Επιστολαί Αγ. Νεκταρίου,


Επιστολή 32η

Εν Αθήναις τη 5 Δεκεμβρίου 1907

Θυγατέρες εν Κυρίω αγαπηταί, εύχομαι υμίν τα άριστα.
Έλαβον την από 30 λήξαντος μηνός επιστολήν σας και είδον την συμπάθειάν σας προς την Συγκλητικήν και δέχομαι την παράκλησίν σας. Προς την Συγκλητικήν εψυχράνθη η ψυχή μου τοσούτον ώστε να διατελέσω προς αυτήν αδιάφορος, ο δε λόγος η ψυχική αυτής κατάστασις. Εγώ, αγαπηταί, αγαπώ υμάς, ουχί διότι με αγαπάτε, αλλά διότι αγαπάτε τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Η αγάπη προς τον Κύριον, ως αγάπη κοινή θερμαίνει και προς υμάς την καρδίαν μου, όταν μία εξ υμών αποσπάση την καρδίαν της από τον Κύριον και παραδώση αυτήν εις την ματαιότητα του κόσμου και εις τα πάθη της ψυχής της, τότε η προς αυτήν αγάπη μου καταπαύει, διότι η αδελφή αύτη, αφαιρέσασα την καρδίαν της από του Χριστού, απέκοψε τον μεταξύ ημών της αγάπης σύνδεσμον, διότι ο κρίκος, ο συνδέων ημάς ήτο η κοινή προς τον Χριστόν αγάπη. Ώστε η προς αυτήν ψυχρότης μου ήτο επακόλουθον της από του Χριστού απομακρύνσεώς της. Η προς εμέ αυτή αγάπη, ως ανθρωπίνη, δεν θερμαίνει την καρδίαν μου, διότι τι είναι αλλοτρία της αγάπης του Χριστού και αδυνατώ να έχω εις την καρδίαν μου δύο αγάπας, μίαν θείαν και μίαν ανθρωπίνην. Διότι ου δύναταί τις δυσί Κυρίοις δουλεύειν, ήτοι αγαπάν, διότι η αγάπη εστί δουλεία τω αγαπημένω, ο δε δουλεύων δεν είναι ελεύθερος ώστε και ετέρω δουλεύσαι. Δια τούτο, επειδή σύνδεσμος της αγάπης εστίν ο Κύριος, ο κυριεύων των καρδιών ημών, πάσα εκ των αδελφών, η έχουσα εν τη καρδία της τον Χριστόν, εστί και εμοί αγαπητή, και πάσα ήτις απέσπασε από της καρδίας της τον Χριστόν, όπερ απεύχομαι, και εάν με αγαπά ώστε να με λατρεύη, εγώ ουδ΄ όλως την αγαπώ. Η προς υμάς αγάπη μου μέτρον έχει την αγάπην του Κυρίου. Όσον πλείον αγαπάτε τον Κύριον, τοσούτον πλείον και εγώ αγαπώ, όσον ολιγώτερον αγαπάτε Αυτόν, τοσούτον ολιγώτερον και εγώ αγαπώ υμάς. Ώστε αι θέλουσαι την αγάπην μου περί ενός και μόνου να φροντίζωσι, πως ν΄ αγαπώσι τον Κύριον και η αγάπη, η προς τον Κύριον έλκει προς αυτήν και την αγάπην μου, διότι συνδεόμεθα δια του Κυρίου. Περί εμού ουδεμίαν φροντίδα να λαμβάνωσιν, ουδέ να σκέπτωνται ανθρωπίνως, ότι οφείλουσι προς εμέ αγάπην, η αγάπη, η προς εμέ είναι ουχί αποτέλεσμα σκέψεως και αιτία της προς υμάς αγάπης μου, αλλά πλεόνασμα της αγάπης του Κυρίου, ν΄ απορρέη δήλον ότι εκ του κοινού συνδέσμου της αγάπης. Αύτη η αγάπη εστίν η καθαρά, εν πνεύματι αγάπη, την οποίαν αδυνατεί, να εκμεταλλευθή ο πονηρός και να ζητήση υπούλως να μεταβάλη αυτήν ολίγον κατ΄ ολίγον εις αγάπην ανθρωπίνην και κοινήν. Η τοιαύτη αγάπη όταν εν μόνω τω ενί προσώπω αναπτύσσηται, γεννά εν τω ετέρω τω αγαπημένω μίσος. Όταν εν αμφοτέροις αναπτύσσηται, γεννά τον έρωτα. Δια τούτο εν τη προς αλλήλους αγάπη είτε τη προς ομοφύλους, είτε εν ετεροφύλοις, μάλιστα προς πρόσωπα δεκτικά έρωτος, οφείλομεν, καθ΄ εκάστην να εξετάζωμεν μήπως η αγάπη ημών δεν απορρέει από του συνδέσμου της αγάπης ήτοι του Χριστού ή δεν εκπηγάζει από του πληρώματος της αγάπης. Ο αγρυπνών επί της αγάπης του και τηρών αυτήν αγνήν, άμικτον ανθρωπισμού, διαφυλάσσεται και εκ των παγίδων του πονηρού, όστις προσπαθεί να εμπνεύση ανθρωπίνην αγάπην προς τα αγαπώμενα πρόσωπα και να μεταβάλη και εις έρωτα, εξαπατών καθ΄ ύπνους τα αγαπώντα ανθρωπίνην αγάπην πρόσωπα, και εν ω το αγαπώμενον πρόσωπον, το συνδεδεμένον μετά της αγάπης του Κυρίου, μισεί το αγαπών ανθρωπίνως πρόσωπον, ο πονηρός παριστά αυτό ως τετρωμένον την καρδίαν εξ έρωτος. Όθεν προσοχή μεγάλη εις την προς αλλήλας και προς εμέ έτι αγάπην σας και προς πάντα έτερον, ίνα μη παγιδευθήτε υπό του πονηρού. Εξ αυτών δύνασθε, να εννοήσητε τον σκοπόν δια τον οποίον έγραψα τόσον αυστηρά εις την Συγκλητικήν. Ηθέλησα να την φέρω εις συναίσθησιν, διότι ησθάνθην, ότι η καρδία της εψυχράνθη προς τον Κύριον, ότι ήρχισε ν΄ αναπτύσσηται εν τη καρδία της αγάπη τις ανθρωπίνη, ήτις ηδύνατο, ν΄ αποβή έρως, εάν ηνεχόμην αυτής ή ηρεσκόμην εις αυτήν. Ο πονηρός ήρχισε να πλανά αυτήν εις τους ύπνους της. Δια της επιστολής ηθέλησα, να εξάξω ταύτης της πλάνης, να επιστήσω την προσοχήν της  και να την επαναφέρω εις την αγάπην του Κυρίου. Ήδη υμείς Κυρά Γερόντισσα Ξένη, την μεν επιστολήν μου προς την Συγκλητικήν μη δος, της δε επιστολής μου ταύτης το μέρος περί αγάπης ανάγνωσον και ταις λοιπαίς αδελφαίς, εάν το εγκρίνης. Να ειπής εις την Συγκλητικήν, ότι έλαβον την επιστολήν της και ότι εις την σύνταξιν της επιστολής μου ταύτης ωρμήθην εκ του κειμένου της επιστολής της, και ότι η ψυχή μου ψυχραίνεται προς αυτήν, όταν ακούω, ότι θέλει τον κόσμον και όταν αισθάνωμαι, ότι η καρδία της απεμακρύνθη του Χριστού και όταν βλέπω υπερηφάνειαν και υπεροψίαν και έλλειψιν ταπεινοφροσύνης και μίσος αναπτυσσόμενον προς τας αδελφάς και τα παρόμοια. Εάν θέλη να την αγαπώ, ως νύμφην Χριστού, να φροντίση, ν΄ αγαπά, ως πρότερον, τον Κύριον, ως Νυμφίον. Επειδή δε η μικρά περιουσία της δίδει εις αυτήν το θάρρος, να νομίζη, ότι δύναται να ζη εις τον κόσμον μετά των γονέων της, δια να λείψη πάσα ελπίς επιστροφής εις την οικογένειάν της, να γράψη να πωλήσωσι το μερίδιόν της και να τη στείλωσι τα χρήματά της, δια να τη κτίσω το κελλί της, όπως ησυχάση το πνεύμα της και η καρδία της και απαλλαγή και του πειρασμού του επιβουλεύοντος αυτήν και εμβάλλοντος την της φυγής απόφασιν.

+Ο Πενταπόλεως Νεκτάριος.

Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς. ερμηνεία του 15ου Κανόνος από το νέο βιβλίο του, που μόλις κυκλοφόρησε.


θ΄. σιος Θεόδωρος Στουδίτης

Διά τόν σιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη στήν παροσα μικρά μελέτη δέν θά ναφερθομε παρά μόνο κροθιγς. Καί τοτο διότι φ’ νός μέν σιος θεωρεται σήμερα βαρύς καί πρόσιτος, φ’ τέρου δέ διότι, ν ναφερώμεθα στίς κκλησιαστικές του ποτειχίσεις καί τό τι πέστη χάριν ατν, θά πρεπε νά κάνωμε μία πολυσέλιδο μελέτη, ποία θά ξεπερνοσε τά ρια τς μικρς ατς ναφορς στόν 15ο ερό Κανόνα τς Πρωτοδευτέρας Συνόδου. κενο μως πού εναι νάγκη νά καταθέσωμε πό τήν διδασκαλία το σίου, γιά νά τόν παρουσιάσωμε και ατόν κατά πάντα σύμφωνο μέ ατήν τήν Παράδοσι τς κκλησίας, καί πολύ μάλιστα κριβέστερο, εναι τό τι σιος θεωροσε αρεσι τήν δημοσία καί συνοδική θέτησι στω καί μίας εαγγελικς ντολς. Καί χι μόνο ατό, λλά δίδασκε πιπλέον, τι δημοσία καί συνοδική θέτησις μίας καί μόνης εαγγελικς ντολς, μς δηγε ατομάτως στήν κατάργησι λου το Εαγγελίου, ς δημιουργία λλου Εαγγελίου, λλου Χριστο (το ντιχρίστου) καί παρουσιάζει ( θέτησι τς μίας ντολς) τόν τρεπτο καί ναλλοίωτο Θεό ς τρεπτό καί λλοιωτό, φ’ σον τρεπτός καί λλοιωτός εναι και νόμος του. ναφέρομε δύο χαρακτηριστικά χωρία το σίου διά νά δείξωμε ατήν τήν διδασκαλία του:
α) «Πάλιν δέ τι καί λον τό εαγγέλιον διά τν φθασάντων παρανομιν θετήκασιν, ερά καί θεία κορυφή, πεί καί ν νόμημα ρκε τόν καθόλου νόμον νατρέψαι˙
πσαι γάρ λλήλων χονται, φησίν Μέγας Βασίλειος, α ντολαί, ς ν τ λύσει τς μις καί τάς λοιπάς ξ νάγκης συγκαταλύεσθαι, οκ ξ αυτο τοτο, λλ’ κ το
φθεγγομένου ν ατ Χριστο λέγων, ς φησιν, πς λύων μίαν τν ντολν τούτων τν λαχίστων, οτος λάχιστος κληθήσεται ν τ βασιλεί τν ορανν, δηλονότι πολλύμενος. καί θεσπέσιος άκωβος, στις, φησί, τελέσει λον τόν νόμον, πταίσει δέ ν νί, γέγονε πάντων νοχος» (πιστ. 34, Τ ατ [Λέοντι Πάπ Ρώμης], Φατορος 97,89). Καί β) «τι δέ μετάβλητοι α ντολαί το εαγγελίου κουε το Μεγάλου Βασιλείου βοντος · τάχα τονσαί μου τήν ψυχήν καί νηπτικωτέραν πρός τό φεξς καταστσαι Κύριος βουλήθη, ς μή προσέχειν νθρώποις, λλά διά τν εαγγελικν ντολν καταρτίζεσθαι · α οτε καιρος οτε περιστάσεσιν νθρωπίνων πραγμάτων συμμεταβάλλονται, λλ’ αταί διαμένουσιν, ς προήχθησαν πό το ψευδος καί μακαρίου στόματος οτω διαιωνίζουσαι. Ο δέ δι’ ναντίας κηρύξαντες τήν μοιχοζευξίαν οκονομίαν σωτήριον τί λλο τρεπτάς τάς ντολάς το θεοῦ πεφήναντο, π μέν μεταβαλλομένας, π δέ ο μεταβαλλομένας λλ’ νεργούσας τρέπτως, καιρος δέ τισι καί περιστάσεσιν νθρωπίναις, σπερ φασαν ατοί περί τν κρατούντων, μεταβαλλομένας καί μή ες νομίαν λογιζομένας, λλά γάρ καί τοσοτον σχύν χούσας, ς καί τούς μή προσιεμένους ατάς, γουν τάς παραβάσεις τάς (ς φασιν) οκονομίας γίων, ναθεματισμένους παρά τ κκλησί εναι; Συνκται ον ντεθεν οδέν τερο τό τόν θεόν τρεπτόν εναι και λλοιωτόν, μοιουμένου το λέγοντος τ οκεί λόγ το τε εαγγέλιον όριστον πρός τε σωτηρίαν καί πώλειαν...»

(πιστ. 48, θανασί τέκν, Φατορος 135,167). 

«τοιούτοι υμίν έπρεπον αρχιερείς»


Αλήθεια, είναι άραγε σύμπτωση που όσοι εκπροσώπησαν τους «Ορθοδόξους» στους χορούς και τα πανηγύρια του Π.Σ.Ε. της (τρελο)Καμπέρας, δηλαδή ο «Φιλαδελφείας» Βαρθολομαίος, ο «Δημητριάδος» Χριστόδουλος,  ο «Ανδρούσης» Αναστάσιος και ο Αρχιμανδρίτης Θεόφιλος (νυν «Ιεροσολύμων») έγιναν όλοι μετά ταύτα αρχηγοί αυτοκεφάλων εκκλησιών; Αληθώς, «τοιούτοι υμίν έπρεπον αρχιερείς», οι μετά των καννιβάλων συγχορεύσαντες και μετά παπαδίνων και δεσποτίνων συνεισοδεύσαντες!.....

H οικουμενιστική ηρωίνη

Έπαυσαν οι άνθρωποι να διακρίνουν μεταξύ ορθού και εσφαλμένου, μεταξύ αληθείας και πλάνης. Το ναρκωτικό του Οικουμενισμού, της νέας αυτής θρησκείας του Αντιχρίστου, της Παναιρέσεως αυτής κατά τον Άγιο Ιουστίνο (Πόποβιτς), διδόμενο κατά μικρές δόσεις επί δεκαετίες και καλυμμένο με ορθοδοξοφανές περικάλυμμα σαν την Ουνία, με παρερμηνευόμενα χωρία της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας, έχει ναρκώσει τις συνειδήσεις των περισσοτέρων και μάλιστα πολλών κληρικών και θεολόγων. Έχει δημιουργήσει μία φανταστική, ψεύτικη ατμόσφαιρα ειρήνης και ενότητος με τον δήθεν διάλογο της αγάπης, μέσα στην οποία αναπαύονται μακάρια τα πλήθη, που παίρνουν ανυποψίαστα και δωρεάν από τα μέσα ενημέρωσης το χαπάκι της οικουμενιστικής ηρωίνης.

Ημών κοιμωμένων μας έχουν κάνει ουνίτες! Ιδού:


Ταλαίπωρη Ορθοδοξία! Σε σέρνουν και σε άγουν ως αρνίον επί σφαγήν. Στον πέλεκυ
της αιρέσεως! 



Προχθές Αναστάσεως Ημέρα, στη Βοστώνη συλλειτουργία με τον Παπικό Καρδινάλιο!


Αναρωτιέται κανείς, δεν υπάρχει κανένας ορθόδοξος ιεράρχης με λίγη πίστη στο Θεό, ώστε να αντιληφθεί τον κίνδυνο εκ του παπισμού και να αντιδράσει όσο μπορεί; Όλοι σκύβουν μοιρολατρικά το κεφάλι στον Πρώτο και δεν τολμούν να πουν την Αλήθεια και να ξεσκεπάσουν την προδοσία; Αυτή είναι η εν Χριστώ Πνευματική ελευθερία, να εξαπατηθεί και προδοθεί ο πιστός ορθόδοξος λαός;
Πάντες εξέλιπον, πάντες ηχρειώθησαν;......


Σε μερικά ιστολόγια δεν αναφέρονται τα πιο σημαντικά για τον Άγιο Ραφαήλ και τον Άγιο Νικόλαο. Ιδού τα παραθέτουμε:


...... Φτάνουμε στο 1452 μ.Χ., όπου έρχεται άλλη μια μεγάλη δοκιμασία
για όλους. Η "Ψευδοένωση" των Εκκλησιών… Μάλιστα στην
Κωνσταντινούπολη, στις 12 Δεκεμβρίου 1452, γίνεται
"ενωτική λειτουργία", παρόντος του απεσταλμένου του Πάπα,
Καρδινάλιου Ισιδώρου.
Όμως - έτσι έρχεται η Θεία Χάρις - ο Πρωτοσύγκελος Ραφαήλ,
αν και προσωπικός φίλος του Αυτοκράτορα Κ. Παλαιολόγου,
αποφασίζει να πειθαρχεί στο Θεό και όχι στους ανθρώπους και
αρνείται να παραστεί!!!
Κάτι που εξόργισε βέβαια τον Παλαιολόγο, ο
οποίος είχε την απατηλή εντύπωση ότι έτσι εξυπηρετούσε
το Έθνος… Ξεχνώντας ότι μοναδικός φίλος και ανίκητος σύμμαχος
είναι ο ίδιος ο Χριστός, που τις πρεσβείες της Υπερμάχου Στρατηγού,
αμέτρητες φορές είχε διασώσει τη Θεοφύλακτη στο παρελθόν
Πλη.…
[σ.σ. Ο Αυτοκράτορας τις τελευταίες ημέρες της Πολιορκίας, λίγο
πριν την άλωση, όταν δεν ήρθε η "δυτική βοήθεια", κατάλαβε το
τραγικό του λάθος, και μέσα στην Αγία Σοφία, την τελευταία νύχτα,
ζήτησε συγχώρεση από Θεό και ανθρώπους και ήσυχος την επομένη,
έπεσε ως ήρως και εθνομάρτυς…]
Αυτό ήταν το δεύτερο μαρτύριο συνείδησης που περνούσε ο Αγιος
Ραφαήλ. Μαζί με τον Διάκονο Νικόλαο δεν παρέστη στην απαράδεκτη
σκηνή, στο απαράδεκτο “συλλείτουργο”, καταματωμένος στην ψυχή, εκεντημένος λόγχες αόρατες και τρομερές, που του σακάτευαν ότι αγαπούσε περισσότερο. Την Πίστη του και την Πατρίδα του! Που όμως   όχι, δεν τα παρέδωσε!  Ο θυμός όμως του Παλαιολόγου ήταν ασυγκράτητος    και τιμώρησε με  εξορία τους δύο Αγίους!!! …….






Έτσι για να μη τα ξεχνούμε...... και ας γινόμαστε ενοχλητικοί : 



Επιστολαί Αγ. Νεκταρίου,




Επιστολή 31η

Εν Αθήναις τη 15 Νοεμβρίου 1907

Θυγάτηρ εν Κυρίω αγαπητή Ξένη, εύχομαί σοι πατρικώς.
Χθες λειτουργήσας εις τον άγιον Νικόλαον του Πειραιώς, ωμίλησα περί αρετής, λαβών το θέμα εκ του Αποστόλου, εν ω ο Παύλος νουθετών τον Τιμόθεον γράφει: «Συ ουν, τέκνον μου, ενδυναμού εν τη χάριτι τη εν Χριστώ Ιησού κλπ.» (Β΄ Τιμοθ. Β΄ 1-10) και ανέπτυξα μεν εν ολίγοις όλον το νόημα του Αποστόλου, ενδιέτριψα όμως, ομιλήσας επί ημίσειαν ώραν, αναπτύσσων την πρότασιν ή μάλλον ειπείν το θείον απόφθεγμα, «εάν δε και αθλή τις ου στεφανούται, εάν μη νομίμως αθλήση». Την ομιλίαν ταύτην εγερθείς σήμερον και οκνών προς εργασίαν άλλην, έκρινα καλόν δια βραχέων να την γράψω και την στείλω προς υμάς, πιστεύων, ότι θέλετε ωφεληθή τι. Είπον λοιπόν τάδε. Φοβερόν όντως αδελφοί, το αθλείν και μη στεφανούσθαι, διότι και οι αγώνες (ημών) των εναθλούντων εις κενόν απολήγουσι, και αι ελπίδες κεναί, και οι πόθοι, υπέρ ων τους αγώνας ανελάβομεν απλήρωτοι έμειναν και τον δρόμον τον εν σταδίω ει μάτην διεδράμομεν, και τας θλίψεις και τας κακουχίας άνευ μισθού υπεμείναμεν, και τον χρόνον ακάρπως κατηναλώσαμεν και τον βίον εδαπανήσαμεν, μηδέν κομισάμενοι και το τέλος εφθάσαμεν έσχατοι και κατησχυμένοι. Φοβερόν ναι, διότι και η σταδιοδρομία έληξε δι΄ ημάς εις το παντελές και το στάδιον εκλείσθη δια τους διανύσαντας τον δρόμον. Τις δε ο λόγος της μεγάλης ταύτης απωλείας; Η μη νόμιμος άθλησις. Ώστε ου μόνον άθλησις απαιτείται, αλλά και νόμιμος άθλησις. Τις δε αύτη η νόμιμος άθλησις, η τον στέφανον χαριζομένη, η τους αγώνας βραβεύουσα, η τους πόθους πληρούσα, η τας ελπίδας επαληθεύουσα, η τας θλίψεις εις χαράν μεταβάλλουσα, η το τέλος ένδοξον έχουσα, η αμεταμέλητον την δράσιν έχουσα, η τον χρόνον αντί πολυτίμων λίθων ανταλλάσσουσα, η αληθείς στρατιώτας Χριστού αναδεικνύουσα; Αληθώς σπουδαιοτάτη και αναγκαιοτάτη άμα η τε ερώτησις και η γνώσις της νομίμου ταύτης αθλήσεως, διότι εκ της ταύτης κατανοήσεως εξαρτάται η ημετέρα σωτηρία, η πλήρωσις των υποκαρδίων ημών πόθων, η των ελπίδων ημών επαλήθευσις, και η των πόνων ημών αμοιβή. Η νόμιμος άθλησίς εστιν η άθλησις, η βάσιν έχουσα την αρετήν και τέλος την ηθικήν τελείωσιν. Ο όρος εστίν ειλημμένος εκ των σωματικών αθλήσεων, διότι, ως λέγει ο Θεοφύλακτος, ερμηνεύων τούτο το χωρίον, «ουκ εάν συμπλακή, αλλ΄ εάν μη και τους περί βρωμάτων και πομάτων και σωφροσύνης αθλητικούς νόμους φυλάξη, και τους εν τρόπω της πάλης. Ου γαρ απλώς και ως θέλει έκαστος εφείται αυτώ παλαίειν, αλλά νόμοι και περί τούτου αθλητικοί». Επίσης και ο Θεοδώρητος λέγει: «και η αθλητική νόμους έχει τινάς, καθ΄ ους προσήκει τους αθλητάς αγωνίζεσθαι, ο δε παρά τούτους παλαίων, των στεφάνων διαμαρτάνει». Άρα κατά τους νόμους τους ηθικούς της χριστιανικής ηθικής δέον εστί, να αθλή τις, αφού αθλεί υπέρ της ηθικής αυτού τελειώσεως, εις ην ο αφικνούμενος στεφανούται. Τους ηθικούς νόμους της χριστιανικής ηθικής πάντες γινώσκομεν. Νόμος πρώτος η αγάπη του Θεού, η εξ όλης ψυχής, εξ όλης καρδίας, εξ όλης της ισχύος και εξ όλης της διανοίας, και η αγάπη του πλησίον ως αδελφού, από δε της αγάπης του Θεού και της αγάπης του πλησίον πηγάζουσιν οι νόμοι της αγάπης του καλού, του αγαθού, του αληθούς και του δικαίου. Ως δε αγαπώμεν τον Θεόν, διότι είναι η αυταγάπη και το μόνον επιπόθητον αγαθόν, και τον πλησίον ημών, ως γενόμενον καθ΄ ομοίωσιν Θεού, ούτω οφείλομεν να αγαπώμεν και το καλόν δια τον ηθικόν αυτού ή πνευματικόν χαρακτήρα, διότι είναι καλόν, το αγαθόν διότι είναι αγαθόν, το δε αληθές δια την αλήθειαν και το δίκαιον δια την δικαιοσύνην. Η αγάπη των νόμων τούτων εστίν εντεθειμένη εν τη καρδία ημών, διότι, ως είπομεν, πηγάζουσιν εκ της θείας αγάπης, η δε αγάπη του θείου είναι νόμος έμφυτος εις την ανθρωπίνην καρδίαν, διότι αύτη επλάσθη, ίνα γινώσκη το θείον, αισθάνεται την παρουσίαν αυτού, αγαπά αυτό και λατρεύη αυτό. Η αγάπη του θείου είναι έμφυτος, διότι ο άνθρωπος επλάσθη ον λογικόν και αυτεξούσιον, ηθικόν, και ηθικώς ελεύθερον και έδει ως κατ΄ εικόνα Θεού ν΄ αγαπά την εικόνα εκείνου, καθ΄ ην αυτός εγένετο όμοιος, ίνα η αγάπη αύτη έλκη τον άνθρωπον αείποτε εις τον Θείον αυτού Δημιουργόν. Αφού λοιπόν η αγάπη του Θεού εστιν εν τω ανθρώπω έμφυτος, το δε καλόν, αγαθόν, αληθές, δίκαιον, πηγάζουσιν ως νόμος από του αρχικού νόμου τηε θείας αγάπης, αύτη δε εστιν εν ημίν έμφυτος δια το γεγενήσθαι ημάς κατ΄ εικόνα Θεού, έπεται ότι και οι προελθόντες εκ του νόμου της θείας αγάπης, νόμοι, εισί και ούτοι εν ημίν έμφυτοι. Διο ως αγαπώμεν τον Θεόν ορμεμφύτως, ούτως αγαπώμεν και το καλόν, το αγαθόν, το αληθές, το δίκαιον ορμεμφύτως δια τον ηθικόν αυτών χαρακτήρα. Η αυθόρμητος αύτη αγάπη, ο έμφυτος προς τον ηθικόν νόμον έρως μαρτυρεί, ότι ο θείος νόμος ήτοι το θείον θέλημά εστιν εν ημίν εγγεγραμμένον, ως ημέτερον θέλημα, διο εμφύτως θέλομεν, ότι θέλει ο Θεός. Διότι θέλημα του Θεού εστιν το καλόν, το αγαθόν, το αληθές, το δίκαιον. Ο Θεός άρα έθετο εν τη καρδία ημών ως θέλημα ημών το ίδιον θέλημα, αφού αγαπώμεν ό,τι θέλει ο Θεός. Και ούτως αληθώς εδημιούργησεν η θεία αγαθότης τον άνθρωπον, αφού εποίησεν αυτόν κατ΄ εικόνα ιδίαν και έπλασεν αυτόν, ίνα καταστήση αυτόν κοινωνόν της ιδίας αγαθότητος και μακαριότητος. Ώστε ο άνθρωπος, ίνα τελειωθή και αποβή κοινωνός της θείας αγαθότητος και μακαριότητος, ήτις εστίν ο στέφανος, οφείλει να τηρήση τον νόμον του Θεού, τον εγγεγραμμένον εν τη καρδία αυτού και να τείνη, να ομοιωθή προς το θείον, αγωνιζόμενος τον αγώνα της αρετής κατά τας υπαγορεύσεις του ηθικού νόμου, παλαίων, πυκτεύων και ανθιστάμενος προς τον νόμον της σαρκός, προς τον νόμον της αμαρτίας. Κατά την πάλην και τους αγώνας οφείλει, να μη εξέρχηται του ηθικού νόμου, ουδέ να πλανώσιν αυτόν τα εαυτού πάθη. Οι ηθικοί νόμοι δέον να έχωσιν εν ημίν απόλυτον κράτος. Μη συμμαχήσωμεν μετά του ψεύδους της απάτης και του δόλου της αδικίας, όπως επιτύχωμεν φθαρτού τινος πράγματος εν τω βίω. Ο βίος απάντων ημών εστιν αγών και πάντες σπεύδομεν, ίνα στεφανωθώμεν υπό του Κυρίου. μη λοιπόν, μη προς Θεού, απατηθώμεν υπό του πατρός του ψεύδους και εκκλίνωμεν της ευθείας και απολέσωμεν το στέφανον, δι΄ ον πάντες στενάζομεν και δι΄ ον αγωνιζόμεθα. Η απώλεια είναι ανεπανόρθωτος και ο απολέσας έσται αναπολόγητος ενώπιον του Θεού, διότι έπραξε παρά τον έμφυτον αυτού πόθον προς την αλήθειαν και την δικαιοσύνην παρά την διαμαρτυρομένην συνείδησιν αυτού, παρά την αληθή αυτού θέλησιν και εδούλευσε τη κακία εκ πλάνης προς τον αληθή χαρακτήρα του αγαθού, ένεκα σκοτασμού της διανοίας αυτού, της προελθούσης εκ της του Θεού απομακρύνσεως. Μακράν αφ΄ υμών η του κακού εργασία, μακράν αφ΄ υμών η καταπολέμησις των αγαθών έργων, μακράν αφ΄ υμών το ψεύδος το πολυσχιδές και πολύμορφον και πολυώνυμον, μακράν αφ΄ υμών η αδικία του πλησίον, του αδελφού, του ανθρώπου. Η αδικία και το ψεύδος αναστατούσι τας κοινωνίας, ταράττουσι την ειρήνην και φέρουσι παντοίας και μεγάλας καταστροφάς. Προς τους χριστιανούς, τους αγωνιζομένους τον αγώνα τον καλόν, ο Παύλος γράφων, νουθετεί ταύτα: «το λοιπόν, αδελφοί, όσα εστίν αληθή, όσα σεμνά, όσα δίκαια, όσα αγνά, όσα προσφιλή. Όσα εύφημα, ει τις αρετή και ει τις έπαινος, ταύτα λογίζεσθε, α και εμάθατε και παρελάβετε, και ηκούσατε και είδετε εν εμοί, ταύτα πράσσετε και ο Θεός της ειρήνης έσται μεθ΄ υμών». Αμήν!

+Ο Πενταπόλεως  Νεκτάριος.       

Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς. ερμηνεία του 15ου Κανόνος από το νέο βιβλίο του, που μόλις κυκλοφόρησε.


Εναι νάγκη στήν πολύ παραστατική ατή διήγησι νά παραθέσωμε καί μία οσιαστική προσθήκη παρμένη πό τόν βίο το σίου Νικήτα, πό τόν μέγα Συναξαριστή.
ναφέρονται λοιπόν στό σημεο τς ξαπατήσεως το σίου τά ξς: «ξέρχεται λοιπόν προς καί κακος, λλά μετά ζήλου. Καί μεταβαίνει μετά τν Πατέρων πρός τόν Θεόδοτον (τόν εκονομάχο Πατριάρχη), που, τελουμένης τς ερουργίας, προετίθεντο τά για, τν ποίων μως δέν δύνατο νά μετάσχ τις, άν δέν λεγε, λέγοντος μοίως καί το Θεοδότου, τό “Τος μή προσκυνοσι τήν Εκόνα το Χριστο, νάθεμα”. Τούτων οτω πραχθέντων πηλευθερώθησαν πό τάς φυλακάς καί πανλθον καστος ες τήν Μονήν του. λλ’ χι καί τήν τελικήν νίκην πιτυχών μετά τήν νομισθεσαν τταν, σιος, λέγω, Νικήτας. Διότι οτος δέν πανλθεν ες τήν Μονήν του» (Μέγας Συναξαριστής, πρίλιος, σελ. 64).
ς θαυμάσωμεν λοιπόν μετά πό λη ατήν τήν διήγησι τήν μολογία το σίου Νικήτα καί ς τήν συγκρίνωμε μέ τήν δική μας ποχή. ν δηλαδή στό ναό πού προσλθε
πρχον εκόνες τίς ποες τιμοσαν, ν κφωνοσαν πρίν κοινωνήσουν τήν μολογία «Τος μή προσκυνοσι τήν εκόνα το Χριστο νάθεμα», ν τελικά φέθη λεύθερος, ατός μέ ατήν τήν κκλησιαστικήν πικοινωνία θεώρησε τι πρόδωσε τήν πίστι καί, ς κ τούτου, δέν πέστρεψε στή μονή του ποτέ πλέον ς γούμενος, λλά τόν μετέφεραν μετά τήν μολογία του καί τόν μαρτυρικό του θάνατο νεκρό ο μοναχοί του. Ατή τήν ξαπάτησι τν γουμένων πολύ τήν κατηγόρησε στίς πιστολές του γ.
Θεόδωρος Στουδίτης, πως πίσης πήνεσε καί τήν κ τν στέρων πανόρθωσι διά νέου γνος καί μολογία το σίου Νικήτα. Γράφει σ. Θεόδωρος Στουδίτης σέ
πιστολή του πρός τόν πίσκοπο Μιλήτου γνάτιο, περί το σ. Νικήτα:
«Πάντως γάρ γνως σοι καί πηλίκοι ο κατά τάς μαρτίας μου λισθηκότες · φ’ ος τίς ο στενάξειεν δάκρυον; καί γε πί τ Μηδικιώτ, συληθέντι κ τν περί ωσήφ οκονομίας χάριν σεβηκέναι ες Χριστόν. Τοτο δέ, θεόσοφε, πηχές πάνυ καί κτοπον · ἐάν γάρ τις τό κακόν ν προσχήματι γαθο ποι, διπλον ργάζηται τό μάρτημα, τι ατός τε τό οκ γαθόν ποιε καί κέχρηται οονεί παραπετάσματι τ το γαθο νόματι, φωνή στι το θείου Βασιλείου. Οτω μέν κενοι πρός τ οκείᾳ πτώσει καί πολλος λλοις λισθος γενόμενοι, πλήν τι Μηδικιώτης, πιγνούς τήν
τταν, καί μολόγηκεν λισθηκέναι καί μεταμεμέληται σφόδρα, ς μεμάθηκα, καί διά τοτο φυγάς χετο, μέγιστον δεγμα μετανοίας καί φελείας γκαταλείψας τος τε οκείοις φοιτητας καί τος ε φρονοσιν» (πιστ. 267, γνατίῳ πισκόπ Μιλήτου, Φατορος, 395, 15). Δηλαδή σιος θεωρε, καί τό τι ξαπατήθηκε σ. Νικήτας, ς
πτσι περί τήν πίστι καί δι’ ατό, κατά τόν σιο, μετάνοιά του γινε «μέγιστον δεγμα μετανοίας καί φελείας».
πό λα ατά βλέπομε τι κκλησιαστική πικοινωνία μέ τούς αρετικούς, πού δραστηριοποιοντο μέσα στήν κκλησία, το διά τούς Πατέρες μεγίστη πτσις καί προδοσία τς πίστεως. Σήμερα μως ατό νομάζεται σύνεσις, διάκρισις καί ποφυγή σχίσματος.

Η τελετή του Αγίου Φωτός 2012



Published on Apr 15, 2012 by
14-4-2012-Η τελετή του Αγίου Φωτός 2012 στον Πανάγιο και Ζωοδόχο Τάφο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

St. John Chrysostom's Paschal Oration

The Paschal sermon of St John Chrysostom is read aloud in every Orthodox parish on the morning of the Great and Holy Pascha Jesus Christ. According to the tradition of the Church, no one sits during the reading of St John's sermon, but all stand and listen with attentiveness.

If any man be devout and loveth God,
Let him enjoy this fair and radiant triumphal feast!
If any man be a wise servant,
Let him rejoicing enter into the joy of his Lord.




ΕΥΛΟΓΗΤΑΡΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΑ



Άγιος Ιουστίνος (Πόποβιτς),


To  Άγιον Πνεύμα ψυχή της Εκκλησίας.

Τα πάντα εν τη Εκκλησία είναι θεανθρώπινα: ο Θεός πάντοτε κατέχει την πρώτην, ο δε άνθρωπος την δευτέραν θέσιν. Χωρίς την θείαν δύναμιν οι άνθρωποι δεν δύνανται να ζουν την θεανθρωπίνην θείαν ζωήν ούτε να προκόπτουν εν αυτή. δια παν το θεανθρώπινον, ο άνθρωπος έχει ανάγκην βοηθείας. Μόνον ενδυθέντες με την «δύναμιν εξ ύψους» (Λκ. 24,19. Πραξ. Απ. 1,8), δηλαδή με την θείαν δύναμιν του Αγίου Πνεύματος, οι άνθρωποι δύνανται να ζουν ευαγγελικώς επί της γης. Δια τούτο και εφανέρωσεν ο Σωτήρ, κατά τον Μυστικόν Δείπνον, την θείαν αλήθειαν περί του Αγίου Πνεύματος ως του πραγματοποιούντος και εκτελούντος την σωτηρίαν των ανθρώπων τη θεία ενεργεία Του εν τω Θεανθρωπίνω σώματι της Εκκλησίας (πρβλ. Ιω. 14, 16-17. 26,15,26. 16,7-13). Ο Κύριος Ιησούς Χριστός ενοικεί δια του Αγίου Πνεύματος εις τον άνθρωπον, τον ανακαινίζει, τον αγιάζει και τον χριστοποιεί (Εφ. 3, 16-17). Χωρίς το Άγιον Πνεύμα, το πνεύμα του ανθρώπου φθείρεται και διασκορπίζεται δια των αμαρτιών εις αναριθμήτους θανάτους, εις αναρίθμητα μη όντα και ψευδοόντα. Το Πνεύμα το Άγιον ήλθεν εις τον κόσμον δια τον Χριστόν και δια του Χριστού, και έγινε η ψυχή εις το σώμα της Εκκλησίας: και μόνον δια του Χριστού και δια τον Χριστόν δίδεται εις τους ανθρώπους. Τούτο σημαίνει ότι το Άγιον Πνεύμα μόνον δια τον Χριστόν και δια του Χριστού ζη εν τη Εκκλησία. Όπου δεν υπάρχει ο Θεάνθρωπος, εκεί δεν υπάρχει ούτε το Άγιον Πνεύμα, εκεί δεν υπάρχει ο Θεός διότι δεν υπάρχει η Τριαδική Θεότης. Διότι ο Χριστός ζη εν τη Εκκλησία δια του Αγίου Πνεύματος το οποίον αποτελεί την ψυχήν της, και η Εκκλησία ζη δια του Αγίου Πνεύματος εν τω Χριστώ ο οποίος αποτελεί την Κεφαλήν της. 

Α΄ ΔΙΔΑΧΕΣ ΑΓ. ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ.



Ήθελα, χριστιανοί μου, να είμαι πάντοτε με το σώμα μαζί σας να σας λέγω πότε το ένα πότε το άλλο, μα τι να σας κάμω και εγώ οπού είναι χιλιάδες χωρία και χώρες οπού δεν ήκουσαν ποτέ τον λόγον του Θεού και με καρτερούν να πηγαίνω. Δια τούτο σας παραγγέλλω, άγιοι ιερείς, να φροντίζετε δια τους κοσμικούς πώς να σωθούν και εκείνοι και να σωθήτε και η αγιωσύνη σας. Ομοίως πάλιν οι κοσμικοί να τιμάτε και να ευλαβείσθε τους παπάδες σας και να μη τους ρίχνετε χρέγια και χαράτσια και άλλα δοσίματα δια να έχουν καιρόν άδειον να παρακαλούν τον Θεόν δια την ψυχήν σας και δια την ζωήν σας. Και δια εκείνο το δόσιμον οπού θέλουν να σας δώσουν οι παπάδες, δεν πλουταίνετε, αδελφοί μου, αμή, ωσάν τους το χαρίσετε, έχουν καιρόν δια να παρακαλούν τον Θεόν δια την ψυχήν σας και δια την ζωήν σας. Και αν τύχη ένας παπάς και ένας βασιλεύς, τον παπά σου να βάλης επάνω από τον βασιλέα να καθίση. Και αν σου τύχη ένας παπάς και ένας άγγελος, τον παπά σου να πρωτοχαιρετήσης πρωτύτερα και από τον άγγελον, διότι ο παπάς είναι ανώτερος και από τους αγγέλους εις το αξίωμα. Αυτά να τα κάνετε οι κοσμικοί δια εδικόν σας καλόν. Ο παπάς πάλιν, όταν θέλει το καλόν του, ας διαβάση τον Νόμον να καταλάβη το χρέος του. Δια τους αγίους ιερείς δεν έχω να ειπώ τίποτες. Εγώ έχω χρέος, όταν απαντήσω κανένα ιερέα, να σκύψω να φιλήσω τα χέρια και τα ποδάρια και να τον παρακαλέσω να παρακαλή τον Θεόν δια τας αμαρτίας μου, διότι όλοι οι βασιλείς, όλος ο κόσμος να παρακαλούν τον Θεόν χιλιάδες χρόνους δεν δύνανται να τελειώσουν τα Άχραντα Μυστήρια, και ένας παπάς, ας είναι και αμαρτωλός, δύναται με την χάριν του αγίου Πνεύματος και τα τελειώνει. Και έτσι δεν έχω να ειπώ τίποτες.

Άγιος Ισαάκ ο Σύρος:


Kαι τι εστι καρδία ελεήμων; Και είπε: Καύσις καρδίας υπέρ πάσης της κτίσεως, υπέρ των ανθρώπων και των ορνέων και των ζώων και των δαιμόνων, και υπέρ παντός κτίσματος. Και εκ της μνήμης αυτών και της θεωρίας αυτών ρέουσιν οι οφθαλμοί αυτού δάκρυα. Εκ της πολλής και σφοδράς ελεημοσύνης, της συνεχούσης την καρδίαν, και εκ της πολλής καρτερίας σμικρύνεται η καρδία αυτού, και ου δύναται βαστάσαι ή ακούσαι ή ιδείν βλάβην τινά ή λύπην μικράν εν τη κτίσει γινομένην. Και δια τούτο και υπέρ των αλόγων και υπέρ των εχθρών της αληθείας και υπέρ των βλαπτόντων αυτόν εν πάση ώρα ευχήν μετά δακρύων προσφέρει, του φυλαχθήναι αυτούς και ιλασθήναι αυτοίς, ομοίως και υπέρ της φύσεως των ερπετών, εκ της πολλής αυτού ελεημοσύνης της κινουμένης εν τη καρδία αυτού αμέτρως καθ΄ ομοιότητα του Θεού. 
(Λόγος 81).

ΣΤΕΡΓΙΟΣ Ν. ΣΑΚΚΚΟΣ 1930--2012

Η ζωή και το έργο του καθηγητή της θεολογικής σχολής του Α.Π.Θ. και διδασκάλου των αδελφοτήτων "Απολύτρωσις" και "Χριστιανική Ελπίς", Στεργίου Σάκκου.


Published on Apr 15, 2012 by

Επιστολαί Αγ. Νεκταρίου,


Επιστολή  30η

Εν Αθήναις τη 21 Οκτωβρίου 1907

Θυγάτριαι εν Κυρίω αγαπηταί, χαίρετε εν Κυρίω.
Την παρούσάν μου γράφω υμίν, άμα εγερθείς της κλίνης, όπως ανακοινώσω υμίν όνειρόν τι, το οποίον μοι ενεποίησε πολλήν εντύπωσιν. Το όνειρον είναι το εξής. Είδον, ότι ιστάμην προς τους πόδας της λάρνακος του αγίου λειψάνου του αγίου Νικολάου και παρετήρουν αυτό και μοι εφαίνετο κοιμώμενον. Εν τω μεταξύ όμως μοι εφάνη κινούμενον και μετ΄ ολίγον ήνοιξε τους οφθαλμούς αυτού, ύστερον ηγέρθη και ανεκάθησεν και υψώσας τας χείρας αυτού έτεινε προς εμέ, εγώ έκυψα εκ σεβασμού, ίνα ασπασθώ αυτόν, ο δε με ενηγκαλίσθη και με ησπάσθη τρις εις το στόμα και τον ησπάσθην και εγώ, μετά τον ασπασμόν ατενίσας με, μοι είπεν: εγώ θα σε υψώσω υψηλά υψηλά, αλλά θέλω και εγώ παρά σου να μοι κάμης ένα θρόνον αργυρούν. Ταύτά μοι είπεν και αύθις ανέπεσε και εκοιμήθη, εγώ δε αφυπνίσθην. Αφυπνισθείς ενεθυμήθην εκείνην την στιγμήν, ότι το όνειρον τούτο και προ τινων ημερών το είδον και το ελησμόνησα. Τότε ενεθυμήθην, ότι την πρώτην φοράν ο άγιος μόνον με ησπάσθη, εγερθείς, αλλά δεν μοι είπεν ουδέν. Εις την δευτέραν φοράν εγένετο η αναγγελία και η αίτησις. Τούτο είδον και σας το γράφω ως όνειρον, το οποίον μοι έκαμεν εντύπωσιν δια τον αποκαλυπτικόν αυτού χαρακτήρα και την διαβεβαίωσιν και την αίτησιν. Ίδωμεν ει αληθές το όνειρον. Φαίνεται αληθοφανές, αλλ΄ ημείς απαθώς διακείμεθα, ο Θεός να ποδηγετήση ημάς εις εργασίαν του αγαθού. Ο ναός του Καϊρου, τον οποίον διεκόσμησα και ελάμπρυνα και από πενιχρού ανέδειξα έκπαγλον, τιμάται επ΄ ονόματι του αγίου Νικολάου. Πρώτην φοράν βλέπω τον άγιον Νικόλαον καθ΄ ύπνους και ασπαζόμενον και διαλεγόμενον. Είη ευλογημένον το όνομα Κυρίου.                                                                                                      Τα χρήματα των καλτσών θα σας τα στείλω με την Ελένην Ζερβουλάκου, διότι δεν μας τα έδωκεν εισέτι και εγώ δεν έχω ούτε δια τους ναύλους δια να έλθω, διότι πλην των τακτικών εξόδων παρουσιάσθησαν και έκτατα. Ήλθεν εκ Σηλυβρίας ένας ανεψιός μου εξ αδελφής και μοι έφερε και ένα ανεψίδι του αδελφού του να το σπουδάσω και αυτός άνευ χρημάτων, και το μεν παιδί συμπαθήσας το εκράτησα να σπουδάζη εις την Σχολήν δαπάναις μου, διότι το Συμβούλιον δεν το εδέχθη ως υπότροφον και το έχω ιδιοσυντήρητον, τον δε μεγάλον, τον απέστειλα εις τα οπίσω, αφού εδαπανήσαμεν περί τας 70 δραχμάς. Άμα λάβω χρήματα θα σας στείλω δια το αμπέλι και δια τον μάστορι προς τοποθέτησιν των σωλήνων. Μοι γράφητε να έλθω και εγώ επόθησα να σας ίδω, αλλά εισέτι δεν εστείλαμεν το πρόγραμμα εις το Υπουργείον, διότι δεν διωρίσθη εισέτι καθηγητής μετά τον θάνατον του Μιλτιάδου Πανταζή και αναμένεται η συνεδρίασις του πολυμελούς συμβουλίου δια τον διορισμόν και καθηγητού της μουσικής, κωλυμάτων δε ένεκα αναβάλλεται από ημέρας εις ημέραν η συνεδρίασις και ο διορισμός των καθηγητών, εν όσω δεν διορίζονται οι καθηγηταί και δεν κανονίζονται αι ώραι της διδασκαλίας, εν όσω το πρόγραμμα δεν στέλλεται εις το Υπουργείον, αδυνατώ να έλθω. Εχάρην πολύ δια την βελτίωσιν της υγείας της Κυριακής, τη εύχομαι από καρδίας τελείαν ανάρρωσιν. Επίσης εύχομαι και τη Συγκλητική τ΄ άριστα εις τε το σώμα και την ψυχήν. Περί των χαρτίνων σταυρών ας μη κάμνη, μήπως ο κόσμος δεν λαμβάνει αυτούς εξ υποψίας, να κάμνη όμως μικρά εικονίσματα εις σανίδα εκ κυπαρίσσου, τα οποία έπειτα ας επαλείφη μία με βερνίκι έμπροσθεν και με χρώμά τι όπισθεν και ούτω πάντων η συνείδησις δια παν ενδεχόμενον μένη ήσυχος. Άμα ευκαιρήσω, θα έλθω να σας ίδω, να μοι γράψητε πως θα σας φανή το όνειρον.                                                                                                              Σας εύχομαι και διατελώ προς Θεόν ευχέτης.

Ο Πνευματικός Πατήρ σας

Υ. Γ. Να μοι γράψητε τας εντυπώσεις του Μητροπολίτου.

+Ο Πενταπόλεως Νεκτάριος

Υ. Γ.  Τη 22 Οκτωβρίου.
Ταχυδρομικώς σας στέλλω το περίσσευμα του Οκτωβρίου μηνός δραχμάς 50 δια το αμπέλι και την τοποθέτησιν των σωλήνων, δια του κυρίου Ζερβουλάκου.