Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς: ερμηνεία του 15ου Κανόνος.


παρών λοιπόν Κανών καθιστ πευθύνους λους τούς ρθοδόξους ες τό θέμα τς διακρίσεως τν ληθινν πισκόπων πό τούς ψευδεπισκόπους. Ατό βεβαίως τό παιτε καί λη ρθόδοξος Παράδοσις τήν ποία πισφραγίζει καί τρόπον τινά συνοψίζει ν λόγ Κανών. Τό φοβερό μως καί συγχρόνως ναγκαο εναι τι δέν εναι ρκετή μόνο διάγνωσις το ψευδεπισκόπου, πως δέν εναι ρκετή διάγνωσις το χοντος τήν μολυσματική σθένεια, λλά χρειάζεται καί πομάκρυνσις πό ατόν. Ες ατήν τήν περίπτωσι τν θεμάτων τς πίστεως κάθε πιστός γίνεται κριτής καί δικαστής πρό συνοδικς κρίσεως, το τάκτως περιπατοντος πισκόπου καί «στέλλεται» πό ατόν σύμφωνα μέ τήν κφρασι το μεγάλου ποστόλου τν θνν: «Παραγγέλλομεν δέ μν, δελφοί, ν νόματι το
Κυρίου μν ησο Χριστο, στέλλεσθαι μς πό παντός δελφο τάκτως περιπατοντος καί μή κατά τήν παράδοσιν ν παρέλαβον παρ’ μν» (Β΄ Θεσσ. 3, 6).
κφρασις λοιπόν το παρόντος Κανόνος «ο γάρ πισκόπων, λλά ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν» σημαίνει τι πίσκοπος κπίπτει πό τό
ξίωμά του μόνο καί μόνο πειδή σφάλλει στά θέματα τς πίστεως καί δέν ρθοτομε τόν λόγο τς ληθείας. Σημαίνει πίσης τι δέν τόν καταδικάζει ποτειχιζόμενος πό ατόν, οτε πολύ περισσότερο τό ρμόδιο κκλησιαστικό ργανο, λλά δια αρεσις τήν ποία κηρύττει «γυμν τ κεφαλ π’ κκλησίας». Εναι δηλαδή τό διο μέ τόν ατρό, ποος δέν καθιστ κάποιον ρρωστο μέ τήν γνωμάτευσί του, λλά δια σθένεια τήν ποία ατός φέρει· καί πίσης μέ τόν κακοποιό τόν ποο δέν τόν καθιστ ς τοιοτο πόφασις το δικαστο, λλά ο διες ο πράξεις του. ν λοιπόν μες ναμένωμε τήν πόφασι τν ρμοδίων διά νά πομακρυνθομε πό ατούς εναι βέβαιον τι θά σφάλλωμε στά καίρια καί θά δηγηθομε σέ ναυάγιο. Καί βεβαίως, φ’ σον γνωρίζωμε τήν κατάστασι κάποιου, δέν περιμένομε τήν πόφασι τν ρμοδίων, λλά μέ φόβο καί τρόμο πομακρυνόμεθα πό ατούς.
Τό τι τά θέματα τς πίστεως εναι πολύ σημαντικώτερα πό τά λικά καί σωματικά, μόλις εναι νάγκη νά τό ναφέρωμε. Καί ατό φανερώνει τι φησυχασμός μας
δ χει λλα κίνητρα καί λλο σκοπό. δέ θεολογική του πικάλυψις μλλον ποσκοπε στόν καθησυχασμό τς συνειδήσεως. ν μες τόν ψευδεπίσκοπο τόν κλαμβάνομε ς ποιμένα καί χομε πλήρη κκλησιαστική πικοινωνία μαζί του διά τς μνημονεύσεως καί συνοδοιπορίας, εναι φανερό τι χι μόνο εμεθα παραβάτες το ερο ατο Κανόνος, λλά καί λοκλήρου τς ρθοδόξου Παραδόσεως καί πιπλέον γινόμεθα ατία νά διαιωνίζεται τό κακό ες τήν κκλησία καί μάλιστα χι οοδήποτε κακό, λλά αρεσις ποία προσβάλλει ατόν τόν θεσμό τς κκλησίας.

Συνεχίζεται. 

Η κατοχή γίνεται σήμερα περισσότερο αισθητή.


Από τα τέλη της Τουρκοκρατίας άνοιξαν  όλες οι κερκόπορτές μας από τους δυτικόπληκτους –ευρωπαϊστές μας –κατά Ζουράρη ευρωλιγούρηδες-   και μετακενώνονται συνεχώς αυτούσια στοιχεία του ευρωπαϊκού χώρου, γεννήματα μιας διαφορετικής διαχρονικής πολιτιστικής  διαδικασίας, που νοθεύουν την ελληνορθόδοξη πολιτιστική παράδοση και τελικά την αναιρούν, υποκαθιστώντας τα συστατικά της. Και αυτό λόγω της καλλιεργούμενης, κυρίως στο χώρο της εκπαίδευσης, ευρωμανίας, συνέπεια της οποίας είναι και η από το 1833 αρξαμένη ευρωπαϊκή/φραγκική κατοχή στη χώρα μας, την κορύφωση της οποίας ζούμε σήμερα ως Έθνος. Λόγω της οικονομικής καταρράκωσης η κατοχή γίνεται σήμερα περισσότερο αισθητή. 

( Πρωτ. Γεώργιος Δ.  Μεταλληνός).

Κυριακή της Τυροφάγου. Ο θησαυρός των αρετών.


«Μη θησαυρίζετε υμίν θησαυρούς επί της γης, όπου σής και βρώσις αφανίζει».
Ματθ. στ΄14-21. Ρωμ. Ιγ΄11-ιδ΄4.

Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή που είναι η κατανυκτικότερη περίοδος του εκκλησιαστικού έτους και της οποίας το κατώφλι δρασκελίζουμε, συνιστά μοναδική ευκαιρία την οποία καλείται ο κάθε πιστός να αδράξει σε μια πρόκληση πνευματικών αναβάσεων. Στο αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας ο Παύλος κάνει λόγο για «καιρό ευπρόσδεκτο, καιρό μετανοίας», στον οποίο μας προτρέπει: «αποθώμεθα τα έργα του σκότους και ενδυσώμεθα τα όπλα του φωτός…». Ευπρόσδεκτος καιρός σημαίνει τον καιρό της χάριτος. Είναι ο χρόνος κατά τον οποίο ο άνθρωπος μπορεί ν’ αποκτήσει αντοχές για να διεξάγει τον αγώνα τον καλό. Αν ολόκληρο το χρόνο οι πιστοί  προσβλέπουν στον αγώνα της πίστεως, πολύ περισσότερο οφείλουν να εντείνουν την προσπάθεια τους αυτή την ευλογημένη περίοδο. Αν πάντοτε έχουν χρέος να εργάζονται τη σωτηρία τους, ακόμη περισσότερο και με πολύ μεγαλύτερο ζήλο επιβάλλεται να το πράττουν τώρα κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, στην οποία εισερχόμαστε. Αυτό ακριβώς μάς συμβουλεύει και η μητέρα μας Εκκλησία, όταν μας λέει: «Το στάδιον των αρετών ηνέωκται, οι βουλόμενοι αθλήσαι εισέλθετε, αναζωσάμενοι τον καλόν της νηστείας αγώνα. Οι γαρ νομίμως αθλούντες, δικαίως στεφανούνται…».

Η πραγματική νηστεία
Η Εκκλησία μάς προσκαλεί να εισέλθουμε στην περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και με την ευαγγελική περικοπή που ξεδιπλώνει ενώπιον μας την Κυριακή της Τυρινής. Μάς προσκαλεί με αυτή να εγκολπωθούμε το πνεύμα της αληθινής νηστείας και να επιδιώξουμε όλες εκείνες τις αρετές που συνιστούν πραγματικό θησαυρό για την ύπαρξή μας. Μάς θυμίζει την ανταρσία του Αδάμ που επενήργησε διαβρωτικά σ’ ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Η παράβαση της εντολής του Θεού που στο βάθος της ήταν εντολή νηστείας, δείχνει πόσο ο άνθρωπος περιφρόνησε  την αγάπη του Δημιουργού του μέσα από την επιθυμία του γι’ αυτοθεοποίηση. Είναι αυτή ακριβώς η επιθυμία που τον απομάκρυνε από την πηγή της ζωής και τον παρέδωσε στην τραγικότητα του θανάτου. Η Εκκλησία με τη συγκεκριμένη περικοπή δίνει το υπόβαθρο της αληθινής νηστείας, η οποία αποτελεί την αντίστροφη κίνηση από εκείνη που ακολούθησε ο Αδάμ. Προϋποθέτει όμως ν’ αποβάλουμε όλα εκείνα τα πάθη που ριζοβολούν στην ψυχή μας και δεν μάς επιτρέπουν να βιώνουμε την ελευθερία στην αυθεντική της μορφή και να δεχόμαστε την αγάπη του Θεού και να την αντιπροσφέρουμε στους συνανθρώπους μας.
Η αληθινή νηστεία, λοιπόν, είναι μια πνευματική άσκηση που καταξιώνει τον άνθρωπο και τον αναδεικνύει εικόνα του Θεού, με όλη την ομορφιά και την αρχοντιά της. Έχει τόσο βάθος η νηστεία ώστε στην αυθεντική της μορφή φέρνει τον άνθρωπο σε μια αδιάκοπη κοινωνία με τον Θεό αλλά και με τους συνανθρώπους του. Ο νηστεύων πραγματικά ατενίζει ακριβώς την κοινωνία εκείνη που δεν μπορεί να στηθεί με ανθρώπινα σχήματα και ιδεολογίες. Γιατί έχει ουράνιες και αιώνιες αντοχές, αφού με τη δύναμη της αγάπης καταργεί ακόμα και τον θάνατο και απαλλάσσει τον άνθρωπο από την τραγικότητά του. Νηστεία, σύμφωνα με την Πατερική σκέψη, είναι η εκούσια στέρηση που οδηγεί τον άνθρωπο στο χώρο της αληθινής ελευθερίας. Εκεί όπου παραδίδεται ολοκληρωτικά στην αγάπη του Θεού. Με τη δυναμική της απελευθερώνεται ο άνθρωπος από όλα εκείνα που τον κρατούν δέσμιο στη γη και τον αφήνουν προσκολλημένο σε επίγειους θησαυρούς «όπου σής και βρώσις τους αφανίζει».
Αγαπητοί αδελφοί, «έφθασε καιρός, η των πνευματικών αγώνων αρχή…». Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι ο ευπρόσδεκτος καιρός που μάς χαρίζει η αγάπη του Θεού για να μας προσκαλέσει στο στάδιο των πνευματικών αγώνων, με τους οποίους καταξιωνόμαστε σε ουράνιες κατακτήσεις. Ας αδράξουμε, λοιπόν, την ευκαιρία «τον αγώνα τον καλόν αγωνίσασθαι, τον δρόμο της νηστείας εκτελέσαι, την πίστιν αδιαίρετον τηρήσαι και ακατακρίτως φθάσαι προσκυνήσαι και την αγίαν Ανάστασιν».

Άγιος Ησύχιος «Προς Θεόδουλο –Ταπείνωση»


Η ταπείνωση, επειδή εκ φύσεως ανυψώνει τον άνθρωπο και έχει την αγάπη του Θεού και αφανίζει σχεδόν όλα τα κακά πού υπάρχουν μέσα μας τα όποια μισεί ο Θεός, είναι δυσκολοκατόρθωτη. Και μπορεί νά βρεις σε έναν άνθρωπο μερική εργασία πολλών αρετών, αν όμως ζητήσεις και μυρωδιά μόνον ταπεινώσεως, μόλις πού θα τη βρεις. Γι' αυτό είναι ανάγκη νά έχομε μεγάλη επιμέλεια, ώστε νά αποκτήσομε την αγία ταπείνωση. Η Γραφή, τον διάβολο τον ονομάζει ακάθαρτο, επειδή εξαρχής απώθησε το αγαθό της ταπεινοφροσύνης και αγάπησε την υπερηφάνεια. Γι' αυτό και πνεύμα ακάθαρτο ονομάζεται σε όλες τις Γραφές. Ποια σωματική ακαθαρσία μπορεί νά κάνει ο ασώματος, άσαρκος και αστάθμητος, για νά τον λέει η Γραφή ακάθαρτο; Φανερό είναι ότι για την υπερηφάνεια του ονομάστηκε ακάθαρτος και από καθαρός και φωτεινός άγγελος, έγινε βέβηλος. Επειδή, για το Θεό είναι ακάθαρτος κάθε υπερήφανος, και πρώτη αμαρτία είναι η υπερηφάνεια. Έτσι και ο υπερήφανος Φαραώ έλεγε: «Δε γνωρίζω το Θεό σου και δε θα ελευθερώσω τον Ισραήλ».

Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς: ερμηνεία του 15ου Κανόνος.


Εναι χαρακτηριστική καί μολογιακή πρός τόν λατινόφρονα ατοκράτορα Μιχαήλ τόν Η΄ τόν Παλαιολόγο πιστολή των, ποία σημειωτέον πεστάλη πό πάντων τν γιορειτν πατέρων καί ναφέρει πρός τό τέλος τά ξς:
«Ος δέ συνεσθίειν οχ ριζόμεθα · ος τό χαίρειν επεν διά τό παντάπασιν μιγές, ν τό συνάντημα ε δυνατόν φύγομεν, πς πρώτους εναι καί νακριτάς τν ρθοδόξων
κκλησιν λως δικαιώσωμεν, καί τό μνημόσυνον ατν ς ρθόδοξον π’ κκλησίαις, καί π’ ατς τς μυστικς τραπέζης, σαλπίσωμεν, να μηδέ ταύτην φμεν βέβηλον, το γιάζειν μς». Δηλαδή, σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τν γιορειτν σίων, μνημόνευσις αρετικν κατά τήν Θεία Λειτουργία βεβηλώνει τήν γ. Τράπεζα καί συνεπς ατή πλέον δέν μς γιάζει. Καί ατοί ο σιομάρτυρες
γιορετες ο πί Βέκκου θλήσαντες καί πρό συνοδικς καταδίκης του τόν πέκοψαν πό τήν κκλησία, ξιώθησαν τιμς καταταγέντες μεταξύ τν γίων καί μολογητν τούς ποίους φείλομε νά μιμούμεθα. Τό τελευταο τμμα το ν λόγ ερο Κανόνος πού ποτελε καί τό πισφράγισμα καί τήν ατιολογία τς λης μολογιακς στάσεως καί νστάσεως τν ρθοδόξων μς ναγκάζει νά ναφέρωμε λίγα τινά διά τό σοβαρό θέμα τν «ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων» καί διά τήν πόθεσιν το σχίσματος. Κατ’ ρχάς ναφορά το Κανόνος «ο γάρ πισκόπων, λλά ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν» μς δηγε στήν σκέψι, τι πρέπει νά διακρίνωμε, ς ρθόδοξοι, τούς πισκόπους πό τούς ψευδεπισκόπους διά νά μήν πλανηθομε καί τι πρέπει ατό νά τό πράξωμε, πρίν τό πράξη τό ρμόδιο κκλησιαστικό ργανο. κφρασις ατή πίσης σημαίνει τι πό τόν ληθινό πίσκοπο, τόν ντως πίσκοπο, τόν ες τύπον καί τόπον Χριστο ερισκόμενο, εναι δύνατον κάποιος ρθόδοξος γεις σκεπτόμενος νά ποσχισθ, στω καί ν ατός κατακριθ καταδικασθ πό κάποια Σύνοδο, πως συνέβη
μέ τόν γ. θανάσιο, τόν γ. ωάννη τόν Χρυσόστομο καί λλους γίους. Δηλαδή πό τόν ληθινό πίσκοπο οδέποτε κάποιος πομακρύνεται, λλά τόν κολουθε ς τόν σταυρό καί ν δύναται συσταυρώνεται καί ατός μαζί του. ντιθέτως μέ τόν ψευδεπίσκοπο καί ψευδοδιδάσκαλο, τόν τό σχμα μόνο χοντα το πισκόπου, τόν κατά τό φαινόμενον προστάτη το ποιμνίου καί κατά τό νοούμενον ποστάτη το Εαγγελίου, οδέποτε κάποιος ρθόδοξος γεις σκεπτόμενος συντάσσεται καί συνοδοιπορε, λλά πομακρύνεται κκλησιαστικς πό ατόν, πως κάποιος πομακρύνεται πό κάποιον χοντα κολλητική σθένεια. ψευδεπίσκοπος εναι ,τι χειρότερο μέσα στήν κκλησία, εναι τό ργανο το διαβόλου διά το ποίου θά χειρώση (θά βάλη στό χέρι κατά τό δή λεγόμενο) τούς πιστούς. ς κ τούτου εναι νάγκη, καί θά λέγαμε θέμα σωτηρίας, νά δύναται καστος ρθόδοξος νά διακρίνη τόν ληθινό πίσκοπο πό τόν ψευδεπίσκοπο, τόν ποιμένα πό τόν λύκο καί τόν ληθινό κυβερνήτη το πλοίου, σύμφωνα μέ τήν πατερική κφρασι, πό τόν καταποντιστή. Εναι δηλαδή τό διο πού θά πάθη κάποιος, ποος δέν μαθε, διά νά χρησιμοποιήσωμε μία σύγχρονο κφρασι, νά ξεχωρίση τά γνήσια χαρτονομίσματα πό τά κάλπικα καί πλαστά καί περιμένει νά τά σφραγίση τράπεζα.

Συνεχίζεται.

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΣ : Άγ. Ιουστίνος (Πόποβιτς).



1.Αναμφιβόλως, ο άνθρωπος είναι μετά τον Θεόν η περισσότερον μυστηριώδης και αινιγματική ύπαρξις εις όλους τους κόσμους τους γνωστούς εις την ανθρωπίνην σκέψιν. Εις τα απύθμενα και απέραντα βάθη της ανθρωπίνης υπάρξεως ζουν και στροβιλίζουν ασυμβίβαστοι αντιθέσεις: η ζωή και ο θάνατος, το αγαθόν και το κακόν, ο Θεός και ο διάβολος, και ό,τι υπάρχει εντός των και γύρω των. Δι΄ όλων των θρησκειών του, των φιλοσοφιών, των επιστημών, των πνευματικών και υλικών πολιτισμών του, το ανθρώπινον γένος προσεπάθει να λύση εις την ουσίαν εν μόνον πρόβλημα, παμπεριεκτικόν πρόβλημα: το πρόβλημα του ανθρώπου. Και από όλους τους πόνους και τα μαρτύριά του εσφυρηλάτησε δια τον εαυτόν του μίαν υπερτάτην θεότητα, την οποίαν ελάτρευσεν ως υψίστην αξίαν και το ύψιστον κριτήριον των πάντων. Η υπερτάτη αυτή θεότης είναι: «μέτρον πάντων άνθρωπος», δηλαδή ο άνθρωπος είναι το μέτρον όλων των όντων και πραγμάτων. Αλλά με τον τρόπον αυτόν η αυτού θεία μεγαλειότης, ο άνθρωπος, δεν έλυσε το πρόβλημα του ανθρώπου. Διότι μετρών δι΄ εαυτού τον εαυτόν του δεν κατενόησε ούτε εαυτόν ούτε τον κόσμον γύρω του (πρβλ. 2 Κορ. 10, 12). Εις την πραγματικότητα εματαιοπόνει: κατώπτριζε κάτοπρον εν κατόπτρω. Και τα πάντα συνωψίσθησαν εις την συγκλονιστικήν κραυγήν και την ανατριχιαστικήν εξομολόγησιν: «ουδέν εμαυτώ σύνοιδα» (Α΄ Κορ. 4, 4). Τίποτε δεν γνωρίζω δια του εαυτού μου: δεν γνωρίζω ούτε τι είναι ο άνθρωπος, ούτε τι είναι ο Θεός, ούτε τι είναι ο θάνατος, ούτε τι είναι η ζωή. Επί πλέον, με όλον το είναι μου αισθάνομαι ότι είμαι δούλος του θανάτου, δούλος του κακού, και δια της αμαρτίας δούλος του διαβόλου. Καρπός όλης της δραστηριότητος του ανθρώπου ήτο να υφανθή εξ ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους εν σώμα: «το σώμα του θανάτου». Και κάθε άνθρωπος κατέστη σύσσωμος αυτού του σώματος του θανάτου.και τι κρύπτεται μέσα εις αυτό το σώμα του θανάτου; -- Δυσωδία, σήψις, σκώληκες…  «Ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος!  Τις  με ρύσεται εκ του σώματος του θανάτου τούτου;» (Ρωμ. 7, 24). Ουδείς, ουδείς πλην του Θεανθρώπου. Διότι ο Θεάνθρωπος Χριστός, νικήσας τον θάνατον δια της αναστάσεως, κατέλυσε «το σώμα του θανάτου» ως οντολογικήν πραγματικότητα (πρβλ. Αποκ. 20, 14. 10), ελύτρωσε το ανθρώπινον γένος εκ του θανάτου, του εχάρισε την αιωνίαν Ζωήν, την αιωνίαν Αλήθειαν, την αιωνίαν Αγάπην, την αιωνίαν Δικαιοσύνην, την αιωνίαν Χαράν και όλα τα άλλα αιώνια Θεία Αγαθά, τα οποία μόνον ο Θεός της Αγάπης και της Φιλανθρωπίας δύναται να χαρίση. Και ούτως έλυσεν όλον το πρόβλημα του ανθρώπου, ολόκληρον το παμπρόβλημα του ανθρώπου. Πράγματι, αφ΄ ότου ο Θεός έγινεν άνθρωπος, εφανερώθη ως Θεάνθρωπος και δια του σώματός Του – της Εκκλησίας – παρέμεινεν ως Θεάνθρωπος εις τον επίγειον κόσμον, έγινεν Αυτός άπαξ δια παντός η υψίστη παναξία και το υπέρτατον κριτήριον του ανθρωπίνου γένους, Αυτός ο Μόνος Αληθινός Θεός και ο Μόνος Αληθινός Άνθρωπος, ο Μόνος Τέλειος Θεός και ο Μόνος Τέλειος Άνθρωπος. Ως τοιούτος, Αυτός είναι η μόνη υψίστη παναξία και το μόνον έσχατον κριτήριον αυτού του ανθρώπου εις την ψυχοσωματικήν του οντότητα και την θεανθρωπίνην του δυνατότητα, και παντός ό,τι είναι ανθρώπινον και του ανθρώπου. Μόνον εν τω Θεανθρώπω είδεν ο άνθρωπος δια πρώτην φοράν τον εαυτόν του τέλειον και αιώνιον. Και εγνώρισε τον εαυτόν του εις όλας τας διαστάσεις του. Εντεύθεν η νέα αξιολογική και γνωσιολογική καθολική αρχή του ανθρωπίνου γένους: «μέτρον πάντων ο Θεάνθρωπος». Αλλά το «μέτρον πάντων άνθρωπος» εξακολουθεί να βασιλεύη και να κυριαρχή, ως επί το πλείστον ferro ignique, εις τον ειδωλολατρικόν και πολυθεϊστικόν εξωχριστιανικόν κόσμον. Δια τούτο ο θεοσοφώτατος γνώστης του ανθρώπου και του Θεανθρώπου, ο Απόστολος Παύλος, συνοψίζει όλας τας φιλοσοφίας του ανθρωπίνου γένους εις δύο: εις την φιλοσοφίαν κατ΄ άνθρωπον και εις την φιλοσοφίαν κατά Θεάνθρωπον (Κολ. 2, 8).

Ευτυχώς που οι αντι-οικουμενιστές κάνουν Συνέδρια για να εκτονώνουν τον λαό...

Την Δευτέρα, 20η Φεβρουαρίου ε.ε., η ΑΘΜ ο Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ.κ. Θεόδωρος Β΄, εδέχθη την εθιμοτυπική επίσκεψη του Σεβ. Αρχιεπισκόπου κ.Αυγουστίνο Kasuja, Αποστολικού Νούντσιου του Βατικανού στην Νιγηρία. 


Να τα αδελφάκια....


Τι Λωζάννη,  τι Κοζάνη... 


 Όλοι είμαστε τα ίδια...  Ορθόδοξοι, Παπικοί, Προτεστάντες....


Θα μπορούσαμε να φαντασθούμε ποτέ τον Μέγα Αθανάσιο με τον αιρετικό Άρειο σε μιά τέτοια φωτογραφία; 


Αυτοί είναι οι σημερινοί Προκαθήμενοι των Ορθοδόξων Εκκλησιών...  οι Επίσκοποι που κοινωνούν μαζί τους, και ο λαός  που τους ακολουθεί....


πλην ο υιός του ανθρώπου ελθών άρα ευρήσει την πίστιν επί της γης;
(Λουκά  18,8).

Are the Heterodox Members of the Church?


Dr. Demetrios Tselengidis,
Professor at Aristotle University of Thessaloniki  
         
Firstly, it is necessary to clarify that as Orthodox Christians we believe, in agreement with the Symbol of Faith (the Creed) of Nicene-Constantinople (381 AD), “in One, Holy, Catholic, and Apostolic Church”. According to the unbroken dogmatic consciousness of the Orthodox Church throughout the ages, i.e., according to her self-consciousness, this One Church is the Orthodox Church. 

As we embark on the journey of Great Lent


“Let us keep the Fast not only by refraining from food, but by becoming strangers to all the bodily passions; that we who are enslaved to the tyranny of the flesh may become worthy to partake of the Lamb, the Son of God, slain of His own will
for the sake of the world, and spiritually may celebrate the feast of the Savior's Resurrection from the dead. So shall we be raised high in the glory of the virtues, and through our righteous actions we shall give joy to the Lord who loves humankind.”

First Apostichon of Vespers from Tuesday of the First Week

Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς. (ερμηνεία του 15ου Κανόνος)


Τό πρτο παράδειγμα εναι ατό τό σχίσμα το 1054 μέ τό ποο πεκόπη πό τήν ρθοδοξία καί τήν κκλησία να μεγάλο μέρος ς αρετικό. δ χομε πλήρη φαρμογή το 15ου Κανόνος τς Πρωτοδευτέρας Συνόδου πό τόν διο τόν Πατριάρχη Μιχαήλ τόν Κηρουλάριο. Πάπας τς Ρώμης Λέων Θ΄λόγ κυρίως τς εσαγωγς το Filioque ες τό Σύμβολον τς Πίστεως εχε καταστ αρετικός. αρεσις ατή το δη κατεγνωσμένη πό τήν πί γίου Φωτίου Σύνοδο το 879. Δέν το μως κατεγνωσμένος (καταδικασμένος) φορέας τς αρέσεως, δηλαδή συγκεκριμένος Πάπας Λέων Θ΄. Πατριάρχης λοιπόν μέ τήν Σύνοδο τς Κωνσταντινουπόλεως ποσχίζεται πό τόν Πάπα πρό συνοδικς καταδίκης του. Ατό τό ναφέρομε σάν εγλωττο καί πασίγνωστο παράδειγμα, διότι τό ναφέρει καί Βαλσαμών στήν ρμηνεία το ν λόγ 15ου Κανόνος. Λέγει συγκεκριμένα τά ξς: «Σημείωσαι τατα, σως φελήσοντα κατά τν λεγόντων μή καλς μς ποσχισθναι πό το θρόνου τς παλαις Ρώμης, πρό το καταδικασθναι τούς περί ταύτην ς κακόφρονας»
(Σύνταγμα ερν Κανόνων, Ράλλη-Ποτλ, τόμος β΄, σελ. 695). Δηλαδή ατά τά πιχειρήματα τά ποα σήμερα λόγ το Οκουμενισμο χουν γίνει νόμος, τι δηλαδή πόσχισι πό τόν αρετικό πίσκοπο πιτρέπεται μόνο μετά τήν καταδίκην του πό τήν Σύνοδο, τά λεγαν κάποιοι καί τότε, καί πολογούμενος τρόπόν τινα Βαλσαμών στήν ρμηνεία ατο το Κανόνος, φέρει ατό τό παράδειγμα.
Τό δεύτερο παράδειγμα εναι τν σιομαρτύρων γιορειτν τν πί Βέκκου μαρτυρησάντων. Πατριάρχης ωάννης ΙΑ΄ Βέκκος το λατινόφρων, φορέας δηλαδή κατεγνωσμένης αρέσεως, λλά διος δέν εχε κόμη καταδικασθ πό Σύνοδο. Ο γιορετες λοιπόν σιομάρτυρες πετειχίσθησαν πό ατόν πρό συνοδικς καταδίκης του καί ατό το ατία το μαρτυρίου των.

Συνεχίζεται. 

Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς.(ερμηνεία του 15ου Κανόνος)

  Πατριάρχης ναστάσιος, ποος το φορέας αρέσεως μή κατεγνωσμένης, πρίν κατακριθ διος πό ρμόδιο κκλησιαστικό ργανο, κβάλλεται διά ξύλων καί λίθων πό τήν κκλησίαν πό γίων γυναικν, ο ποες τελικά μέ τήν βοήθεια τς πολιτικς ξουσίας θανατώνονται. Ατή εναι τιμή διά τήν ποία μιλε ΙΕ΄ Κανών τς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, μέ τήν ποία ξιώθησαν πό τούς ρθοδόξους. Δηλαδή τό νά καταταγον μεταξύ τν γίων καί μολογητν καί νά εναι σαεί πρότυπα πρός μίμησιν. Εναι σως βέβαιον τι σήμερα, ν κάποιοι τολμοσαν νά νεργήσουν τοιουτοτρόπως σέ μία κατεγνωσμένη αρεσι,, θά θεωροντο πό τούς ρθοδόξους Οκουμενιστές καί μή, ς διάκριτοι, ντάρτες, ταλιμπάν, κτός κκλησίας καί κατεχόμενοι πό ωσφορικο καί δαιμονικο πνεύματος. ντιθέτως δέ ατοί πού θά νέμενον τήν Σύνοδο (π.χ. τς ερείας) διά νά ποφασίση πί το θέματος θά θεωροντο συνετοί, πάκουοι, διακριτικοί καί ντός τς πισκοποκεντρικς κκλησίας. Δυστυχς ατή εναι σήμερα ρθοδοξία μας.
Πλήν ατν τν γίων, χομε ατήν τήν περίοδο τς Εκονομαχίας ( ποία δέν πρέπει νά λησμονομε δέν το κόμη κατεγνωσμένη αρεσις), τούς γίους καί μολογητάς Θεόφιλον, ποος το ατόκλητος μάρτυς καί μολογητής καί ορτάζει τήν 2αν κτωβρίου, τόν Θεόφιλον καί Λογγνον τόν Στυλίτην, μνήμη τν ποίων εναι τήν 10ην κτωβρίου, τόν γ. πάτιο πίσκοπο καί νδρέα τόν πρεσβύτερο, πού ορτάζονται τήν 20ην Σεπτεμβρίου, Γεώργιον τόν Λημνιώτη, πού ορτάζει τήν 24ην Αγούστου, Γεώργιον πίσης Πισιδίας, πού ορτάζει τήν 19ην πριλίου, Βασίλειον
καί Προκόπιον τούς μολογητάς, πού ορτάζουν τήν 27ην  καί 28ην Φεβρουαρίου, νδρέαν τόν μολογητήν τόν ν τ κρίσει πού ορτάζει τήν 17ην κτωβρίου καί πολλούς λλους. Δέν πρέπει νά παραλείψωμε καί τόν δάμαντα τς περιόδου ατς, τόν μολογητήν Στέφανον τόν νέον, τόν σκήσαντα ες τό ρος το Αξεντίου. Ες τόν βίον του ναφέρεται, πέραν τν μαρτυρικν του γώνων, τι ταν τελείωσεν Σύνοδος τς ερείας τό 754 στειλε ατοκράτωρ Κων/νος Κοπρώνυμος τίς ποφάσεις της μέ τόν Πατρίκιον Κάλλιστον νά τίς πογράψη καί σιος Στέφανος, πειδή το περιβόητος καί ες λους αδέσιμος. Ατός ρνήθηκε νά πογράψη ποκαλντας αρετικήν τήν Σύνοδον, δέν δέχθη δέ καί τά τρόφιμα πού το πέστειλε ατοκράτωρ λέγοντας τι δέν εναι δυνατόν νά γλυκανθ λάρυγξ των πό αρετικν βρώματα (Μέγας Συναξαριστής τόμος ΙΑ΄ σελ. 699). δ, πως βλέπομε, χομε τό γεγονός τι Σύνοδος 348 πισκόπων, ο ποοι πεκύρωσαν τήν αρεσιν, θετεται πό ναν γιο σκητή. Δηλαδή σιος Στέφανος δέν ποτειχίσθηκε πλς πό ναν πίσκοπο Πατριάρχη, λλά πό μία λόκληρον
πολυάνθρωπον Σύνοδο καί μάλιστα διά μία αρεσι μή κατεγνωσμένη (καταδικασμένη) καί πιπλέον λα ατά πολύ πρίν τήν Πρωτοδευτέρα Σύνοδο, ποία κατέγραψε ατήν τήν Παράδοσι τς κκλησίας. ναφερθήκαμε στούς γίους τς πρώτης περιόδου τς Εκονομαχίας μόνο καί μόνο διά τό γεγονός τς  ποτειχίσεώς των πό μή κατεγνωσμένη αρεσι, τό ποο θά λέγαμε ποτελε μία πέρβασι καί ατο το 15ου Κανόνος τς Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Θά ναφέρωμε καί δύο παραδείγματα πό τήν μετά τήν Σύνοδο ατήν περίοδο διά νά καταδείξωμε τό ποχρεωτικό τς φαρμογς το ν λόγ Κανόνος καί χι τό προαιρετικό δυνητικό πως πολλοί σχυρίζονται.

Συνεχίζεται.

Γιατί κλαίς, Αββά;

Περί αγάπης ...

Ο υποτακτικός κάποιου Γέροντα έμενε σε μια καλύβα δέκα μίλια μακριά από τη σκήτη. Μια μέρα θέλησε να τον ειδοποιήσει ο Γέροντας να έλθει να πάρει το ψωμί του. Ύστερα όμως σκέφθηκε: Για λίγα ψωμιά να κάνω τον Αδελφό να περπατήσει δέκα μίλια; Ας του τα πάω μόνος. Έβαλε το ταγάρι στον ώμο και ξεκίνησε. Πηγαίνοντας, σκόνταψε σε μια πέτρα κι έκανε τέτοια πληγή στο πόδι, που ήταν αδύνατον να σταματήσει το αίμα. Από τον υπερβολικό πόνο που ένιωσε άρχισε να κλαίει.

- Γιατί κλαίς, Αββά; Άκουσε πίσω του μια γλυκειά φωνή να τον ρωτά.

Έστρεψε το κεφάλι και είδε έναν ωραίο Άγγελο. Δεν φοβήθηκε όμως, αλλά του έδειξε με το δάκτυλο την πληγή.

- Πάψε να κλαίς γι' αυτό το τιποτένιο πράγμα, τον πρόσταξε ο Άγγελος. Τα βήματα που κάνεις για την αγάπη του Αδελφού τα έχω μετρημένα και θα πάρεις την αμοιβή σου από τον Θεό.

Ο Γέροντας πήρε θάρρος και χαρούμενος συνέχισε το δρόμο του. Από τότε προθυμοποιήθηκε να εξυπηρετεί τους Αδελφούς.

Μια μέρα πήρε πάλι ψωμιά να τα πάει σ' άλλον Ερημίτη που έμενε πολύ πιο μακριά. Συνέβηκε όμως να έρχεται κι εκείνος με τον ίδιο σκοπό και συναντήθηκαν στο δρόμο.

- Αδελφέ μου, είπε πρώτος ο Γέροντας, με κόπο απέκτησα ένα μικρό θησαυρό και πρόλαβες εσύ να μου τον πάρεις.

- Μήπως η στενή πύλη χωράει μόνο εσένα, Αββά; Κάνε λίγο τόπο να περάσουμε κι εμείς, του αποκρίθηκε ο Αδελφός.

Ενώ έλεγαν αυτά, ήλθε πάλι ο Άγγελος και τους είπε:

- Αυτή η φιλονικία σαν ευωδιαστό λιβάνι ανεβαίνει στον ουρανό.

π. Θεόδωρος Ζήσης: Πώς να εκκλησιάζονται οι Χριστιανοί.