Λόγος εις την σεβασμίαν Περιτομήν του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.

Κατά τέσσαρας τρόπους δύναται να γίνη η ευεργεσία, ευλογημένοι Χριστιανοί· πρώτον δια χρημάτων, δεύτερον δια του σώματος, τρίτον με τέχνην και τέταρτον με λόγον. Διότι, όταν τις ίδη άλλον άνθρωπον πτωχόν και ενδεή, ο οποίος είναι υστερημένος τροφής ή ενδύματος ή άλλων αναγκαίων πραγμάτων και του δώση χρήματα και τον βοηθήση εις την ανάγκην του, τότε εκείνος λέγεται, ότι προσέφερε την ευεργεσίαν και την βοήθειαν δια χρημάτων. Όταν δε, ας υποθέσωμεν, κινδυνεύη τις άνθρωπος να πνιγή και δράμη άλλος και τον λυτρώση του κινδύνου ή καίεται τινος η οικία και τρέχει άλλος και σβύνει τας φλόγας, ή κτυπώσι τινά και σπεύδει άλλος και τον ελευθερώνει ή οδηγεί τυφλόν εις ευθείαν οδόν ή άλλας τοιαύτας καλωσύνας πράξη, τότε λέγεται, ότι εκείνος ο άνθρωπος δια του σώματός του εποίησε την ευεργεσίαν και την καλωσύνην.

Όταν δε πάλιν οι ιατροί θεραπεύουσιν ένα ασθενή ή όταν οι ρήτορες δικηγορούσι μετά τέχνης ρητορικής εις τα κριτήρια υπέρ των αδικουμένων, τότε οι τοιούτοι λέγεται, ότι με την τέχνην των ποιούσι την ευεργεσίαν. Όταν δε τις άνθρωπος, μη γνωρίζων τέχνην ρητορικήν, διδάσκει τον λόγον της αληθείας, όταν νουθετή τους ατάκτους, όταν παραινή τους αμαθείς, όταν παρακινή τους ανθρώπους με λόγους διδακτικούς προς μίμησιν μεν των Αγίων, προς τελείωσιν δε της αρετής, τότε ο τοιούτος λέγεται, ότι με τον λόγον ποιεί την ευεργεσίαν και την βοήθειαν προς τον άνθρωπον. Καλοί όθεν είναι και οι άλλοι τρεις τρόποι της ευεργεσίας και έχει μισθόν εκ Θεού εκείνος όστις εφαρμόζει ένα εκ τούτων, αλλά ο τέταρτος τρόπος, όστις γίνεται δια λόγου, είναι εις τας θείας Γραφάς επαινετώτερος, εις δε τον Θεόν κατά πολύ περισσότερον δεκτός· διότι οι μεν άλλοι τρεις τρόποι πολύ προσφέρουσι την ευεργεσίαν εις το σώμα του ανθρώπου, ούτος δε ο τρόπος εις την ψυχήν μεταβιβάζει το κέρδος· λοιπόν, όσον είναι πολυτιμοτέρα η ψυχή από το σώμα, τοιουτοτρόπως είναι και ούτος ο τρόπος πολυτιμότερος των άλλων τριών. Και από άλλην δε απόδειξιν ας εννοήση ο καθ’ εις πως η δια λόγων γενομένη ευεργεσία ειίναι πολυτιμοτέρα από τας άλλας τρεις ευεργεσίας. Λέγει ο Προφήτης Ιερεμίας, εις το ιε΄ (15) κεφάλαιον, ως εκ προσώπου του Θεού. «Τάδε λέγει Κύριος· εάν εξαγάγης τίμιον από αναξίου, ως το στόμα μου έση». Λέγει δηλαδή ο Θεός, ότι εάν εξαγάγης άξιον από αναξίου, θέλει είσαι ως το στόμα μου. Ομοίως  και ο Αδελφόθεος Ιάκωβος λέγει εις το ε΄ (5) κεφάλαιον της Καθολικής αυτού Επιστολής· «Αδελφοί, εάν τις εν υμίν πλανηθή από της αληθείας, και επιστρέψη τις αυτόν, γινωσκέτω ότι ο επιστρέψας αμαρτωλόν εκ πλάνης οδού αυτού σώσει ψυχήν εκ θανάτου και καλύψει πλήθος αμαρτιών». Άρα, αδελφοί μου Χριστιανοί, εάν κανείς από σας πλανηθή από την οδόν της αληθείας και ευρεθή τις άνθρωπος και τον επιστρέψη, ας ηξεύρη ο τοιούτος, ότι όποιος επιστρέψη αμαρτωλόν από την πεπλανημένην οδόν, σώζει μεν την ψυχήν εκείνου από τον νοητόν θάνατον, καλύπτει δε και το πλήθος των ιδικών του αμαρτιών. Ποίαν περισσοτέραν ανταμοιβήν θέλεις εκ Θεού, εκτός εκείνης του να γίνης ως στόμα Θεού και να σκεπασθή το πλήθος των αμαρτιών σου; Εννοήσατε, ευλογημένοι Χριστιανοί, πόση είναι η ωφέλεια της δια λόγου ευεργεσίας. Γνωρίσατε όμως καλλίτερον και εκ του αντιθέτου τούτο όπερ λέγω. Λέγει ο Προφήτης Αμώς εις το η΄ (8) κεφάλαιον. «Ιδού ημέραι έρχονται, λέγει Κύριος, και εξαποστελώ λιμόν επί την γην, ου λιμόν άρτων, ουδέ δίψαν ύδατος, αλλά λιμόν του ακούσαι τον λόγον Κυρίου· και σαλευθήσονται ύδατα από της θαλάσσης έως θαλάσσης και από βορρά έως ανατολών περιδραμούνται ζητούντες τον λόγον του Κυρίου και ου μη εύρωσιν». Έρχονται ημέραι, λέγει Κύριος, και θέλω στείλει πείναν εις την γην, όχι πείναν άρτου ή ύδατος, αλλά πείναν να ακούση τις τον λόγον Κυρίου και θέλουσι σαλευθή οι άνθρωποι και θέλουσι δράμει από θαλάσης εις θάλασσαν και από της Άρκτου εις την Ανατολήν ίνα ζητούν τον λόγον του Θεού και δεν θέλουσι τον εύρει. Εάν λοιπόν, ως λέγει ο Προφήτης, μεγάλη παίδευσις και κατάρα εκ Θεού είναι η στέρησις της διδαχής και του ακούειν λόγον Θεού, πόσον μισθόν μέλλει να έχη εκ Θεού ο άνθρωπος εκείνος, όστις ελευθερώνει τους ανθρώπους με την διδασκαλίαν του από της τοιαύτης οργής του Θεού; Ταύτην λοιπόν την δια λόγου γινομένην ευεργεσίαν μέλλω να προσφέρω και εγώ σήμερον προς την αγάπην σας, ευλογημένοι πατέρες και αγαπητοί αδελφοί, και επειδή τοσούτον μέγα όφελος και μισθόν προξενεί αύτη εκ Θεού και προς τον ποιούντα ταύτην και προς τους προθύμως δεχομένους αυτήν, δια τούτο πρέπει μετά πάσης σπουδής και προθυμίας να την δεχθήτε, διότι ουχί προς το φθαρτόν και πρόσκαιρον σώμα δίδωσι το κέρδος, αλλά εις την άφθαρτον και αθάνατον ψυχήν. Είναι δε η ευεργεσία μου, να αναφέρω προς την υμετέραν αγάπην την σημερινήν υπόθεσιν της εορτής ημών, τουτέστι θα διηγηθώ, διατί σήμερον η Εκκλησία των Χριστιανών επιτελεί την εορτήν της Περιτομής του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και της μνήμης του εν Αγίοις Πατρός ημών Βασιλείου. Πλην, δια να γίνη ο λόγος μου καταληπτότερος προς τους ακούοντας, δια τούτο πρέπον είναι να τον διαιρέσω εις δύο μέρη· και πρώτον μεν να είπω περί της σεβασμίας Περιτομής του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, επειδή προτιμάται η τιμή Αυτού, και δεύτερον τα περί της γεννήσεως, ανατροφής, ασκήσεως και τελειώσεως του Μεγάλου Βασιλείου. Αλλά ας ακούσωμεν του Ευαγγελιστού Λουκά, τι διηγείται περί της πανσέπτου Περιτομής του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. «Ότε επλήσθησαν ημέραι οκτώ του περιτεμείν το παιδίον, και εκλήθη το όνομα αυτού ΙΗΣΟΥΣ, το κληθέν υπό του Αγγέλου προ του συλληφθήναι αυτόν εν τη κοιλία». Λέγει δηλαδή ο θείος Ευαγγελιστής Λουκάς ότι, ότε συνεπληρώθησαν ημέραι οκτώ από της Γεννήσεως του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ωδήγησαν Αυτόν εις τον Ναόν και έκαμον εις Αυτόν Περιτομήν, εκλήθη δε το όνομα Αυτού Ιησούς, το οποίον ωνομάσθη υπό του Αρχαγγέλου Γαβριήλ προ της συλλήψεώς Του εν τη γαστρί της Κυρίας Θεοτόκου, ωνομάσθη δε ο Χριστός Ιησούς υπό του Αρχαγγέλου Γαβριήλ ότε αυτός, ευαγγελιζόμενος την Θεοτόκον Μαρίαν, έλεγε προς Αυτήν· «Ιδού συλλήψη εν γαστρί και τέξη Υιόν, και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν» (Λουκ. α:31). Δηλαδή μέλλει να συλλάβης και να γεννήσης υιόν, του οποίου το όνομα θέλεις καλέσει Ιησούν. Πρέπον όθεν είναι να εξετάσωμεν πρώτον μεν προς τίνα εδόθη απ’ αρχής εκ Θεού η Περιτομή. Δεύτερον, τίνος ένεκεν εδόθη. Τρίτον, διατί μετά οκτώ ημέρας από της Γεννήσεως του Παιδίου. Τέταρτον, διατί δεν εδόθη εις άλλο μέλος του σώματος, αλλά εις το παιδογόνον μόριον. Πέμπτον, τίνος ένεκεν ο Χριστός περιετμήθη. Έκτον, επειδή εκείνος περιετμήθη, διατί δεν περιτεμνόμεθα και ημείς οι πιστεύοντες εις Αυτόν; Και προς μεν το πρώτον λέγομεν, ότι ο Θεός κατ’ αρχάς έδωσεν εις τον Αβραάμ τον Νόμον της Περιτομής, καθώς το λέγει ο Προφήτης Μωϋσής εις το ιζ΄ (17) κεφάλαιον της Γενέσεως, γράφων ούτω· «Και είπεν ο Θεός προς Αβραάμ· συ δε την διαθήκην μου διατηρήσεις, και το σπέρμα σου μετά σε εις τας γενεάς αυτών· και αύτη η διαθήκη, ην διατηρήσεις, αναμέσον εμού και υμών και αναμέσον του σπέρματός σου μετά σε εις τας γενεάς αυτών· περιτμηθήσεται υμίν παν αρσενικόν, και περιτμηθήσεσθε την σάρκα της ακροβυστίας υμών, και έσται εις σημείον διαθήκης αναμέσον εμού και υμών· και παιδίον οκτώ ημερών περιτμηθήσεται υμίν, παν αρσενικόν εις τας γενεάς υμών». Ως προς το δεύτερον λέγομεν, ότι δια τούτο εδόθη εις τον Αβραάμ η Περιτομή και εις το γένος του, δια να χωρίζωνται από τα άλλα έθνη τα αλλόφυλα· επειδή εις τον καιρόν εκείνον του Αβραάμ ήσαν έθνη διάφορα, καθώς το λέγει ο Μωϋσής εις το ιε΄ (15) κεφάλαιον της Γενέσεως, τουτέστιν οι Κεναίοι, οι Κενεζαίοι, οι Κεδμωναίοι, οι Χετταίοι, οι Φερεζαίοι, οι Ραφαείν, οι Αμορραίοι, οι Χαναναίοι, οι Ευαίοι, οι Γεργεσαίοι και οι Ιεβουσαίοι, οι οποίοι ούτοι πάντες δεν επίστευον εις τον αληθή Θεόν, τον ποιήσαντα τον ουρανόν και την γην, αλλά προσεκύνουν τα κωφά και αναίσθητα κτίσματα· δια τούτο, θέλων ο Θεός να χωρίση τον Αβραάμ και το γένος του από τα τοιαύτα έθνη, του έδωκεν αυτό το σημείον, να περιτέμνωνται τα παιδία, όντα οκτώ ημερών. Ότι δε δια να χωρίζωνται από τα άλλα έθνη έδωκεν ο Θεός εις τον Αβραάμ και εις τους εξ αυτού καταγομένους Ιουδαίους την Περιτομήν, από τούτο θα το εννοήση ο καθ’ εις· διότι οι Εβραίοι έως ότου μεν ήσαν αναμεμιγμένοι με τους Αιγυπτίους και με τα άλλα έθνη εις την Αίγυπτον, περιετέμνοντο· αφ’ ότου όμως διήλθον την Ερυθράν θάλασσαν και διέτριψαν εις την έρημον τεσσαράκοντα δύο έτη, χωρίς να αναμιχθούν με άλλα έθνη, τότε, όσοι εγεννήθησαν, δεν περιετμήθησαν κατάτην συνήθειαν αυτών. Ότε δε ήλθε καιρός πάλιν να αναμιχθώσι με τα αλλόφυλα έθνη, τότε έδωκεν ο Θεός δεύτερον Νόμον της Περιτομής, καθώς γέγραπται εις το ε΄ (5) κεφάλαιον της Βίβλου Ιησού του Ναυή. Από δε τούτον τον καιρόν, ήτοι αφ’ ότου διεπέρασεν ο Ιησούς του Ναυή τους Εβραίους από την έρημον εις την Ιεριχώ, είπε Κύριος προς αυτόν· «Ποίησον σεαυτώ μαχαίρας πετρίνας εκ πέτρας ακροτόμου και καθίσας περίτεμε τους υιούς Ισραήλ εκ δευτέρου· και εποίησεν Ιησούς μαχαίρας πετρίνας ακροτόμους και περιέτεμε τους υιούς Ισραήλ επί του καλουμένου τόπου Βουνός των ακροβυστιών· ον δε τρόπον περιεκάθαρεν Ιησούς τους υιούς Ισραήλ όσοι ποτέ εγένοντο εν τη οδώ και όσοι ποτέ απερίτμητοι ήσαν των εξεληλυθότων εξ Αιγύπτου, πάντας τούτους περιέτεμεν Ιησούς. Τεσσαράκοντα γαρ και δύο έτη ανέστραπται Ισραήλ εν τη ερήμω τη Μαβδαρίτιδι, διο απερίτνητοι ήσαν οι πλείστοι αυτών των μαχίμων των εξεληλυθότων εκ γης Αιγύπτου». Ακούεις, πως διηγείται η Γραφή; Ότι έως ου μεν ήσαν οι Εβραίοι εις την έρημον, τους τεσσαράκοντα δύο (42) χρόνους, δεν περιετμήθησαν· αφού δε διέβησαν τον Ιορδάνην περιετμήθησαν, επειδή έμελλον να αναμιχθώσι με αλλόφυλα έθνη, τουτέστι τους Αμορραίους, τους Χετταίους, τους Φερεζαίους, τους Χαναναίους, τους Γεργεσαίους, τους Ευαίους και τους Ιεβουσαίους. Αυτά είναι τα επτά έθνη, τα οποία καθείλεν ο Θεός εν γη Χαναάν και εταπείνωσεν υπό την εξουσίαν των Εβραίων, ως το λέγουσιν αι Πράξεις των Αποστόλων εν τω ιγ΄ (13) κεφαλαίω. Πρέπον όμως είναι να μάθωμεν, διατί με τεμάχιον πέτρας περιέτεμεν ο Ιησούς του Ναυή τους Εβραίους και ουχί δια σιδηράς μαχαίρας. Κατά μεν το φαινόμενον, ως λέγει ο Άγιος Θεοδώρητος εις τας απορίας της Παλαιάς Γραφής, δεν είχον τοσαύτας σιδηράς μαχαίρας, αρκούσας ίνα περιτμηθή τοσούτον πλήθος, ως εξ ερήμου τόπου επανελθόντες, επειδή δεν τους περιέτεμνεν όλους μόνος ο Ιησούς, αλλά επειδή ήσαν πολύ πλήθος και εβιάζοντο τότε συντόμως να ποιήσουν το Πάσχα, δια τούτο περιέτεμνον αυτούς οι Ιερείς. Κατά το νοούμενον όμως η αιτία είναι, ότι η Περιτομή εκείνη το του Χριστού Βάπτισμα προετύπου· διότι πέτρα ο Δεσπότης Χριστός ονομάζεται, ως λέγει ο Απόστολος Παύλος εις το ι΄ (10) κεφάλαιον της προς Κορινθίους Α΄ Επιστολής. «Έπινον γαρ εκ πνευματικής ακολουθούσης πέτρας, η δε πέτρα ην ο Χριστός». Ο Αυτός δε και μάχαιρα κακείται, ως λέγει και τούτο ο Απόστολος, εν τω δ΄ (4) κεφαλαίω της προς Εβραίους Επιστολής. «Ζων γαρ ο λόγος του Θεού και ενεργής και τομώτερος υπέρ πάσαν μάχαιραν δίστομον». Καθώς λοιπόν η Περιτομή δεν κόπτει απαραίτητον μέλος του σώματος, αλλά περίσσευμα άχρηστον, ούτω και ημείς δια του αγίου Βαπτίσματος την αμαρτίαν περιτεμνόμεθα· δηλαδή η αμαρτία είναι ως περίσσευμα επιθυμίας και όχι χρειώδης επιθυμία. Διότι, ως λέγει και ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός εις το ρβ΄ (102) κεφάλαιον των Θεολογικών, αδύνατον είναι να ευρεθή άνθρωπος άγευστος παντελώς ηδονής σωματικής. Ούτως εν τω αγίω Βαπτίσματι ουχί την παντελή ηδονήν της σαρκός αποβαλλόμεθα, τουτέστι τον νόμιμον γάμον, αλλά το άχρηστον της ηδονής, τουτέστι την κατηγορουμένην αμαρτίαν. Αρκούσι τοσαύτα δια την δευτέραν απορίαν. Προς δε την τρίτην, διατί, δηλαδή, ώρισεν ο Θεός οκτώ ημερών να περιτέμνεται το παιδίον, λέγομεν ταύτα κατάτον φυσικόν τρόπον· η γυνή, όταν γεννήση άρρεν παιδίον, επτά ημέρας ποιεί δια την πρώτην κάθαρσιν και τεσσαράκοντα δια την τελείαν· όταν δε γεννήση θήλυ ποιεί εις μεν την πρώτην σις επτά, τουτέστι δεκατέσσαρας ημέρας, εις δε την δευτέραν εξήκοντα έξ, καθώς το λέγει ο Θεόπτης Μωϋσής εις το ιβ΄ (12) κεφάλαιον του Λευϊτικού. Ήτις γυνή τέξει άρρεν ακάθαρτος έσται επτά ημέρας, και τη ημέρα τη ογδόη περιτεμεί την σάρκα της ακροβυστίας αυτού· εάν δε θήλυ τέξη, ακάθαρτος έσται δις επτά ημέρας κτλ. Επειδή λοιπόν, ως λέγει ο Μωϋσής, κατά τον φυσικόν τρόπον, εάν δεν παρέλθωσιν επτά ημέραι, δεν καθαρίζεται η γυνή, δια τούτο ώρισεν ο Θεός τη ογδόη ημέρα να περιτέμνεται το παιδίον, ίνα, περιτετμημένον υπάρχον και σεσημειωμένον δια του σημείου της Περιτομής, θυλάζη το καθαρόν γάλα της κεκαθαρμένης μητρός. Αλλά ταύτα μεν είναι κατά το φαινόμενον της Γραφής, κατά δε το νοούμενον άλλος είναι ο σκοπός του Θεού. Ώρισεν ο Θεός να περιτέμνωνται τα παιδία οκτώ ημερών, διότι οκτώ είναι οι αιώνες του παρόντος κόσμου, καθώς το λέγει και ο Θεολόγος Γρηγόριος εις τον λόγον αυτού εις την Αγίαν Πεντηκοστήν, λαβών τας αφορμάς εκ του σοφού Σολομώντος λέγοντος εις το ια΄ (11) κεφάλαιον του Εκκλησιαστού· «Δος μερίδα τοις επτά και γε τοις οκτώ». Οκτώ δε αιώνας λέγουσι τας χιλιάδας των χρόνων, δηλονότι, αφ’ ότου ήρχισεν ο Θεός να κατασκευάζη τον ορατόν και τον αόρατον κόσμον μέχρι της συντελείας αυτών, καθώς βεβαίως και ημείς ευρισκόμεθα σήμερον εις τον όγδοον αιώνα, ήτοι εις την ογδόην χιλιάδα (τα νυν ευρισκόμεθα εις τα μέσα του ογδόου αιώνος και δια την ακρίβεια εις το 7471 έτος από κτίσεως κόσμου, ήτοι 5508 τα προ Χριστού και 1963 τα μετά Χριστόν). Θέλων λοιπόν να δείξη συμβολικώς, ότι κατά τον όγδοον και τελευταίον αιώνα μέλλει να έλθη το τέλος του κόσμου, να περιτμηθή, τουτέστι να κοπή, τότε πάσα αμαρτία και επιθυμία κακή και να καταργηθή πάσα εξουσία και δύναμις, ως λέγει και ο Απόστολος Παύλος εν τω ιε΄ (15) κεφαλαίω της προς Κορινθίους Α΄ Επιστολής, δια τούτο ενομοθέτησεν, ουχί εις πέντε ή εις δέκα ή εις άλλας ημέρας να περιτέμνεται ο άνθρωπος εν όσω είναι βρέφος, αλλά εις τας οκτώ. Έχομεν όθεν εν συντόμω και την λύσιν του τρίτου ζητήματος. Προς δε το τέταρτον, διατί δηλαδή δεν εδόθη ο Νόμος της Περιτομής εις άλλο μέρος του σώματος, λέγομεν, ότι επειδή η περιτομή, ως είπομεν ανωτέρω, ήτο σύμβολον της στερήσεως των ηδωνών του σώματος, δια τούτο ο Θεός, θέλων φανερώς και αισθητώς να δείξη προς τους ανθρώπους τον τόπον δι’ ου ενεργείται η αμαρτία, ώρισε την περιτομήν τούτου δια να γνωρίζωσιν, ότι ουχί μόνον δια σημείον της θρησκείας αυτών περιτέμνονται, αλλά πολλώ μάλλον δια την εκκοπήν και στέρησιν της κακής επιθυμίας. Τίνος δε ένεκεν ο Χριστός κατεδέξατο να περιτμηθή; Προς το πέμπτον τούτο ζήτημα λέγομεν, ότι τούτο έπραξε δια να μη θεωρηθή ως παραβάτης του Νόμου, τον οποίον Αυτός έδωκεν εις τον Αβραάμ· διότι εάν και περιετμήθη κατά την ογδόην ημέραν και εφέρθη εις τον Ναόν υπό της Μητρός Αυτού μετά τεσσαράκοντα ημέρας, καθώς νομοθετεί ο Μωϋσής, και πάλιν τον έλεγον οι μιαροί Ιουδαίοι Σαμαρείτην και Εθνικόν, ομοίως και παραβάτην του Νόμου ήθελον τον είπει, εάν δεν περιετέμνετο. Ίνα λοιπόν αποστομώση τους Ιουδαίους τους μέλλοντας να είπωσιν αυτόν αντίθεον και καταλυτήν του Μωσαϊκού Νόμου, δια τούτο κατεδέχθη να περιτμηθή. Αλλά και δι’ έτερον λόγον· ίνα βεβαιώση τους ανθρώπους, ότι κατ’ αλήθειαν και ουχί κατά φαντασίαν έλαβε σάρκα ανθρωπίνην, επειδή βεβαίως εγνώριζεν ότι έμελλον να είπουν οι αιρετικοί, ότι δεν έλαβεν ο Χριστός σάρκα κατ’ αλήθειαν ανθρωπίνην, αλλά μόνον κατά φαντασίαν εφάνη ως άνθρωπος σαρκοφόρος· δια τούτο, θέλων Αυτός να μη δώση καμμίαν αφορμήν αιρέσεως προς τους τοιούτους, περιετμήθη το μέλος της σαρκός, την οποίαν προσέλαβεν εκ της Αγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας· και όπως κατεδέξατο ανθρωποπρεπώς να χωρηθή εις κοιλίαν γυναικός και να γεννηθή και να σπαργανωθή, ούτω και σήμερον συμπαθώς κατεδέξατο να περιτμηθή, ίνα τελειώση πάντα τα ακατηγόρητα πάθη της σαρκός, ως τέλειος άνθρωπος· και Αυτός μεν δια ταύτας τας δύο αιτίας κατεδέξατο να περιτμηθή. Ημείς δε, οι πιστεύοντες εις Αυτόν, διατί δεν περιτεμνόμεθα;                            Εις την λύσιν του έκτου ζητήματος λέγομεν, ότι επειδή έδειξεν εις ημάς ο Αυτός μετά ταύτα άλλο σημείον της προς Αυτόν πίστεως, ήτοι το θείον και άγιον Βάπτισμα, δια τούτο περιττόν είναι να φυλάττωμεν τα παραγγέλματα της παλαιάς νομοθεσίας· μάλιστα δε, επειδή έχομεν και παραγγελίαν εκ των Αγίων Αποστόλων να μη περιτεμνώμεθα, τις ο λόγος να ποιώμεν ημείς άλλας νομοθεσίας; Ότι δε οι Απόστολοι απαγορεύουσιν εις ημάς τους πιστεύοντας εις τον Χριστόν την περιτομήν της σαρκός, ο επιθυμών να μάθη τούτο ας αναγνώση το ιε΄ (15) κεφάλαιον των Αποστολικών Πράξεων και το ε΄ (5) κεφάλαιον της προς Γαλάτας επιστολής του Αποστόλου Παύλου· διότι αι μεν Πράξεις γράφουσιν, ότι εις τον καιρόν των Αποστόλων εξηγέρθησαν τινες αιρετικοί, οι οποίοι έλεγον, ότι εάν δεν περιτέμνωνται οι Χριστιανοί δεν είναι δυνατόν να σωθώσιν, αλλ’ όμως οι πρώτοι των Αποστόλων, Πέτρος και Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, συναχθέντες μετά των άλλων, ενομοθέτησαν, ότι αρκεί εις αυτούς μόνον το Βάπτισμα, ο δε Απόστολος Παύλος λέγει εις τα προλεχθέντα κεφάλαια, ότι «Εάν περιτέμνησθε Χριστός υμάς ουδέν ωφελήσει». Και αλλαχού· «Εν γαρ Χριστώ Ιησού ούτε περιτομή τι ισχύει, ούτε ακροβυστία, αλλά καινή κτίσις», η οποία είναι το άγιον Βάπτισμα. Επειδή λοιπόν τοσαύτας παραγγελίας έχομεν εκ των Αγίων Αποστόλων, δια τούτο άπρεπον είναι να ακολουθούμεν  τον παλαιόν τύπον· διότι εάν ηθέλομεν να κρατούμεν τα παλαιά, έπρεπε να κάμνωμεν και θυσίας, κατά την του Μωϋσέως Νομοθεσίαν, να φυλάττωμεν το Σάββατον, να απέχωμεν και τινων φαγητών απηγορευμένων υπό του Νόμου. Επειδή δε, ως λέγει και ο Θεολόγος Γρηγόριος, γέγονε τα πάντα καινά και πιστεύομεν ότι δια της χάριτος του Κυρίου Ιησού Χριστού θέλομεν σωθή, ως είπεν ο Απόστολος Πέτρος, τις ο λόγος να φυλάττωμεν μόνον τον Νόμον της περιτομής, εις δε τα άλλα να φαινώμεθα απειθείς; Διότι, ως λέγει και ο Απόστολος Παύλος εις τα άνωθεν κεφάλαια, ο περιτεμνόμενος οφείλει να πληρώση όλον τον Νόμον. Ώστε άπρεπον θα ήτο να λεγώμεθα δούλοι του Μωσαϊκού Νόμου και ουχί του Χριστού και ταύτα πιστεύοντες, ότι ουχί εκ της περιτομής, αλλ’ εκ της Πίστεως του Χριστού μέλλομεν να σωθώμεν. Δια τούτο λοιπόν επαύσαμεν να περιτεμνώμεθα αφ’ ότου ο Χριστός, εκών περιτμηθείς, εδωρήσατο εις ημάς την σφραγίδα του αγίου Βαπτίσματος, ως σημείον διαχωρίζον τους πιστούς εκ των απίστων. Αλλ’ ο μεν περί της σεβασμίας Περιτομής του Χριστού λόγος ας έχη τέλος. Έλθομεν δε  νυν εις το δεύτερον μέρος, ίνα διηγηθώμεν και τα περί της γεννήσεως, ανατροφής, ασκήσεως και τελειώσεως του εν Αγίοις Πατρός ημών και Οικουμενικού Μεγάλου Διδασκάλου Βασιλείου. Πριν δε αρχίσω την περί τούτου διήγησιν, αξιώ και ικετεύω την αγάπην σας, πρώτον μεν να μη αδιαφορήτε και νυστάζετε, διότι εάν αμελήτε θέλετε ζημιωθή μεγάλως εκ της μη ακροάσεως της λαμπράς και ψυχωφελούς διηγήσεως, δεύτερον δε, εάν ακούσετε παραδόξους θαυματουργίας, μη νομίσητε ότι εξ ιδίων διηγούμαι ταύτας, διότι δεν θέλω διηγηθή αφ’ εαυτού μου τίποτε περί του Αγίου τούτου. Αλλ’ όσα συνέγραψαν περί αυτού ο τε Θεολόγος Γρηγόριος και ο Άγιος Αμφιλόχιος και Σωκράτης ο Σχολαστικός και Ερμείας ο Σωζόμενος, Ελληνιστί, ταύτα μέλλω και εγώ να διηγηθώ σήμερον προς την υμετέραν αγάπην με πολύ απλήν ομιλίαν δια να κατανοήσετε πάντες.

Από την διδασκαλία του Αγίου Ιωάννου του Σιναϊτου περί συνειδήσεως:

«Όταν η συνείδηση παύση να μας ελέγχη για τις αμαρτίες, ας προσέξουμε μήπως αυτό δεν οφείλεται στην καθαρότητα, αλλά στην κόπωση και την άμβλυνση της συνειδήσεως λόγῳ πλήθους αμαρτιών». 

«Καλός χρόνος στην αφεντιά σας…» -- Του Στέλιου Παπαθεμελή*

Συμφωνούμε με το άσμα της Άλκηστης Πρωτοψάλτη «η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα». Όντως έτσι είναι. Αλλά πόσοι, ιδίως από τις πολιτικές και επιχειρηματικές ελίτ, προβληματίζονται «τί ψυχή θα παραδώσουν;».

Σοβεί εν κρυπτώ και εν μέρει έρχεται στην επιφάνεια μια υπερκινητικότητα για το σκοπιανό. Αυξημένο και πιεστικό ‘ενδιαφέρον’ του διεθνούς παράγοντος να εντάξει τα προβληματικά Δυτικά Βαλκάνια στους ευρωατλαντικούς θεσμούς. Ιδέα του είναι ότι έτσι θα τα ‘σώσει’ από την επιρροή της Μόσχας. Οι Νατοϊκοί πρέπει να αισθάνονται βαρύτατες ενοχές για τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και τον όλεθρο που προκάλεσαν στους κατοίκους των περιοχών αυτών με τις εγκληματικές επεμβάσεις τους.

Είναι φως φανάρι ότι προωθείται ένα διεθνές σχέδιο, όπου οι γείτονες προβαίνουν σε ασήμαντες κινήσεις (π.χ. ο Ράμα δίνει στον Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας, μετά 25 έτη θυσιών υπέρ της αλβανικής κοινωνίας, ιθαγένεια, ενώ ο Ζάεφ προσφέρεται να παραιτηθεί εν μέρει από αποκλειστικός κληρονόμος του Μ. Αλεξάνδρου, αφού «πιθανόν ένα κομμάτι αυτής της ιστορίας να ανήκει επίσης στην Ελλάδα»(sic!).
Η παράδοση της Ελλάδος θα έχει ως αντάλλαγμα την «χαλάρωση» της εποπτείας εκ μέρους των δανειστών – δυναστών μας.
Θα θυμίσουμε ότι  την εθνική θέση στο σκοπιανό συνόψισε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής - και ταυτίστηκε με αυτήν ο Ανδρέας Παπανδρέου με την παρακαταθήκη «Η Μακεδονία είναι μία και είναι Ελληνική». Αυτό σημαίνει ότι η οποιαδήποτε σύνθετη αποτελεί  απατηλή λύση. Θα είναι μιας χρήσεως, για την στιγμή της υπογραφής. Όταν μάλιστα το εύρος εφαρμογής και χωρίς τροποποίηση του σκοπιανού συντάγματος δεν είναι καθολικό και απόλυτο.
Από τις δηλώσεις του πρωθυπουργού (Βελιγράδι 9/12) και του Υπ.Εξ. (ΕΡΤ 19/12) προκύπτει ότι η συμφωνία είναι κομμένη και ραμένη στα μέτρα του Ζάεφ.
Τώρα η εικόνα του πολιτικού μας κόσμου για το ζήτημα είναι επιεικώς απογοητευτική. Ο κ. Μητσοτάκης λόγω προπατορικών αμαρτημάτων – πατρικού (1992) και αδελφικού (2007) – «κολλάει» στη στάση Καμμένου, φοβούμενος ευλόγως ότι, αν ο τελευταίος δεν ενδώσει σε κυβίστηση και εμμείνει σταθερά σ’ αυτό που τώρα δηλώνει, θα του αποσπάσει σοβαρό εκλογικό κομμάτι. Κατά τ’ άλλα καμία μνεία της απόφασης των Αρχηγών τής 13/4/1992 και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Λισαβώνας 26-27/6/92 που απαιτούν «η ονομασία του κράτους αυτού να μην περιλαμβάνει τον όρο Μακεδονία». Με παραλλαγές στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και τα ελάσσονα κόμματα.
Ο λαός πρέπει να αξιώσει το δέον: Ονομασία χωρίς τον όρο Μακεδονία, ή παράγωγα. Εάν «έξωθεν» και «έσωθεν» επιβληθεί η πολιτικά αφελής και εθνικά επικίνδυνη σύνθετη η ήττα μας θα είναι απερίγραπτη, καθώς οι «νικητές» είναι απείρως υποδεέστεροί μας γεωπολιτικά και γεωστρατηγικά. Από τον τάφο του ο πρώτος σκοπιανός πρόεδρος Κίρο Γκλιγκόροφ (οι διάδοχοί του μας υποχρεώνουν να τον επικαλούμεθα) φωνάζει: «Είμαστε σλάβοι. Έχουμε έρθει στα Βαλκάνια τον 6ο και 7ο αιώνα (…). Δεν γνωρίζω κατά πόσο στις φλέβες μας συνεχίζει να ρέει κάποια σταγόνα αίματος των αρχαίων Μακεδόνων, αλλά ακόμη και έτσι δεν είναι αυτό που δίνει την ταυτότητα του λάου μας»(Απομνημονεύματα, σελ.259).
Γάλλοι (TOTAL) και Ιταλοί (ΕΝΙ) δραστηριοποιούνται ήδη στην Κυπριακή ΑΟΖ. Η Τουρκία όμως μετακινεί πλωτό γεωτρύπανο, λέει στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι Κύπριοι, αποφασιστικότεροι των Ελλαδιτών,  αντιπαρέρχονται τις απειλές και με την ΕΝΙ επικεντρώνονται ήδη στο οικόπεδο 6 .
Το «παιχνίδι» όμως χοντραίνει. Ο τούρκος Υπ.Εξ. σε μια αντιπαράθεσή του με την αντιπολίτευση που κατηγορεί την κυβέρνηση ότι άφησε 16 «τουρκικά» νησιά στην Ελλάδα, ορίζει τρεις δυνατότητες ανάκτησής τους: α) Διπλωματία. β) Δ.Δ. Χάγης. γ) Στρατιωτική κατάληψη.
Το α΄ είναι άνευ αντικειμένου, για το γ΄ υπάρχει η διαχρονική ελληνική απάντηση «μολών λαβέ»! Το καινούργιο είναι η απειλή της προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο.
Αυτή προϋποθέτει συνυποσχετικό, δηλαδή αποδοχή της δικαιοδοσίας ένθεν κακείθεν. Τέτοιο δεν υπάρχει, και πιστεύουμε δεν θα υπάρξει, άρα η αναφορά είναι κενή περιεχομένου.
Δεν υπάρχει στο κόσμο σύστημα συλλογικής ασφάλειας. Το ΝΑΤΟ υποτίθεται ότι είναι, αλλά υπερασπίζεται ένα κράτος κατά το άρθρο 5 μόνο σε περίπτωση επίθεσης από μη μέλος. Στις τουρκικές απειλές κωφεύει, διότι προέρχονται από μέλος του. Σοβαρή εθνικοαμυντική θωράκιση, αεροναυτική ισορροπία  και σωστές συμμαχίες είναι θεμελιώδεις προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί το κράτος που θέλει να είναι ελεύθερο. Η ενεργειακή συνεργασία των 4 (Ελλάς, Κύπρος, Ισραήλ, Αίγυπτος) αξίζει και πρέπει να προαχθεί σε εθνικοαμυντική. Κάτι τέτοιο θα απομονώσει την Τουρκία και λόγω Ισραήλ θα πειθαναγκάζονταν οι Αμερικανοί να αναπροσαρμόσουν τις «αγάπες» τους.
Παραμονές Πρωτοχρονιάς να τελειώσουμε με ένα κρητικό σκαλάθυρμα: «Κλιν-κλου στ’ αρνίθια σας / καλοχρονιά στα ρίφια σας / και καλός χρόνος στην αφεντιά σας». Και επειδή μάλλον δεν έχετε αρνίθια (=κότες) και ρίφια (κατσίκια), ό,τι έχετε και αγαπάτε, να το πολλαπλασιάσετε…


                                             Πρόεδρος Δημοκρατικής Αναγέννησης

Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ του Αγίου Ιουστίνου (Πόποβιτς)

Η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού αποτελεί αναγέννησιν όλων των ευρωπαϊκών ουμανισμών, αναγέννησιν πτωμάτων. Διότι αφ΄ ότου ο Θεάνθρωπος Χριστός είναι παρών εις τον γήϊνον κόσμον, ο κάθε ουμανισμός είναι πτώμα. Τα δε πράγματα έχουν ούτω, διότι η Σύνοδος ενέμεινεν επιμόνως εις το δόγμα περί του αλαθήτου του πάπα=του ανθρώπου. Θεωρούμενοι από την σκοπιάν του αεί ζώντος Θεανθρώπου, του ιστορικού Κυρίου Ιησού, όλοι οι ουμανισμοί κατά το μάλλον ή ήττον ομοιάζουν με εγκληματικάς ουτοπίας, διότι εν ονόματι του ανθρώπου φονεύουν κατά διαφόρους τρόπους και εξοντώνουν τον άνθρωπον ως ψυχοφυσικήν οντότητα. Όλοι οι ουμανισμοί επιτελούν ένα αλογίστως τραγικόν έργον:  διϋλίζουν τον κώνωπα και καταπίνουν την κάμηλον. Δια δε του δόγματος περί του αλαθήτου του πάπα το έργον αυτό έχει αναχθή εις δόγμα. Όλα αυτά όμως είναι φρικτά, φρικτότατα. Διατί; Διότι το ίδιον δόγμα περί του αλαθήτου του ανθρώπου δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η ανατριχιαστική κηδεία του κάθε ουμανισμού, από του βατικανού, του αναχθέντος εις δόγμα, μέχρι του σατανικού ουμανισμού του Σαρτρ. Εις το ουμανιστικόν πάνθεον της Ευρώπης όλοι οι θεοί είναι νεκροί, με επί κεφαλής τον Ευρωπαϊκόν Δία. Νεκροί, έως ότου εις την μαραμένην καρδίαν των ανατείλη η μέχρι τελείας αυταπαρνήσεως μετάνοια, με τας αστραπάς και τας οδύνας της του Γολγοθά, με τους αναστασίμους σεισμούς και τας μεταμορφώσεις της, με τας καρποφόρους της θυέλλας και αναλήψεις. Και τότε; Τότε θα είναι ατελείωτοι αι δοξολογίαι των προς τον αεί ζωοποιόν και θαυματουργόν Θεάνθρωπον, τον όντως μόνον Φιλάνθρωπον εις όλους τους κόσμους.

Φώτης Κόντογλου - Γιάννης ὁ Εὐλογημένος!

O Ἅγιος Βασίλης, σὰν περάσανε τὰ Χριστούγεννα, πῆρε τὸ ραβδί του καὶ γύρισε σ᾿ ὅλα τὰ χωριά, νὰ δεῖ ποιὸς θὰ τόνε γιορτάσει μὲ καθαρὴ καρδιά. Πέρασε ἀπὸ λογιῶν-λογιῶν πολιτεῖες κι ἀπὸ κεφαλοχώρια, μὰ σ᾿ ὅποια πόρτα κι ἂν χτύπησε δὲν τ᾿ ἀνοίξανε, ἐπειδὴ τὸν πήρανε γιὰ διακονιάρη. Κ᾿ ἔφευγε πικραμένος, γιατὶ ὁ ἴδιος δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, μὰ ἔνοιωθε τὸ πόσο θὰ πονοῦσε ἡ καρδιὰ κανενὸς φτωχοῦ ἀπὸ τὴν ἀπονιὰ ποὺ τοῦ δείξανε κεῖνοι οἱ ἄνθρωποι.


Μιὰ μέρα ἔφευγε ἀπὸ ἕνα τέτοιο ἄσπλαχνο χωριό, καὶ πέρασε ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο, κ᾿ εἶδε τὰ κιβούρια πὼς ἤτανε ρημαγμένα, οἱ ταφόπετρες σπασμένες κι ἀναποδογυρισμένες, καὶ τὰ νιόσκαφτα μνήματα εἴτανε σκαλισμένα ἀπὸ τὰ τσακάλια. Σὰν ἅγιος ποὺ εἴτανε ἄκουσε πὼς μιλούσανε οἱ πεθαμένοι καὶ λέγανε: «Τὸν καιρὸ ποὺ εἴμαστε στὸν ἀπάνω κόσμο, δουλέψαμε, βασανιστήκαμε, κι ἀφήσαμε πίσω μας παιδιὰ κ᾿ ἐγγόνια νὰ μᾶς ἀνάβουνε κανένα κερί, νὰ μᾶς καίγουνε λίγο λιβάνι μὰ δὲν βλέπουμε τίποτα, μήτε παπᾶ στὸ κεφάλι μας νὰ μᾶς διαβάσει παραστάσιμο, μήτε κόλλυβα, παρὰ σὰν νὰ μὴν ἀφήσαμε πίσω μας κανέναν». Κι ὁ ἅγιος Βασίλης πάλι στενοχωρήθηκε κ᾿ εἶπε: «Τοῦτοι οἱ χωριάτες οὔτε σὲ ζωντανὸ δὲ δίνουνε βοήθεια, οὔτε σὲ πεθαμένον», καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο, καὶ περπατοῦσε ὁλομόναχος μέσα στὰ παγωμένα χιόνια.

Παραμονὴ τῆς πρωτοχρονιᾶς ἔφταξε σὲ κάτι χωριὰ ποὺ εἴτανε τὰ πιὸ φτωχὰ ἀνάμεσα στὰ φτωχοχώρια, στὰ μέρη τῆς Ἑλλάδας. Ὁ παγωμένος ἀγέρας βογκοῦσε ἀνάμεσα στὰ χαμόδεντρα καὶ στὰ βράχια, ψυχὴ ζωντανὴ δὲν φαινότανε, νύχτα πίσσα! Εἶδε μπροστά του μιὰ ραχούλα, κι ἀπὸ κάτω της εἴτανε μιὰ στρούγκα τρυπωμένη. Ὁ ἅγιος Βασίλης μπῆκε στὴ στάνη καὶ χτύπησε μὲ τὸ ραβδί του τὴν πόρτα τῆς καλύβας καὶ φώναξε: «Ἐλεῆστε με, τὸν φτωχό, γιὰ τὴν ψυχὴ τῶν ἀποθαμένων σας κι ὁ Χριστός μας διακόνεψε σὲ τοῦτον τὸν κόσμο!». Τὰ σκυλιὰ ξυπνήσανε καὶ χυθήκανε ἀπάνω του, μὰ σὰν πήγανε κοντά του καὶ τὸν μυριστήκανε, πιάσανε καὶ κουνούσανε τὶς οὐρές τους καὶ πλαγιάζανε στὰ ποδάρια του καὶ γρούζανε παρακαλεστικὰ καὶ χαρούμενα. Ἀπάνω σ᾿ αὐτά, ἄνοιξε ἡ πόρτα καὶ βγῆκε ἕνας τσοπάνης, ὡς εἰκοσιπέντε χρονῶν παλληκάρι, μὲ μαῦρα στριφτὰ γένεια, ὁ Γιάννης ὁ Μπαρμπάκος, ἄνθρωπος ἀθῶος κι ἀπελέκητος, προβατάνθρωπος, καὶ πρὶν νὰ καλοϊδεῖ ποιὸς χτύπησε, εἶπε: «Ἔλα, ἔλα μέσα. Καλὴ μέρα, καλὴ χρονιά!».
Μέσα στὸ καλύβι ἔφεγγε ἕνα λυχνάρι, κρεμασμένο ἀπὸ πάνω ἀπὸ μία κούνια, ποὺ εἴτανε δεμένη σὲ δυὸ παλούκια. Δίπλα στὸ τζάκι εἴτανε τὰ στρωσίδια τους καὶ κοιμότανε ἡ γυναίκα τοῦ Γιάννη. αὐτός, σὰν ἐμπῆκε μέσα ὁ ἅγιος Βασίλης, κ᾿ εἶδε πὼς εἴτανε γέρος σεβάσμιος, πῆρε τὸ χέρι του καὶ τ᾿ ἀνεσπάσθηκε κ᾿ εἶπε: «Νά ῾χω τὴν εὐχή σου, γέροντα», καὶ τό ῾λεγε σὰν νὰ τὸν γνώριζε κι ἀπὸ πρωτύτερα, σὰ νά ῾τανε πατέρας του. Καὶ κεῖνος τοῦ εἶπε: «Βλογημένος νά ῾σαι, ἐσὺ κι ὅλο τὸ σπιτικό σου, καὶ τὰ πρόβατά σου ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ νά ῾ναι ἀπάνω σας!». Σηκώθηκε κ᾿ ἡ γυναίκα καὶ πῆγε καὶ προσκύνησε καὶ κείνη τὸν γέροντα καὶ φίλησε τὸ χέρι του καὶ τὴ βλόγησε. Κι ὁ ἅγιος Βασίλης εἴτανε σὰν καλόγερος ζητιάνος, μὲ μιὰ σκούφια παλιὰ στὸ κεφάλί του, καὶ τὰ ράσα του εἴτανε τριμμένα καὶ μπαλωμένα καὶ τὰ τσαρούχια του τρύπια, κ᾿ εἶχε κ᾿ ἕνα παλιοτάγαρο ἀδειανό. Ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος ἔβαλε ξύλα στὸ τζάκι. Καὶ παρευθύς, φεγγοβόλησε τὸ καλύβι καὶ φάνηκε σὰν παλάτι. Καὶ φανήκανε τὰ δοκάρια, σὰ νά ῾τανε μαλαμοκαπνισμένα, κ᾿ οἱ πητιὲς ποὺ εἴτανε κρεμασμένες φανήκανε σὰν καντήλια, κ᾿ οἱ καρδάρες καὶ τὰ τυροβόλια καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ σύνεργα ποὺ τυροκομοῦσε ὁ Γιάννης, γινήκανε σὰν ἀσημένια, καὶ σὰν πλουμισμένα μὲ διαμαντόπετρες φανήκανε, καὶ τ᾿ ἄλλα, τὰ φτωχὰ τὰ πράγματα πού ῾χε μέσα στὸ καλύβι του ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος. Καὶ τὰ ξύλα ποὺ καιγόντανε στὸ τζάκι τρίζανε καὶ λαλούσανε σὰν τὰ πουλιὰ ποὺ λαλοῦνε στὸν παράδεισο, καὶ βγάζανε κάποια εὐωδιὰ πάντερπνη. Τὸν ἅγιο Βασίλη τὸν βάλανε κ᾿ ἔκατσε κοντὰ στὴ φωτιὰ κ᾿ ἡ γυναίκα τοῦ ῾θεσε μαξιλάρια νὰ ἀκουμπήσει. Κι ὁ γέροντας ξεπέρασε τὸ ταγάρι του ἀπὸ τὸ λαιμό του καὶ τό ῾βαλε κοντά του, κ᾿ ἔβγαλε καὶ τὸ παλιόρασό του κι ἀπόμεινε μὲ τὸ ζωστικό του.
Κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος πῆγε κι ἄρμεξε τὰ πρόβατα μαζὶ μὲ τὸν παραγυιό του, κ᾿ ἔβαλε μέσα στὴν κοφινέδα τὰ νιογέννητα τ᾿ ἀρνιά, κι ὕστερα χώρισε τὶς ἑτοιμόγεννες προβατίνες καὶ τὶς κράτησε στὸ μαντρί, κι ὁ παραγυιὸς τά ῾βγαλε τ᾿ ἄλλα στὴ βοσκή. Λιγοστὰ εἴτανε τὰ ζωντανά του, φτωχὸς εἴτανε ὁ Γιάννης, μὰ εἴτανε Βλογημένος. Κ᾿ εἶχε μία χαρὰ μεγάλη, σὲ κάθε ὥρα, μέρα καὶ νύχτα, γιατὶ εἴτανε καλὸς ἄνθρωπος κ᾿ εἶχε καὶ καλὴ γυναίκα, κι ὅποιος λάχαινε νὰ περάσει ἀπὸ τὴν καλύβα τους, σὰν νά ῾τανε ἀδελφός τους, τὸν περιποιόντανε. Γιὰ τοῦτο κι ὁ ἅγιος Βασίλης κόνεψε στὸ σπίτι τους, καὶ κάθησε μέσα, σὰ νά ῾τανε δικό του σπίτι, καὶ βλογηθήκανε τὰ θεμέλιά του. Κείνη τὴ νύχτα τὸν περιμένανε ὅλες οἱ πολιτεῖες καὶ τὰ χωριὰ τῆς Οἰκουμένης, οἱ ἀρχόντοι, οἱ δεσποτάδες κ᾿ οἱ ἐπίσημοι ἀνθρῶποι μὰ ἐκεῖνος δὲν πῆγε σὲ κανέναν, παρὰ πῆγε καὶ κόνεψε στὸ καλύβι τοῦ Γιάννη τοῦ Βλογημένου.

Τὸ λοιπόν, σὰν σκαρίσανε τὰ πρόβατα, μπῆκε μέσα ὁ Γιάννης καὶ λέγει στὸν ἅγιο: «Γέροντα, ἔχω χαρὰ μεγάλη. Θέλω νὰ μᾶς διαβάσεις τὰ γράμματα τ᾿ Ἅη-Βασίλη. Ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος ἀγράμματος, μὰ ἀγαπῶ τὰ γράμματα τῆς θρησκείας μας. Ἔχω καὶ μία φυλλάδα ἀπὸ ἕναν γούμενο ἁγιονορίτη, κι ὅποτε τύχει νὰ περάσει κανένας γραμματιζούμενος, τὸν βάζω καὶ μοῦ διαβάζει ἀπὸ μέσα τὴν φυλλάδα, γιατὶ δὲν ἔχουμε κοντά μας ἐκκλησία».
Ἔπιασε καὶ θαμπόφεγγε κατὰ τὸ μέρος τῆς ἀνατολῆς. Ὁ ἅγιος Βασίλης σηκώθηκε καὶ στάθηκε κατὰ τὴν ἀνατολὴ κ᾿ ἔκανε τὸ σταυρό του, ὕστερα ἔσκυψε καὶ πῆρε μία φυλλάδα ἀπὸ τὸ ταγάρι του, κ᾿ εἶπε: «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν πάντοτε,νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων». Κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος πῆγε καὶ στάθηκε ἀπὸ πίσω του, κ᾿ ἡ γυναίκα βύζαξε τὸ μωρὸ καὶ πῆγε καὶ κείνη καὶ στάθηκε κοντά του, μὲ σταυρωμένα χέρια. Κι ὁ ἅγιος Βασίλης εἶπε τὸ «Θεὸς Κύριος» καὶ τ᾿ ἀπολυτίκιο τῆς Περιτομῆς «Μορφὴν ἀναλλοιώτως ἀνθρωπίνην προσέλαβες», δίχως νὰ πεῖ καὶ τὸ δικό του τὸ ἀπολυτίκιο ποὺ λέγει «Εἰς πάσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου». Ἡ φωνή του εἴτανε γλυκειὰ καὶ ταπεινή, κι ὁ Γιάννης κ᾿ ἡ γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη κατάνυξη, κι ἂς μὴν καταλαβαίνανε τὰ γράμματα. Κ᾿ εἶπε ὁ ἅγιος Βασίλης ὅλον τὸν Ὄρθρο καὶ τὸν Κανόνα τῆς Ἑορτῆς: «Δεῦτε λαοὶ ἄσωμεν ἄσμα Χριστῷ τῷ Θεῷ, χωρὶς νὰ πεῖ τὸ δικό του τὸν Κανόνα, ποὺ λέγει «Σοῦ τὴν φωνὴν ἔδει παρεῖναι, Βασίλειε». Κ᾿ ὕστερα εἶπε ὅλη τὴ λειτουργία κ᾿ ἔκανε ἀπόλυση καὶ τοὺς βλόγησε.
Καὶ σὰν καθήσανε στὸ τραπέζι καὶ φάγανε κι ἀποφάγανε, ἔφερε ἡ γυναίκα τὴ βασιλόπητα καὶ τὴν ἔβαλε ἀπάνω στὸ σοφρᾶ. Κι ὁ ἅγιος Βασίλης πῆρε τὸ μαχαίρι καὶ σταύρωσε τὴ βασιλόπητα, κ᾿ εἶπε: «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κ᾿ ἔκοψε τὸ πρῶτο τὸ κομμάτι κ᾿ εἶπε «τοῦ Χριστοῦ» κ᾿ ὕστερα εἶπε «τῆς Παναγίας», κ᾿ ὕστερα εἶπε «τοῦ νοικοκύρη Γιάννη τοῦ Βλογημένου». Τοῦ λέγει ὁ Γιάννης: «Γέροντα, ξέχασες τὸν ἅη- Βασίλη!». Τοῦ λέγει ὁ ἅγιος: «Ναί, καλά! κ᾿ ὕστερα λέγει: «Τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Βασιλείου». Κ᾿ ὕστερα λέγει πάλι: «Τοῦ νοικοκύρη, «τῆς νοικοκυρᾶς», «τοῦ παιδιοῦ», «τοῦ παραγυιοῦ», «τῶν ζωντανῶν», «τῶν φτωχῶν». Τότε λέγει στὸν ἅγιο ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος: «Γέροντα, γιατί δὲν ἔκοψες γιὰ τὴν ἁγιωσύνη σου; Τοῦ λέγει ὁ ἅγιος: «Ἔκοψα, Βλογημένε!» μά, ὁ Γιάννης δὲν κατάλαβε τίποτα, ὁ μακάριος. Κ᾿ ὕστερα, σηκώθηκε ὄρθιος ὁ ἅγιος Βασίλειος κ᾿ εἶπε τὴν εὐχή του «Κύριε ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι οὐκ εἰμὶ ἄξιος, οὐδὲ ἱκανός, ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς μου».
Κ᾿ εἶπε ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος: «Πές μου, γέροντα, ποῦ ξέρεις τὰ γράμματα, σὲ ποιὰ παλάτια ἄραγες πῆγε σὰν ἀπόψε ὁ ἅγιος Βασίλης; οἱ ἀρχόντοι κ᾿ οἱ βασιληάδες τί ἁμαρτίες νά ῾χουνε; Ἐμεῖς οἱ φτωχοὶ εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἐπειδὴς ἡ φτώχεια μᾶς κάνει νὰ κολαζόμαστε». Κι ὁ ἅγιος Βασίλης δάκρυσε κ᾿ εἶπε πάλι τὴν εὐχή, ἀλλοιώτικα: «Κύριε, ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι ὁ δοῦλος σου Ἰωάννης ὁ ἁπλοῦς ἐστὶν ἄξιος καὶ ἱκανὸς ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην του εἰσέλθῃς. Ὅτι νήπιος ὑπάρχει καὶ τὰ μυστήριά Σου τοῖς νηπίοις ἀποκαλύπτεται». Καὶ πάλι δὲν κατάλαβε τίποτα ὁ Γιάννης ὁ μακάριος, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος...

Δημήτριος Χατζηνικολάου
Ἐκλεκτή διήγησις! Βάλσαμον ψυχῆς! Ἄν καί τήν εἶχα διαβάσει πρό ἐτῶν, εὐχαρίστως τήν ξαναδιάβασα. Αὐτό χρειαζόμεθα ὅλοι σήμερα, πρότυπα ταπεινώσεως καί ἁπλότητος. Τήν κοινοποιῶ σέ συγγενεῖς καί φίλους.

Πρώτα πολέμα τα εκούσια.

Γράφει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς «Προς την Μοναχήν Ξένην» τα εξής: 

«Κάθε αγωνιστής γίνεται τέλειος με την υπομονήν των εκουσίων και ακουσίων κόπων, από τους οποίους άλλοι έχουν εξωτερικά αίτια και άλλοι καταβάλλονται από εμάς τους ίδιους. Ό,τι γίνεται στα φυτά της γης από την φύσιν και από τις γεωργικές επινοήσεις και τις μεταβολές των εποχών, τούτο γίνεται με την προαίρεσή μας και σε μας, τα λογικά κλήματα του Χριστού, όταν υπακούμε σε Αυτόν, τον γεωργόν των ψυχών μας, εφ’ όσον είμαστε αυτεξούσιοι. Χωρίς υπομονήν σε εκείνα, που μας βρίσκουν άθελά μας, ούτε οι κόποι, που καταβάλλουμε θεληματικά, θα ευλογηθούν από τον Θεόν. Γιατί η αγάπη προς τον Θεόν δοκιμάζεται κυρίως με την θλίψι των πειρασμών. Πρέπει λοιπόν η ψυχή να κατορθώση πρώτον τα εκούσια, και αφού με αυτά εθιστούμε στο να καταφρονούμε την δόξα και την ηδονή, τότε θα υποφέρουμε εύκολα και τους ακούσιους πειρασμούς». 

Ο χρήστης Δημήτριος Χατζηνικολάου σχολίασε την ανάρτηση "«Το βδέλυγμα της ερημώσεως εστώς εν τόπω αγίω» (Ματθ. κδ: 15)"

Ἡ εἴδησις δέν προκαλεῖ ἔκπληξιν, καθότι εἶναι γνωστόν ὅτι οἱ Οἰκουμενισταί ἔχουν ἐπαναστατήσει κατά τοῦ Θεοῦ, προκαλεῖ ὅμως ἀηδίαν! Διότι, ἐκτός ἀπό τήν πνευματικήν των πορνείαν, συντάσσονται καί μέ τήν παρά φύσιν σωματικήν χρῆσιν, δεχόμενοι σοδομίτας μετά τῶν «ἀνδρίδων» των εἰς τήν «θείαν λειτουργίαν»! Ἡ ἀποτείχισις ἀπό αὐτούς εἶναι μονόδρομος, καθότι «ἐμίσησα ἐκκλησίαν πονηρευομένων καὶ μετὰ ἀσεβῶν οὐ μὴ καθίσω» (Ψαλμός 25:5).


Η κατάσταση δεν αλλάζει μαγικά και μηχανικά.

Κάθε πρωτοχρονιά είναι  συμβατική αφετηρία μιας νέας προσπάθειας. Κανείς ασφαλώς δεν θέλει να ζη σ' ένα κόσμο παρακμής, αντιφάσεων, αλληλοσυγκρουομένων συμφερόντων, αδικίας και αμοραλισμού. Η κατάσταση δεν αλλάζει μαγικά και μηχανικά. Χρειάζονται να πολλαπλασιασθούν οι άνθρωποι που κάνουν Αντίσταση. Που παραμένουν πιστοί στις Ορθόδοξες παραδόσεις μας, στις αξίες μας, στην ιστορία μας και στους αγώνες μας.

ΕΟΡΤΟΔΡΟΜΙΟΝ

Τροπάριον.


Βεβαίως φέρων, τον χαρακτήρα, του προ αιώνων σε φύσαντος, την βροτών δι΄ οίκτον, νυν ασθένειαν περιέθου.

Ερμηνεία.


Το παρόν Τροπάριον ερανίσθη ο Μελωδός από τα αποστολικά εκείνα ρητά του μεγάλου Απ. Παύλου λέγοντος: «Ος ων απαύγασμα της δόξης και χαρακτήρ της υποστάσεως αυτού» (Εβρ. α: 3) και «Ος εν μορφή Θεού υπάρχων, ουχ΄ αρπαγμόν ηγήσατο το είναι ίσα Θεώ, αλλ΄ εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών» (Φιλιπ. β: 6). Λέγει λοιπόν ο Ιεράρχης Κοσμάς· συ, ω θεάνθρωπε Ιησού Χριστέ, φέρων βεβαίως και αμετακινήτως τον απαράλλακτον χαρακτήρα της υποστάσεως του σε προ των αιώνων γεννήσαντος αϊδίου Πατρός, ως ομοούσιος τούτου Υιός, τώρα επ΄ εσχάτων των χρόνων δια υπερβολήν φιλανθρωπίας και αγαθότητος εκαταδέχθης να φορέσης και την των ανθρώπων ασθένειαν (φύσιν)· ταυτόν ειπείν, μη τραπείς κατά την Θεότητα, αλλά μείνας εκείνο οπού ήσουν: ήτοι τέλειος Θεός, έγινες και τέλειος άνθρωπος αληθεία ου φαντασία, ίνα θεώσης τον άνθρωπον.

ΙΕΡΟΜΌΝΑΧΟΣ π. ΘΕΟΔΏΡΗΤΟΣ

 


ΙΕΡΟΜΌΝΑΧΟΣ π. ΘΕΟΔΏΡΗΤΟΣ 

“Ὦ ξεῖν᾿, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι.”

(… τοίς εκείνου ρήμασιν πειθόμενος)

Έχουν περάσει περίπου 35; χρόνια 



Αποτελεί αυταπόδεικτη αλήθεια για τον πολιτικό χώρο, ότι κανείς δικτάτορας δεν θα μπορούσε να σταθή χωρίς συνεργάτες.


Τό ίδιο ακριβώς συμβαίνει καί στον εκκλησιαστικό χώρο. Κανείς αιρετικός δεν θα μπορούσε να ευδοκίμηση, αν δεν είχε αύτούς που θα επικροτούσαν, ή τουλάχιστον θα ανέχονταν σιωπηρώς τήν αίρεσίν του, θα κοινωνούσαν μαζί του και θα τον ακολουθούσαν. 


Και για να γίνουμε πιό συγκεκριμένοι. Από θεολόγους και κληρικούς όλων των μετώπων έχει χαρακτηρισθή  ο Οίκουμενισμός ως παναίρεσις. Ενώ ξεκίνησε δειλά με το σύνθημα της αγάπης, κατέληξε σήμερα να διακηρύσση «γυμνή τη κεφαλή» ότι η Ορθοδοξία δεν είναι η Εκκλησία, αλλά μαζί με τις λοιπές αιρέσεις, παπισμού και προτεσταντισμού, συναποτελούν την Εκκλησίαν! Και το κατόρθωσαν αυτό οι οικουμενισταί πατριάρχαι, διότι είχαν βοηθούς και συναντιλήπτορας στην ανίερη προσπάθειά τους εκατοντάδας επισκόπων και χιλιάδας ιερέων και μοναχών, που είτε επικροτούσαν, είτε σιωπούσαν δια την προδοσία!  


Έτσι η αίρεσις του Οικουμενισμού έχει δύο χαρακτηριστικά που δεν είχαν οι παλαιές αιρέσεις, πρώτον, την καθολικήν κατά της Ορθοδόξου Εκκλησίας επίθεσιν και όχι μόνον εναντίον ενός δόγματος και δεύτερον, την καθολικήν σχεδόν αποδοχήν της αιρέσεως από τους κορυφαίους κληρικούς και θεολόγους της Ορθοδοξίας, με ελαχίστας εξαιρέσεις στο χώρο των ίερέων και μοναχών. 


Σημειωτέον ότι οι εξαιρέσεις αυτές αναφέρονται μόνο στο θεωρητικό πεδίον, δηλαδή στα λόγια και την πέννα, χωρίς ουδεμίαν πρακτικήν έκφρασιν αντιστάσεως, όπως είναι η διακοπή κοινωνίας με την αίρεσιν κ.λ.π. 


Το θλιβερώτερον όμως εν προκειμένω είναι η δικαιολογία που προβάλλουν αύτοί οι ρασοφόροι παντός βαθμού προκειμένου να υποστηρίξουν την θέσιν τους. Λέγουν χαρακτηριστικώς ότι ενεργούν έτσι, διότι επθυμούν να ευρίσκωνται εντός Εκκλησίας, αφού, όπως ισχυρίζονται, μόλις διακόψουν κοινωνίαν με τους αιρετικούς προϊσταμένους των ή τους κοινωνούντας με αυτούς, θα ευρεθούν αμέσως εκτός Εκκλησίας. Οποία διαστροφή της Ορθοδόξου διδασκαλίας! 


Ενώ οι Iεροί Κανόνες και ο σύνολος χορός των ομολογητών Πατέρων χαρακτηρίζουν ως σωτηριώδη αντίδρασιν και προστασίαν της Εκκλησίας την διακοπήν κοινωνίας με τους αιρετικά κηρύσσοντας, αυτοί ισχυρίζονται τα ακριβώς αντίθετα! 


Έτσι όχι μόνον συμμαχούν πρός την αίρεσιν και την ενισχύουν διατηρούντες το ποίμνιόν τους ανύποπτο στο πλευρό των κακοδόξων, αλλά και υβρίζουν όλους τους ομολογητάς πατέρας του παρελθόντος, χαρακτηρίζοντας αυτούς ως εκτός Εκκλησίας αγωνισθέντας, αφού ως γνωστόν, έπραξαν τα ακριβώς αντίθετα από ότι πράττουν αυτοί σήμερα. 


Σαφέστατη απόδειξις της υποκειμενικής καί άκρως αντορθοδόξου θέσεώς των είναι, ότι ουδεμία μαρτυρία αναφέρουν προς στηριγμόν των λεγομένων των. Ελλείψει δε πατερικών επιχειρημάτων δημιουργούν συνεχώς νέα εκ του προχείρου, προς παρηγορίαν των οπαδών τους, διότι κάθε λίγο οι αιρετικοί οικουμενισταί που άκολουθούν, δια λόγων και έργων τούς αχρηστεύουν τά παλαιά!.. 


Γράφομεν τα ανωτέρω διότι προσφάτως έδημοσιεύθη στον «‘Ορθόδοξον Τύπον» (12.3) άρθρον τού ήγουμένου της Ι. Μονής Γρηγορίου Αγίου Όρους, εις το οποίον ενώ καταδικάζεται το «οίκουμενιστικό παραλήρημα» των ημερών μας, τονίζεται συγχρόνως ότι «εμείς μένουμε στην Αγία μας Εκκλησία, διότι πιστεύουμε ότι μέσα από την Εκκλησία καί όχι εκτός αυτής ημπορούμε να αγωνισθούμε». 

Η αλήθεια όμως εν προκειμένω είναι ότι η στάσις τους αυτή τους τοποθετεί εκτός αγωνιζομένης κατά της αίρεσεως Εκκλησίας και συνεπώς μετά της μερίδος των αιρετικών που κοινωνούν. Αν δε ληφθή ύπ' όψιν ότι οι Αγιορείται μνημονεύουν τον Βαρθολομαίο, τον πρύτανη των οίκουμενιστών, τότε άντιλαμβάνεται κανείς την τραγικότητα της ανωτέρω προτάσεως του ήγουμένου, ο οποίος δυστυχώς, εκφράζει το κοινό πιστεύω των Αγιορειτών. (Εκτός βεβαίως των ζηλωτών πατέρων). 


Και μόνον οι λόγοι του Μ. Αθανασίου όπου προτρέπει τους πιστούς να προσεύχωνται στο ύπαιθρον προκειμένου να μην κοινωνήσουν με τους Αρειανούς (ΒΕΠΕΣ, 33, 199), και των αγίων Χρυσοστόμου και Θεοδώρου του Στουδίτου, που τονίζουν: ότι εχθροί του Θεού δεν είναι μόνο οι αίρετικοί, αλλά και οι κοινωνούντες με αυτούς, έστω και αν θεωρητικώς απορρίπτουν την αίρεσιν (P.G. 99. 1164 Α), ανατρέπει εκ θεμελίων το ανωτέρω άρθρον του ηγουμένου. 


Τό τραγικόν είναι ότι ο Αγιορείτης ηγούμενος στο τέλος του άρθρου του επικαλείται τας ευχάς «των μέχρι θανάτου» αγωνισθέντων κατά της αίρεσεως ομολογητών. Είναι όμως αποδεδειγμένον ιστορικώς, ότι αντίστασιν «μέχρι θανάτου» στην αίρεσιν έκαναν μόνον όσοι διέκοπτον κοινωνίαν πρός αύτήν, και διά τούτο εξωρίζοντο ή εθανατούντο.

Υγ.

Μέ ρώτησε κάποτε ένας: “εσύ πού βρίσκεσαι;”, εννούσε εκκλησιαστικά •τόν ερώτησα τί γράφει εδώ ( : 25 Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι καθαρίζετε τὸ ἔξωθεν τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος, ἔσωθεν δὲ γέμουσιν ἐξ ἁρπαγῆς καὶ ἀδικίας. 26 Φαρισαῖε τυφλέ, καθάρισον πρῶτον τὸ ἐντὸς τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος, ἵνα γένηται καὶ τὸ ἐκτὸς αὐτῶν καθαρόν. Μτ.κγ’) καί ορθώς απάντησε• γιά νά συνεχίσω λέγοντας : “ευρίσκομαι στό ἐντὸς τοῦ ποτηρίου - η συνέχεια, στ.27, ελαφρώς διαφέρει - καί τό καθαρίζω όσο μου είναι δυνατόν.

Κούνησε τό κεφάλι κι έφυγε. 


Αθήνα, 23/12/2024

Under X (copy paste)


Τα Χριστούγεννα πρωτίστως απευθύνονται στις ψυχές μας.

Η πίστη στον Σωτήρα μας Χριστό, σώζει και νοηματοδοτεί τη ζωή μας. Οδηγεί στην εμπειρική ψηλάφηση της ερμηνείας του γεγονότος. Με ταπείνωση αλλά και ελευθερία. Οι συνέπειες ακολουθούν. Η ελπίδα, το φως, ο αγώνας, η ανθρωπιά. Ο Σωτήρας Χριστός μας προκαλεί και μας εμπνέει να γίνουμε άνθρωποι και να απελευθερωθούμε από τις δεσμεύσεις του ενδοκοσμικισμού και της αλλοτρίωσης.

Κατέβηκε ο Θεός στη γη παίρνοντας την ανθρώπινη φύση. Αν βιώναμε το μυστήριο της Ενανθρωπίσεως πρόβλημα τρομοκρατίας δεν θα υπήρχε, η αγάπη θα βασίλευε. Αγωνία για πολέμους δεν θα είχαμε, η ειρήνη θα επικρατούσε. Καταλήψεις και καταστροφές δεν θα γίνονταν, για μια κατάληψη θα αγωνίζονταν τα νιάτα, για την κατάληψη της αρετής και της αγιότητας. Οικονομικό πρόβλημα δεν θα υπήρχε, η αγάπη και η αδελφοσύνη θα αποτελούσαν την εγγύηση για ισοδύναμη απόλαυση των υλικών αγαθών. Θα υπήρχε σεβασμός στο ανθρώπινο πρόσωπο, στο περιβάλλον, στην άλογη φύση.

… τούτο μου το Βρέφος, όπου το σφάζουσιν εκουσίως και δεν νεκρούται, αλλά ζωοποιεί τους θυσιάζοντας αυτό.

Τούτο μου το Βρέφος, όπου το κόπτουσι και μένει αχώριστον, όπου το σφάζουσι και μένει αθάνατον, όπου το μερίζουσι και δεν διαιρείται, όπου το τρώγουσι και ουδέποτε δαπανάται, όπου κάθεται εις τας αγκάλας μου και είναι εις τους κόλπους του ουρανίου Πατρός, όπου χωρείται εις τας αγκάλας μου και είναι αχώρητον εις όλον τον κόσμον, όπου θεωρείτε αυτό και είναι αόρατον, όπου πιάνετε αυτό και είναι άϋλον, τούτο μου το Βρέφος όπου αγιάζει και θεοποιεί τους τρώγοντας αυτό…



(Ορθόδοξος Συναξ. Τόμος Β:87 ).

Ο στάρετς Αρσένιος: Ήμασταν οι χειρότεροι άπ' όλους!

….Λέτε, λοιπόν, πώς ο κομμουνισμός γκρέμισε εκκλησίες, φυλάκισε πιστούς, πολέμησε την Εκκλησία. Ναι, έτσι είναι. Ας εξετάσουμε όμως τα πράγματα συνολικότερα και βαθύτερα. Ας ανατρέξουμε σε όσα προηγήθηκαν. Πολύ πρωτύτερα ο λαός μας είχε χάσει την πίστη του, είχε περιφρονήσει την παράδοσή του, είχε λησμονήσει την ιστορία του, είχε αρνηθεί τα ιερά και τα όσιά του. Ποιος φταίει γιαυτό; Η τωρινή εξουσία; Εμείς φταίμε! Και τώρα θερίζουμε ό,τι σπείραμε... 


"Ας θυμηθούμε, τι παράδειγμα έδιναν στο λαό οι διανοούμενοι, οι ευγενείς, οι έμποροι, οι δημόσιοι υπάλληλοι· και προπαντός, τί παράδειγμα δίναμε εμείς, οι κληρικοί. Ήμασταν οι χειρότεροι άπ' όλους! Γι' αυτό και των παπάδων τα παιδιά, βλέποντας μέσα στις οικογένειές τους την ανηθικότητα και τη φιλοχρηματία, γίνονταν οι πιο φανατικοί άθεοι, οι πιο μαχητικοί επαναστάτες. Πολύ πρίν από την επανάσταση του 1917 ο κλήρος είχε χάσει κάθε δυνατότητα καθοδηγήσεως του λάου. Είχε γίνει -- αλίμονο! -- μια κάστα επαγγελματιών, όπου βασίλευαν η απιστία καί η διαφθορά. Από το πλήθος των μοναστηριών της πατρίδας μας, μόνο πεντ'-έξι ήταν φωτεινοί φάροι του χριστιανισμού και του πνεύματος: το Βάλαμο, η Όπτινα με τους μεγάλους στάρτσι, το Ντιβέγιεβο, το Σάρωφ καί ίσως ενα-δύο ακόμα. Στα υπόλοιπα όχι μόνο την πίστη και την αρετή δεν συναντούσε κανείς, αλλά και σκανδαλιζόταν από το κοσμικό φρόνημα και την ανόητη επιδεικτικότητα. 

"Τι μπορούσε να πάρει ο λαός από τέτοιους ρασοφόρους, από τέτοιους δήθεν εκπροσώπους του Θεού; Εμείς τον σπρώξαμε στην επανάσταση, γιατί δεν του δώσαμε το καλό παράδειγμα. Δεν του εμπνεύσαμε την πίστη, την αγάπη, την υπομονή, την ταπείνωση. Μην τα ξεχνάτε όλα αυτά, μην τα ξεχνάτε! Γι' αυτό μας εγκατέλειψε τόσο εύκολα ο λαός.
 

Γι' αυτό αρνήθηκε μαζί μ' εμάς και το Θεό. Γι' αυτό γκρέμισε τις εκκλησιές.
 
" Δεν μπορώ, λοιπόν, να κατηγορήσω την εξουσία, το σημερινό καθεστώς. Γιατί οι σπόροι της αθεΐας έπεσαν τότε στο έδαφος πού εμείς οι ίδιοι είχαμε προετοιμάσει με τα λάθη μας και τον ξεπεσμό μας. Αυτή ήταν η αιτία και η αρχή του κακού. Όλα όσα ακολούθησαν, ακόμα και τούτο το στρατόπεδο και το μαρτύριο μας καί οι άσκοπες θυσίες τόσων αθώων ανθρώπων, δεν είναι παρά οι αναπόφευκτες συνέπειες.

ΕΝ ΕΤΟΣ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ…

Ο Θεός είναι ο Ων. Ο Υπάρχων. Τίποτε πέραν τούτου μεγαλύτερον, τίποτε αληθέστερον… Απεκαλύφθη εις τον εκλεκτόν Του λαόν Ισραήλ και ήνοιξε μετ’ αυτού διάλογον. Και ο διάλογος ούτος εκωδικοποιήθη εις την Παλαιάν Διαθήκην… Εις τα «Εθνη» «ωμίλησε» δια του «σπερματικού λόγου», δια της φυσικής οδού. Και «ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου», «επ’ εσχάτων των ημερών τούτων ελάλησεν ημίν εν Υιώ»… Και έκτοτε, έκλεισεν ο διάλογος, ο «δια γνόφου και νεφέλης» με τον Ισραήλ και ήνοιξεν ένας άλλος διάλογος, «τοσούτω κρείττων γενόμενος των αγγέλων, όσω διαφορώτερον παρ’ αυτούς κεκληρονόμηκεν όνομα». Ο διάλογος με τα Έθνη, με ολόκληρον τον κόσμον… Και ο διάλογος ούτος συνεπυκνώθη εις την Καινήν Διαθήκην. Η Καινή Διαθήκη είναι κήρυγμα, εξαγγελία του θελήματος του Θεού, είναι το Ευαγγέλιον. Ως κήρυγμα αποτελεί μονόλογον. Ως πρόσκλησις προς τα λογικά όντα, προς έτερον λόγον, μεταβάλλεται εις διάλογον. Κατά βάθος, βεβαίως, ο Θεός λαλεί προς τους ανθρώπους, δεν διαλέγεται. Διαλέγεται ο άνθρωπος με τον Θεόν, αφού έχει αντιρρήσεις, διατυπώνει ενστάσεις, αρνείται, αποδέχεται τον λόγον, μισεί, αγαπά… Ο λόγος όμως δεν είναι μόνον λόγος, δεν είναι Ευαγγέλιον μόνον. Είναι και ζωή, ύπαρξις, οντότης, σαρξ. Και «ο λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν». Και ούτως, ο ενυπόστατος λόγος, ο Ιησούς Χριστός, ίδρυσε την Εκκλησίαν…  Και η Εκκλησία είναι Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική, αποτελουμένη από τον Χριστόν ως Κεφαλήν και τα μέλη, τους πιστούς, ως Σώμα Του… Τούτο αποτελεί την θεμελιωδεστέραν δογματικήν αλήθειαν της Εκκλησίας. Και η σύνθεσις αυτή, Κεφαλής και Σώματος, ελέγχει πάσας τας περί «Χριστιανισμού» κ.λ.π. θεωρίας, ως λυδία λίθος…


Τελευταίως, εις την τρομακτικήν σύγχυσιν θεσμών και ιδεών, λέγεται κατά κόρον ότι η Εκκλησία είναι ο Χριστιανισμός, υπό την μορφήν μόνον της διδασκαλίας. Και διαστέλλεται ο Χριστός από το Σώμα Του και παρουσιάζεται ο Θεός ως απών από την Εκκλησίαν Του. Και εντεύθεν έχομεν τα συναισθηματικά κηρύγματα περί ειρήνης και αγάπης και ενώσεως των πάντων. Και από αυτήν την αφετηρίαν αναχωρούν όλαι αι ετερόκλητοι σύγχρονοι οργανώσεις, όλα τα ιδεαλιστικά ρεύματα. Και εις το κέντρον του «Χριστιανισμού» άνευ Χριστού, συναντώνται οι σύγχρονοι «Πολιτισμένοι άνθρωποι», οι οποίοι εύρον ότι το Παρελθόν είναι πλήρες παρεξηγήσεων, ότι υπέρτατον αγαθόν είναι η «ειρήνη» και η «αγάπη», εις τας πλέον εγκοσμίους και ανθρωποκεντρικάς εκδόσεις, και οι περισσότερον…Χριστιανοί και εκκλησιαστικοί άνδρες ισχυρίζονται, ότι ουδεμία διαφορά υπάρχει μεταξύ των Εκκλησιών και πρέπει να οδηγηθώμεν προς την ενότητα… Χάριν της ειρήνης, χάριν της αγάπης, χάριν του πολιτισμού!...
Αλλ’ οι τοιούτοι πρέπει να διερωτηθούν αν είναι Χριστιανοί, αφού δεν νοείται Χριστιανός χωρίς την ενσωμάτωσίν Του εις την Εκκλησίαν, χωρίς την ενότητά του με τον Χριστόν, χωρίς να είναι ζων μέλος του Σώματος του Χριστού… Είναι το ολιγώτερον, αστείον να επιδιώκη κανείς ενότητα εν τω Χριστιανισμώ, εν ονόματι του Χριστιανισμού, μόνον εν τη διδασκαλία τη ηθική, καθ’ ον χρόνον αυτός ο ίδιος στερείται ενότητος! Αφήνομε δε το πόσον αδιανόητος είναι ο διαχωρισμός του προσώπου του Κυρίου από την διδασκαλίαν του, αφού όλην την διδασκαλίαν του ανάγει εις το πρόσωπόν Του. Και είναι αδιαχώριστος… Διότι, ως λέγει τις, «ό,τι εξέρχεται εκ του στόματος του Ιησού είναι αληθές, δια τον λόγον ότι αυτός το λέγει και πάσα αυθεντία των λόγων αυτού στηρίζεται επί της αυθεντίας του προσώπου Του. Πιστεύομεν τον λόγον αυτού ουχί δια την αλήθειαν αυτού τούτου του λόγου, αλλά δια το πρόσωπον Αυτού. Τα πάντα θεμελιοί επί του ιδίου προσώπου. «Εγώ ειμι». Ιδού ο μέγας αυτού λόγος». Αλλά τι να είπωμεν και περί της πολυπαθούς αγάπης και ειρήνης, τας συγχρόνους αυτάς θεάς, εις τας οποίας προσφέρεται τόσον άφθονος λιβανωτός εν ονόματι του «γλυκυτάτου Ναζωραίου»; Λησμονούν ότι η εν Χριστώ αγάπη είναι αχώριστος της αληθείας και η αλήθεια και η αγάπη είναι αχώριστοι από του Χριστού; Δια ποίας απομιμήσεις αγάπης και αληθείας ομιλούν; Λησμονούν ότι ο Χριστός «ουκ ήλθε βαλείν ειρήνην αλλά μάχαιραν»; Ότι ήλθε «διχάσαι…»; Και όπως λέγει τις θεολόγος: «Τι ήρχετο να κάμη ο Χριστός επί της γης; Ήρχετο ν’ ανορθώση τας διανοίας και κλίσεις της ανθρωπίνης καρδίας, αίτινες είχον καταντήσει εις την μεγαλυτέραν διαστροφήν. Ήτο λοιπόν έλλογον να μη συμμορφωθή προς τας διανοίας και κλίσεις ταύτας. Να πράξη τα ενάντια, να αποθεώση πάντα τα παθήματα, ως είχον αποθεωθή πάσαι αι ηδυπάθειαι. Να κηρυχθή, με ένα λόγον, εχθρός του ανθρωπίνου γένους»!... Ο Ιησούς «εχθρός του ανθρωπίνου γένους»! Ποίος; Ο Θεός της αγάπης. Πόσον δυσαρέστως ηχεί η γλώσσα αυτή εις τους συγχρόνους κήρυκας της ειρήνης και της αγάπης! Αλλά δεν είπεν ο Ίδιος ο Ιησούς: «Εάν μη πιστεύσητε ότι εγώ ειμι, αποθανείσθε εν ταις αμαρτίαις υμών»;…
Τα σημερινά μέσα του τεχνικού πολιτισμού επιτρέπουν εις τον άνθρωπον όλων των ηπείρων να βλέπη ολόκληρον τον κόσμον και την ζωήν του ωσάν εις κινηματογραφικήν ταινίαν εντός ολίγου χρόνου. Και πως μεν βλέπουν και κρίνουν οι άλλοι λαοί και τι φρονούν δια τον πολιτισμόν, δια τον σκοπόν υπάρξεως του κόσμου, πως αντιδρούν εις τους διαρκώς αυξανομένους κινδύνους της ανθρωπότητος από ένα διαγραφόμενον πυρηνικόν πόλεμον, αυτό αφορά εις αυτούς… Εκείνο που ενδιαφέρει ημάς, ως Έθνος και Εκκλησίαν, είναι να βλέπωμεν τα ημέτερα και τα ξένα υπό το πρίσμα της Ορθοδόξου πίστεώς μας. Και να αξιολογώμεν τα διάφορα φαινόμενα, συμφώνως με την διδασκαλίαν της αγιωτάτης Εκκλησίας μας και την όντως ορθόδοξον πνευματικήν πείραν μας…  Και αν δεν έχωμεν προσωπικήν πνευματικήν πείραν εις βαθμόν «αρτίου εν Χριστώ ανθρώπου», οφείλομεν να υποτασσώμεθα εις την διδασκαλίαν της Εκκλησίας, ως αποταμιευούσης πάσαν την αλήθειαν και «κρινούσης τα πάντα, ανακρινομένης δε υπ’ ουδενός»… Διότι, εστερημένοι πνευματικής πείρας, με ηλαττωμένην πίστιν και περίφοβοι ενώπιον ποικίλων κινδύνων εις κλίμακα εθνικήν και παγκόσμιον, τινές εκκλησιαστικοί παράγοντες τέμνουν, κατά τα ανασφαλή κριτήριά των, λίαν επιζημίους ατραπούς εις την Εκκλησίαν και το Έθνος, τας οποίας ο κόσμος, ο «κείμενος εν τω πονηρώ» χειροκροτεί από άγνοιαν της συμφοράς…
Αλλά δια την αγιωτάτην Ορθόδοξον Εκκλησίαν και τα πιστά τέκνα της ουδεμία εγκοσμία μεταβολή τα θροεί και ουδεμίαν «πτοούνται πτόησιν». Στρατεύονται, δια να μεταμορφώσουν τον κόσμον με αγάπην, με σεμνότητα, με πίστιν, χωρίς να εκτρέπωνται εις νοσηράς αγωνίας «δια την τύχην του κόσμου» και εντεύθεν να περιπίπτουν εις σύγχυσιν σκέψεων και συναισθημάτων, ώστε να μη γνωρίζουν «μήτε α λέγουν, μήτε περί τίνων διαβεβαιούνται»… Και να αποκόπτωνται, δυνάμει του σώματος του Χριστού… Ο Κύριος Ιησούς δια της Εκκλησίας Του καλεί όλον τον κόσμον εις την σώζουσαν κιβωτόν, την Εκκλησίαν. Καλεί, ομιλεί, δρα, αγωνίζεται, διαλέγεται, προς σωτηρίαν όσων θέλουν την σωτηρίαν. Χρησιμοποιεί πάντα τα μέσα η Εκκλησία και πάσας τας οικονομίας. Ένα μόνον δεν κάμνει. Δεν νοθεύει την διδασκαλίαν της, δεν καπηλεύει τον λόγον, δεν αρνείται εαυτήν, δεν χωρίζεται από τον Νυμφίον της… Διώκεται χάριν της αληθείας. Τραυματίζεται υπό εχθρών, αιματούται, «ανταναπληροί τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού εν τω σώματί της». Αλλά παραμένει πιστή άχρι θανάτου… Προ παντός δεν φοβείται, διότι είναι ηνωμένη με τον Νυμφίον της, τον Παντοδύναμον Ιησούν Χριστόν τον Κύριον ημών…
Λοιπόν, τώρα που εκπνέει το έτος ΄67, ας κάμωμεν τον απολογισμόν μας των προηγουμένων ετών της ιστορίας μας. Ας ίδωμεν ότι, εν μέσω κατακλυσμού αμαρτίας, η αγία Εκκλησία μας και ζη και στρατεύεται. Ότι είναι ανάγκη, επί ποινή ολοσχερούς καταστροφής, να επιστρέψωμεν εις τον Θεόν. Ότι ημών διατηρούντων την ορθόδοξον πίστιν και βιούντων εναρέτως, ουδεμία δύναμις εν τω κόσμω δύναται να μας βλάψη. Να θανατώση, ναι. Να βλάψη, ου… Αντιθέτως, όσην δραστηριότητα και αν αναπτύξωμεν, δια να ενταχθώμεν εις σύμφωνα συμμαχίας, όσον και αν επιτύχωμεν τας ευνοίας των ισχυρών της γης, όσας ψευδενώσεις, με τας «Εκκλησίας» και αν κάμωμεν, τίποτε δεν θα δυνηθή από αυτά να μας καλύψη από την οργήν του Θεού. «Δια το είναι ημάς σάρκας» και γυμνούς ορθής πίστεως, θα χάσωμεν και την παρούσαν ζωήν και την μέλλουσαν και ως άτομα και ως Έθνος…  Ας το εντυπώσωμεν καλώς εις τον νουν μας. «Έξω της Εκκλησίας ουδεμία σωτηρία». Και έξω της Εκκλησίας είναι πας όστις δεν είναι εντός της Ορθοδοξίας. Ακουσάτωσαν ταύτα και οι απόστολοι της κακής ειρήνης και της μισητής αγάπης, μισητής από τον Χριστόν και την Εκκλησίαν Του…

θ.μ.δ.

Στρατηγός Μακρυγιάννης :

«Η πατρίς της γεννήσεώς μου είναι από το Λιδορίκι· χωριό του Λιδορικιού ονομαζόμενον Αβορίτη. [...] Οι γοναίγοι μου πολύ φτωχοί, και η φτώχεια αυτήνη ήρθε από την αρπαγή των ντόπιων Τούρκων και των Αρβανίτων του Αλήπασα. Πολυφαμελίτες οι γοναίγοι μου και φτωχοί, και όταν ήμουνε ακόμα στην κοιλιά της μητρός μου, μιαν ημέρα πήγε για ξύλα στο λόγγο. Φορτώνοντας τα ξύλα στον ώμο της, φορτωμένη στο δρόμο, στην ερημιά, την έπιασαν οι πόνοι και γέννησε εμένα. Μόνη της η καημένη κι αποσταμένη, εκιντύνεψε κι αυτήνη τότε κι εγώ. Ξελεχώνεψε μόνη της και συγυρίστη, φορτώθη λίγα ξύλα και έβαλε και χόρτα απάνου στα ξύλα και από πάνου εμένα και πήγε στο χωριό» (Β' 11-12).


 Δημήτριος Χατζηνικολάου

«Μέσα από τη φτώχεια βγαίνουν τα καλύτερα παιδιά, εἶναι ἄντρες μέ ἀξία ...» (https://www.youtube.com/watch?v=UDZjcH6Qnnw)
19 Δεκεμβρίου 2024 στις 11:25 π.μ.

Γράφει ο αδελφός μας Κυπριανός Χριστοδουλίδης

 

ΟΙ ΠΛΑΣΤΟΓΡΆΦΟΙ ΤΉΣ ΤΕΧΝΗΤΉΣ ΝΟΗΜΟΣΎΝΗΣ

 


Οι πλαστογράφοι της "άϊ σιχτίρ" (τεχνητή Ν) νοημοσύνης δέν θά μπορούσε νά μείνουν αδρανείς καί άδραξαν τήν ευκαιρία-βλέπε σχόλιο κοιν. Δικτύου. Έχουμε, όμως, αυτό που ξεχνά η νοημοσύνη τής ψηφιακής τεχνολογίας.

"27 Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν· οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδωσιν, ἐγὼ δίδωμι ὑμῖν."(Ιν. ιδ')

Μέσα στά πολλά σχόλια - είναι ο στόχος τής "άϊ σιχτίρ" νοημοσύνης - περιλαμβάνεται καί η αποψιολογία γιά νά χάνεται η αλήθεια. Προσφερόμενη οδός τά κίβδηλα νοηματικώς συμπεράσματα τής εν Χριστώ διδασκαλίας :

1. Διότι αγνοείτε τό ποιός φτιάχνει τόν πόλεμο καί ...

2. Ο Θεός είναι αγάπη, όμως η ανταπόδοση, εκ μέρους τού ανθρώπου, είναι η Πίστη. Διότι ποιός μπορεί νά αγαπά όπως αγαπά ο Θεός;

Λοιπόν, νά τά κόψει αυτά η "άϊ σιχτίρ" νοημοσύνη -  είναι κατάλληλα γιά άλλους - κι εμάς νά μάς αφήσει ήσυχους. Ευνόητο είναι ότι τά γραφόμενά μου, δέν κοινοποιούνται! Αντί νά επαινούν κατηγορούν τά επαινετικώς γραφόμενα τών άλλων. Φαίνεται, μού λείπει η αυτομεμψία καί δέν αποκλείω, ότι μπορεί νά συμβαίνει. 

Άρθρο, στόν σύνδεσμο 2 γιά τήν φωτογραφία, καί σχόλιο.

1.  https://www.facebook.com/share/p/1B146urYGK/

2. https://t.me/xrikip/168 (έχει ένα σχόλιο)

Η ΜΕΤΑΝΑΣΤΙΣ , Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης σελ.159 :

Έπλεεν εν τω πελάγει του μέλλοντος. Επέτα επί πτερύγων και επί νεφών. Καθώς εκ της δυσμόρφου κάμπης γεννάται η περικαλλής ψυχή, ούτως εκ του θνητού σκήνους αφίπταται το πνεύμα, ούτω και εκ του προσκαίρου και φθαρτού έρωτος παράγεται ο θείος και ουράνιος έρως.

Ίστατο μεταξύ της ζωής και του θανάτου και απήλαυε του λυκαυγούς της αιωνιότητος. Αποχαιρέτιζε μυστηριωδώς το παρελθόν και απηύθυνεν ασπασμόν πλήρη στοργής και αφοσιώσεως προς το μέλλον. Διέκρινε μυστικώς φωτοβολούν το τέρμα προς ο εβάδιζε, χωρίς να βλέπη την οδόν, εφ’ ης επάτει. Έφερε μεθ’ εαυτής τα νέφη και τας θύελλας του εξαφανισθέντος ορίζοντος του βίου αυτής, μέλλοντα να διασκεδασθώσιν υπό της ανατολής νέας ηούς. Εψιθύριζεν εν τη καρδία αυτής μυστικάς και αδιανοήτους λέξεις, ως ύμνον Χερουβείμ. Ετερέτιζε το άσμα της αυγής, ως αηδών αναγγέλλουσα το έαρ. Έστρεφε στιγμιαίως το βλέμμα εις τα οπίσω και οι διάφοροι σταθμοί του βίου αυτής της εφαίνοντο ως τάφοι, εφ’ ων επάτησε, και ως ερείπια, εφ’ ων προσέκοπτεν ο πους αυτής.
Ήτο τούτο αιθέριον και νεφελώδες, ως το όνειρον δι΄ ου εισήρχετο εις τα πρόθυρα της αϊδιότητος. Αι χείρες αυτής άκανθας μόνον είχον δρέψει, αίτινες ημπόδιζον την οδόν της. Και ήδη μεμωλωπισμένας και αιμοσταγείς έτεινεν αυτάς ενώπιον του Κυρίου, όστις έμελλε να τας παραστήση καθαράς παντός ρύπου και αμώμους προ του βωμού του ουρανίου θυμιάματος. Ανύψου την διάνοιαν καθαράν και ευρείαν προς καινάς εννοίας, οίας ουδέποτε είχε συλλάβει. Εδέχετο εφ’  εαυτής τα δώρα της αγνότητος, τα πίπτοντα ως ρόδα εκ του δένδρου της αιωνίου ζωής. Εξέτεινε τας αγκάλας και περιέβαλλε το ιδανικόν, όπερ δεν ήρκεσε να ονειροπολήση τέως την αθανασίαν.

Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος :

Τι λες , Ιουδαίε; Εσύ που ήσουν πρώτος έγινες τρίτος; Οι Αιγύπτιοι και οι Ασσύριοι μπήκαν μπροστά , και ο πρωτότοκος Ισραήλ πήγε πίσω;

Ναι. Έτσι είναι. Οι Ασσύριοι θα γίνουν πρώτοι, επειδή αυτοί πρώτοι με τους μάγους τους προσκύνησαν τον Κύριο. Πίσω τους οι Αιγύπτιοι, που Τον δέχτηκαν, όταν κατέφυγε στα μέρη τους, για ν’ αποφύγει την επιβουλή του Ηρώδη. Τρίτος και τελευταίος ο Ισραηλιτικός λαός, που γνώρισε τον Κύριο από τους αποστόλους, μετά τη βάπτισή Του στον Ιορδάνη.
Τί άλλο μένει να πω;
Δημιουργό και φάτνη βλέπω. .. Βρέφος και σπάργανα… Λεχώνα παρθένα , περιφρονημένη. Φτώχεια πολλή… Ανέχεια πολλή…
Είδες όμως τί πλούτος μέσα στη μεγάλη φτώχεια; Ο Πλούσιος έγινε φτωχός για χάρη μας. Δεν έχει ούτε κρεβάτι ούτε στρώμα. Μέσα σε ταπεινό παχνί Τον έχουν αποθέσει…
Ω φτώχεια, πλούτου πηγή!
Ω πλούτε αμέτρητε, κρυμμένε μες στη φτώχεια!
Μέσα στη φάτνη κείτεσαι και την οικουμένη σαλεύεις.
Μέσα σε σπάργανα τυλίγεσαι και σπας τα δεσμά της αμαρτίας.
Λέξη ακόμα δεν άρθρωσες και δίδαξες στους μάγους τη θεογνωσία.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ: ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΜΥΘΟΙ -- Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου ∆. Μεταλληνοῦ

 Οἱ Ἡρῶδες τοῦ κόσμου τούτου, οἱ κρατοῦντες, βλέπουν εἰς τὸν νεογέννητον Χριστὸν κάποιον ἀνταγωνιστήν 


Ἡ φραγκογερμανικὴ φαντασία ἑνὸς ὑπεραυτοκράτορος θεοῦ, ποὺ ἐπιθυμεῖ νὰ λάβη ἐκδίκησιν καὶ ζητεῖ ἱκανοποίησιν διεμόρφωσεν ἕνα ἄλλον «χριστιανισμὸν» εἰς τὴν Δύσιν. Οἱ «θεοὶ» τοῦ κόσμου τούτου θυσιάζουν τοὺς ἀνθρώπους δι’ αὐτοὺς, δὲν θυσιάζονται αὐτοὶ διὰ τοὺς ἀνθρώπους.

Μὲ τὴν ἐνανθρώπηση καὶ γέννησή Του ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστὸς πραγµατοποιεῖ τὸ σκοπὸ τῆς πλάσεως τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ἐµφάνιση τοῦ Θεανθρώπου στὴν ἱστορία. Τὴν ἕνωση τοῦ κτιστοῦ πλάσµατος µὲ τὸν Ἄκτιστο Πλάστη. Ὁ σκοπὸς τῆς ἐνανθρωπήσεως εἶναι ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου. «Ἄνθρωπος γίνεται Θεός, ἵνα Θεὸν τὸν Ἀδὰµ ἀπεργάσηται» (τροπάριο Χριστουγέννων). «Αὐτὸς ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡµεῖς θεοποιηθῶµεν» (Μ. Ἀθανάσιος). «Ἄνθρωπος γὰρ ἐγένετο ὁ Θεὸς καὶ Θεὸς ὁ ἄνθρωπος» (Ἰω. Χρυσόστοµος). Στὴ λογικὴ ἑνὸς ἠθικιστοῦ ὁ ὅρος «θεοποιηθῶµεν», ποὺ χρησιµοποιοῦν Πατέρες, ὅπως ὁ Μ. Ἀθανάσιος, εἶναι σκάνδαλο. Γι’ αὐτὸ µιλοῦν γιὰ «ἠθικὴ θέωση». ∆ιότι φοβοῦνται νὰ δεχθοῦν ὅτι µὲ τὴ θέωση ὁ ἄνθρωπος µεταµορφοῦται «κατὰ χάριν» σ’ αὐτὸ ποὺ ὁ Τριαδικὸς Θεὸς εἶναι «κατὰ φύσιν» (ἄκτιστος, ἄναρχος, ἀθάνατος). Τὰ Χριστούγεννα εἶναι, γι’αὐτό, ἄµεσα συνδεδεµένα καὶ µὲ τὴ Σταύρωση καὶ τὴν Ἀνάσταση, ἀλλὰ καὶ τὴν Ἀνάληψη καὶ τὴν Πεντηκοστή.


Ὁ Χριστὸς-Θεάνθρωπος χαράζει τὸ δρόµο, ποὺ καλεῖται νὰ βαδίσει κάθε σωζόµενος ἄνθρωπος, ἑνούµενος µαζί Του. Ὁ Εὐαγγελισµὸς καὶ τὰ Χριστούγεννα ὁδηγοῦν στὴν Πεντηκοστή, τὸ γεγονὸς τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου ἐν Χριστῷ, µέσα δηλαδὴ στὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ. Ἂν τὰ Χριστούγεννα εἶναι ἡ γέννηση τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου, ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι ἡ τελείωση τοῦ ἀνθρώπου ὡς Θεοῦ κατὰ χάριν. Μὲ τὸ βάπτισµά µας µετέχουµε στὴ σάρκωση, τὸ θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χρι- στοῦ, ζοῦµε καὶ µεῖς τὰ «Χριστούγεννά µας», τὴν ἀνάπλασή µας. Οἱ Ἅγιοι δὲ ποὺ φθάνουν στὴν ἕνωση µὲ τὸ Χριστό, τὴν θέωση, µετέχουν στὴν Πεντηκοστὴ καὶ φθάνουν ἔτσι στὴν τελείωση καὶ ὁλοκλήρωση τοῦ ἀναγεννηµένου ἐν Χριστῷ ἀνθρώπου. Αὐτὸ σηµαίνει ἐκκλησιαστικὰ πραγµάτωση τοῦ ἀνθρώπου, ἐκπλήρωση δηλαδὴ τοῦ σκοποῦ τῆς ὑπάρξεώς του. Ὅσο καὶ ἂν εἶναι κουραστικὸς ὁ θεολογικὸς λόγος, καὶ µάλιστα στὸν ἀµύητο θεολογικὰ ἄνθρωπο, δὲν ἐκφράζει παρὰ τὴν πραγµατικότητα τῆς ἐµπειρίας τῶν Ἁγίων µας. Μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐµπειρία καὶ µόνο µποροῦν νὰ κατανοηθοῦν ἐκκλησιαστικά, δηλαδὴ Χριστοκεντρικά, τὰ Χριστούγεννα. Ἀντίθετα, ἡ ἀδυναµία τοῦ µὴ ἀναγεννηµένου ἐν Χριστῷ ἀνθρώπου νὰ νοηµατοδοτήσει τὰ Χριστούγεννα ἔχει ὁδηγήσει σὲ κάποιους γύρω ἀπ’ αὐτὰ µύθους. Οἱ ἄγευστοι τῆς ἁγιοπνευµατικῆς ζωῆς, µὴ µπορώντας νὰ ζήσουν τὰ Χριστούγεννα, µυθολογοῦν γι’αὐτά, στὰ ὅρια τῆς φαντασίας καὶ µυθοπλασίας, χάνοντας τὸ ἀληθινὸ νόηµά τους. Ὅπως µάλιστα θὰ δοῦµε, ὁ ἀποπροσανατολισµὸς αὐτὸς δὲν συνδέεται πάντοτε µὲ τὴν ἄρνηση τοῦ µυστηρίου, ἀλλὰ µὲ ἀδυναµία βιώσεώς του, ποὺ ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα στὴν παρερµηνεία του. Μία πρώτη µυθολογικὴ ἀπάντηση στὸ ἐρώτηµα τῶν Χριστουγέννων δίνεται ἀπὸ τὴν αἵρεση, τὴ στοχαστικὴ καὶ ἀνέρειστη -ἀνεµπειρικὴ δηλαδὴ- θεολόγηση. Ὁ δοκητισµός, ἡ φοβερότερη αἵρεση ὅλων τῶν αἰώνων, δέχθηκε κατὰ φαντασίαν σάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου (δοκεῖν-φαίνεσθαι). Φαινοµενική, δηλαδή, παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴν ἐνδοκοσµικὴ πραγµατικότητα. Γιὰ ποιὸ λόγο; θα µποροῦσε νὰ ἐρωτήσει κανείς. Οἱ ∆οκῆται ἢ ∆οκηταὶ κάθε ἐποχῆς δὲν µποροῦν νὰ ἀνεχθοῦν, στὰ ὅρια τῆς λογικῆς τους, τὴ σάρκωση καὶ τὴ γέννηση τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου. Μεταβαλλόµενοι σὲ αὐτόκλητους ὑπερασπιστὲς τοῦ κύρους τοῦ Θεοῦ, ντρέπονται νὰ δεχθοῦν κάτι ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἐπέλεξε γιὰ τὴ σωτηρία µας. Τὸ δρόµο τῆς µητρότητας. Νὰ γεννηθεῖ δηλαδὴ ἀπὸ µία Μάνα, ἔστω καὶ ἂν αὐτὴ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὸ καθαρότερο πλάσµα ὅλης τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας, τὴν Παναγία Παρθένο. Ὅλοι αὐτοὶ µποροῦν νὰ καταταχθοῦν στοὺς «ὑπεράγαν» Ὀρθοδόξους (κατὰ τὸν ἅγ. Γρηγόριο τὸν Θεολόγο). Γιατί ὁ ∆οκητισµὸς ὁδήγησε στὸ Μονοφυσιτισµό, στὴν ἄρνηση τῆς ἀνθρωπότητας τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι οἱ συντηρητικοί, οἱ τυποκράτες, οἱ εὐσκανδάλιστοι. Γι’ αὐτοὺς ὅλους εἶναι σκάνδαλο ἡ ἀλήθεια, ἡ πραγµατικότητα, ἡ ἱστορικότητα. Ἐνῶ ἄλλοι ἀπορρίπτουν τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ, αὐτοὶ ἀρνοῦνται τὴν ἀνθρωπότητά του. Καὶ ὅµως, ἡ Ὀρθοδοξία ὡς Χριστιανισµὸς στὴν αὐθεντικότητά του, εἶναι ἡ «ἱστορικότερη θρησκεία», κατὰ τὸν ἀείµνηστο π. Γεώργιο Φλωρόφσκι. Ζεῖ στὴν πραγµατικότητα τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία µας καὶ τὶς δέχεται µὲ τὸ ρεαλισµὸ τῆς Θεοτόκου: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό µοι κατὰ τὸ ρῆµά σου» (Λουκ. α´ 38)! «Καὶ ὁ Πιλάτος στὸ Σύµβολο», λέγει µία ὡραία σερβικὴ παροιµία. ∆ιότι ὁ Πιλάτος, ὁ πιὸ ἄβουλος ἀξιωµατοῦχος τῆς ἱστορίας, ὡς ὑπαρκτὸ ἱστορικὸ πρόσωπο, βεβαιώνει τὴν ἱστορικότητα τοῦ Εὐαγγελίου. Εἰς πεῖσµα ὅµως τῶν ∆οκητῶν ὁ Θεὸς- Λόγος «σὰρξ ἐγένετο -δηλαδὴ ἄνθρωπος- καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡµῖν, καὶ ἐθεασάµεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ (τὸ ἄκτιστο φῶς τῆς θεότητάς Του)» (Ἰωάνν. α´ 14). ∆ιότι «ἐν αὐτῷ κατοικεῖ πᾶν τὸ πλήρωµα τῆς θεότητος σωµατικῶς» (Κολ. β´ 9), εἶναι δηλαδὴ τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος. Ἡ σάρκωση καὶ γέννηση τοῦ Θε- ανθρώπου εἶναι σκάνδαλο γιὰ τὴν ἀνθρώπινη σοφία, ποὺ αὐτοκαταργούµενη καὶ αὐτοαναιρούµενη σπεύδει νὰ χαρακτηρίσει «µωρία» τὸ µυστήριο τοῦ Χριστοῦ, ποὺ κορυφώνεται στὸν σταυρικό του θάνατο (Α´ Κορ. α´ 23). Εἶναι δυνατὸν ὁ Θεὸς νὰ φθάσει σὲ τέτοιο ὅριο κενώσεως, ὥστε νὰ πεθάνει πάνω στὸ σταυρὸ ὡς Θεάνθρωπος; Αὐτὸ εἶναι τὸ σκάνδαλο γιὰ τοὺς σοφούς τοῦ κόσµου. Γι᾽ αὐτοὺς οἱ «θεοὶ» τοῦ κόσµου τούτου συνήθως θυσιάζουν τοὺς ἀνθρώπους γι᾽ αὐτούς, δὲν θυσιάζονται αὐτοὶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Πῶς θὰ δεχθοῦν τὸ µυστήριο τῆς Θείας Ἀνιδιοτέλειας; «Οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσµον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν µονογενῆ ἔδωκεν (θυσίασε) ‑ ἵνα σωθῇ ὁ κόσµος δι᾽ αὐτοῦ» (Ἰωάνν. γ´ 16. 17). Στὰ ὅρια τῆς «λογικῆς» ἢ «φυσικῆς» θεολογήσεως χάνεται τελικὰ τὸ θεῖο στοιχεῖο στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ µένει τὸ ἀνθρώπινο, παρανοηµένο καὶ αὐτὸ καὶ παρερµηνευµένο, διότι δὲν ὑπάρχει ἱστορικὰ ἄνθρωπος- Χριστός, ἀλλὰ Θεάνθρωπος. Ἡ ἕνωση Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου στὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου εἶναι «ἀσύγχυτη» µέν, ἀλλὰ καὶ «ἀδιαίρετη». Οἱ «λογικὲς» ἑρµηνεῖες τοῦ Προσώπου τοῦ Χριστοῦ ἀποδεικνύονται παράλογες, διότι ἀδυνατοῦν νὰ συλλάβουν µὲ τὴ λογικὴ τὸ «ὑπέρλογο». Ἡ νοµικὴ-δικανικὴ συνείδηση ζεῖ καὶ αὐτὴ στὸ Χριστὸ τὸ σκάνδαλό της. Ἀναζητεῖ σκοπιµότητα κοινωνικὴ στὴ Σάρκωση καὶ καταλήγει καὶ αὐτὴ στὸ µύθο, ὅταν δὲν αὐτοπαραδίδεται στὸν Θεῖο Λόγο. Οἱ Φράγκοι κατασκεύασαν, µέσῳ τοῦ διακεκριµένου σχολαστικοῦ τους Ἀνσέλµου (†1109), τὸν µύθο τῆς «ἱκανοποιήσεως τῆς θείας δικαιοσύνης». Ὁ Θεὸς-Λόγος σαρκοῦται, διὰ νὰ σταυρωθεῖ-θυσιασθεῖ καὶ δώσει ἔτσι ἱκανοποίηση στὴν προσβολὴ ποὺ προξένησε στὸν Θεὸ ἡ ἀνθρώπινη ἁµαρτία! Τὰ κρατοῦντα τότε στὴ φραγκικὴ φεουδαρχικὴ κοινωνία προβάλλονται (µυθολογικὰ) στὸ Θεό, ποὺ παίρνει τὴ θέση στὴ φραγκογερµανικὴ φαντασία ἑνὸς ὑπεραυτοκράτορα. Ἂς φωνάζει ὁ Ἰωάννης: «οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσµον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν µονογενῆ ἔδωκεν.» (γ´16), ἢ ὁ Παῦλος: «συνίστησι δὲ τὴν ἑαυτοῦ ἀγάπην πρὸς ἠµᾶς ὁ Θεός, ὅτι ἔτι ἁµαρτωλῶν ὄντων ἡµῶν, Χριστὸς ὑπὲρ ἡµῶν ἀπέθανεν» (Ρωµ. ε´ 8). Ὄχι! «Γιὰ νὰ πάρει ἐκδίκηση» καὶ «ζητώντας ἱκανοποίηση», θὰ µάθει νὰ φωνάζει ὁ δυτικὸς (ἢ δυτικοποιηµένος) ἄνθρωπος. Ἔτσι πλάσθηκε ἕνας «Χριστιανισµὸς» ἄλλου εἴδους, ποὺ δὲν διαφέρει ἀπὸ µυθοπλασία, ἀφοῦ προβάλλει στὸ Θεὸ τὴ φαντασία καὶ τὶς προλήψεις µας. Ἡ ἐκλογίκευση καὶ ἡ ἐκνοµίκευση τοῦ µυστηρίου τοῦ Θεανθρώπου εἶναι ὁ µεγαλύτερος κίνδυνος τοῦ Χριστιανισµοῦ στὴν ἱστορία. Ἡ θρησκευτικὴ (τυπολατρικὴ) συνείδηση ζεῖ τὸ «σκάνδαλο» τῆς ἐνανθρωπήσεως καταφεύγοντας στὴ θρησκειοποίηση τῆς Πίστεως. Ἐξαντλεῖ τὸ νόηµα τῶν Χριστουγέννων στὶς τελετὲς καὶ χάνει τὸν ἀληθινὸ σκοπό τους, ποὺ εἶναι ἡ «υἱοθεσία» (θέωση). «Ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωµεν.» (Γαλ. δ´ 5). Εἶναι τὸ σκάνδαλο τοῦ φαρισαϊσµοῦ, ἔστω καὶ ἂν λέγεται Χριστιανισµός. Εἶναι ὅµως καὶ οἱ ἐχθροὶ τοῦ «παιδίου» ποὺ βιώνουν τὸ σκάνδαλο τῆς ἐξουσίας. Ὁ Ἡρωδισµός! Οἱ κρατοῦντες ἢ µᾶλλον «δοκοῦντες ἄρχειν‑» (νοµίζοντες ὅτι κυβερνοῦν) (Μάρκ. ι´ 42), ὅπως ὁ Ἡρώδης, βλέπουν στὸν νεογέννητο Χριστὸ κάποιον ἀνταγωνιστὴ καὶ κίνδυνο τῶν συµφερόντων τους. Γι᾽ αὐτὸ «ζητοῦσι τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου» (Ματθ. β´ 20). Παρερµηνεύουν ἔτσι τὸν ἀληθινὸ χαραχτήρα τῆς βασιλικῆς ἰδιότητας τοῦ Χριστοῦ, τῆς ὁποίας «οὐκ ἔσται τέλος». Ὁ Χριστὸς ὡς Βασιλεὺς ὅλης τῆς κτίσεως εἶναι ὁ µόνος ἀληθινὸς Κύριός της, ὁ δηµιουργὸς καὶ σωτήρας της καὶ ὄχι ὡς οἱ Ἡρῶδες τοῦ κόσµου τούτου, ποὺ ἀδίστακτα δολοφονοῦν, γιὰ νὰ κρατήσουν τὴν ἐξουσία τους. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (Ε.Π. 36,516) προσφέρει δυνατότητα ὀρθῆς προσεγγίσεως τῶν Χριστουγέννων, δηλαδὴ ἁγιοπνευµατικῆς: «Τοίνυν ἑορτάζωµεν µὴ πανηγυρικῶς, ἀλλὰ θεϊκῶς· µὴ κοσµικῶς, ἀλλὰ ὑπερκοσµίως· µὴ τὰ ἡµέτερα, ἀλλὰ τὰ τοῦ ἡµετέρου (=ὄχι δηλαδὴ τοὺς ἑαυτούς µας, ἀλλὰ τὸν Χριστὸν ἂς τιµᾶµε‑), µᾶλλον δὲ τὰ τοῦ ∆εσπότου· µὴ τὰ τῆς ἀσθενείας, ἀλλὰ τὰ τῆς ἰατρείας· µὴ τὰ τῆς πλάσεως, ἀλλὰ τὰ τῆς ἀναπλάσεως».