Η θέσπιση ενός Προσωπικού Αριθμού, ο οποίος ουσιαστικά αποτελεί ένα μοναδικό και καθολικό δείκτη ταυτότητας, με εκτεταμένες επιπτώσεις στην καθημερινότητα, στις συναλλαγές, στην κίνηση, αλλά κυρίως στην πνευματική ζωή και την ελευθερία της συνειδήσεως των πιστών, εντάσσεται αναμφίβολα στην κατηγορία των ζητημάτων «ευρείας σημασίας» και, μάλιστα, με καθαρά θεολογική και υπαρξιακή διάσταση.

Επομένως, η απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου να γνωμοδοτήσει επί του Π.Α. συνιστά κανονική υπέρβαση, θεσμική εκτροπή και εκκλησιολογική παρέκκλιση, καθώς επιχειρεί να επιλύσει ένα μείζον θέμα χωρίς την απαιτούμενη συνοδική πληρότητα και την έγκριση του σώματος της Ιεραρχίας, παρακάμπτοντας την συλλογική φωνή του Αγίου Πνεύματος που εκφράζεται διά του σώματος των Επισκόπων της Ιεραρχίας.

Η πρόσφατη ιστορία, ιδίως κατά την σκοτεινή περίοδο της πανδημίας του COVID-19, παρέχει ένα θλιβερό αλλά διδακτικό παράδειγμα των συνεπειών της θεσμικής υπέρβασης και της απομάκρυνσης από την συνοδική παράδοση.

Οφείλω δε να αναφέρω, στο σημείο αυτό και την προσωπική μου εμπλοκή σε δίκη, η οποία προέκυψε από την υπ' αριθμ. 3016/1626-711 Εγκύκλιο της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου για το κλείσιμο των Ιερών Ναών και την διακοπή μεταδόσεως της Θ. Κοινωνίας, παρά μόνον σε ετοιμοθανάτους.

Το γεγονός αυτό αποτελεί μια αδιάψευστη προειδοποίηση ότι η παράκαμψη των κανονικών διαδικασιών και η συγκέντρωση εξουσίας σε ένα μόνο όργανο, ανεξαρτήτως προθέσεων, μπορεί να οδηγήσει σε νομικές συνέπειες και, το σπουδαιότερο, να υπονομεύσει το κύρος, την ενότητα και την πνευματική αξιοπιστία της Εκκλησίας έναντι του πιστού λαού.

Το ίδιο επικίνδυνο μονοπάτι ακολουθείται τώρα με την γνωμοδότηση περί του Π.Α., η οποία εμφανίζεται ως εξουσιαστική πράξη, εις βάρος της προσωπικής υπόστασης και της εν Χριστώ ελευθερίας των πιστών, χωρίς την απαραίτητη συνοδική έγκριση και τον πνευματικό φωτισμό της Ιεραρχίας.

Το ζήτημα του Προσωπικού Αριθμού αγγίζει τον πυρήνα της Ορθόδοξης Θεολογίας περί της ανθρώπινης προσωπικότητας, της εικόνας του Θεού στον άνθρωπο και της ελευθερίας.

Η Ορθόδοξη Παράδοση, βασιζόμενη στις αιώνιες διδασκαλίες των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, τονίζει εμφατικά την απόλυτη ιερότητα και την εσωτερική ελευθερία της ψυχής. Κάθε άνθρωπος είναι ένα ανεπανάληπτο πρόσωπο, φέροντας μέσα του την ανεξίτηλη σφραγίδα της θείας δημιουργίας και προικισμένος με αυτεξούσιο και ελευθερία, την ύψιστη δωρεά του Θεού.

Η ορθόδοξη θεολογία μας διδάσκει ότι ο άνθρωπος, ως εικόνα Θεού, δεν είναι απλώς ένα βιολογικό ον ή ένα ψηφιακό δεδομένο, αλλά ένα πνευματικό ον, πλασμένο για την κοινωνία με τον Θεό. Αυτή η ελευθερία δεν είναι απλώς μία κοινωνική ή πολιτική ελευθερία, αλλά πρωτίστως μια υπαρξιακή, οντολογική και πνευματική ελευθερία, η οποία επιτρέπει στον άνθρωπο να επιλέγει το αγαθό, να αγωνίζεται κατά της αμαρτίας και να αναπτύσσει την σχέση του με τον Θεό.

Η οποιαδήποτε απόπειρα του κράτους ή οποιασδήποτε εξουσιαστικής δομής να εισχωρήσει στον πνευματικό βίο του ανθρώπου, μέσω μέτρων που θέτουν σε άμεσο, καθολικό και αδιάλειπτο έλεγχο την ταυτότητα, την κίνηση, τις συναλλαγές, ακόμη και τις σκέψεις (μέσω της ανάλυσης δεδομένων) του πιστού, αποτελεί σοβαρή απειλή για την εσωτερική του ελευθερία και την προσωπική του σχέση με τον Θεό.

Ο Προσωπικός Αριθμός, ως ένας μοναδικός, καθολικός και υποχρεωτικός αναγνωριστικός κωδικός, ο οποίος θα συνδέει πλέον όλες τις πτυχές της ζωής του πολίτη (οικονομικές, κοινωνικές, ιατρικές, διοικητικές, ακόμη και τις ιδιωτικές του προτιμήσεις), εγείρει βάσιμες ανησυχίες περί ολικού «ηλεκτρονικού φακελώματος» και πλήρους παρακολούθησης.

Η θεολογική διάσταση εδώ είναι κρίσιμη: ο άνθρωπος δεν είναι απλώς ένας αριθμός, ένα αντικείμενο στατιστικής ή ένα απρόσωπο γρανάζι σε ένα απρόσωπο σύστημα.

Είναι πρόσωπο, με μοναδική αξία, απαραβίαστη αξιοπρέπεια και ατομικότητα, το οποίο υπόκειται σε απόλυτη κανονική και πνευματική προστασία της προσωπικότητας.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία οφείλει, ως μητέρα και τροφός ψυχών, να προστατεύσει αυτή την αξιοπρέπεια και να υπερασπιστεί την ελευθερία της συνειδήσεως των πιστών της έναντι οποιασδήποτε μορφής κρατικής ή άλλης παρέμβασης που αλλοιώνει την εικόνα του ανθρώπου ως ελεύθερου και υπεύθυνου όντος, πλασμένου κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν Θεού.

Η σιωπή ή η αδιαφορία επί του θέματος αυτού ισοδυναμεί με πνευματική εγκατάλειψη του ποιμνίου και αποστασία από την αλήθεια της ανθρωπολογίας που μας παρέδωσαν οι Άγιοι Πατέρες.

Πέρα από τις θεολογικές και κανονικές ενστάσεις, ο νόμος 4727/2020, ο οποίος καθιερώνει τον Προσωπικό Αριθμό ως μοναδικό επικυρωμένο δείκτη ταυτότητας, πλήττει ευθέως θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα που κατοχυρώνονται όχι μόνο από το Σύνταγμα της Ελλάδος και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, αλλά κυρίως από το Θείο Δίκαιο που υπερέχει κάθε ανθρωπίνης νομοθεσίας.

Η γνωμοδότηση της Δ.Ι.Σ. περί «μη ανησυχίας» εκδόθηκε χωρίς την απαιτούμενη ενδελεχή θεολογική ή κανονική μελέτη, αλλά και χωρίς επαρκή νομική τεκμηρίωση των επιπτώσεων του Π.Α. στα δικαιώματα των πιστών, αγνοώντας την πνευματική τους διάσταση.

Αναλυτικότερα, θεωρούμε ότι ο Π.Α. επηρεάζει δυσμενώς την ελευθερία μετα/κίνησης, καθώς η διασύνδεση του Π.Α. με όλες τις συναλλαγές και μετακινήσεις του πολίτη καθιστά δυνατή την πλήρη, αδιάλειπτη και πανταχού παρούσα παρακολούθηση των κινήσεών του.

Ενώ το κράτος μπορεί να επικαλείται λόγους ασφαλείας, η πλήρης καταγραφή της κινητικότητας του κάθε ατόμου συνιστά περιορισμό της ελευθερίας κίνησης, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 του Συντάγματος.

Πνευματικά, η συνεχής αίσθηση παρακολούθησης και ελέγχου μπορεί να οδηγήσει σε ψυχολογική πίεση και σε αλλοίωση της προσωπικότητας και της ελευθερίας.

Επίσης, περιορίζει την ιδιωτικότητα των ανθρώπων καθώς η καθιέρωση του Π.Α. ως ενιαίου αριθμού για όλες τις κρατικές και ιδιωτικές συναλλαγές, καθώς και η διασύνδεση διαφόρων βάσεων δεδομένων μέσω αυτού, οδηγεί αναπόφευκτα σε ολοκληρωτική καταγραφή.

Ακόμη και αν νομικά διασφαλίζονται ορισμένες πτυχές της ιδιωτικότητας, η συγκέντρωση τόσο ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων σε έναν ενιαίο αριθμό αυξάνει δραματικά τον κίνδυνο καταστρατήγησης του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 9 του Συντάγματος και στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).

Η Εκκλησία μας οφείλει να εκφράσει την βαθιά της ανησυχία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων των πιστών της, δεδομένου ότι η ιδιωτικότητα αποτελεί θεμελιώδη πτυχή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και ελευθερίας, και η απουσία της μπορεί να οδηγήσει σε φόβο και έλλειψη εμπιστοσύνης.

Ενώ εκ πρώτης όψεως ο Π.Α. δεν φαίνεται να επηρεάζει άμεσα την θρησκευτική ελευθερία, η δυνατότητα πλήρους ελέγχου της ταυτότητας και των κινήσεων των πολιτών μπορεί να οδηγήσει σε έμμεσους, αλλά ουσιαστικούς περιορισμούς στην άσκηση της πίστης.

Δεδομένων των ανωτέρω θεολογικών, κανονικών, νομικών, κοινωνικών και, πρωτίστως, πνευματικών διαστάσεων του ζητήματος του Προσωπικού Αριθμού, είναι επιτακτική η άμεση σύγκληση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας.

Η παρούσα κατάσταση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με επιπλέον εγκυκλίους ή πρόχειρες γνωμοδοτήσεις από όργανα περιορισμένης αρμοδιότητας, τα οποία δεν φέρουν την πλήρη ευθύνη του ποιμνίου.

Απαιτείται μια συνοδική, κανονική, πνευματικά φωτισμένη κρίση, η οποία θα σεβαστεί πλήρως το κανονικό πλαίσιο της Εκκλησίας (Ν. 590/1977, άρθρα 4 & 6) και τις βασικές αρχές της ορθόδοξης θεολογίας.

Μόνο η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας μπορεί να λάβει μια υπεύθυνη και αιτιολογημένη στάση, η οποία θα αντανακλά την συλλογική θεολογική σκέψη, την πνευματική διάκριση και την ποιμαντική μέριμνα του συνόλου της Ιεραρχίας, ως αληθινού σώματος του Χριστού. Η σιωπή της Ιεραρχίας σε ένα τόσο κρίσιμο θέμα θα αποτελούσε εγκατάλειψη της ποιμαντικής ευθύνης και πνευματική αδιαφορία για τους φόβους και τις ανησυχίες των πιστών.

Θεωρώ ότι δεν έχουμε αντιληφθεί τις πραγματικές διαστάσεις του προβληματισμού των ανθρώπων του ποιμνίου μας.

Ο κόσμος ανησυχεί κι εμείς κατά το λεχθέν υπό του Αισώπου: των οικιών υμών εμπιπραμένων αυτοί άδετε, αντί να προβαίνουμε σε σοβαρές ενέργειες. Η ελευθερία της ψυχής και η κανονική υπόσταση του ανθρώπου ως εικόνος Θεού δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως τεχνικές λεπτομέρειες ή διαχειριστικές ενέργειες εκκλησιαστικών διαχειριστικών οργάνων. Απαιτούν τη σύναξη του συνόλου των επισκόπων, την πλήρη και ειλικρινή συζήτηση, και την ανάληψη πατρικής ευθύνης.

Η Εκκλησία μας σήμερα καλείται να επιδείξει απόλυτο σεβασμό στον Θεό, ο οποίος δημιούργησε τον άνθρωπο ελεύθερο, αλλά και βαθύ σεβασμό στον άνθρωπο ως εικόνα Του, προστατεύοντας την πνευματική του ελευθερία, την προσωπική του σχέση με τον Χριστό και την ακεραιότητα της προσωπικότητάς του από κάθε μορφή και τύπο δουλείας.

Επί δε τούτοις διατελώ

Ο Κερκύρας Νεκτάριος


ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ -- Ο Κερκύρας Νεκτάριος Ζητά σύγκληση Ιεραρχίας για τον Π.Α.

  (Ολόκληρη η επιστολή προς τους Μητροπολίτες)

«Προς
Την Διαρκή Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος
Εις Αθήνας
Κοινοποίησις: Άπαντας τους Αρχιερείς της Εκκλησίας της Ελλάδος

Με βαθύτατο σεβασμό εις την Αγίαν ημών Εκκλησία και το κανονικό της σύστημα, αλλά και με έντονο αίσθημα ποιμαντικής ευθύνης και ανείπωτης αγωνίας για το πολύπαθο ποίμνιό μας, οφείλουμε να εκφράσουμε την βαθιά μας θλίψη και την κατηγορηματική μας διαφωνία επί της πρόσφατης γνωμοδότησης της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου αναφορικά με τον νέο Προσωπικό Αριθμό Πολίτη (από τούδε και εις το εξής με την συντομογραφία Π.Α.).

Η εν λόγω γνωμοδότηση, πέραν της πρόδηλης θεσμικής υπέρβασης των ιερών ορίων της αρμοδιότητας του οργάνου, εγείρει σοβαρότατα δογματικά, θεολογικά, κανονικά και εκκλησιολογικά ζητήματα, τα οποία θίγουν τον πυρήνα της ορθόδοξης πίστης και της χριστιανικής ανθρωπολογίας. Αυτά τα ζητήματα απαιτούν άμεση, ενδελεχή και πνευματικά φωτισμένη εξέταση από το ανώτατο συλλογικό όργανο της Εκκλησίας της Ελλάδος, την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας.

Ο Προσωπικός Αριθμός Πολίτη (Π.Α.) θεσπίστηκε με τον Νόμο 4727/2020 (ΦΕΚ Α' 188/23.09.2020), με τίτλο «Ψηφιακή Διακυβέρνηση της χώρας και άλλες διατάξεις».

Σύμφωνα με το Άρθρο 11 του νόμου αυτού, ο Π.Α. ορίζεται ως ο μοναδικός αναγνωριστικός αριθμός κάθε φυσικού προσώπου που γεννιέται στην Ελλάδα ή αποκτά ελληνική ιθαγένεια. Ο αιτιολογικός του σκοπός, όπως αναφέρεται στην κυβερνητική επιχειρηματολογία, είναι η απλοποίηση των συναλλαγών των πολιτών με το Δημόσιο και την ιδιωτική ζωή, η καταπολέμηση της γραφειοκρατίας και η ενίσχυση της διαλειτουργικότητας των κρατικών συστημάτων.

Πρακτικά, ο Π.Α. προβλέπεται να αντικαταστήσει σταδιακά τον Αριθμό Δελτίου Ταυτότητας (Α.Δ.Τ.), τον Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.) και τον Αριθμό Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης (Α.Μ.Κ.Α.), ενοποιώντας όλες τις πληροφορίες για κάθε πολίτη σε έναν και μοναδικό αριθμό.

Από θεολογικής σκοπιάς, η θέσπιση ενός τέτοιου καθολικού και μοναδικού αριθμού εγείρει σοβαρότατες ανησυχίες. Η Ορθόδοξη θεολογία, βασισμένη στην Πατερική παράδοση, διδάσκει ότι ο άνθρωπος είναι πρόσωπο, μοναδικό και ανεπανάληπτο, πλασμένο «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν» του Θεού (Γεν. 1:26).

Η γνωμοδότηση περί «μη ανησυχίας» για τον νέο Προσωπικό Αριθμό Πολίτη από την Διαρκή Ιερά Σύνοδο, η οποία δόθηκε στη δημοσιότητα, βασίστηκε στην εκτίμηση ότι δεν υφίσταται θεολογικό πρόβλημα με τον Π.Α., δεδομένου ότι ο Π.Α. είναι απλώς ένα διοικητικό μέτρο που αποσκοπεί στην απλοποίηση των διαδικασιών και δεν θίγει την πίστη ή την πνευματική ζωή του ανθρώπου.

Ωστόσο, αυτή η γνωμοδότηση χαρακτηρίζεται από βαθιά θεολογική αστοχία και επιφανειακή προσέγγιση αφού η γνωμοδότηση της Δ.Ι.Σ. παρέλειψε να εξετάσει την ευρύτερη πνευματική διάσταση του Π.Α.: την δυνατότητα καθολικού ελέγχου, την αποπροσωποποίηση, την αλλοίωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και την υπονόμευση της ελευθερίας της συνειδήσεως.

Η απειλή βρίσκεται στην αόρατη δουλεία που μπορεί να επιφέρει η πλήρης διαφάνεια και καταγραφή της ζωής του ανθρώπου. Η Εκκλησία οφείλει να προστατεύει την πνευματική ακεραιότητα των πιστών της και όχι να περιορίζεται σε μια νομικίστικη ή επιφανειακή ανάγνωση των κινδύνων.

Η πρώτη και πλέον κραυγαλέα ένσταση εστιάζεται στην κανονική και εκκλησιολογική αναρμοδιότητα της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου να αποφανθεί επί ενός τόσο κρίσιμου ζητήματος, το οποίο άπτεται των πνευματικών δικαιωμάτων και της ελευθερίας εν Χριστώ των πιστών.

Η Δ.Ι.Σ., όπως ορίζεται από τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (Ν. 590/1977) και ειδικότερα από τον Κανονισμό 339/2021 (ΦΕΚ 165/Α/2022), αποτελεί ένα επιτελικό όργανο διαχείρισης τρεχουσών εκκλησιαστικών υποθέσεων και όχι ένα όργανο με θεμελιώδη δικαιοδοσία λήψης αποφάσεων επί δογματικών, κανονικών, λειτουργικών ή κοινωνικών ζητημάτων που επηρεάζουν το σύνολο του σώματος της Εκκλησίας.

Σύμφωνα με το κανονικό δίκαιο και το άρθρο 4 του Ν. 590/1977, η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας είναι το ανώτατο νομοθετικό και διοικητικό όργανο της Εκκλησίας της Ελλάδος, το οποίο ασκεί την ανώτατη εκκλησιαστική εξουσία και αποφασίζει περί παντός ζητήματος αφορώντος εις την Εκκλησία και εις τον κλήρο και τον λαό. Η δύναμή της πηγάζει από την αποστολική διαδοχή και την συνοδικότητα, την οποία ο Χριστός παρέδωσε στους Αποστόλους και η οποία εκφράζεται πληρέστερα στην σύναξη όλων των Αρχιερέων.

Αντίθετα, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος όπως περιγράφεται στο άρθρο 6 του ιδίου νόμου, έχει περιορισμένες αρμοδιότητες, κυρίως διοικητικής και εκτελεστικής φύσεως, και ουδέποτε δύναται να υποκαταστήσει το κύρος και τη βούληση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας σε ζητήματα με ευρύτερη θεολογική, κανονική, λειτουργική ή κοινωνική βαρύτητα που άπτονται της σωτηρίας των ψυχών.

Ο Κανονισμός 339/2021 είναι σαφής ως προς τις αρμοδιότητες της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας να εκφέρει κρίση περί «κανονικών, διοικητικών, νομικών ή και κοινωνικών θεμάτων ευρείας σημασίας».

Η θέσπιση ενός Προσωπικού Αριθμού, ο οποίος ουσιαστικά αποτελεί ένα μοναδικό και καθολικό δείκτη ταυτότητας, με εκτεταμένες επιπτώσεις στην καθημερινότητα, στις συναλλαγές, στην κίνηση, αλλά κυρίως στην πνευματική ζωή και την ελευθερία της συνειδήσεως των πιστών, εντάσσεται αναμφίβολα στην κατηγορία των ζητημάτων «ευρείας σημασίας» και, μάλιστα, με καθαρά θεολογική και υπαρξιακή διάσταση.

Επομένως, η απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου να γνωμοδοτήσει επί του Π.Α. συνιστά κανονική υπέρβαση, θεσμική εκτροπή και εκκλησιολογική παρέκκλιση, καθώς επιχειρεί να επιλύσει ένα μείζον θέμα χωρίς την απαιτούμενη συνοδική πληρότητα και την έγκριση του σώματος της Ιεραρχίας, παρακάμπτοντας την συλλογική φωνή του Αγίου Πνεύματος που εκφράζεται διά του σώματος των Επισκόπων της Ιεραρχίας.

Η πρόσφατη ιστορία, ιδίως κατά την σκοτεινή περίοδο της πανδημίας του COVID-19, παρέχει ένα θλιβερό αλλά διδακτικό παράδειγμα των συνεπειών της θεσμικής υπέρβασης και της απομάκρυνσης από την συνοδική παράδοση.

Οφείλω δε να αναφέρω, στο σημείο αυτό και την προσωπική μου εμπλοκή σε δίκη, η οποία προέκυψε από την υπ' αριθμ. 3016/1626-711 Εγκύκλιο της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου για το κλείσιμο των Ιερών Ναών και την διακοπή μεταδόσεως της Θ. Κοινωνίας, παρά μόνον σε ετοιμοθανάτους.

Το γεγονός αυτό αποτελεί μια αδιάψευστη προειδοποίηση ότι η παράκαμψη των κανονικών διαδικασιών και η συγκέντρωση εξουσίας σε ένα μόνο όργανο, ανεξαρτήτως προθέσεων, μπορεί να οδηγήσει σε νομικές συνέπειες και, το σπουδαιότερο, να υπονομεύσει το κύρος, την ενότητα και την πνευματική αξιοπιστία της Εκκλησίας έναντι του πιστού λαού.

Το ίδιο επικίνδυνο μονοπάτι ακολουθείται τώρα με την γνωμοδότηση περί του Π.Α., η οποία εμφανίζεται ως εξουσιαστική πράξη, εις βάρος της προσωπικής υπόστασης και της εν Χριστώ ελευθερίας των πιστών, χωρίς την απαραίτητη συνοδική έγκριση και τον πνευματικό φωτισμό της Ιεραρχίας.

Το ζήτημα του Προσωπικού Αριθμού αγγίζει τον πυρήνα της Ορθόδοξης Θεολογίας περί της ανθρώπινης προσωπικότητας, της εικόνας του Θεού στον άνθρωπο και της ελευθερίας.

Η Ορθόδοξη Παράδοση, βασιζόμενη στις αιώνιες διδασκαλίες των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, τονίζει εμφατικά την απόλυτη ιερότητα και την εσωτερική ελευθερία της ψυχής. Κάθε άνθρωπος είναι ένα ανεπανάληπτο πρόσωπο, φέροντας μέσα του την ανεξίτηλη σφραγίδα της θείας δημιουργίας και προικισμένος με αυτεξούσιο και ελευθερία, την ύψιστη δωρεά του Θεού.

Η ορθόδοξη θεολογία μας διδάσκει ότι ο άνθρωπος, ως εικόνα Θεού, δεν είναι απλώς ένα βιολογικό ον ή ένα ψηφιακό δεδομένο, αλλά ένα πνευματικό ον, πλασμένο για την κοινωνία με τον Θεό. Αυτή η ελευθερία δεν είναι απλώς μία κοινωνική ή πολιτική ελευθερία, αλλά πρωτίστως μια υπαρξιακή, οντολογική και πνευματική ελευθερία, η οποία επιτρέπει στον άνθρωπο να επιλέγει το αγαθό, να αγωνίζεται κατά της αμαρτίας και να αναπτύσσει την σχέση του με τον Θεό.

Η οποιαδήποτε απόπειρα του κράτους ή οποιασδήποτε εξουσιαστικής δομής να εισχωρήσει στον πνευματικό βίο του ανθρώπου, μέσω μέτρων που θέτουν σε άμεσο, καθολικό και αδιάλειπτο έλεγχο την ταυτότητα, την κίνηση, τις συναλλαγές, ακόμη και τις σκέψεις (μέσω της ανάλυσης δεδομένων) του πιστού, αποτελεί σοβαρή απειλή για την εσωτερική του ελευθερία και την προσωπική του σχέση με τον Θεό.

Ο Προσωπικός Αριθμός, ως ένας μοναδικός, καθολικός και υποχρεωτικός αναγνωριστικός κωδικός, ο οποίος θα συνδέει πλέον όλες τις πτυχές της ζωής του πολίτη (οικονομικές, κοινωνικές, ιατρικές, διοικητικές, ακόμη και τις ιδιωτικές του προτιμήσεις), εγείρει βάσιμες ανησυχίες περί ολικού «ηλεκτρονικού φακελώματος» και πλήρους παρακολούθησης.

Η θεολογική διάσταση εδώ είναι κρίσιμη: ο άνθρωπος δεν είναι απλώς ένας αριθμός, ένα αντικείμενο στατιστικής ή ένα απρόσωπο γρανάζι σε ένα απρόσωπο σύστημα.

Είναι πρόσωπο, με μοναδική αξία, απαραβίαστη αξιοπρέπεια και ατομικότητα, το οποίο υπόκειται σε απόλυτη κανονική και πνευματική προστασία της προσωπικότητας.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία οφείλει, ως μητέρα και τροφός ψυχών, να προστατεύσει αυτή την αξιοπρέπεια και να υπερασπιστεί την ελευθερία της συνειδήσεως των πιστών της έναντι οποιασδήποτε μορφής κρατικής ή άλλης παρέμβασης που αλλοιώνει την εικόνα του ανθρώπου ως ελεύθερου και υπεύθυνου όντος, πλασμένου κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν Θεού.

Η σιωπή ή η αδιαφορία επί του θέματος αυτού ισοδυναμεί με πνευματική εγκατάλειψη του ποιμνίου και αποστασία από την αλήθεια της ανθρωπολογίας που μας παρέδωσαν οι Άγιοι Πατέρες.

Πέρα από τις θεολογικές και κανονικές ενστάσεις, ο νόμος 4727/2020, ο οποίος καθιερώνει τον Προσωπικό Αριθμό ως μοναδικό επικυρωμένο δείκτη ταυτότητας, πλήττει ευθέως θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα που κατοχυρώνονται όχι μόνο από το Σύνταγμα της Ελλάδος και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, αλλά κυρίως από το Θείο Δίκαιο που υπερέχει κάθε ανθρωπίνης νομοθεσίας.

Η γνωμοδότηση της Δ.Ι.Σ. περί «μη ανησυχίας» εκδόθηκε χωρίς την απαιτούμενη ενδελεχή θεολογική ή κανονική μελέτη, αλλά και χωρίς επαρκή νομική τεκμηρίωση των επιπτώσεων του Π.Α. στα δικαιώματα των πιστών, αγνοώντας την πνευματική τους διάσταση.

Αναλυτικότερα, θεωρούμε ότι ο Π.Α. επηρεάζει δυσμενώς την ελευθερία μετα/κίνησης, καθώς η διασύνδεση του Π.Α. με όλες τις συναλλαγές και μετακινήσεις του πολίτη καθιστά δυνατή την πλήρη, αδιάλειπτη και πανταχού παρούσα παρακολούθηση των κινήσεών του.

Ενώ το κράτος μπορεί να επικαλείται λόγους ασφαλείας, η πλήρης καταγραφή της κινητικότητας του κάθε ατόμου συνιστά περιορισμό της ελευθερίας κίνησης, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 του Συντάγματος.

Πνευματικά, η συνεχής αίσθηση παρακολούθησης και ελέγχου μπορεί να οδηγήσει σε ψυχολογική πίεση και σε αλλοίωση της προσωπικότητας και της ελευθερίας.

Επίσης, περιορίζει την ιδιωτικότητα των ανθρώπων καθώς η καθιέρωση του Π.Α. ως ενιαίου αριθμού για όλες τις κρατικές και ιδιωτικές συναλλαγές, καθώς και η διασύνδεση διαφόρων βάσεων δεδομένων μέσω αυτού, οδηγεί αναπόφευκτα σε ολοκληρωτική καταγραφή.

Ακόμη και αν νομικά διασφαλίζονται ορισμένες πτυχές της ιδιωτικότητας, η συγκέντρωση τόσο ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων σε έναν ενιαίο αριθμό αυξάνει δραματικά τον κίνδυνο καταστρατήγησης του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 9 του Συντάγματος και στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).

Η Εκκλησία μας οφείλει να εκφράσει την βαθιά της ανησυχία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων των πιστών της, δεδομένου ότι η ιδιωτικότητα αποτελεί θεμελιώδη πτυχή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και ελευθερίας, και η απουσία της μπορεί να οδηγήσει σε φόβο και έλλειψη εμπιστοσύνης.

Ενώ εκ πρώτης όψεως ο Π.Α. δεν φαίνεται να επηρεάζει άμεσα την θρησκευτική ελευθερία, η δυνατότητα πλήρους ελέγχου της ταυτότητας και των κινήσεων των πολιτών μπορεί να οδηγήσει σε έμμεσους, αλλά ουσιαστικούς περιορισμούς στην άσκηση της πίστης.

Δεδομένων των ανωτέρω θεολογικών, κανονικών, νομικών, κοινωνικών και, πρωτίστως, πνευματικών διαστάσεων του ζητήματος του Προσωπικού Αριθμού, είναι επιτακτική η άμεση σύγκληση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας.

Η παρούσα κατάσταση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με επιπλέον εγκυκλίους ή πρόχειρες γνωμοδοτήσεις από όργανα περιορισμένης αρμοδιότητας, τα οποία δεν φέρουν την πλήρη ευθύνη του ποιμνίου.

Απαιτείται μια συνοδική, κανονική, πνευματικά φωτισμένη κρίση, η οποία θα σεβαστεί πλήρως το κανονικό πλαίσιο της Εκκλησίας (Ν. 590/1977, άρθρα 4 & 6) και τις βασικές αρχές της ορθόδοξης θεολογίας.

Μόνο η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας μπορεί να λάβει μια υπεύθυνη και αιτιολογημένη στάση, η οποία θα αντανακλά την συλλογική θεολογική σκέψη, την πνευματική διάκριση και την ποιμαντική μέριμνα του συνόλου της Ιεραρχίας, ως αληθινού σώματος του Χριστού. Η σιωπή της Ιεραρχίας σε ένα τόσο κρίσιμο θέμα θα αποτελούσε εγκατάλειψη της ποιμαντικής ευθύνης και πνευματική αδιαφορία για τους φόβους και τις ανησυχίες των πιστών.

Θεωρώ ότι δεν έχουμε αντιληφθεί τις πραγματικές διαστάσεις του προβληματισμού των ανθρώπων του ποιμνίου μας.

Ο κόσμος ανησυχεί κι εμείς κατά το λεχθέν υπό του Αισώπου: των οικιών υμών εμπιπραμένων αυτοί άδετε, αντί να προβαίνουμε σε σοβαρές ενέργειες. Η ελευθερία της ψυχής και η κανονική υπόσταση του ανθρώπου ως εικόνος Θεού δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως τεχνικές λεπτομέρειες ή διαχειριστικές ενέργειες εκκλησιαστικών διαχειριστικών οργάνων. Απαιτούν τη σύναξη του συνόλου των επισκόπων, την πλήρη και ειλικρινή συζήτηση, και την ανάληψη πατρικής ευθύνης.

Η Εκκλησία μας σήμερα καλείται να επιδείξει απόλυτο σεβασμό στον Θεό, ο οποίος δημιούργησε τον άνθρωπο ελεύθερο, αλλά και βαθύ σεβασμό στον άνθρωπο ως εικόνα Του, προστατεύοντας την πνευματική του ελευθερία, την προσωπική του σχέση με τον Χριστό και την ακεραιότητα της προσωπικότητάς του από κάθε μορφή και τύπο δουλείας.

Επί δε τούτοις διατελώ

Ο Κερκύρας Νεκτάριος

romfea.gr

ΟΙ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΟΙ...!!!

Ο χρήστης Άγνωστο σχολίασε την ανάρτηση "Τα... "ΛΟΚ της Ορθοδοξίας" και οι λαλίστατοι Μητροπολίτες κοινωνούν και τον μνημονεύουν!...."

 

3 ώρες πριν










Βίντεο από τον εφησυχάζοντα Θεοφιλέστατο Επίσκοπο κ.κ. Χριστόδουλο, Έξαρχο εν Αχαΐα, πρώην Αγιορείτη (Γρηγοριάτη) περί αποτειχήσεως στο κανάλι του στο YouTube.

https://m.youtube.com/watch?v=-6zy04rz2hQ

‪Δημήτριος‬

Πρς

Τν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Κυθήρων κα ντικυθήρων, Κύριον Σεραφεμ

ν Κυθήροις

 

Σεβασμιώτατε κα πατέρα μν ν Χριστ ελαβέστατε,

ν βαθεῖᾳ τιμ κα γάπ πνευματικ, προσφερόμεθα ταπεινς πρς μς, ς πιστ μέλη τς Μις, γίας, Καθολικς κα ποστολικς κκλησίας, κφράζοντες τν πόνον κα τν νησυχίαν τς ψυχς μν δι τν πικρατοσαν πνευματικν σύγχυσιν ν τ κκλησιαστικ σώματι.

Μετ λύπης παρατηρομεν τι ερ Σύνοδος τς κκλησίας τς λλάδος ποδέχεται κα ναγνωρίζει ς «γιον κα Μέγα» τν λεγομένην Σύνοδον τς Κρήτης (τους 2016), τις κατ πσαν λήθειαν κα ρθόδοξον κρίσιν ποδεδειγμένως παρέκκλινε τς πατερικς παραδόσεως κα μολογίας τς Πίστεως. τι δ, κκλησία τς λλάδος διατηρε κκλησιαστικν κοινωνίαν κα Κοινν Ποτήριον μετ τν σχισματικν τς Οκρανίας, πικεφαλς τν ποίων εναι ν σχίσματι κα χωρίς κανονικν χειροτονίαν λεγόμενος «μητροπολίτης» πιφάνιος Ντουμένκο.

«Θ πρέπει ν γνωρίζεις τι μνημονεύαμε τότε πο δν εχε γίνει Σύνοδος, οτε εχε Συνοδικς κφωνηθε τ πονηρ δόγμα κα νάθεμα..... 

π τν ρα μως πο γινε φανερ κα ξεκάθαρη αρετικ σέβεια κα κατοχυρώθηκε Συνοδικς, πρέπει κα σ κα λοι ο ρθόδοξοι ν ποφύγετε μ παρρησία κάθε κκλησιαστικ πικοινωνία μ τος κακόδοξους κα ν μ μνημονεύετε κάποιον π ατος ο ποοι συμμετεχαν στν Σύνοδο, εναι μόφρονες μ τς ποφάσεις της.

Διότι σ πο ληθς φέρεις τ νομα το Θεόφιλου εναι δίκαιο κα μ ατν τν τρόπον ν γαπς τν Θεό. πειδ ερς Χρυσόστομος χθρούς του Θεο δν χαρακτήριζε μόνον το αρετικούς, λλ κα σους εχαν κκλησιαστικ κοινωνία μαζί τους…...» 

[Άγιος Θεόδωρος Στουδίτης. 

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΛΘ΄. Θεοφίλω γουμένω] 

Πρς δ τούτοις, ποδοχ π μέρους τς ερς Συνόδου το λεγομένου προσωπικο ριθμο, ς νός συστήματος παρακολουθήσεως κα ψηφιακς ταυτοποιήσεως, γενν ρωτήματα συμβιβάστου πρς τν λευθερίαν τν τέκνων το Θεο κα τν μολογίαν το ληθινο νόματος το νθρώπου νώπιον το Δημιουργο.

« πίσκοπος μνημονεύεται, κυρίως γιά νά φανε, τι μνημονεύων καί μνημονευόμενος χουν τήν δια πίστη, τι εναι μφότεροι ρθόδοξοι, τι μνημονευόμενος χει τήν δια πίστη μέ τόν μνημονεύοντα, εναι ταυτογνωμονοντες καί ταυτοπιστεύοντες.» 

[Π. Θεοδώρου Ζήση, Δέν εναι σχίσμα ποτείχιση, φειλόμενες ξηγήσεως] 

Δι τούτους τος λόγους, κα ς ρθοδόξως φρονοντες πιστοί, παρακαλομεν μς, ντιμολογιώτατε κα μολογητ πίσκοπε, ν προχωρήσητε ες τν διακοπν μνημονεύσεως τς ερς Συνόδου τς κκλησίας τς λλάδος, καθ’ ν τρόπον ο γιοι Πατέρες δίδαξαν κατ τν αρέσεων κα τς συλλειτουργίας μετ τν κακοδόξων.

τοιαύτη μαρτυρικ κα μολογιακ Σας πράξις, πλην το τι θέλει διαφυλάξαι μς π τς συμμετοχς ες τν Παναίρεσιν το Οκουμενισμο, τν ποίαν δυστυχς ο πολλο συγκαλύπτουσι δι το ψευδος λόγου τι δήθεν Σύνοδος ρθοτομε τν λόγον τς ληθείας, θέλει συγχρόνως ποτρέψει πολλος ρθοδόξους πιστος π τν προσχώρησιν ες τ σχίσματα τν λεγομένων Γ.Ο.Χ., ν ος καραδοκε λλου εδους πλάνη κα νομία.

πιπροσθέτως, μολογιακ μετέρα στάσις δύναται ν καταστή ες τ μέλλον φορμ δι’ κκλησιαστικν νακαίνισιν, πισπεύδουσα τν νάγκην συγκαλέσεως Πανορθοδόξου Συνόδου π ρθοδόξων πισκόπων, τις θέλει πανορθώσει τν εσέβειαν, καθαιρέσει τος κακοδόξους, ναθεματίσει τος σχισματικος, κα παναφέρει τ φς τς ληθείας π τς λυμανθείσης καθέδρας τς καθόλου κκλησίας.

 

σίου Μαξίμου μολογητ :

«Χθές κτωκαιδεκάτ το μηνός, τις ν γία Πεντηκοστή, πατριάρχης δήλωσέ μοι λέγων· 

Ποίας κκλησίας ε

Βυζαντίου; 

Ρώμης; 

ντιοχείας; 

λεξανδρείας; 

εροσολύμων; 

δού πσαι μετά τν π’ ατάς παρχιν νώθησαν. Ε τοίνυν ε τς καθολικς κκλησίας, νώθητι, μήπως, ξένην δόν τ βί καινοτομν, πάθς περ ο προσδοκς.

»Πρός ος επον· 

Καθολικήν κκλησίαν, τήν ρθήν καί σωτήριον τς ες ατόν πίστεως μολογίαν, Πέτρον μακαρίσας φ’ ος ατόν καλς μολόγησεν, τν λων εναι Θεός πεφήνατο. Πλήν μάθω τήν μολογίαν, φ’ ν πασν τν κκλησιν γέγονεν νωσις, καί το γενομένου καλς, οκ λλοτριομαι» (Φιλοκαλία, ΕΠΕ 15Β, 450).

Ἐὰν, δι᾿ μολογιακος λόγους, π ληθείας διακοπ κκλησιαστικ κοινωνία πρς τος τς αρέσεως το Οκουμενισμο μμένοντας, τότε μετέρα ερ Μητρόπολις καθίσταται φρούριον κατάλυτον κα παλξις στερε τς ρθοδόξου Πίστεως, ες δόξαν Θεο κα παράδειγμα πνευματικς νδρείας ν τας μέραις ταύταις τς συγχύσεως κα τς ποστασίας.

Σεβασμιώτατε, μες, εσεβς γωνιστς κατ το Οκουμενισμο, καλείσθε ν καιρ κρίσεως ν φαντε ληθς ξιος διάδοχος τν γίων Πατέρων κα μολογητν τς Πίστεως.

«Κα γέγονεν μν κραυγ μεγάλη παρ παντς το λαο κα κδρομή. Ο γρ θελον τι κοινωνεν ατος τοιατα φρονοσιν· στε κα νν ποσυνάκτους εναι τος λαος τς Κωνσταντινουπόλεως, πλν λίγων λαφροτέρων κα τν κολακευόντων ατόν. Τ δ μοναστήρια σχεδν παντα κα ο τούτων ρχιμανδρται, κα τς συγκλήτου πολλο ο συνάγονται, δεδιότες μ δικηθσιν ες πίστιν, ατο κα τν σν ατ, ος π τς ντιοχείας ναβαίνων γαγε, πάντων λαλούντων τ διεστραμμένα»

[ΑΓ. ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, Τ σιωτάτ κα θεοφιλεστάτ Πατρ Κελεστίν (πιστολ 11η) PG 77, 81B.C] 

λήθεια λευθερώσει μς· σιωπ συνένοχος γίνεται.

λας το Θεο ναμένει τ παράδειγμά Σας. Χριστς ζητε μολογητς κα χι διαχειριστς συχίας. ταν λήθεια διώκεται, σιωπ εναι συνενοχή.

π τούτοις, σπαζόμεθα τν δεξιν Σας, κα ναμένομεν τν φωτισμένην κα νδρείαν πόφασίν Σας.

Μετ’ εχν βαθυτάτης τιμς,

ο ταπεινο δέσμιοι τς ρθοδόξου μολογίας

«κα ο σχίσματι τν νωσιν τς κκλησίας κατέτεμον, λλ σχισμάτων κα μερισμν τν κκλησίαν σπούδασαν ύσασθαι» 

[κείμενον το ιε′ (15ου) κανόνος τς Αʹ‑Βʹ Συνόδου Κωνσταντινουπόλεως το 861]

Nα μη μιανθούμε από την κοινωνία μας με τον Παπισμό και Οικουμενισμό, με τους φιλοπαπικούς και οικουμενιστάς Ορθοδόξους.

H οργή του Θεού έχει καταλάβει την Εκκλησία εδώ και πολλές δεκαετίες. Ο Παπισμός και ο Οικουμενισμός θριαμβεύουν. Τότε ο Μ. Αθανάσιος και οι άλλοι Πατέρες κατενόησαν τον κίνδυνο, που περιέγραφε το όραμα του Μ. Αντωνίου. Τώρα βλέπουμε να μολύνονται οι ναοί και τα θυσιαστήρια απο συμπροσευχές και συλλείτουργα με τους «αλόγους» αιρετικούς και ενισχύουμε την μόλυνση και την επαινούμε, συλλακτίζοντες κι εμείς μέσα εις τα Άγια των Αγίων. Αν παρακολουθήσει κανείς οικουμενίστικα συλλείτουργα και συμπροσευχές, σαν αυτό που έγινε στην Καμπέρα, στην Ζ' Γενική Συνέλευση του Παγκόσμιου Συμβουλίου των δήθεν Εκκλησιών, και σαν αυτά που γίνονται συχνά με τη συμμετοχή ιερέων ομοφυλοφίλων που τολμούν και κρατούν το Άγιο Δισκοπότηρο και γυναικών επισκόπων και ιερειών, η εικόνα υπερβαίνει και το όραμα του Μ. Αντωνίου. Μόνη ελπίδα για να επανεύρει η Εκκλησία την ομορφιά της είναι η σύσταση και συμβουλή του Μ. Αντωνίου: «Μόνον μη μιάνετε εαυτούς μετά των Αρειανών». Μόνο να μη μιανθούμε από την κοινωνία μας με τον Παπισμό και Οικουμενισμό, με τους φιλοπαπικούς και οικουμενιστάς Ορθοδόξους. Επειδή μέχρι τώρα δεν το επράξαμε δυναμικά και αποφασιστικά, γι' αυτό παρατείνει ο Θεός επί έτη την οργή του, την αιχμαλωσία των Ορθοδόξων στην παναίρεση του Οικουμενισμού. Μέχρι πότε επίσκοποι, ιερείς, μοναχοί και λαϊκοί θα επιτρέπουμε τα άλογα κτήνη, τους αιρετικούς, να λακτίζουν και να μιαίνουν τα Ιερά και τα Άγια της Ορθοδοξίας; Όσο απρακτούμε και βρίσκουμε διάφορες προφάσεις πνευματικοφανείς, το βδέλυγμα της ερημώσεως θα ίσταται εν τόπω αγίω.

π. Θεόδωρος Ζήσης:

 …Προσπαθώντας ἐπίσης οἱ ἐν λόγῳ ἀρχιερεῖς νὰ κλονίσουν τὴν ἐμπιστοσύνη τῶν κληρικῶν, τὸ σεβασμὸ καὶ τὴν ἀγάπη τους πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ γράφοντος, διετύπωσαν ἀσύστατες παντελῶς συκοφαντίες, τὸ μόνο ὅπλο τῶν δειλῶν καὶ ἀμφιβόλου ἀνδρισμοῦ καὶ ἐντιμότητος ἀνθρώπων.  Ὅταν δὲν ἔχῃς ἐπιχειρήματα, λασπολογεῖς καὶ συκοφαντεῖς, καὶ μάλιστα ἀπόντος τοῦ συκοφαντουμένου. Ἐμεῖς φειδόμενοι τοῦ ἀρχιερατικοῦ ἀξιώματος τῆς παναγίας Ἱερωσύνης, καὶ ὄχι τῶν προσώπων τους ποὺ δὲν ἀξίζει νὰ τὰ σεβασθῇς, ἀποφεύγουμε πρὸς τὸ παρὸν τὴν δημοσιοποίηση τῶν ὀνομάτων τους καὶ τὴν ἀναίρεση τῶν ψευδολογιῶν καὶ ἀσυστάτων συκοφαντιῶν τους. Χαιρόμαστε, γιατὶ μᾶς ἀξιώνει ὁ Κύριος νὰ ὑβριζόμεθα καὶ νὰ συκοφαντούμεθα γιὰ τὴν ᾿Αλήθεια καὶ τὴν Ὀρθοδοξία. ῾Απλῶς προβήκαμε στὴν γνωστοποίηση αὐτῶν τῶν ἀπειλῶν καὶ τῶν συκοφαντιῶν, ἐν πρώτοις γιὰ νὰ ἐνθαρρύνουμε τοὺς ἀγωνιστὰς νὰ μὴ φοβοῦνται τοὺς ἀναξίους αὐτοὺς ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι οὔτε τὸν Θεὸν φοβοῦνται οὔτε τοὺς ἀνθρώπους ἐντρέπονται, καὶ γιὰ νὰ προφυλάξουμε ὅσους τυχὸν πιστεύσουν τὶς συκοφαντίες καὶ σκανδαλισθοῦν. ᾿Ακόμη καὶ γιὰ νὰ πληροφορήσουμε τοὺς καταχρωμένους τὸ ἀρχιερατικὸ ἀξίωμα καὶ τυρρανοῦντας δεσποτικῶς καὶ κοσμικῶς τοὺς κληρικοὺς καὶ τὸ ποίμνιο, ὅτι εἶναι καὶ αὐτοὶ πρόβατα τοῦ ἀρχιποίμενος Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ προφυλάξῃ τὴν ᾿Εκκλησία Του ἀπὸ τοὺς λύκους τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καὶ ἀπὸ τοὺς μισθωτοὺς ποιμένες, οἱ ὁποῖοι ἐγκαταλείπουν τὰ πρόβατα καὶ δὲν θυσιάζονται γι᾿ αὐτά, διότι ἐνδιαφέρονται μόνον γιὰ τὴν καλοπέραση, γιὰ τὸ γάλα καὶ τὸ μαλλί τους (Ἰω. 10, 1-15).

«Φωνή Λογικής» της ευρωβουλευτού Αφροδίτης Λατινοπούλου

Σε ανακοίνωση που εξέδωσε προ ολίγου το πολιτικό κόμμα «Φωνή Λογικής» της ευρωβουλευτού Αφροδίτης Λατινοπούλου αναφέρεται:

Σαν αύριο συμπληρώνονται επτά χρόνια που υπογράφηκε από τους Τσίπρα-Καμμένο η ντροπιαστική και μειοδοτική συμφωνία των Πρεσπών.

Ως περήφανη Μακεδόνισσα δεν έχω νιώσει περισσότερη ντροπή στη ζωή μου από αυτή. Μία συμφωνία που παραχώρησε χωρίς αιδώ την αναγνώριση της ΔΗΘΕΝ Μακεδονικής γλώσσας αλλά και Εθνότητας στους Σκοπιανούς. Κάτι που ακόμα και η Βουλγαρία δεν το δέχτηκε και το πολεμά και μπράβο της.

Εμείς από την άλλη δεχόμαστε 7 χρόνια ΑΔΙΑΜΑΡΤΥΡΗΤΑ τις συνεχόμενες προκλήσεις των Σκοπίων που παραβιάζουν αυτή την κατάπτυστη για μας συμφωνία σε κάθε επίπεδο. Πολιτικό, Αθλητικό, Ιστορικό.

Και όμως ο Κυριάκος Μητσοτάκης ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης είχε δεσμευτεί πως θα την καταργήσει αν δεν τηρούνται τα συμφωνηθέντα. Τρίχες κατσαρές!

Έξι χρόνια πρωθυπουργός με κυβέρνηση της Ν.Δ. και τίποτα δεν έχει γίνει. Ούτε μια τόσο δα καταγγελία της μειοδοτικής συμφωνίας.

Σιγή και από τον κ. Δένδια ως υπουργό εξωτερικών. Όσο για τον Άδωνι τι να πει κανείς; Αυτός που έλεγε πως δεν θα πει τα Σκόπια ποτέ ως Βόρεια Μακεδονία, μόνο έτσι τα αναφέρει πλέον.

Δίνω το λόγο μου σε όλους τους περήφανους Μακεδόνες πως όταν μας δοθεί η δύναμη, θα κάνουμε τα πάντα για να καταργηθεί η ντροπιαστική αυτή συμφωνία που παραχαράσσει την ιστορία σε βάρος της Πατρίδας μου και είναι ανοιχτή πληγή στα στήθη κάθε Έλληνα.

Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

Η ταπείνωσις του Οσίου Μωυσέως του Αιθίοπος

Ακούοντας ο ευσεβής Έπαρχος της Αλεξανδρείας την καλή φήμη του Αββά Μωϋσέως του Αιθίοπος, ανέβηκε κάποτε στη σκήτη να τον γνωρίση απο κοντά. Σαν το έμαθε όμως εκείνος, έφυγε κρυφά από την καλύβα του και πήγε κατά το έλος. Στο δρόμο συνάντησε τον άρχοντα και την ακολουθία του, που έτυχε να περνάνε από κει. Οι ξένοι, που δεν τον γνώριζαν, τον σταμάτησαν και τον ερώτησαν να τους δείξη την καλύβα του Αββά Μωϋσέως. 

- Τί γυρεύετε απ’ αυτόν; έκανε μ’ αποστροφή ο Γέροντας. Αυτός είναι άνθρωπος μωρός. 
Ο άρχοντας λυπήθηκε που είχε κάνει άδικα τόσο κόπο. Όταν έφτασε στην εκκλησία της σκήτης, είπε στους κληρικούς:
 
- Κάτω στην πόλι λένε τόσα καλά για τον Αββά Μωϋσή, γι’ αυτό ξεκίνησα να τον συναντήσω. Μα πριν από λίγο συναντήθηκα μ’ ένα Καλόγερο κι έμαθα από λόγου του πως πρόκειται για ανόητο άνθρωπο.
 
- Τί άνθρωπος ήταν αυτός; Ρώτησαν αγανακτισμένοι οι κληρικοί, που τόλμησε να μιλήση έτσι για τον Άγιο.
 
- Ένας μελαμψός Καλόγερος, πολύ ψηλός, με τριμμένα ρούχα.
 
Οι κληρικοί γέλασαν με την καρδιά τους.
 
- Αμ αυτός είναι ο Αββάς Μωϋσής.
 
Ο άρχοντας θαύμασε την ταπεινοσύνη του Γέροντος και γύρισε στην πόλι ωφελημένος.
 

Ο χρυσοχόος

Κάποτε οι μοναχοί ανέθεσαν σε ένα Xιώτη χρυσοχόο να επενδύσει με χρυσό ένα μέρος της ιερής εικόνας (της Παναγίας της Νιαμονίτισσας ) , για να την προφυλάξουν από τη φθορά. Ο εκκλησιάρχης την τοποθέτησε στον κυρίως ναό , και ο τεχνίτης άρχισε την εργασία του με ευλάβεια. 

Ξαφνικά ακούει μια γλυκειά φωνή να του λέει ψιθυριστά: 
- Ελαφρά χτύπα, ελαφρά. Να ʼ χης την ευχή μου, γιατί η εικόνα είναι παλαιά!
 
Σηκώνει τα μάτια ο χρυσοχόος και βλέπει μια μεγαλόπρεπη γυναίκα με ολόχρυση φορεσιά. Δεν πρόλαβε να τη ρωτήσει ποια ήταν , γιατί μπήκε αμέσως στο ιερό βήμα από τη νότια πύλη. Τρέχει να την προφθάσει, αλλά Εκείνη είχε εξαφανιστεί. Μπαίνει στο ιερό , και τότε αναγνωρίζει στη μορφή της πλατυτέρας τη γυναίκα, που πριν λίγο του είχε φανερωθεί.

Πρέπει να προσέξουμε πολύ τα λόγια του Χριστού μας

Ο Χριστός επαίνεσε τον εκατόνταρχο για την ταπείνωση και την πίστη που είχε, ενώ ήλεγξε τους κληρονόμους της Βασιλείας των Ουρανών για την απιστία τους, αλλά και την πνευματική τους αδιαφορία. Πρέπει να προσέξουμε πολύ τα λόγια του Χριστού μας, γιατί και εμείς είμαστε κληρονόμοι της Βασιλείας αλλά δεν έχουμε τον ανάλογο τρόπο ζωής και κινδυνεύουμε να τη χάσουμε. Αυτοκαλούμαστε συνειδητοί χριστιανοί και ζούμε με οκνηρία, με κοιμισμένη τη συνείδησή μας και κομμένη την ελπίδα της μέλλουσας ζωής. Είμαστε χριστιανοί χωρίς ζήλο, χωρίς πνευματική ανησυχία, χωρίς το φωτισμό του Ευαγγελίου. Χριστιανοί με κοσμικό φρόνημα και με καρδιά κολλημένη στα υλικά αγαθά. Γι΄ αυτό και κινδυνεύουμε να βρεθούμε «εις το σκότος το εξώτερον».